Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αρεόπολη’

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2019

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, έγραφε κάθε Τρίτη μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης την οποία, από τότε που άρχισα το ιστολόγιο, την αναδημοσίευα εδώ.

Μετά τον θάνατό του, άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες τα βιβλία του (ή αποσπάσματα από τα βιβλία του), όχι όμως πια κάθε Τρίτη αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη -για να κρατήσουν περισσότερο. Από σήμερα και για λίγες συνέχειες θα δημοσιεύσω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

 

ΧΘΟΝΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Στον Μιχάλη Λιαρούτσο

Την ιστορία αυτή την άκουσα το καλοκαίρι του ’75, σ’ ένα χωριό της Μάνης, γειτονικό με το δικό μου, όταν είχαμε πάει με τον ξάδερφό μου για μια σύντομη εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πως πέρασα καλά, μ’ όλο που η επίσκεψη στα πατρογονικά μου, που είχα να τα περπατήσω από παιδάκι, με συγκίνησε. Μου χάλασαν τη διάθεση οι συζητήσεις που είχα με συγγενείς, τρίτου και τετάρτου βαθμού, που αναπόφευκτα μας επισκέφτηκαν για να γνωρίσουν τα εγγόνια του «γερο-Δημήτρη», του παππού μας δηλαδή, που όπως φαίνεται υπήρξε στον καιρό του επιβλητική προσωπικότητα. Στη Μάνη εξακολουθούν να υπολογίζονται αυτές, οι κάπως απομακρυσμένες συγγένειες.

Καθώς ήταν η περίοδος αμέσως μετά την πτώση της χούντας, υπήρχε έντονη πολιτικοποίηση, ακόμα και σ’ αυτά τα απόμερα χωριά. Μόνο που εδώ η πολιτικοποίηση ήταν μονόπλευρη. Όλοι οι συνομιλητές μας, χωρίς εξαίρεση, εκτός του ότι δεν είχαν ακόμα σαφή επίγνωση της σημασίας των πολιτικών αλλαγών που έγιναν στον τελευταίο χρόνο, δεν είχαν δηλαδή χωνέψει πως δεν υπήρχε πια μοναρχία και πως η χούντα ήταν οριστικό παρελθόν, δεν έκρυβαν τη νοσταλγία τους για την επταετία και έδειχναν φανερά απογοητευμένοι με τον Καραμανλή, που τον ταύτιζαν περίπου με τους κομμουνιστές. Στη ρύμη του λόγου τους πολλοί θυμήθηκαν τα κατορθώματά τους στην περίοδο του Εμφυλίου και μας τα περιγράψανε με γλαφυρότητα, χωρίς να νιώσουν την ανάγκη να κρύψουν τίποτα και χωρίς να αντιληφθούν ή να υπολογίσουν τις αντιδράσεις μας.

Την τελευταία βραδιά την περάσαμε στο σπίτι ενός κουμπάρου μας. Η βραδιά εξελίχθηκε σε ωραία βεγγέρα και, με το θάρρος που μου έδωσε το κρασί, τους είπα την άποψή μου για τις αγριότητες των νικητών του Εμφυλίου, που μόλις είχα μάθει από πρώτο χέρι. Ουσιαστικά μίλησα σαν εκπρόσωπος, τρόπον τινά, της άλλης πλευράς, των ηττημένων κι αυτό δυσαρέστησε πολλούς και αγρίεψε κάποιους, ενώ μονάχα ένας, άγνωστός μου, καλεσμένος επίσης του κουμπάρου μας, με κοιτούσε με κάποιο αδιόρατο επιδοκιμαστικό χαμόγελο, χωρίς όμως να πάρει ούτε μια φορά το λόγο, σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας (λογομαχίας καλύτερα). Ο οικοδεσπότης μας, νιώθοντας φαίνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λογαριασμό των άλλων, με πήρε αργότερα παράμερα και  μου εξήγησε χαμηλόφωνα:

«Μη νομίζεις πως τα δικαιολογώ όλα αυτά. Ούτε όλοι οι δεξιοί είμαστε, έτσι. Αυτοί που κάνανε αυτά τα πράγματα, όπως τη σφαγή στις φυλακές στο Γύθειο, τους σκοτωμούς στη Βαμβακού και τα ξεκληρίσματα ολόκληρων αριστερών οικογενειών, σαν του Πέτρουλα και πολλών άλλων, όλοι αυτοί, καθάρματα ήταν. Να σκεφτείς πως επιχείρησαν να κάνουν τα ίδια με το Γύθειο και στις φυλακές της Σπάρτης και όταν βγήκε μπροστά να τους μποδίσει ο διοικητής της φρουράς (ταγματάρχης της Χωροφυλακής ήτανε), τον εσκοτώσανε. Αυτό όμως έσωσε τους κρατούμενους γιατί η φρουρά τούς  διασκόρπισε. Και για το σκοτωμό του Κατσαρέα δεν είναι καθαρά τα πράγματα. Ήταν μετρημένος και, για την εποχή και τις περιστάσεις, μπορούμε να πούμε πως ήτανε ανθρωπιστής, δεν ήτανε Παυλάκος να πούμε. Έχω ακούσει πως δεν τον σκότωσαν οι συμμορίτες, αλλά δικοί μας. Βλέπεις είχε γίνει πολύ δημοφιλής και κάποιος, που έχει τη Μάνη πολιτικό του φέουδο, φοβόταν πως αν κατέβαινε μετά το συμμοριτοπόλεμο στις εκλογές θα του έτρωγε την έδρα. Αυτά βέβαια σου τα λέω με κάθε επιφύλαξη και σε παρακαλώ να μην τα πεις πουθενά, ή αν τα πεις, μη με αναφέρεις».

Φεύγοντας, θα ήταν περασμένες έντεκα, ο άγνωστος εκείνος μας πρόφτασε την ώρα που μπαίναμε στο αμάξι μας.

«Αν σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις μιαν απίστευτη ιστορία, για κείνα τα χρόνια, πέρνα αύριο το πρωί από το σπίτι μου, μένω εδώ κοντά, στο Κρυονέρι. Καληνύχτα».

Μου μίλησε εγκάρδια και στον ενικό και μου είπε το όνομά του, γιατί  κατά τη διάρκεια της βραδιάς δε μας είχαν συστήσει. «Ποιος είν’ αυτός; Τόνε ξέρεις;» ρώτησα τον ξάδερφο, που διατηρούσε περισσότερους δεσμούς με τα μέρη μας.

«Πολύ λίγο. Είναι από μια παλιά αριστερή οικογένεια, που ξεκληρίστηκε. Όπως έμαθα είχε βγει στο βουνό στο δεύτερο αντάρτικο και είναι από τους λίγους που γλίτωσαν».

Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα, περάσαμε από το σπίτι του Ηλία –έτσι  λεγόταν ο άγνωστος– και  τα είπαμε. Μας διηγήθηκε δια μακρών, πώς γλίτωσε κρυμμένος επί μήνες μέσα σε μια σπηλιά στον Ταΰγετο. Η αφήγησή του κράτησε ώς το απόγεμα, γιατί η γυναίκα του, πιστή στο πνεύμα της μανιάτικης φιλοξενίας, επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι και εν συνεχεία να πιούμε τον καφέ στην απόσκια αυλή του σπιτιού τους. Γενικά μας περιποιήθηκε με την πατροπαράδοτη αρχοντιά των παλιών Μανιατών και ταυτόχρονα με μιαν αφοπλιστική εγκαρδιότητα, που μας έκανε να νιώσουμε σα να ήμασταν στο σπίτι μας.

Την αφήγηση του Ηλία τη μεταφέρω εδώ όπως τη θυμάμαι, γιατί, μολονότι πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια, εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Τη γεωλογική, κατά κάποιον τρόπο, περιγραφή της σπηλιάς, που μου έκανε, την έχω εμπλουτίσει με  ακριβέστερα δικά μου στοιχεία, γιατί πώς να το κάνουμε, αυτός, όπως με πληροφόρησε, είχε σπουδάσει φιλόλογος, ενώ εγώ έβγαλα το Πολυτεχνείο. Όλα όμως τα άλλα τα μεταφέρω όπως μου τα είπε και όπως τα θυμάμαι.

1

Το βουνό, που στα σπλάχνα του βρίσκεται η σπηλιά, είναι  ένα από τα ψηλότερα της Ελλάδας και ίσως το μακρύτερο, με την έννοια πως είναι μονοκόμματο χωρίς πολλά σπασίματα. Ορθώνεται σαν τοίχος, με κατεύθυνση από το βορρά στο νότο και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μιας χερσονήσου, που δείχνει σαν τεντωμένο δάχτυλο την Αφρική.

Το βορινό και ψηλότερο τμήμα του είναι κατάφυτο. Ελάτια στα ψηλώματα, βελανιδιές, σκίνα και πουρνάρια στις πλαγιές, ρείκια, κουμαριές και βάτοι στις κοιλάδες και στις ρεματιές, ελιές, αμπέλια και γεννήματα στις λούρες, στους ξεχερσωμένους αναβαθμούς δηλαδή. Αντίθετα το νότιο τμήμα του είναι  γυμνό και κατάξερο. Δεν υπάρχει δέντρο για να ρίξει μια σκιά σε άνθρωπο, δεν υπάρχει πηγή για να ξεδιψάσει ο περαστικός.

Η μάζα του βουνού είναι ασβεστολιθική. Ασβεστόπετρες και κάπου κάπου μάρμαρα, άσπρα και έγχρωμα. Μόνο σε μερικές μεριές βρίσκει κανείς τίκλες, δηλαδή σχιστόλιθους. Οι γεωλόγοι λένε πως το βουνό είναι μικρής ηλικίας, αλλά αυτοί μετρούν αλλιώτικα  το χρόνο, γιατί οι πτυχώσεις του φλοιού της Γης το δημιούργησαν, μαζί με τα άλλα βουνά της χώρας μας, πολύ πριν οι άνθρωποι περπατήσουν στον πλανήτη.

Στα αμέτρητα χρόνια που κύλησαν, οι βροχές κάθε χειμώνα εισχωρούσαν μέσα στη μάζα του βουνού. Το βρόχινο νερό, πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα, διέλυε τον ασβεστόλιθο και έσκαβε μέσα  στα σπλάχνα του κοιλότητες, που σιγά σιγά ενώθηκαν για ν’ αποτελέσουν είτε μεγάλους ψηλοθόλωτους θαλάμους, είτε μακρότατα φιδογυριστά λαγούμια, στοές και καταβόθρες. Έτσι δημιουργήθηκε αυτή η τεράστια σπηλιά, που πήρε το τωρινό πολύπλοκο σχήμα της πολύ πριν ξεκινήσει η περιπέτεια του ανθρώπου.

Από τότε η φύση την εμπλούτιζε συνεχώς με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αποθέσεις δηλαδή κρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου, που ξανάπαιρνε τη στερεά μορφή, χάνοντας διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Οι σταλακτίτες αυτοί αλλού σχημάτιζαν πολύχρωμα κρόσσια ή περίτεχνα παραπετάσματα και αλλού, ενωμένοι με τους αντίστοιχους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν από κάτω τους, δημιουργούσαν μεγαλοπρεπείς κίονες Την εφοδίασε ακόμη με πηγές ανήλιαγου νερού, υπόγεια ρέματα και εσωτερικές λίμνες. Σ’ ένα δυο σημεία της, λόγω της σύστασης των πετρωμάτων του βουνού η σπηλιά ήταν τελείως γυμνή και ξερή. Ούτε σταλαχτίτες, ούτε κίονες, ούτε ανήλιαγο νερό, σε ένα άλλο σημείο της πάλι μεσολαβούσε ένα βαθύ βάραθρο, ξέσκεπο από πάνω, περίκλειστο όμως από παντού αλλού.

Αν εξαιρέσουμε κάποια ανοίγματα στην οροφή ενός ή δύο θαλάμων, μια ή δυο καταβόθρες και το βάραθρο που ανέφερα, η τεράστια σπηλιά έχει μονάχα δυο μπασιές. Η μία βρίσκεται στο βάθος μιας μικρής βαθιάς χαράδρας, που με δυο λοξέματα βγάζει σε μια μεγαλύτερη κοιλάδα, ψηλά, στο βορινό μέρος του βουνού κι η άλλη στο κεντρικό του τμήμα, στην ακτή ενός κόλπου. Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως τα δυο αυτά ανοίγματα, που τα χωρίζουν πενήντα και πάνω χιλιόμετρα κακοτράχαλου βουνού, ανήκουν στην ίδια σπηλιά. Άλλωστε σπηλιές κάθε μεγέθους και μορφής αφθονούν στο βουνό. Μπορεί να φτάνουν τις εκατό. Σπηλιές που υπήρξαν μονιές και φωλιές αγριμιών, καταφύγια ανθρώπων σε δύσκολους καιρούς, ιερά πανάρχαιων λατρειών,  ακόμα και αποθήκες, στάνες και γαλάρια.

Ενώ στην ορεινή μπασιά της σπηλιάς μονάχα αλεπούδες και άλλα αγρίμια μπαινόβγαιναν, στην άλλη, την παραθαλάσσια, είχαν από τα πανάρχαια χρόνια εγκατασταθεί άνθρωποι. Και όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε άλλες δύο, μεγαλύτερες μάλιστα, σπηλιές, που βρίσκονται δίπλα της, στον ίδιο κόλπο. Αυτά τα σπήλαια είχαν κατοικηθεί για χιλιάδες χρόνια από ολόκληρες κοινότητες νεολιθικών ανθρώπων, ώς τη στιγμή που τους έδιωξε από κει κάποιος τρομακτικής έντασης σεισμός, που έφραξε τα στόμιά τους. Έτσι τα δύο αυτά σπήλαια ξεχάστηκαν και ανακαλύφθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία μετά τον πόλεμο, εξερευνήθηκαν συστηματικά σε βάθος τριών και πάνω χιλιομέτρων και αξιοποιήθηκαν τουριστικά. Το τρίτο, η έξοδος της μεγάλης σπηλιάς, δεν είχε αυτή την τύχη και μ’ όλο που υπήρξε καταφύγιο διωκόμενων από την αρχαιότητα, κανείς δεν το έχει ακόμα εξερευνήσει σε μεγάλο βάθος και κανείς δεν υποπτεύθηκε πως συνεχίζεται σε τέτοια απίστευτη απόσταση.

«Αυτή τη σπηλιά μου την έδειξε ο πατέρας μου, όταν έγινα δώδεκα χρονών» συνέχισε ο Ηλίας, όταν τέλειωσε η περιγραφή της σπηλιάς.

Ο πατέρας μου ξέρεις, ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Από τους λίγους μορφωμένους αγρότες. Μορφωμένος με τα μέτρα εκείνης της εποχής εννοείται. Το σχολαρχείο είχε βγάλει, που φαίνεται πως ήταν τότε σπουδαίο σχολειό. Ήξερε και λίγα γαλλικά και ήταν συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό γεωργικό περιοδικό.

Σ’ αντίθεση με τους άλλους αγρότες, που ζήτημα είναι αν κάνανε στα χωράφια τους πενήντα μεροκάματα το χρόνο, κυρίως καματεύοντας και κλαδεύοντας, αφήνοντας στις γυναίκες όλες τις άλλες δουλειές, ξέρεις τώρα: ξεβοτανίσματα, τσαπίσματα και τα λοιπά, ο πατέρας μου σκοτωνότανε στη δουλειά. Από το πρωί ώς το βράδυ ήταν στα χωράφια. Έτσι, ενώ άλλα χτήματα, πιο μεγάλα, δίνανε μόνο λάδι, το δικό μας έδινε απ’ όλα. Στις λούρες είχε τις ελιές, που καλοκλαδεμένες, καμάρωναν σα νυφούλες. Γύρω από το σπίτι είχε φτιάξει ολόκληρο περιβόλι, πράγμα σχεδόν άγνωστο σ’ αυτά τα ορεινά χωριά. Το νερό ούτε σήμερα είναι άφθονο στα μέρη μας, τότε ήταν ακόμα λιγότερο. Ο πατέρας μου όμως ανακάλυψε μια πηγούλα στην άκρη του λόγγου που κλείνει το χτήμα μας από το νοτιά. Τη φρόντισε, την καλλιέργησε, έκοψε δυο λεύκες που φύτρωναν δίπλα της και τραβούσαν όλο το νερό και λίγο πιο κάτω έχτισε στέρνα τσιμεντένια, που χωρούσε κοντά πενήντα κυβικά. Μια μικρότερη έφτιαξε πιο ψηλά, στο φρύδι της πλαγιάς και με ανεμόμυλο ανέβαζε το νερό από την κάτω στέρνα στην επάνω. Από αυτήν με σωλήνες το έστελνε στο περιβόλι και στο σπίτι. Ήταν, εκείνα τα χρόνια, το μοναδικό σπίτι με τρεχούμενο νερό σε όλη την περιοχή. Είχε ακόμα γουρούνια, τρεις γελάδες, καμιά δεκαριά γίδες, κότες, πάπιες, δυο μουλάρια και το σκύλο του τον Κανέλλο.

Η μάνα μου μπορεί να μη δούλευε στα χωράφια όπως όλες οι Μανιάτισσες τότε, αλλά ύφαινε στον αργαλειό, έπλεκε, έραβε τα ρούχα μας, έπηζε τυρί και μυζήθρα, έφτιαχνε σύγγληνα, έβαζε κρασί και έτσι δε μας έλειπε τίποτα. Με τον πατέρα μου είχαν παρθεί με έρωτα και όσο θυμάμαι ζούσανε αγαπημένοι. Ταίριασαν και τα δυο σόγια μας και, καθώς οι γονιοί μου ήταν άνθρωποι γλεντζέδες, στο σπίτι μας γίνονταν ταχτικά γλέντια και χαρές

Όταν δεν είχε τι να κάνει στο χτήμα, ο πατέρας μου έπαιρνε το ντουφέκι του και με τον Κανέλλο συντροφιά, πήγαιναν κυνήγι. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι, ακολουθώντας τα ίχνη μιας αλεπούς, μπήκε στη χαράδρα κι έφτασε ώς τη σπηλιά. Αυτό έγινε το 1934. Από τότε πήγε πολλές φορές και την εξερεύνησε συστηματικά και μεθοδικά, σα να ήταν σπουδασμένος σπηλαιολόγος. Είχε βάλει σημάδια για να βρίσκει αλάθευτα το δρόμο του από τη μπασιά ώς τους δυο μεγάλους θαλάμους στο εσωτερικό της, χωρίς να χάνεται στις διακλαδώσεις, που οδηγούσαν ποιος ξέρει πού.

Όταν έγινα δώδεκα χρονών, λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος, με πήρε μαζί του. Στην αρχή νόμισα πως θα πηγαίναμε κυνήγι, αλλά αυτός με πήγε να δω τη σπηλιά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι συγκλονιστική εντύπωση μου έκανε αυτή η διείσδυση στα έγκατα του βουνού. Σαν φτάσαμε στον δεύτερο θάλαμο άναψε μια μεγάλη φωτιά με φρύγανα και κλαδιά που κουβαλήσαμε μπαίνοντας. Στην κοκκινωπή λάμψη της φάνηκε σε όλη τη μεγαλοπρέπεια το εσωτερικό του, στολισμένο με σταλαχτίτες, που αλλού σχημάτιζαν κροσσωτά παραπετάσματα, αλλού κρέμονταν σαν πέτρινες μέδουσες κι αλλού δημιουργούσαν αληθινές κολόνες, καθώς είχαν συνενωθεί με τους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν ταυτόχρονα στο έδαφος από κάτω τους. Η επιφάνεια όλων αυτών των φυσικών στολιδιών ήταν σκεπασμένη με κρυστάλλους που αστραποβολούσαν, στη λάμψη της φωτιάς που είχαμε ανάψει. Ένιωθα σα να βρισκόμασταν στη μέση μιας μεγαλόπρεπης καταστόλιστης εκκλησιάς. Ο πατέρας μου βάφτισε το θάλαμο αυτόν «υπόγειο ναό». Μου έδειξε και μια πηγή στη μια πλευρά του, απ’ όπου έτρεχε κελαρύζοντας ανήλιαγο νερό.

Τι να σου πω. Μου φάνηκε πως έπαιρνα μέρος σε μια μυσταγωγία, σ’ ένα είδος μύησης, προ πάντων όταν μ’ έβαλε να ορκιστώ πως δε θα μαρτυρήσω σε κανέναν το μυστικό της σπηλιάς.

«Κάποτε μπορεί να μας φανεί χρήσιμη» μου είπε, γιατί ξέχασα να σου πω πως είχε βγάλει κακό όνομα. Είχε πρωτοστατήσει σε κάποιαν εξέγερση στην Αρεόπολη το 1928, όταν εξαγριωμένοι από τους φόρους χωριάτες κατέλαβαν το κτίριο της εφορίας και από τότε τον θεωρούσαν αριστερό, αν όχι κομμουνιστή, πράγμα πρωτάκουστο και πολύ επίφοβο, εκείνο τον καιρό, στα μέρη μας.

(Συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Μνήμη Νίκου Κατσικάρου

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2010

Το κείμενο αυτό του πατέρα μου, Δημ. Σαραντάκου, θα δημοσιευτεί στο περιοδικό «Μάνη». Η φωτογραφία παρακάτω είναι από την τελευταία δικιά μου επίσκεψη στο πατρογονικό μας σπίτι, στο χωριό Γέρμα Λακωνίας, πριν από κάμποσα χρόνια.

Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου βρεθήκαμε οικογενειακώς στη Μάνη. Είχα αρκετά χρόνια να έρθω στα πατρογονικά μου και με ξάφνιασε ευχάριστα η αλλαγή προς το καλύτερο, που διαπίστωσα, σε όλα τα πεδία, όχι μόνο στις υποδομές (άνετοι καλοφτιαγμένοι δρόμοι, δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, πολύ ωραία κτίσματα), αλλά και στο εποικοδόμημα, στον πολιτισμό. Παρακολουθήσαμε θεατρικές παραστάσεις,  και συναυλίες, επισκεφθήκαμε εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής, απολαύσαμε το πρωτότυπο «Φεστιβάλ Γευσιγνωσίας» στην Αρεόπολη και γενικά περάσαμε ωραία.

Μέναμε σε συγγενικό μας σπίτι στο Σκουτάρι και κολυμπούσαμε συνήθως στη θαυμάσια ακρογιαλιά της Αγίας Βαρβάρας, με την πεντακάθαρη θάλασσα της. Το πρώτο πράγμα που μου χτύπησε στο μάτι και με συγκίνησε ήταν η επιγραφή «Κατσικάρος» μιας ταβέρνας, εκεί στην ακτή, γιατί μου θύμισε έναν σπουδαίο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στα νιάτα μου και που λεγόταν έτσι.

Φθινόπωρο του 1955. Μόλις είχα απολυθεί από τον Στρατό και οι καιροί ήταν δύσκολοι. Ειδικότερα εμείς οι χημικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, αντιμετωπίζαμε οξύτατο πρόβλημα ανεργίας, καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμα ούτε η εκβιομηχάνιση, ούτε η ανοικοδόμηση, που σημάδεψαν τη δεκαετία 55-65.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , , | 11 Σχόλια »