Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Αριστοτέλης Βαλαωωρίτης’

Τσιγγάνοι και όχι γύφτοι

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2013

Το σημερινό άρθρο, κατ’ εξαίρεση, είναι κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του προχτεσινού. Συνήθως δεν το κάνω αυτό: όταν έχω ομοειδή άρθρα φροντίζω να περνάει λίγος καιρός ανάμεσά τους. Γράφοντας όμως το προχτεσινό άρθρο κατάλαβα ότι θα παραβάραινε αν, πλάι στη λέξη ‘τσιγγάνος’ ερευνούσα και τη λ. ‘γύφτος’, κι έτσι αποφάσισα να το χωρίσω στα δύο. Μάλιστα, θα τα έβαζα και σε συνεχόμενες μέρες, αλλά επειδή μεσολάβησε η παρουσίαση του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις είπα να ευλογήσω τα γένια μου κι έτσι χτες παρενέβαλα ένα άρθρο σχετικό με πωρικά. Σήμερα λοιπόν, θα δούμε την ιστορία της λέξης γύφτος, έχοντας αφήσει πίσω μας τη μικρή Μαρία (τ. ξανθό αγγελούδι, νυν γυφτάκι) να πορεύεται τον Γολγοθά της τώρα που την έσωσε το ελληνικό κράτος. [Σήμερα είναι και τα γενέθλια του αγαπημένου μου Ναπ. Λαπαθιώτη, που γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888 -συνηθίζω κάθε χρόνο τέτοιες μέρες να βάζω ένα άρθρο στη μνήμη του: θα το δημοσιεύσω την Κυριακή που μας έρχεται].

Σύμφωνα με τον ορισμό που αντιγράφω από το ΛΚΝ, γύφτος είναι: 1. (μειωτ.) ο τσιγγάνος της Ελλάδας: Γύφτοι στήσανε τα τσαντίρια τους έξω από τη Λάρισα. Γέμισε ο τόπος γύφτους. Ήρθε μια γύφτισσα να μου πει τη μοίρα μου. ΦΡ τρέμει / κρυώνει σαν ~, κρυώνει πάρα πολύ. ΠAΡ Είδε ο ~ τη γενιά* του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. Όλοι οι γύφτοι μια γενιά*. 2. (παρωχ.) α. τεχνίτης σιδηρουργός. β. οργανοπαίχτης: Φώναξαν τους γύφτους στο πανηγύρι. 3. (μτφ.) α. άνθρωπος μικροπρεπής και φιλάργυρος: Είναι μεγάλος ~, πεντάρα δεν του παίρνεις από τα χέρια του. β. αυτός που ζει σε συνθήκες βρομιάς και ακαταστασίας: Γίναμε γύφτοι. Zούμε σαν γύφτοι. γ. άνθρωπος υπερβολικά μελαχρινός. γυφτάκι το YΠΟKΟΡ. γυφτάκος ο YΠΟKΟΡ. γύφταρος ο MΕΓΕΘ.

Παρόμοιο είναι και το λήμμα του λεξικού Μπαμπινιώτη, μόνο που παραλείπει τις παρωχημένες σημασίες του σιδερά και του οργανοπαίχτη, καθώς και (περιέργως) τη σημασία 3β. για τη βρομιά και την ακαταστασία.

Η λέξη γύφτος εμφανίζεται ήδη στα μεσαιωνικά ελληνικά, και προέρχεται, όπως θα έχετε ακούσει, από το εθνωνύμιο «Αιγύπτιος». Σε λόγια κείμενα, άλλωστε, χρησιμοποιείται για τους τσιγγάνους το «Αιγύπτιος» και αναφέραμε στο προχτεσινό άρθρο ένα απόσπασμα του Μάζαρι (1416) που συγκαταλέγει τους Αιγύπτιους στα εφτά έθνη που κατοικούσαν τότε την Πελοπόννησο. Στον δημώδη Κρασοπατέρα λέγεται ότι ο πότης αναζητάει το κρασί με την ίδια λαχτάρα όπως «ο ταπεινός ο Αίγυπτος τα παλαιοκόσκινά του» -σε μιαν άλλη παραλλαγή, ο ίδιος στίχος αναφέρει «ο δε μαυροκατζίβελος το γυροκόσκινόν του».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πολιτική ορθότητα, Ρατσισμός, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »