Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Βίας Πριηνεύς’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Όμηρος στο στρατόπεδο

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τριακοστή έκτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στη Μυτιλήνη, στην Κατοχή και είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου οι Γερμανοί συνέλαβαν προληπτικά ως ομήρους, την άνοιξη του 1944, τα μέλη της Επιτροπής Ελέγχου των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων, ανάμεσά τους και τον ποιητή, μαζί με τον αδελφικό του φίλο Χαράλαμπο Κανόνη.

Πρέπει να πω ότι τα επεισόδια της σημερινής συνέχειας, όπως και των επόμενων, τα έχει αφηγηθεί ξανά ο πατέρας μου, στο δικό του αυτοβιογραφικό αφήγημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», που τμήματά του έχω παρουσιάσει εδώ -από άλλην οπτική γωνία βέβαια. Να πω επίσης ότι στο τέλος πρόσθεσα δυο πραγματάκια για το απόφθεγμα του Βίαντος και ένα ακόμα ποίημα του παππού μου.

 

mimis_jpeg_χχsmallΌταν εκείνο το απόγευμα, 24 Μαρτίου, οι τέσσερις γερμανοί στρατιώτες μαζί με έναν Έλληνα της Ασφάλειας μπήκαν στο σπίτι του, ο ποιητής έλειπε στην Τράπεζα, (η 25η Μαρτίου δεν ήταν πλέον αργία και κατά συνέπειαν η παραμονή της δεν ήταν ημιαργία. Ως εκ τούτου οι Τράπεζες λειτουργούσαν και το απόγευμα). Δύο από τους Γερμανούς μείνανε στο σπίτι ενώ οι άλλοι δύο με τον ασφαλίτη πήραν το γιο του και βγήκαν αναζητώντας τον. Ο νεαρός τους περιέφερε σ’ όλη την αγορά, οδηγώντας τους στα πιο απίθανα μέρη, (μεταξύ των οποίων και στη Λέσχη «Πρόοδος»), όπου ήταν μαθηματικώς βέβαιο ότι δε θα τον έβρισκαν σε καμιά περίπτωση, με σκοπό να ειδοποιηθεί ο πατέ­ρας του και να κρυφτεί. Όταν όμως ο Νίκος έμαθε πως «οι Γερμανοί πιάσανε το γιο του», έφυγε αμέσως από την Τράπεζα και πήγε δρο­μαίως σπίτι του που το βρήκε γεμάτο κόσμο, γιατί οι παραμείναντες σ’ αυτό γερμανοί στρατιώτες κρατούσαν όποιον έμπαινε μέσα για να πληροφορηθεί τα καθέκαστα και δεν τον άφηναν να φύγει. Μια ώρα αργότερα γύρισε ο γιος του με τους Γερμανούς και τον ασφαλίτη, κατασκοτωμένοι από τη δίωρη σχεδόν περιπλάνηση στην πόλη.

Στην αρχική έρευνα ρουτίνας που την έκαναν με τη χαρακτηριστι­κή τους μεθοδικότητα και προσοχή οι Γερμανοί έφτασαν στο εργαστήριο της σοφίτας και βλέποντας τα παλιά ραδιόφωνα και όλα τα λοιπά εξαρτήματα πίστεψαν πως έπιασαν κάποιον μεγάλο κατάσκο­πο. Μάζεψαν μπομπίνες, μεγάφωνα, κουτιά παλιών ραδιοφώνων κι ό,τι άλλο κρίναν ύποπτο, για επιμελέστερο έλεγχο. Στον τρίποδα της Πυθίας, πάνω στον οποίο κοιμόταν μακαρίως ο Προκόπης, δεν έδωσαν καμιά σημασία, ούτε φυσικά έψαξαν σε ρούχα ή στα συρτάρια της κουζίνας. Φόρτωσαν τον ποιητή με τα ύποπτα εξαρτήματα και βάζοντάς τον στη μέση, με εφ’ όπλου λόγχη, κίνησαν για την Ορτς Κομαντατούρ. Η γυναίκα του κι ο γιος του τον φίλησαν πολλές φορές χωρίς να λιποψυχήσουν. Όλη η γειτονιά είχε βγει στις πόρτες και τα παράθυρα και κοίταζε σιωπηλή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , | 23 Σχόλια »