Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Βαλκανικοί πόλεμοι’

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο «Σάλπισμα» του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2016

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 39 (άνοιξη 2016) του περιοδικού «Μικροφιλολογικά» της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργάζομαι ταχτικά. Παρουσιάζω σε αυτό ένα αθησαύριστο ποίημα του Ν. Λαπαθιώτη, ενός ποιητή που με το έργο του ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια. Γενικά, μου αρέσει να αναζητώ αθησαύριστα έργα και χαίρομαι πολύ όταν τα ανακαλύπτω, παρόλο που πολύ σπάνια ένα χαμένο έργο θα αλλάξει την εικόνα που έχουμε για έναν λογοτέχνη -θα προσθέσει απλώς μια ψηφίδα.

Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο μου, προσθέτοντας συνδέσμους. Επίσης, βάζω και ένα άλλο (όχι άγνωστο) ποίημα του Λαπαθιώτη, που κάνει αντίστιξη με το «Σάλπισμα» και που δεν το έβαλα στο έντυπο άρθρο επειδή υπήρχε περιορισμός χώρου. Εδώ, δόξα ο Θεός, δεν φοβόμαστε μήπως εξαντληθούν τα καναδέζικα ηλεδάση.

Ένα αθησαύριστο φιλοπόλεμο Σάλπισμα του Ναπ. Λαπαθιώτη

Σε προηγούμενα τεύχη των Μικροφιλολογικών έχω παρουσιάσει αθησαύριστα επικαιρικά ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γραμμένα την εποχή του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. («Εις τον θάνατον των υιών του Ριτσιότη Γαριβάλδη» (τχ. 29, 51-54), δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1915, και «Κατάρα» (τχ. 31, 29-32), δημοσιευμένο τον Ιούνιο του 1917). Επικαιρικό και αθησαύριστο είναι και το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα, αλλά έχει γραφτεί νωρίτερα, την εποχή των βαλκανικών πολέμων.

Ως τώρα, είναι γνωστά δύο ποιήματα του Λαπαθιώτη για τους βαλκανικούς πολέμους: τα «Stabat Mater Dolorosa» (Νουμάς, Νοέμβριος 1912) και «Οι αγύριστοι» (Ακρόπολις, 22 Ιουλίου 1913). Και τα δύο είναι αντιπολεμικά, μάλιστα το πρώτο είχε γίνει και αντικείμενο χλεύης και παρωδίας από τον συντηρητικό τύπο της εποχής του (βλ. Λαπαθιώτη Η ζωή μου, σε επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, σελ. 210-212). Και τα δυο εστιάζονται όχι σε πολεμικές δόξες αλλά στον καημό των μανάδων που θρηνούν τους νεκρούς γιους τους, ενώ και τα δυο είναι γραμμένα ύστερα από μιαν αποφασιστική καμπή του πολέμου: το πρώτο ύστερα από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ενώ το δεύτερο μετά την ανακωχή και τον τερματισμό των επιχειρήσεων στον Β’ Βαλκανικό πόλεμο.

Το ποίημα που θα παρουσιάσω σήμερα διαφέρει ριζικά: όχι απλώς δεν είναι αντιπολεμικό, αλλά μάλλον πολεμοχαρές πρέπει να χαρακτηριστεί. Αυτό άλλωστε εξαγγέλλει και ο ποιητής στους δυο πρώτους στίχους του.

Δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 4 Ιουλίου 1913, στη 2η σελίδα. Στην εδώ δημοσίευση μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία αλλά διατηρώ τη γραφή κάποιων λέξεων με αρχικό κεφαλαίο.

 

Σάλπισμα!…

Το Λυδικόν τρόπο ας κοιμήσω,
τον πλιο γερό ρυθμό να πάρω,
τα σωτικά να τρικυμίσω,
ναν τα γιομίσω από το Μίσο
της Βουλγαριάς και των Βουλγάρω.

Πέρα απ’ το πέλαο το γαλάζο
σα μπόρα την Κραυγή μου λύνω,
τον πράο το στίχο τον αλλάζω,
και μέσ’ στα τρίστρατα αλαλάζω
την παλιά Δόξα των Eλλήνω.

Εντός μου εκόχλασεν η μπόρα,
και μιαν αποθυμιάν ελύθη
μέσ’ την ψυχή μου· πώς να ημπόρα
ναν τα μεταναστήσει τώρα
όσα που τα κατάπιε η Λήθη.

Τα χρυσά χρόνια, τα χαμένα
Ώ Λαέ, καλέ και τρισμεγάλε.
Τραβώντας τα απ’ τον ύπνο –ωιμένα.
Δοσμένο ας ήτανε σε μένα,
στον Ήλιο ναν τα υψώσω πάλε!

Τη Δόξα –του κορμιού του αλκίμου
που σκέπη το ίδιο φως του εφόρειε
μελώδισέ τη, ω μουσική μου.
(Κάτου απ’ τα δάφνα κοίμου, ω κοίμου.
Τρισεύγενε Αθηναίε πανώριε…)

Ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα
χρόνια χρυσά, μέρες και μήνες.
Ελάτε, ελάτε ασημωμένα,
ω Παρθενώνες κι Εικοσιένα,
Μαραθώνες και Σαλαμίνες!

Απάνου απ’ όλους θαν τις σείσω
τις Δόξες σας –κι από το νόημά τους
τα στήθια θαν τα πλημμυρίσω·
–από θυμόν παλικαρίσον
όλους ναν τους ιδώ γιομάτους.

Όλη η Φυλή, η Φυλή ν’ αντρειέψει,
να γίνει θάμπος μέσ’ τα θάμπη,
κι ιλαρό δάκρυο να μουσκέψει
τα μάτια –και να λάμψει η Σκέψη
όπου το θείο τους νόημα θα ’μπει…

Ω Πνεύμα, Δίκαιο Πνεύμα, δράμε
εσύ που τ’ άκουσες και τα ’δες,
και την ψυχήν μας όλην κάμε
μια φλόγα, ένα σπαθί, να πάμε
εκδικητές και νικητάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 117 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙV (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πρώτο μισό από το τέταρτο κεφάλαιο της νουβέλας, ενώ η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα, νεαρή δασκάλα στη Μυτιλήνη, να συνδέεται ερωτικά με τον Θρασύβουλο, ναύτη του ελληνικού ναυτικού, που απελευθέρωσε τη Λέσβο στους βαλκανικούς του 1912.

mimis_jpeg_χχsmallΟ πόλεμος, στη θάλασσα τουλάχιστον, δε βάσταξε πολύ. Ο στόλος απελευθέρωσε, από τους Βούλγαρους αυτή τη φορά, τη Θάσο και την Καβάλα και τον Αύγουστο έγινε ανακωχή. Σ’ αυτούς τους δέκα μήνες η Μαρίνα έστειλε του Θρασύβουλου πάνω από εκατό γράμματα που στάζανε από ρομαντισμό. Από τον Ιούνιο, πολυμήχανη καθώς ήταν, έλυσε το  πρόβλημα της παραλαβής των γραμμάτων του Θρασύβουλου. Ζήτησε τη βοήθεια της Κλειώς μιας πανέμορφης δασκαλίτσας, παλιάς της συμμαθήτριας στο Αρσάκειο, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη μ’ ένα γιατρό, επιστρατευμένο κι αυτόν και φυσικά έπαιρνε γράμματα του. Κανονίσαν να στέλνει κι ο Θρασύβουλος τα γράμματα του στην Κλειώ με το όνομα του γιατρού ως αποστολέα, με κάποιο διακριτικό σημάδι ώστε να μην τ΄ ανοίγει κατά λάθος. Η Κλειώ παρόλο που είχε τραβήξει πολλά από τη Μαρίνα στο Αρσάκειο, δεν της αρνήθηκε αυτή τη χάρη. Ήταν πολύ όμορφη, πολύ ευτυχισμένη και πολύ καλόβολη για να της το αρνηθεί.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι τέλειωσαν, το νησί προσαρτήθηκε κανονικά στην Ελλάδα, ήρθαν νομάρχες, δικαστές, εφοριακοί, χωροφύλακες και δάσκαλοι από την Παλιά Ελλάδα και τον ενθουσιασμό της μεταπελευθερωτικής περιόδου αντικατέστησε η μακρόχρονη και δύσκολη περίοδος της προσαρμογής και της ενσωμάτωσης. Οι παλιολλαδίτες φάνηκαν στους νησιώτες πειναλέοι και αλαζονικοί. Ο ρυθμός της ζωής επιταχύνθηκε κι έχασε την ανατολίτικη νωχέλειά του. Οι οικονομικές δοσοληψίες απόχτησαν μια σκληρότητα και μιαν ανειλικρίνεια, που δεν είχαν παλαιότερα.

Αρχές του 1914 η Κλειώ έδωσε στη Μαρίνα ένα σύντομο γράμμα του Θρασύβουλου. Ερχόταν στις αρχές Μαρτίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 178 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το τρίτο κεφάλαιο της νουβέλας, ενώ η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα να αποφοιτά από το Αρσάκειο και να έρχεται δασκάλα στη Μυτιλήνη. Βρισκόμαστε στο 1912.

3

mimis_jpeg_χχsmallΔεν είχε κλείσει χρόνος από τότε που γύρισε από την Αθήνα και ξέσπασε ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος. Οι Τούρκοι στην αρχή κομπάζανε πως αυτή τη φορά δε θα σταθούν στη Λαμία, όπως το ’97, αλλά θα πιούν τον καφέ τους στο Σύνταγμα. Γρήγορα όμως κατάπιαν τη γλώσσα τους. Οι βαλκανικοί σύμμαχοι νικούσαν παντού. Ο ελληνικός στόλος πήρε τη Λήμνο κι έκλεισε τον τούρκικο στα Στενά. Ανήμερα του Αη Δημήτρη o ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη και δώδεκα μέρες μετά, φάνηκαν στ’ ανοιχτά μπροστά στην πόλη μας πλήθος ελληνικά καράβια.

Ο κυρ Θόδωρος ο Έλληνας είχε μεταμορφωθεί. Ο παλιός σοβαρός και μετρημένος παπουτσής χάθηκε και στη θέση του φάνηκε ένας καινούργιος, αψίκορος και πολεμοχαρής Θόδωρος, πράγμα που παραξένεψε όσους το γνώριζαν, εκτός από τη γυναίκα του. Η κυρά Λένη είχε από νωρίς υποπτευθεί πως κάτω από το μετρημένο παρουσιαστικό του κρυβόταν φωτιά και τυχοδιωκτισμός, που τον είχαν φέρει στο νησί μας και τον έστειλαν το ΄97 στη Θεσσαλία, γιατί πραγματικά εκεί είχε πάει τότες, εθελοντής. Πολλές φορές είχε βρει κρυμμένα στο σεντούκι του μιαν ελληνική σημαία και ελληνικά «Λαχεία του Στόλου», που διακινούσαν παράνομα κάποιοι πατριώτες και που η απλή κατοχή τους επέσυρε βαριές ποινές. Τώρα ο κυρ Θόδωρος παράτησε το μαγαζί στους γιούς του και γύριζε στη αγορά κουβεντιάζοντας και σχολιάζοντας τα γεγονότα. Δεν κρατούσε τον ενθουσιασμό του, ούτε τη γλώσσα του.

–Στην Κόκκινη Μηλιά θα τους πάμε και να δείτε,

έλεγε σε γνωστούς κι αγνώστους, αγνοώντας τους θρήνους της γυναίκας του που προφήτευε καταστροφές και τις προτροπές του μπατζανάκη του, του κυρ Γιώργη του Μυρογιάννη, να μη μιλά πολύ. Αυτός το βιολί του. Είχε βρει, άγνωστο πού και πώς, ένα μαντήλι που με τις γαλάζιες και άσπρες ρίγες του θύμιζε την ελληνική σημαία, από κείνα που διακινούσαν κρυφά πατριώτες από την Ελλάδα και με την παραμικρή αφορμή τό ΄βγαζε και σκούπιζε επιδεικτικά το πρόσωπό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 145 Σχόλια »

Ποιος πήρε το πρωτάθλημα Βαυαρίας στο σκάκι το 1890;

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2012

Ίσως σκέφτεστε ότι παραφρόνησα κυριακάτικα να ρωτάω απίθανα πράγματα, όμως ο σκακιστής για τον οποίο σας ρωτάω δεν είναι κάποιος άγνωστος Δρ Φριζενμπίχλερ αλλά ένα ακόμα αρκετά γνωστό και οικείο μας όνομα που κατέχει ξεχωριστή θέση στη λογοτεχνία μας και στην ιστορία της γλώσσας μας. Δόκτορας ήταν βέβαια κι αυτός, και όταν κέρδισε στο τουρνουά, που έγινε στο Ρέγκενσμπουργκ, είχε μόλις πάρει το διδακτορικό του. Ο πίνακας των αποτελεσμάτων του τουρνουά τον αναφέρει ως Dr. Greco, που είναι ψευδώνυμο -σε ποιον ανήκει άραγε;

Δεν είναι δύσκολη η απάντηση του γρίφου, πολύ περισσότερο που γκουγκλίζεται. Ο μυστηριώδης Δρ. Γκρέκο ίσως φανερωθεί πιο εύκολα αν σας πω πως έγραφε ποιήματα και κυρίως σονέτα, πως ήταν από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού και ότι σε λίγες μέρες γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από τον θάνατό του. Τον ηρωικό του θάνατο, να προσθέσω, μια και ο Λορέντζος Μαβίλης, γιατί αυτός ήταν ο πρωταθλητής Βαυαρίας του 1890 (δεν γράφω «Βαβαρίας» για να μη μου κόψει την καλημέρα μια εκλεκτή φίλη) βρήκε τον θάνατο στην κορυφή του Δρίσκου, στις 28 Νοεμβρίου 1912, στο ηπειρώτικο μέτωπο του πρώτου βαλκανικού πολέμου, όπου συμμετείχε ως εθελοντής, λοχαγός των Γαριβαλδινών. Σε αντίθεση με τον πόλεμο στη Μακεδονία, όπου τα ελληνικά στρατεύματα προέλασαν ταχύτατα, στην Ήπειρο ο αγώνας ήταν πολύ περισσότερο αμφίρροπος και τα Γιάννενα κράτησαν ως τον Φεβρουάριο του 1913.

Παίρνω αφορμή για τον Μαβίλη (1860-1912), επειδή διαβάζω ένα άρθρο του φίλου σκακιστή Παναγή Σκλαβούνου, Ο «παιγνιδιάρης» Μαβίλης και η επίδοσή του στο σκάκι, που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος των Κερκυραϊκών χρονικών, και είναι η εισήγηση του συγγραφέα στο συνέδριο για τον Μαβίλη που έγινε την άνοιξη στην Κέρκυρα. Για τεχνικούς λόγους δεν μπορώ να ανεβάσω το άρθρο του Σκλαβούνου, αλλά σας παραπέμπω σε ένα παλιότερο, πολύ πιο σύντομο, κείμενό του, ενώ σήμερα το απόγευμα γίνεται στη Booze Cooperativa (Κολοκοτρώνη 59) ο 9ος διαγωνισμός λύσης σκακιστικών προβλημάτων, αφιερωμένος στη μνήμη του Μαβίλη, και εκεί ο Π. Σκλαβούνος θα κάνει μια σύντομη παρουσίαση (με εικόνες) της σκακιστικής πορείας του Μαβίλη, ο οποίος είχε πολύ καλές επιδόσιες και στο καλλιτεχνικό σκάκι, δηλ. τη σύνθεση και λύση σκακιστικών προβλημάτων (είχε πάρει και πρωτάθλημα Γερμανίας το 1889 στη λύση προβλημάτων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Επετειακά, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 111 Σχόλια »

Πάει να φέρει κούμαρα…

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2009

 

Στη σειρά των βιβλίων για την ιστορία του 20ού αιώνα που επανεκδίδει το Βήμα, αγόρασα το βιβλίο «Οι πόλεμοι 1912-1913» του Σπύρου Μελά. Ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, πάλι από τον Μελά, για το κίνημα στο Γουδί, είχα παρουσιάσει σε προηγούμενο άρθρο. Ο Μελάς ήταν ήδη γνωστός δημοσιογράφος όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, επιστρατεύτηκε με το βαθμό του λοχία του ιππικού, πολέμησε και στον πρώτο και στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο και έχει άφθονες εμπειρίες από πρώτο χέρι. Το βιβλίο διαβάζεται εξίσου ευχάριστα με το προηγούμενο για το κίνημα του 1909 αν και είναι ακόμα μεγαλύτερο, 498 σελίδες.

Ευχάριστος πόλεμος δεν υπάρχει· ακόμα και σε έναν σύντομο και νικηφόρο πόλεμο, όπως ο πρώτος βαλκανικός, όπου ο ελληνικός στρατός (με εξαίρεση την Ήπειρο) προέλασε σαν να κόβει βούτυρο (5 Οκτωβρίου άρχισε ο πόλεμος, 26 του μηνός μπήκαν στη Θεσσαλονίκη· ο πόλεμος του 1897 είχε διαρκέσει περισσότερο!) ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών ξεθύμανε γρήγορα, κι ο Μελάς το μεταδίδει αυτό, όσο κι αν στρογγυλεύει (πολλές) γωνιές και ωραιοποιεί (πολλές) καταστάσεις.

Η φράση που διάλεξα να βάλω για τίτλο του άρθρου μού ήταν άγνωστη· δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται ακόμα, ούτε αν είχε χρησιμοποιηθεί εκτός στρατού. Στα προσκλητήρια, λέει, οι λοχίες διάβαζαν από τις καταστάσεις τα ονόματα των ανδρών, και παρόλο που πλάι στα ονόματα των πεσόντων ήταν σημειωμένος ένας μικρός σταυρός, τα διάβαζαν κι αυτά. Οπότε, λέει ο Μελάς, πάντα βρισκόταν κάποιος «θλιβερός αστείος» να φωνάξει στερεότυπα: «Πάει να φέρει κούμαρα, κύριε λοχαγέ» ή «Εκτελεί χρέη πεθαμένου», προκαλώντας νευρικά γέλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 31 Σχόλια »