Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Βασίλης Τσιαμπούσης’

Το πέναλτι (διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2019

Ανακοινώθηκαν προχτές τα Νόμπελ Λογοτεχνίας, οπότε σήμερα, που έχουμε θέμα λογοτεχνικό, θα έπρεπε κανονικά να βάλουμε κάτι σχετικό. Ωστόσο, παρόλο που, κατά μοναδική ως τώρα εξαίρεση, φέτος απονεμήθηκαν δύο βραβεία (διότι πέρυσι δεν είχε γίνει απονομή), δεν είμαι σε θέση να βάλω ένα κείμενο είτε του Πέτερ Χάντκε είτε της Όλγας Τοκάρτσουκ -η δεύτερη δεν νομίζω καν να έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας, αλλά ούτε και του Χάντκε έχω πρόχειρο κάποιο λογοτεχνικό κείμενο.

Συνειρμικά όμως, το σημερινό ελληνικό διήγημα έχει κάποια σχέση με τα Νόμπελ. Το γνωστότερο, έστω και ως τίτλος, βιβλίο του Πέτερ Χάντκε είναι «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι». Και το σημερινό διήγημα όχι μόνο έχει τίτλο «Το πέναλτι» αλλά και εστιάζεται, ακριβώς, στην αγωνία και στο ηθικό δίλημμα ενός τερματοφύλακα πριν απο το χτύπημα ενός πέναλτι.

Κι άλλη μια φορά έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει στη Δράμα.

Το πέναλτι

Στον Κώστα Τρ.

Τον τρίτο χρόνο στο Στρασβούργο, όταν πια οι σπουδές μας είχαν μπει σε ρέγουλα και κάπως είχαμε χορτάσει τα πάρε δώσε με διάφορες κοπέλες -άλλες όμορφες, άλλες συμπαθητικές κι άλλες ανάξιες λόγου, κοπέλες με τις οποίες ξαπλώναμε χωρίς επιλογή, χωρίς κριτήρια, σαν τους πρωτάρηδες κυνηγούς που τουφεκάν στον κάμπο ό,τι πετά μπροστά τους, κι αυτό όχι μόνο επειδή είχαμε επηρεαστεί από τη σεξουαλική ελευθερία στη Γαλλία αλλά κι εξαιτίας της στέρησης που κουβαλούσαμε απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, τα οποία τα είχαμε περάσει στις επαρχιακές μας πόλεις με χίλιες δυο απαγορεύσεις και ελάχιστα επιτρέπεται- έρχεται ένα μεσημέρι ο Γιάννης, συγκάτοικος, συμφοιτητής μου και μετέπειτα κουμπάρος μου, και μου λέει: «Υπάρχει μια ομάδα που θα παίξει στη Δ’ Ερασιτεχνική, στο τοπικό πρωτάθλημα, και ψάχνει νέους ποδοσφαιριστές. Έχουν γήπεδο με χόρτο, αποδυτήρια με ζεστό νερό, μετά τις προπονήσεις μοιράζουν στους ποδοσφαιριστές τσάι με κανέλα… τι λες, πάμε;». Η πρότασή του μ’ ενθουσίασε, γιατί και οι δύο λατρεύαμε την μπάλα και, όσο ήμασταν στην Ελλάδα, παίζαμε εκείνος σε μια ερασιτεχνική ομάδα της Κομοτηνής κι εγώ τερματοφύλακας στους έφηβους της Δόξας Δράμας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Διηγήματα, Λογοτεχνία, ελληνοτουρκικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »