Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Βασίλης Τσιτσάνης’

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Βιτριόλι που καίει ακόμα

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2016

Ένα κρυωματάκι, ελπίζω παροδικό, με εμπόδισε χτες να γράψω άρθρο, οπότε καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση των επαναλήψεων και ξαναδημοσιεύω ένα άρθρο του 2010, που το είχα γράψει αρχικά επειδή εκείνες τις μέρες μού είχε κολλήσει το τραγούδι «Το βιτριόλι» του Βασίλη Τσιτσάνη. Εδώ θα επαναλάβω το παλιό εκείνο άρθρο, με κάποιες δευτερεύουσες αλλαγές και προσθήκες.

Μια βασική αλλαγή είναι ότι το 2010 που έγραψα την πρώτη βερσιόν του άρθρου δεν είχα βρει γιουτουμπάκι με το τραγούδι κι έτσι ανέβασα εγώ σε κάποιον ιστότοπο ένα ηχητικό αρχείο. Τώρα, υπάρχουν άφθονα γιουτουμπάκια, οπότε βάζω ένα:

Tο τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο τον Μάιο του 1950. Είναι λοιπόν του Τσιτσάνη, σε στίχους του Νίκου Μπρίλη και του συνθέτη και τραγουδάει η Μαρίκα Νίνου, ο συνθέτης, ο Ν. Βούλγαρης και ο Θ. Γιαννόπουλος. Τα λόγια του τραγουδιού:

Κίνδυνος θάνατος, για πάρτε το χαμπάρι,
καινούργια μέτρα οι γυναίκες έχουν πάρει.
Κι όποιος στον έρωτα σωστά δεν περπατήσει.
ένα μπουκάλι βιτριόλι θ’ αντικρίσει.

Το εξευτέλισαν το αντρικό το φύλο
κι όπως τρωγόμαστε σαν γάτα με το σκύλο,
το θηλυκό σε μια στιγμή, στην παραζάλη,
σου αμολάει το βιτριόλι στο κεφάλι.

Είναι να χάνεις το μυαλό σου εδώ και πέρα,
μας έχουν πάρει οι πανούργες τον αέρα.
Γι’ αυτό την τσάντα όταν βλέπεις ανοιγμένη,
βγάλε συμπέρασμα, ζημιά σε περιμένει!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »

Τώρα που σταμάτησε η φάμπρικα

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2016

Στο τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου, ο Λάκης Χαλκιάς ερμηνεύει υποδειγματικά τους στίχους του Γιώργου Σκούρτη: Η φάμπρικα, η φάμπρικα δεν σταματά, δουλεύει νύχτα μέρα, περιγράφοντας πολύ παραστατικά τις εμπειρίες των γκασταρμπάιτερ στις γερμανικές φάμπρικες. Δεν ήταν βέβαια το πρώτο τραγούδι που μίλησε για τις φάμπρικες, μάλιστα ήρθε σε μια εποχή που η μετανάστευση προς τη Γερμανία είχε μειωθεί κατά πολύ σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Αυτές τις προηγούμενες δεκαετίες τις εκφράζει περισσότερο το τραγούδι του Καζαντζίδη (στίχοι Κώστα Βίρβου) για τις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές. Πρώτος όμως ύμνησε τη δουλειά στις φάμπρικες ο Βασίλης Τσιτσάνης στο ομώνυμο τραγούδι, έναν ύμνο της εργατικής τάξης, που είναι πιο γνωστό με τον πρώτο στίχο του («Σφυρίζει η φάμπρικα«) ή από το ρεφρέν του, «Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά».

Φάμπρικα είναι βεβαίως το εργοστάσιο. Η λέξη είναι δάνειο από τα ιταλικά, και στα νεότερα χρόνια σπάνια χρησιμοποιείται στην κυριολεξία της, την οποία τα δύο από τα τρία μεγάλα λεξικά μας (όχι ο Μπαμπινιώτης) χαρακτηρίζουν, και σωστά, «παρωχημένη». Έχει πάθει αυτό που και άλλες δάνειες λέξεις έπαθαν όταν ήρθαν στη θέση τους οι αυτόχθονες θεσμικές: πήρε μεταφορική σημασία, και έπαθε δείνωση. Φάμπρικα λοιπόν σημαίνει πια κυρίως μιαν επινόηση, ένα κόλπο, συχνά δόλιο ή αθέμιτο, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει κάτι: καινούργια φάμπρικα για να μαζέψουν λεφτά, βλέπω γκουγκλίζοντας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Θεατρικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 296 Σχόλια »

Βασίλης Τσιτσάνης, 30 χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2014

… και 99 από τη γέννησή του, μια και ο Τσιτσάνης (1915-1984) ανήκει στην αρκετά σπάνια ομάδα ατόμων που πέθαναν την ίδια μέρα με τη γέννησή τους (ένας άλλος είναι ο Καβάφης), αν και η αλλαγή του ημερολογίου το 1923 περιπλέκει κάπως τα πράγματα. Βέβαια, η επέτειος είναι αύριο, αλλά επειδή το Σάββατο είναι αφιερωμένο στα μεζεδάκια σκέφτηκα να επισπεύσω το αναμνηστικό άρθρο κατά μία ημέρα. Με την ευκαιρία λοιπόν της διπλής επετείου, ανεβάζω εδώ ένα άρθρο που είχα γράψει τότε, επιστρέφοντας από την κηδεία του Τσιτσάνη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΗΧΟΣ & HI-FI (στο τεύχος Φεβρουαρίου 1984), με το οποίο συνεργάστηκα σχεδόν για ένα χρόνο το 1984 γράφοντας κριτικές ελληνικών δίσκων (μετά πήγα φαντάρος). Δεν έχω αλλάξει τίποτα από το αρχικό άρθρο, μόνο έχω βάλει λίκνους σε γιουτουμπάκια μερικών τραγουδιών γιατί θα ήταν χαζομάρα να μην εκμεταλλευτώ τις δυνατότητες που δίνει το νέο μέσο. Αν έγραφα σήμερα δεν θα το έγραφα έτσι, φυσικά, κι αν σε μερικά σημεία ακούγομαι απόλυτος ή στομφώδης επικαλούμαι το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

TSITSANIS8Το Σάββατο εκείνο, 21 του Γενάρη, μόνο συννεφιασμένο δεν ήτανε. Αμέτρητος ο κόσμος ανάμεσα στα μνήματα, να ’χει από νωρίς πιάσει τις θέσεις τις επίκαιρες, έτσι πού οι επόμενοι, για να μπορέσουν να πάρουν έστω μυρωδιά την τελετή, να ανεβαίνουν ομάδες-ομάδες σε υπερυψωμένους τάφους, οικογενειακούς συνήθως, και οι πιο νέοι σε δέντρα, σέ ψηλώματα, σε αγάλματα που πολλά εκεί υπάρχουν, να κάθονται στην αγκαλιά τού μαρμάρινου ευεργέτη ή στα φτερά τού αγγέλου ν’ ακροβατούν, χωρίς κάνεις από τους γύρω να διανοηθεί να διατυπώσει ένσταση για κάποια δήθεν βεβήλωση της ιερότητας τού χώρου. Και τα όργανα της τάξης ματαίως προσπαθούσαν να διευθετήσουν το κύμα του πλήθους που διαρκώς συνέρρεε. Γέροι με τραγιάσκες και χοντρά γυαλιά πρεσβυωπίας, νοικοκυρές στα μαύρα, φάτσες εργατικές, νέα ζευγάρια με νήπια, μαθητές -αυτοί αποχαιρέτησαν τον Τσιτσάνη κι όπως από νωρίς είχανε συναχτεί, άρχισε πάλι, σέ χιλιάδες πηγαδάκια, εκείνη η ατέλειωτη συζήτηση για τα παρελθόντα και τα μέλλοντα του έθνους, πού ήμασταν και πού πηγαίνουμε, μνήμες ανασύρθηκαν και διασταυρώθηκαν, χρονολογίες, απόψεις, αντιρρήσεις, εφ’ όλης της ύλης η κουβέντα και απ’ του δέντρου τα κλαριά σκαρφαλωμένος κάποιος να αναμεταδίδει τις αφίξεις των επωνύμων … ήρθε ο τάδε, νάτος, τώρα μπαίνει, ο ψηλός… ο Πάγκαλος ήταν ή ο Κονδύλης πού έκοψε τα πενηντάρικα στη μέση;… όχι, αυτό έγινε το ’26, το ’30 είχαμε Βενιζέλο… εμείς ήρθαμε στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο… από τη Σάμο κρατούμε… το έκλεισα το παντοφλάδικο, δεν τράβαγε… όχι, δεν είχε φλεγμονή, τον ξορκισμένο είχε… μην ανεβαίνετε κι εσείς κυρία μου, θα σπάσει το μάρμαρο και θα βρεθούμε όλοι μες τον τάφο… ρε φίλε μη βάζεις εκεί τα στέφανα και δεν βλέπουμε… ποιος είν’ αυτός; όχι, αυτός ο χοντρός… είναι που έχει το γραφείο κηδειών, πολλά λεφτά… μου φαίνεται πως τονε φέρνουνε…

Γιατί βεβαίως η κηδεία του Τσιτσάνη πένθιμη δεν ήταν ακριβώς, κι αυτό δεν οφειλόταν μονάχα στον ανοιξιάτικο, χαρούμενο καιρό· όχι πως ο κόσμος είχε πάει για να περάσει την ώρα του, να καλαμπουρίσει, να «δει». Ο κόσμος είχε, ήδη απ’ την Τετάρτη, πολλές φορές πέσει σέ βαθιά συλλογή μαθαίνοντας – κι υστέρα συνειδητοποιώντας – το χαμό· αλλά, ήταν τόσο διαρκής και ζωντανή η παρουσία του, δεκάδες χρόνια τώρα, με τις μουσικές του αδιόρατα να διαχέονται και να ’χουν διαποτί­σει όλη την Ελλάδα, που δεν σου πήγαινε να θρηνήσεις· ποια απουσία άλλωστε, που ο Τσιτσάνης νίκησε το θάνατο κι είναι μαζί μας, τις πρώτες μέρες στα βιαστικά αφιερώματα των μέσων ενημέρωσης και τού τύπου -ούτε την ηλικία του δε βρήκανε σωστή – αλλά και ύστερα, για πάντα, σταθερά και μόνιμα, κοντά μας θα ’ναι.

Κοντά μας και γνωστός στον καθένα, έτσι που αρκεί να πεις τ’ όνομά του για να συγκατανεύ­σει ο άλλος μ’ ένα χαμόγελο σαν κλείσιμο ματιού, έτσι οικείος ήταν σ’ όλους, κι αυτός και τα τραγούδια του, πανταχού παρών κι ας μη θυμόμασταν την ημερομηνία γέννησής του, κι ας αγαπούσαμε πολλά τραγούδια του χωρίς να ξέρουμε πως αυτός ήταν ο συνθέτης – γιατί με τον Τσιτσάνη αυτό γινόταν, και στα ραδιοφωνι­κά αφιερώματα, οι πενιές από κάποιο αγαπη­μένο σουξέ συνοδεύονται από τα θαυμαστικά «βρε, κι αυτό δικό του είναι!» του κόσμου. Αόριστα, κι όμως τόσο πολύ γνωστός. Αλλά η δεοντολογία επιτάσσει να δώσουμε και πιο συγκεκριμένα στοιχεία για  το φαινόμενο που λέγεται Βασίλης Τσιτσάνης. Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Γενάρη του 1915 – πέθανε τη μέρα των γενεθλίων του -, από το ’37 στη ρεμπέτικη την πιάτσα, έγραψε αμέτρητα τρα­γούδια, άλλοι λένε χίλια, άλλοι χίλια τετρακό­σια -έχουνε μείνει κάπου 300 ανέκδοτα, σύμφωνα με μαρτυρία τής κόρης του – αρι­θμός που από μόνος του προκαλεί κατάπληξη, ισοδυναμώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ με πάνω-κάτω εκατό μεγάλους δίσκους και η κατάπλη­ξη γίνεται δέος αν σκεφτούμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία απ’ τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά· ξεπερνούν τις εκατό οι πολύ μεγάλες του επιτυχίες, αυτές πού είναι τόσα χρόνια στην πρώτη γραμμή και τραγουδιούνται οπουδήποτε, από τις συναυλίες του καλοκαι­ριού μέχρι τις παρέες που ψιλομουρμουρίζουν σε κάποια ταβέρνα. Τέτοιο πάντρεμα της ποσότητας με την ποιότητα ουδέποτε άλλοτε έχει δείξει το ελληνικό τραγούδι, κι όχι μονάχα το ρεμπέτικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Επετειακά, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Η τρίχα και η πένα

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2013

Το σημερινό άρθρο ήταν να δημοσιευτεί προχτές, αλλά αναβλήθηκε εξαιτίας της απόφασης για κλείσιμο της ΕΡΤ. Το άρθρο γεννήθηκε από μια απορία που εκφράστηκε πριν από μερικές μέρες στο ιστολόγιο. Κι άλλες φορές έχει γίνει αυτό, άλλωστε συχνά συμβαίνει, καθώς η συζήτηση ξεστρατίζει από το αρχικό θέμα της ανάρτησης να  μπαίνουν ερωτήματα ενδιαφέροντα αν και άσχετα εντελώς με το αρχικό θέμα -αυτή είναι, το έχουμε πει πολλές φορές η γοητεία και η κατάρα των ιστολογικών συζητήσεων. Οπότε, κι άλλες φορές έχει συμβεί να γράψω άρθρο που να απαντάει διεξοδικά σε μιαν απορία που διατυπώθηκε σε σχόλιο του ιστολογίου, μόνο που το σημερινό άρθρο έχει μια διαφορά, ότι δεν απαντάει στην απορία.

Και δεν απαντάει, διότι απλούστατα δεν ξέρω την απάντηση, ή τουλάχιστον δεν έχω καταλήξει σε οριστική απάντηση, οπότε εφαρμόζοντας, ας πούμε, σωκρατική μέθοδο παρουσιάζω εδώ όσα ξέρω για το θέμα ελπίζοντας να πιάσω γεμάτα με τα άδεια που πρόκειται να ρίξω.

Αλλά παραμάκρυνε η εισαγωγή, και κοντεύω να καταντήσω σαν εκείνους τους ρήτορες που ανεβαίνουν στο βήμα λέγοντας «Δεν θα μακρηγορήσω σε εισαγωγές και προλόγους…» και ύστερα από ένα τέταρτο της ώρας ακόμα δεν έχουν μπει στο θέμα τους. Λοιπόν, το δικό μου θέμα είναι η τρίχα και η πένα, ή μάλλον είναι η προέλευση των εκφράσεων «ντυμένος στην πένα» και «ντυμένος στην τρίχα», που είναι περίπου συνώνυμες.

Στα πρόσφατα σχόλιά σας, βέβαια, έγινε ερώτηση μόνο για την πένα, από πού βγήκε η έκφραση «ντυμένος στην πένα», νομίζω όμως ότι είναι περίπου συνώνυμες και δεν αποκλείω η μία να έχει προέλθει από την άλλη ή να έχει επηρεαστεί από την άλλη, οπότε τις συζητάμε μαζί.

Και καταρχάς, μια πένα μα ποια πένα; Όταν ο Τσιτσάνης, στο «Απόψε κάνεις μπαμ», παινεύει την κυρά του ότι «κουρδίστηκες κυρά μου στην πένα, στο καντίνι» το μυαλό μας πάει στην πένα του μπουζουκιού

και η εικόνα επιτείνεται από το «καντίνι» που ακολουθεί, που είναι, σύμφωνα με το ΛΚΝ, η λεπτότερη χορδή ενός οργάνου, αλλά είναι αυτή η αρχική σημασία; Ή μήπως εννοείται η πένα της γραφής, ενδεχομένως ο ακριβός στυλογράφος που είναι αντικείμενο πολυτελείας και αποτελεί εξάρτημα που συνοδεύει το τέλειο ντύσιμο, όπως υποστηρίζει ο συντάκτης του σχετικού λήμματος στο slang.gr; Ή μήπως εννοείται η παλιά πένα με το φτερό που είναι «κάτι ελαφρύ και λεπτεπίλεπτο» όπως σχολιάζει μια καλή φίλη στο ίδιο λήμμα; Ή μήπως έχει δίκιο ο φίλος μας ο Λεώνικος, που στα ίδια σχόλια υποστηρίζει ότι «Στην πένα, σημαίνει ‘τόσο καλό ώστε να το καρφώσεις στην πένα και να το δείχνεις χωρίς να κρύβεις τίποτε, αφού όλα του είναι τέλεια’. Μια εναλλακτική διατύπωση είναι à quatre épingles (σε τέσσερεις καρφίτσες) δηλαδή δεν πατάει στο έδαφος» (δεν το πολυκαταλαβαίνω, αλλά ίσως το εξηγήσει).

Απ’ όσο ξέρω, ο μόνος που έχει γράψει σε βιβλίο για το θέμα είναι ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στα Φρασεολογικά, ο οποίος (σωστά κατά τη γνώμη μου) υποστηρίζει ότι η φράση σχηματίστηκε κατ’ αναλογία με την «ντυμένος στην τρίχα» και ότι, επιπλέον, η έκφρ. «άνθρωπος της πένας» δηλώνει τον λόγιο, ο οποίος διαφέρει στο παρουσιαστικό και είναι πιο κομψά ντυμένος από τον χειρώνακτα (εδώ συμφωνώ λιγότερο).

Για να εξηγήσουμε την προέλευση της φράσης, και ίσως για να βρούμε ποια πένα εννοείται, πρέπει πιστεύω να βρούμε ποιο είναι το κοινό στοιχείο όλων αυτών των παρεμφερών εκφράσεων. Καταρχάς, το «ντυμένος» δεν είναι αναπόσπαστο τμήμα της έκφρασης, αφού μπορούμε επίσης να πούμε «παπούτσια στην πένα», «όλα στην τρίχα» κτλ. Επομένως, οι εκφράσεις «στην τρίχα», «στην πένα», «στο καντίνι» σημαίνουν «άψογα», «στην εντέλεια, χωρίς το παραμικρό ψεγάδι». Βέβαια, πολύ συχνά χρησιμοποιούνται με το ντύσιμο, επομένως ο ντυμένος στην πένα ή στην τρίχα είναι αυτός που έχει ντυθεί κομψά και άψογα. (Η έκφραση «ντυμένος του κουτιού» είναι ειδική για το ντύσιμο και προέρχεται από τα ρούχα που έρχονταν, τον παλιό καιρό, στα σπίτια των αστών κατευθείαν από τα μεγάλα παριζιάνικα καταστήματα, μέσα στο κουτί).

Όταν κάτι είναι κανονισμένο, ρυθμισμένο, στολισμένο, ντυμένο, ταχτοποιημένο «στην τρίχα», αυτό σημαίνει ότι ούτε μια τρίχα δεν χαλάει την τέλεια εικόνα, ότι προσεγγίζει το τέλειο όσο περισσσότερο είναι εφικτό: σε απόσταση τρίχας. Ο Παπαδόπουλος, στο έργο που προανέφερα, θεωρεί ότι η έκφραση προήλθε από το «ώρα στην τρίχα», που δηλώνει την τέλεια ακρίβεια, όταν δηλαδή ο λεπτοδείκτης βρίσκεται ακριβώς πάνω στην τριχοειδή γραμμή του λεπτού. Ωστόσο, η έκφραση «στην τρίχα» πρέπει να είναι παλιότερη από τη διάδοση των ρολογιών. Μάλιστα, την πρώτη της εμφάνιση τη βρίσκουμε πολύ παλιά, στον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος λέει κάπου: «και εις τρίχα συνηρμοσμένου» (PG 35.1037).

Ωραία εικόνα για τη σημασία της έκφρασης «στην τρίχα» βρίσκω σε ένα διήγημα του Περικλή Σφυρίδη με αναμνήσεις φανταρίστικες: Ο Χατζούδης κι ο Μεγαλίδης είχαν ετοιμαστεί για την έξοδο από το πρωί. Έπλυναν τα χέρια τους γερά με απορρυπαντικό […] γυαλίσανε τις πόρπες, ασπρίσανε τις ζώνες με στουπέτσι, βάψανε καθρέφτη τις αρβύλες. Όλα στην τρίχα, γιατί ξέρανε, θα τους κολλούσε πάλι ο επιλοχίας, στο μάτι τους είχε μήνες τώρα και τους την έριχνε πάντα με το παραμικρό.

Πώς έγινε πένα η τρίχα; Δηλαδή για την τρίχα είναι εύλογη η εικόνα, αλλά γιατί σχηματίστηκε ανάλογη έκφραση με την πένα; (Και επικουρικά, με ποιαν πένα, της γραφής ή των εγχόρδων; ) Δεν βρίσκω δύσκολη τη μετάβαση, είτε τη μια πένα θεωρήσουμε είτε την άλλη, αλλά δεν μπορώ να εξηγήσω πειστικά το πώς και το γιατί. Γι’ αυτό άλλωστε και γράφω το άρθρο, μήπως και από τη συζήτηση βγει κάτι πιο ξεκάθαρο. Σημειώνω πάντως τη ναξιώτικη έκφραση (που παραθέτει ο Παπαδόπουλος στο άρθρο του): «Το πράγμα είναι στην πένα», δηλαδή είναι έτοιμο.

Λέω όμως να κλείσω με μιαν άλλη παρεμφερή έκφραση, που πάει να ξεχαστεί, ότι είναι «ντυμένος στα τρινκ» ή «τρινκ μάι φορτ». Την έκφραση, που είναι τουλάχιστον του 1940, την έχει και το σλανγκρ, ως «τρικ μάι φορ» και θεωρεί πιθανή την προέλευση από το drink my fart, που φώναζαν, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι εγγλέζοι ναύτες. Τη θυμάμαι να τη λέει ο μακαρίτης ο πεθερός μου, ενώ την χρησιμοποιούσε συχνά ο Τσιφόρος -αλλά και ο Καραγάτσης την έχει, είτε ολόκληρη είτε συγκομμένη, π.χ. στο 10, όπου γίνεται ένας καβγάς όταν ο σύζυγος φτάνει στο σπίτι και βρίσκει τη σύζυγο έτοιμη να ξεπορτίσει «στολισμένη στα τρινκ».

Δηλώνω πλήρη άγνοια για την προέλευση της φράσης, την αναφέρω όμως μήπως και μάθουμε κάτι από τη συζήτηση. Όπως είπα, σήμερα δουλεύω σωκρατικά: έν οίδα, ότι ουδέν οίδα, αλλά το βάζω στο μπλογκ μήπως και δω φως!

Posted in Αργκό, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Ο Μποστ, ο Ολυμπιακός και η Σφαδάζ χανούμ

Posted by sarant στο 31 Αύγουστος, 2012

Χτες έγινε η κλήρωση των ομίλων του Τσάμπιονς Λιγκ, οπότε σκέφτηκα σήμερα να ανεβάσω ένα σκίτσο του Μποστ που θυμίζει την παρθενική συμμετοχή ελληνικής ομάδας στη διοργάνωση. Τον έχουμε συνηθίσει για τα πολιτικά του σκίτσα, αλλά ο Μποστ το 1959 είχε τακτική γελοιογραφία, κάθε βδομάδα, και στην (πολύ καλή) αθλητική εφημερίδα «Ομάδα» που έβγαινε από τον ΔΟΛ. Πολλά από αυτά τα σκίτσα έχουν περιληφθεί στο πρώτο λεύκωμα του Μποστ, που εκδόθηκε στα τέλη του 1959 (δύο από αυτά, εδώ) αλλά αυτό που παρουσιάζω σήμερα όχι, με αποτέλεσμα να είναι εντελώς άγνωστο σήμερα.

Τον Σεπτέμβριο του 1959 λοιπόν, η πρωταθλήτρια Ελλάδας, που ήταν ο Ολυμπιακός (είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα της περιόδου 1958-59, το τελευταίο πριν από την καθιέρωση της εθνικής κατηγορίας), συμμετείχε στο τότε Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, που βρισκόταν στην πέμπτη του διοργάνωση. Τις τέσσερις προηγούμενες χρονιές, πρωταθλήτρια είχε στεφθεί η Ρεάλ (των Πούσκας και Ντι Στέφανο). Ο Ολυμπιακός ήταν άτυχος στην κλήρωση, αφού στον προκριματικό γύρο κληρώθηκε με την πρωταθλήτρια Ιταλίας, τη Μίλαν. Ο πρώτος αγώνας έγινε στις 13 Σεπτεμβρίου στο στάδιο Καραϊσκάκη και έληξε ισόπαλος 2-2. Ο Ολυμπιακός προηγήθηκε δυο φορές, αλλά ο Αλταφίνι ισοφάρισε. Η ρεβάνς δόθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου στο Σαν Σίρο, και η Μίλαν νίκησε με 3-1. (Για να είμαστε ακριβείς, ο Ολυμπιακός είχε συμμετάσχει και στη διοργάνωση του 1958-59, αλλά επειδή κληρώθηκε με την τουρκική Μπεσίκτας και καθώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν τεταμένες με το Κυπριακό, δεν κατέβηκε να αγωνιστεί και αποκλείστηκε «άνευ αγώνος»). Τελικά και το 1959-60 πρωταθλήτρια Ευρώπης στέφθηκε η Ρεάλ, για πέμπτη συνεχή φορά (ρεκόρ ακατάρριπτο ίσαμε σήμερα), νικώντας στον τελικό την Άιντραχτ Φρανκφούρτης με 7-3 (επίσης ρεκόρ ίσαμε σήμερα).

Το σκίτσο του Μποστ δημοσιεύτηκε στην Ομάδα στις 26 Αυγούστου 1959, δηλαδή πριν από τους αγώνες με τη Μίλαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 213 Σχόλια »

Μάγκες σε φθίνουσα ακολουθία και μια μουσική σκυταλοδρομία

Posted by sarant στο 27 Μαρτίου, 2012

Αυτό έγινε τις προάλλες σε ένα φιλικό σπίτι όπου είχαμε μαζευτεί και είχαμε κι ένα μπουζούκι ή μάλλον έναν τζουρά μαζί και τραγουδούσαμε. Αφού είπαμε μερικά, ο φίλος με τον τζουρά αναρωτήθηκε τι να παίξει στη συνέχεια.

Παίξε τους Πέντε μάγκες στον Περαία, του λέω, ξέροντας ότι το ξέρει. Για όσους δεν το ξέρουν, είναι ένα από τα λιγοστά γνωστά τραγούδια του περίφημου Γιοβάν Τσαούς, ή Γιάννη Εϊτζιρίδη, που είχε όνομα στη ρεμπέτικη πιάτσα γιατί έπαιζε με περίεργα όργανα, πειραγμένα, που άλλοι δεν μπορούσαν να τα κουμαντάρουν.

Μια και το έφερε η κουβέντα, ας ακούσουμε τους Πέντε μάγκες σε μια ζωντανή εκτέλεση από τον Βασίλη Τσιτσάνη (!) που δεν την έχω ξανακούσει και που ανέβηκε πρόσφατα στο γιουτούμπι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 256 Σχόλια »

Βιτριόλι που καίει

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2010

Αν αναρωτιέστε τι με έπιασε σαββατιάτικα και ασχολούμαι με όχι ευχάριστα και όχι επίκαιρα θέματα, η απάντηση είναι ότι το τραγούδι (που στάθηκε αφορμή για το ποστ) μού έχει κολλήσει εδώ και δυο μέρες και δεν λέει να ξεκολλήσει. Οπότε, λέω, είναι γραφτό να γράψω γι’ αυτό.

Ποιο τραγούδι; Το Βιτριόλι, του Τσιτσάνη. Θα ήθελα να σας βάλω ένα γιουτουμπάκι με το τραγούδι, αλλά περιέργως δεν βρήκα πουθενά, κι επειδή δεν ξέρω πώς να φτιάχνω γιουτουμπάκια και να τα ανεβάζω θα πρέπει να αρκεστείτε σε ήχο χωρίς εικόνα:

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που βρήκα,  το τραγούδι κυκλοφόρησε σε δίσκο τον Μάιο του 1950. Είναι του Τσιτσάνη, σε στίχους του Νίκου Μπρίλη και δικούς του και τραγουδάει η Μαρίκα Νίνου, ο συνθέτης, ο Ν. Βούλγαρης και ο Θ. Γιαννόπουλος (όλα αυτά από rebetiko.sealabs.net). Τα λόγια του τραγουδιού:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »