Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Βοκκάκιος’

Δεν είχε πάει μακριά η βαλίτσα

Posted by sarant στο 12 Ιανουαρίου, 2022

Την Κυριακή το πρωί επέστρεψα στο Λουξεμβούργο, μετά τις γιορτές, με απευθείας πτήση της Ετζίαν. Είχα μαζί μου δυο βαλίτσες, η μία -η μεγάλη- είχε ρούχα και συναφή, η μικρή είχε βιβλία. Στο Ελ Βενιζέλος ο αρμόδιος υπάλληλος με κατεύθυνε στον αριστερό από τους δυο μαιάνδρους που οδηγούν τους επιβάτες στην παράδοση των αποσκευών, εκεί όπου πρέπει να σκανάρεις μόνος σου τις ετικέτες και να τις κολλήσεις στις βαλίτσες σου. Δεν είχα ξανακάνει τη διαδικασία, υπήρχε όμως υπάλληλος που μας καθοδηγούσε. Ζύγισα τις δυο βαλίτσες μου, που τις είχα φέρει και τις δύο πολύ κοντά στο όριο, μόλις κάτω από τα 23 κιλά, σκάναρα, τύπωσα τις ετικέτες και τις πέρασα στο χερούλι της κάθε βαλίτσας -αν και όχι πολύ καλά.

Φτάνοντας στο Λουξεμβούργο τρεις ώρες αργότερα, στήθηκα στον ιμάντα και περίμενα να βγουν οι βαλίτσες μου. Οι άλλες έβγαιναν, οι δικές μου όχι. Ένας ένας οι άλλοι επιβάτες έπαιρναν τα μπαγκάζια τους και αποχωρούσαν, εγώ έμενα. Καναδυό φορές γελάστηκα πως είδα την μεγάλη, αλλά είχα λαθέψει -ήταν κάποια που της έμοιαζε, είναι και γκρίζα, μάλλον συνηθισμένη απόχρωση και κοψιά. Ενώ είχαμε μείνει πεντέξι που περιμέναμε ακόμα, ξαφνικά βλέπω τη μικρή, την κόκκινη βαλιτσούλα να ξεπροβάλλει καμαρωτή από το στόμιο της χοάνης. Την άδραξα και την απόθεσα στο καροτσάκι με τις ελπίδες αναπτερωμένες. Αφού ήρθε η μία, λέω, δεν θα αργήσει και το ταίρι της.

Αλλά οι ελπίδες μου διαψεύστηκαν. Ο ιμάντας ξέβρασε άλλες πέντε αποσκευές, ισάριθμοι επιβάτες που περίμεναν τις πήραν κι έφυγαν, κι εγώ απόμεινα να κοιτάζω το στόμιο. Σε λίγο σταμάτησε κιόλας να γυρίζει ο ιμάντας, και ένας ηλεκτρονικός κρωγμός σήμανε το τέλος της διαδικασίας. Καταπτοημένος κατευθύνθηκα προς τη θυρίδα των χαμένων αποσκευών για να δηλώσω την απώλεια, ενώ σκεφτόμουν πώς να περιγράψω τη βαλίτσα μου.

Tόσα χρόνια που ζω έξω κάνω πολλά αεροπορικά ταξίδια τον χρόνο -οπότε δεν ήταν η πρώτη φορά που μου συνέβη το ατύχημα να μην φτάσει η βαλίτσα μου. Μου έχει ξανατύχει κάμποσες φορές. Μια περίοδο που έπαιρνα μια πτήση μέσω Ζυρίχης που είχε σύντομη ανταπόκριση (διότι απευθείας πτήσεις δεν είχαμε πάντοτε από το Λουξεμβούργο στην Αθήνα τα προηγούμενα χρόνια) ήταν αρκετά συνηθισμένο να προλάβουμε την πτήση εμείς αλλά όχι οι αποσκευές μας -έρχονταν όμως με το επόμενο αεροπλάνο, την άλλη μέρα το πρωί. Πρώτη φορά όμως μου έτυχε να φτάσει η μία αποσκευή και να χαθεί η άλλη.

Όμως, κάπου εδώ ακούγεται από το βάθος μια φωνούλα: Εμείς εδώ λεξιλογούμε. Της κείνης ρήμασι πειθόμενος, λοιπόν, θ’ αδράξω την ευκαιρία να λεξιλογήσω για τη βαλίτσα και τις αποσκευές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Δυσετυμολόγητα, Ετυμολογικά, Ταξιδιωτικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 161 Σχόλια »

Δεκαήμερο: Εισαγωγή και μια ιστορία

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2020

Στην αρχή της πανδημίας, είχαμε αναφέρει την άποψη του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη, ότι μια επιδημία, η επιδημία πανούκλας του 1348, στάθηκε «η γενέθλια ώρα της ευρωπαϊκής πεζογραφίας» καθώς έδωσε στον Βοκκάκιο το σκηνικό για το Δεκαήμερο. Σε εκείνο το άρθρο, πριν από τρεις μήνες, είχα γράψει ότι «τον Βοκκάκιο θα τον θυμηθούμε μιαν άλλη φορά».

Σήμερα, που τα μέτρα περιορισμού έχουν χαλαρώσει, στην Ευρώπη τουλάχιστον μια και η πανδημία σε άλλες ηπείρους δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει, νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να εκπληρώσω αυτή την κάπως ασαφή υπόσχεση που είχα δώσει και να παρουσιάσω ένα απόσπασμα από το Δεκαήμερο.

Το έργο του Βοκκάκιου έχει τεράστια σημασία, διότι είναι το πρώτο πεζό λογοτεχνικό έργο σε νεότερη ευρωπαϊκή γλώσσα, σε μια εποχή που οι λόγιοι έγραφαν λατινικά. Είναι και το πρώτο νεότερο μυθιστόρημα, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για συλλογή από ανεξάρτητες ιστορίες. Πάντως, άσκησε τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

O Ιωάννης Βοκκάκιος (1313-1375) έγραψε το Δεκαήμερο στα αμέσως επόμενα χρόνια μετά την επιδημία του 1348. Το 1352 το είχε τελειώσει. Καθώς η Φλωρεντία δοκιμάζεται από την πανούκλα, εφτά γυναίκες της καλής τάξης αποσύρονται στην εξοχή σε μια έπαυλη που έχει μείνει έρημη, μαζί με τρεις νεαρούς. Για να περάσει η ώρα, διηγούνται ιστορίες: κάθε μέρα μία ή ένας από τους δέκα χρίζεται βασίλισσα ή βασιλιάς της ημέρας και ορίζει το θέμα που θα έχουν οι ιστορίες. Στη συνέχεια το κάθε μέλος της δεκαμελούς συντροφιάς αφηγείται μια ιστορία και στο τέλος ο βασιλιάς ή η βασίλισσα κάνει μιαν ανακεφαλαίωση. Δέκα μέρες επί δέκα αφηγητές, εκατό ιστορίες.

Οι ιστορίες του Δεκαημέρου συχνά είναι ευτράπελες, απηχούν λαϊκές διηγήσεις, πολλές έχουν θέμα τον έρωτα ή την απιστία, άλλες παρουσιάζουν έξυπνα κόλπα με τα οποία ο ήρωας μπόρεσε να βγει από μια δύσκολη θέση ή δίνουν ένα ηθικό δίδαγμα κτλ.

Το Δεκαήμερο έχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει στο εμπόριο αυτή τη στιγμή κάποια έκδοσή του. Τα κείμενα που εγώ θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από την δίτομη έκδοση από τα Γράμματα σε μετάφραση του μεγάλου τεχνίτη Κοσμά Πολίτη.

Διάλεξα να παρουσιάσω την εισαγωγή, όπου ο Βοκκάκιος περιγράφει την επιδημία της πανούκλας στη Φλωρεντία. Σταματάω αμέσως πριν από το σημείο όπου γνωρίζουμε τις εφτά ηρωίδες.

Και για να μην μείνουμε με την πικρή γεύση, προσθέτω μιαν ευτράπελη ιστορία απιστίας, την 7η ιστορία της 7ης ημέρας, από την οποία καθιερώθηκε σε διάφορες γλώσσες η έκφραση «κερατάς, δαρμένος κι ευχαριστημένος».

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ

Ο συγγραφέας εκθέτει για ποιο λόγο συγκέντρωσε ορισμένα πρόσωπα που δε θ’ αργήσουν να εμφανι­στούν. Ύστερα, κάτω από την ηγεμονία της Παμπινέας, καθένα από τούτα τα πρόσωπα καταπιάνεται με το θέμα που του είναι περισσότερο αγαπητό.

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες, που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του τη φύση, είναι το φύ­λο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανού­κλα, που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της εί­ναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει — αυτή είναι η προμε­τωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δε θα ‘θελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής; Φανταστείτε ένα βου­νό, που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπρο­στά στους ταξιδιώτες· μα εκεί πλάι απλώνεται ένας κάμ­πος, που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισ­σότερο, όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύν­τομη στενοχώρια (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευ­χαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δί­χως καμιά υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζετε. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ, ακολουθώντας ένα δρό­μο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτεί­νω, θα το ’κανα μ’ όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπο­ρώ, δίχως να αναφερθώ σ’ εκείνη τη συμφορά, να εξηγή­σω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω; Η ανάγκη με κάνει ν’ αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »