Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Βρετανικά νησιά’

Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων (Δημ. Σαραντάκος) 10 – Οι εξερευνήσεις της ρωμαϊκής εποχής

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2018

Εδώ και λίγο καιρό ξεκίνησα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων, μια ιστορία των εξερευνητών και των εξερευνήσεων του αρχαίου κόσμου. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου με τις εξερευνήσεις της ρωμαϊκής εποχής.

Οι εξερευνήσεις της ελληνιστικής εποχής

Ο χαρακτήρας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Η δημιουργία στο δυτικό άκρο του Παλαιού Κόσμου της μεγαλύτερης και μακροβιότερης, ως τότε, αυτοκρατορίας, της Ρωμαϊκής, δεν ήταν αποτέλεσμα της εμφάνισης και της δράσης κάποιου μεγάλου στρατηλάτη. Δεν υπήρξε ρωμαίος Αλέξανδρος. Η αυτοκρατορία δημιουργήθηκε βαθμιαία, και ουσιαστικά ήταν το αποτέλεσμα της επιμονής και της διορατικότητας της Συγκλήτου. Να μην ξεχνάμε πως το έμβλημα της ρωμαϊκής εξουσίας, όπως αναγραφόταν στα δημόσια κτίρια ή στα λάβαρα του στρατού, ήταν S.P.Q.R. δηλαδή Senatus Populusque Romanus, που σημαίνει η Σύγκλητος και ο Λαός της Ρώμης.

Στην επέκταση της ρωμαϊκής εξουσίας συντέλεσε αποφασιστικά και η γενική κρίση των ελληνιστικών κρατών και οι λαϊκές εξεγέρσεις, όπως του Δρίμαχου στη Χίο και του Αριστόνικου στη Μικρά Ασία. Στις εξεγέρσεις αυτές το κεντρικό αίτημα συνοψιζόταν στις φράσεις «χρεών ανακοπή και γης αναδασμός», που τρομοκρατούσε τους πλούσιους γαιοκτήμονες, οι οποίοι ως μόνη εξασφάλιση του πλούτου τους έβλεπαν την ενσωμάτωση σε μια ισχυρότερη επικράτεια και τέτοια ήταν τότε μόνο η Ρώμη.

Με τον χαρακτήρα αυτόν της ρωμαϊκής επέκτασης σχετίζεται ίσως και η απουσία σημαντικών εξερευνητών και  συστηματικών εξερευνήσεων από τη ρωμαϊκή ιστορία. Ουσιαστικά οι Ρωμαίοι, κατά τα λοιπά άριστοι οργανωτές και εξαιρετικά μεθοδικοί κυβερνήτες των χωρών που κατακτούσαν, είχαν μόνο πρακτικά ενδιαφέροντα. Οι περισσότερες εξερευνήσεις των ρωμαϊκών χρόνων εντάσσονται στη διεκπεραίωση τέτοιων πρακτικών στόχων. Ποτέ δεν ζήτησαν να μάθουν για τις χώρες που βρίσκονταν πέρα από τα σύνορα της επικράτειάς τους και για τους λαούς που τις κατοικούσαν.

Από αρχαιολογικά ευρήματα που έφεραν στο φως ανασκαφές και από το πλήθος των ρωμαϊκών νομισμάτων που βρέθηκαν στις ακτές της Ινδίας και της Κεϋλάνης, συμπεραίνουμε πως οι Ρωμαίοι είχαν επισκεφθεί τα μέρη αυτά και ενδεχομένως είχαν δημιουργήσει εκεί μόνιμα εμπορεία. Έχει επίσης καταγραφεί η άφιξη, το 166 μ.Χ., στο λιμάνι της σημερινής Καντώνας, μιας ρωμαϊκής αποστολής, καθώς και άλλων δύο, που την ακολούθησαν τον επόμενο αιώνα. Οι καταγραφές όμως έγιναν από τους Κινέζους, που όπως φαίνεται δεν εντυπωσιάστηκαν και πολύ από τις επισκέψεις ανθρώπων από την Άπω Δύση, δηλαδή από χώρες, που τις θεωρούσαν βάρβαρες και χωρίς ενδιαφέρον γι΄ αυτούς (Χαρακτηριστικό είναι ότι τα δώρα που προσέφεραν οι Ρωμαίοι έμποροι θεωρήθηκαν ευτελή από τον τοπικό κινέζο ηγεμόνα, που δεν τα προώθησε ως τον αυτοκράτορα). Άλλωστε και από ρωμαϊκής πλευράς δεν υπήρξε ανάλογο ενδιαφέρον και οι αποστολές αυτές, που όπως φαίνεται είχαν ιδιωτικό, εμπορικό χαρακτήρα, ξεχάστηκαν.

Ο Μεγάλος Δρόμος του Μεταξιού

Το κυριότερο μειονέκτημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν η κακή διάρθρωση της οικονομίας της. Κατά κύριο λόγο στηριζόταν στη δουλική εργασία, η οποία μπορεί να προσπόριζε αμύθητα κέρδη στους κατόχους δούλων, είχε όμως εξαθλιώσει τους ελεύθερους αγρότες, που εγκατέλειπαν μαζικά τη γη τους και συγκεντρώνονταν στις πόλεις, όπου ζούσαν παρασιτικά, με «άρτον και θεάματα». Οι κοινωνικές ανισότητες είχαν φτάσει σε πρωτοφανή ως τότε ύψη και οι πλούσιοι ζούσαν με προκλητική πολυτέλεια, ενώ σημειώθηκε πρωτοφανής επίσης κατάπτωση των ηθών.

Για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των πλουσίων σε πολυτελή υφάσματα, γουναρικά, πολύτιμες πέτρες και κοσμήματα,  γίνονταν εισαγωγές από την Ανατολή, με την οποία όμως το εμπόριο ήταν ετεροβαρές. Οι ρωμαϊκές εξαγωγές προς την Ανατολή ήταν λάδι, κρασί, κεραμικά και άλλα προϊόντα, χαμηλής γενικώς αξίας. Ο Πλίνιος παραπονιόταν πως η Ρώμη, εμπορευόμενη με την Ανατολή, έχανε κάθε χρόνο γύρω στα 30 εκατομμύρια σηστέρτιους (ποσό που μπορούμε πολύ χοντρικά να το αντιστοιχίσουμε σε 300 εκατ. ευρώ). Τα γουναρικά έρχονταν, μέσω Παρθίας, από τη Σιβηρία, οι πολύτιμες πέτρες από την Ινδία και το μετάξι από την Κίνα και γιαυτό ονομαζόταν «σηρικόν», αφού Σήρες λέγανε τους Κινέζους. Καθώς τα εμπορεύματα άλλαζαν πολλά χέρια για να φτάσουν από τον τόπο παραγωγής στον τόπο κατανάλωσης, η αξία τους αυξανόταν υπερβολικά. Ειδικά το μετάξι στοίχιζε κυριολεκτικά το βάρος του σε χρυσάφι. Ήταν όμως πολύ δημοφιλές. Ο Οράτιος για παράδειγμα κυκλοφορούσε με «ολοσηρικόν ιμάτιον».

Το μετάξι, είτε με μορφή νημάτων είτε σαν ύφασμα, ήταν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν της Κίνας, που είχε το μονοπώλιο της παραγωγής του και το περιφρουρούσε πολύ αυστηρά. Από τα χρόνια ήδη των τελευταίων ελληνιστικών κρατών δημιουργήθηκε ο «Μεγάλος Δρόμος του Μεταξιού», δηλαδή η διαδρομή καραβανιών, που ξεκινούσε από το Λογιάν της κεντρικής Κίνας και περνώντας από την Τσουγγαρία, την Βακτριανή, την Χορασμία και  την Παρθία κατέληγε στη Σελεύκεια αρχικά και στα συριακά λιμάνια αργότερα, από όπου με πλοία πήγαινε στη Ρώμη.

Τη μεγαλύτερη ακμή του, ο μεγάλος δρόμος του μεταξιού τη γνώρισε κατά τον 3ον αιώνα μ.Χ., όταν μεταξύ Ατλαντικού και Ειρηνικού ωκεανού μεσολαβούσαν μόνο τρία μεγάλα κράτη που συνόρευαν μεταξύ τους: η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το κράτος των Κουσανών [*] και η Κινεζική Αυτοκρατορία. Αλλά και μετά συνέχισε να λειτουργεί επί αιώνες, σχεδόν ως την εποχή του Ιουστινιανού, όταν βυζαντινοί καλόγεροι, που βρέθηκαν στην Κίνα, έμαθαν τον τρόπο της παραγωγής του και έκλεψαν αυγά μεταξοσκωλήκων, τα οποία έκρυψαν σε κοίλα μπαστούνια και τα μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Αγρικόλας περιπλέει τη Βρετανία                      

Όπως προαναφέρω, οι Ρωμαίοι δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τις χώρες πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας τους. Δεν προχώρησαν ποτέ πέρα από τον Ρήνο και τον Δούναβη, όχι μόνο ως στρατιώτες αλλά ούτε ως έμποροι και, πολύ περισσότερο ούτε ως εξερευνητές. Κάποιες τοπικές εξερευνήσεις, όπως του Πετρώνιου, που εξερεύνησε την Αιθιοπία το 23 μ.Χ. έγιναν με εντολή των επάρχων και δεν είχαν συνέχεια. Πολύ σημαντικότερη ήταν η εξερεύνηση της Βρετανίας από τον στρατηγό Ιούλιο Αγρικόλα (Gnaeus Julius Agricola),  που έγινε όταν βασίλευε ο Βεσπασιανός, το 78-79 μ.Χ. και η οποία ήταν μέρος γενικότερων στρατιωτικών επιχειρήσεων του επιφανούς στρατηγού, που είχε διαπρέψει σε πολλές εκστρατείες [Επί πλέον, ο Αγρικόλας είχε την τύχη να παντρευτεί η κόρη του τον Τάκιτο, έναν από τους μεγαλύτερους ρωμαίους ιστορικούς, ο οποίος στο βιβλίο του De vita et moribus Iulii Agricolae περιγράφει με εμφανή μεροληψία τα πολεμικά κατορθώματα του πεθερού του στην εκστρατεία για την κατάκτηση της βόρειας Βρετανίας που είχε παραμείνει μέχρι τότε ελεύθερη από τους Ρωμαίους.].

Ο Αγρικόλας αρχικά στράφηκε στην υποταγή της Ουαλίας και της κελτικής φυλής των Ορδοβίκων και αφού πραγματοποίησε με επιτυχία τους στόχους του, μετέφερε τον όγκο των δυνάμεών του στην βόρεια Βρετανία όπου σταθεροποίησε τη ρωμαϊκή κατοχή, μέχρι τον στενό ισθμό Φόρθ-Κλάϊντ και κατά την πέμπτη εκστρατεία του εγκατέστησε φρουρές στις ΝΔ ακτές της σημερινής Σκωτίας, αποβλέποντας να εισβάλει μελλοντικά στη γειτονική Ιρλανδία.

Τελικά, μολονότι νίκησε σε μεγάλη μάχη εκ παρατάξεως, το καλοκαίρι του 82 μ.Χ., τους σκληροτράχηλους Καλυδώνιους, (τους προγόνους των επίσης σκληροτράχηλων Χαϊλάντερς) δεν αποτόλμησε να τους καταδιώξει στα δύσβατα υψίπεδα της χώρας τους, αλλά περιορίστηκε να τοποθετήσει φρουρές στο μήκος των ορίων της έσχατης προώθησής του, αφήνοντας έτσι τη νίκη του ανεκμετάλλευτη. Στη γραμμή των φυλακίων του Αγρικόλα θα χτίσει αργότερα ο Αδριανός το ομώνυμο τείχος.

Μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και πριν ανακληθεί στη Ρώμη, ο Αγρικόλας πραγματοποίησε περίπλουν ολόκληρης της Βρετανίας, από την ανατολική άκρη του ισθμού Φόρθ-Κλάϊντ κατευθυνόμενος προς βορρά, παραπλέοντας το βορειότατο ακρωτήριο της Σκωτίας, στράφηκε προς δυσμάς και εν συνεχεία προς νότον. Και διέπλευσε το στενό που χωρίζει τη Σκωτία με την Ιρλανδία, προσέγγισε τις ακτές και των δύο χωρών και κατόπιν παραπλέοντας την Κορνουάλη, έπλευσε προς τη Γαλατία.

 

[*] Το Κράτος των Κουσανών ή Κουσάν ήταν εκτεταμένη, πλην βραχύβια επικράτεια, που απλωνόταν στα εδάφη των σημερινών Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κιργκιζίας, Αφγανιστάν, Κασμίρ, Πακιστάν, Β.Δ. Ινδίας και Νεπάλ. Το ίδρυσαν, καταλύοντας τα τελευταία ελληνο-βακτριανά κράτη της περιοχής,  επιδρομείς από την Μογγολία, οι Τόχαροι, που οι Κινέζοι τους ονόμαζαν Γιουε-Τσι και ήταν απόγονοι των Αριμασπών.

Advertisements

Posted in Γεωγραφία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εξερευνήσεις, Ρώμη | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »