Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γέρμα’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Οι συνέπειες ενός ταξιδιού στη Μάνη

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2014

 

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή είναι η δέκατη έβδομη συνέχεια.  Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΜε τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε σε ένα νέο κεφάλαιο του βιβλίου, το πέμπτο, που έχει τον τίτλο «Απόπειρα διαφυγής», για λόγους που θα γίνουν αμέσως προφανείς.

Παρά την ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, τους αγαπητούς φίλους και τα πνευματικά και άλλα ενδιαφέροντά του ο Νίκος δεν ήταν ικανοποιημένος από τη ζωή του στη Μυτιλήνη. Τη δουλειά του στην Τράπεζα τη θεωρούσε μειωτική, γιατί πίστευε πως έστω και ακούσια συμμετείχε σε κάποια διαδικασία κλοπής και εξα­πάτησης των πελατών της. Από την άλλη μεριά πίστευε πως οι γνώ­σεις και οι ικανότητές του μέναν αναξιοποίητες στους περιορισμέ­νους ορίζοντες της Μυτιλήνης, η επαρχιώτικη ζωή της οποίας τον έπνιγε.

Το καλοκαίρι του 1933 αποφάσισαν με τη γυναίκα του να περάσουν την άδειά τους στη Μάνη. Πήγαν στην Αθήνα που την είχαν για τελευταία φορά επισκεφτεί το 1927 στο σύντομο γαμήλιο ταξίδι τους, είδαν τα εκεί εγκαταστημένα αδέλφια του τον Κώστα, τον Μιχάλη και τον Γιώργο και από τον Πειραιά πήραν το πλοίο για το Γύθειο, από όπου με αμάξι φτάσανε στο χωριό. Ο ποιητής είχε να ’ρθει στον τόπο που γεννήθηκε από το 1924 και αισθανόταν ισχυρή συγκίνηση, την οποία μετέδωσε και στη γυναίκα του. Η Ελένη μαγεύτηκε από το αυστηρό αλλά τόσο γοητευτικό μανιάτικο τοπίο, από το αιωνόβιο πυργόσπιτο της οικογένειας και από την αρχοντική μανιάτικη φιλο­ξενία, μολονότι την τρόμαξαν όχι λίγο τα μανιάτικα έθιμα, τα σχετι­κά με τους γδικιωμούς και τις αλληλομαχίες των διαφόρων οικογε­νειών, που τότε ήταν πολύ ζωντανά και για τα οποία την κατατόπισε, με μεγάλη δόση υπερβολής, ο μικρότερος κουνιάδος της ο Γιάννης, ενώ οι αδιάκοποι χαιρετιστήριοι ή γιορταστικοί πυροβολισμοί, τα «σμπάρα», την έφερναν σε κατάσταση πανικού.

Καθώς ήταν η πρώτη νύφη της οικογένειας, πήγαν να τη δουν ατέλειωτος αριθμός συγγενών, από τη Γέρμα, την Κελεφά, το Κρυονέρι, την Καρέα, το Οίτυλο και το Βαχό, που όλοι τους βεβαίωναν πως ήταν στενοί και «εξ αίματος» συγγενείς του αντρός της κι ας ήταν ξαδέλφια πέμπτου βαθμού. Περισσότερη προσοχή βέβαια συγκέ­ντρωσε ο γιος τους, που εκτός που είχε το όνομα και το επώνυμο του πατέρα του ποιητή, του Δημήτρη, ήταν κι ο πρώτος εκπρόσωπος της τρίτης γενιάς των Σαραντάκων. Όλοι αυτοί οι συγγενείς θεωρούσαν υποχρέωσή τους να τους καλέσουν στα σπίτια τους. Οι εκδρομές αυ­τές θα ήταν πολύ ευχάριστες αν οι δρόμοι ήταν σε υποφερτή κατάστα­ση κι αν έλειπαν τα σμπάρα. Δυστυχώς ουσιαστικά δεν υπήρχαν δρόμοι παρά μόνο δύσβατα μονοπάτια, που περνούσαν από γυμνά όλο πέτρα βουνά και συχνά στο χείλος βαθύτατων γκρεμών. Όσο για τους πυροβολισμούς άλλο τίποτα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 51 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Οι γονείς

Posted by sarant στο 8 Οκτωβρίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΑπό την προπερασμένη Τρίτη έχω αρχίσει να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Το σημερινό είναι το δεύτερο κεφάλαιο. που και αυτό ασχολείται με τους προγόνους, και ειδικότερα με τον πατέρα του ποιητή (δηλαδή τον πατέρα του παππού μου).Το προηγούμενο, πρώτο κεφάλαιο, βρίσκεται εδώ.

Σ’ αντίθεση με τον πληθωρικό και ασυγκράτητο Μιχάλη, ο γιος του ήταν πράος και μετρημένος χαρακτήρας· αγαπούσε τα γράμματα, του άρεσαν τα χωρατά και τα γλέντια και σιχαινόταν τους καβγάδες και τους τσακωμούς. Έβγαλε το δημοτικό στη Γέρμα και το Σχολαρχείο στο Γύθειο.Το δευτεροβάθμιο αυτό σχολείο, που επίσημα λεγόταν «Ελληνικόν Σχολείον» κι ήταν μια βαθμίδα ανάμεσα σε δημοτικό και γυμνάσιο, έδινε όπως φαίνεται στέρεες και ουσιαστικές γνώσεις στους αποφοίτους του. Ο Δημήτρης πάντως έμαθε πολύ καλά αρχαία ελληνικά και καλούτσικα γαλλικά καθώς και γεωγραφία και πραχτική αριθμητική.

Από τότε που ο πατέρας του ήταν στη φυλακή καταπιάστηκε να οργανώσει το πατρικό του χτήμα. Ήταν θαυμάσιος ξυλουργός και ξυλόγλυπτης και τα περισσότερα έπιπλα και σύνεργα του σπιτιού ήταν έργο των χειρών του. Αργότερα άνοιξε ξυλουργείο στην Τσίπα (το Νέο Οίτυλο) και έφτιαχνε κάθε είδους σκαλιστά έπιπλα, σεντούκια και κασέλες καθώς και τέμπλα εκκλησιών. Τα τέμπλα των εκκλησιών της Τσίπας και του Βαχού είναι δικά του δημιουργήματα.

Γράφτηκε συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό αγροτικό περιοδικό και με τη βοήθεια του εφάρμοσε πολλές πρωτοπόρες για την εποχή και τον τόπο μεθόδους, με αποκορύφωμα την κατασκευή μιας κλωσομηχανής που λειτουργούσε με λάμπες πετρελαίου. Η κλωσομηχανή αυτή έγινε θρυλική σ’ όλη την κεντρική Μάνη, παρά το γεγονός ότι τα εγκαίνια της σημείωσαν παταγώδη αποτυχία. Τα αυγά που βάλανε δεν είχαν γονιμοποιηθεί από πετεινό και κλωσόπουλα δε βγήκαν. Ο Δημήτρης όμως απτόητος επανέλαβε την προσπάθεια και τα τετρα­κόσια πουλιά που του έδωσε η μηχανή βούλωσαν τα στόματα και των πιο δύσπιστων. Κόσμος και κοσμάκης ήρθαν να δουν τη θαυματουρ­γή κατασκευή «που έβγαζε κλωσόπουλα χωρίς κλώσες» κι ο πα­πάς του Βαχού, αφού περιεργάστηκε το μηχάνημα πολλήν ώρα σκυθρωπός, πήρε παράμερα τον Δημήτρη και του ’πε:

«Αυτά, παιδί μου Δημήτρη, είναι δουλειές του Οξαποδώ. Κοίτα να το καταστρέψεις αυτό το πράγμα πριν χάσεις την ψυχή σου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 75 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ο παππούς ο Μιχάλης

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2013

mimis_jpeg_χχsmallΑπό σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης» (1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Το σημερινό πρώτο κεφάλαιο ασχολείται με τους προγόνους, και ειδικότερα με τον παππού του ποιητή (δηλαδή τον παππού του παππού μου).

Ο ποιητής γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1903 στη Γέρμα, ένα μικρό  χωριό της κεντρικής αποσκιαδερής Μάνης. Ήταν το τέταρτο παιδί του Δημήτρη και της Ισαβέλλας, που συνολικά στα δώδεκα πρώτα χρόνια του γάμου τους απόχτησαν οχτώ παιδιά, ένα κορίτσι και εφτά αγόρια.

Οι γονείς του ποιητή κατάγονταν από δυο αντιμαχόμενες εχθρικές πατριές, από τους Βασιλιάνους ο πατέρας και από τους Γιωργακιάνους η μητέρα. Τα συγγενολόγια αυτών των πατριών απλώνονται σε καμιά δεκαριά χωριά της Κεντρικής Μάνης, από το Οίτυλο και την Κελεφά ως τον Αη Βασίλη και τη Μαραθέα.

Η οικογενειακή μυθολογία ανάγει την αρχή των πατριών στην ύστερη Φραγκοκρατία, όταν δυο αδέλφια, ο Βασίλης κι ο Γιωργάκης, γιοι κάποιου βυζαντινού άρχοντα που λεγόταν Μιχαήλ (όλες οι επιφανείς μανιάτικες οικογένειες κατάγονται από κάποιον βυζαντινό άρχοντα…), καταφύγαν στη Μάνη για να γλιτώσουν από τους δολοφόνους του πατέρα τους. Εγκαταστάθηκαν στο Οίτυλο κι ήταν σ’ όλην τη ζωή τους αγαπημένοι. Το ίδιο και τα παιδιά τους.  Τα εγγόνια τους όμως χωρίστηκαν από οικονομικές αιτίες και από τότε ανάμεσα στους απογόνους του Βασίλη, τους Βασιλιάνους και του Γιωργάκη, τους Γιωργακιάνους γεννήθηκε μίσος βαθύ, που με τη σειρά του  γέννησε αιματηρούς γδικιωμούς και πολύνεκρες συγκρούσεις. (Οι Μανιάτες δεν μεταχειρίζονται τον όρο ‘βεντέτα’ για την εθιμική αντεκδίκηση, αλλά το ‘γδικιωμός’).

Σε μια φάση της αιωνόβιας αυτής έχθρας, οι Γιωργιακιάνοι είχαν καταφέρει να σκοτώσουν όλους τους αρσενικούς Βασιλιάνους, αλλά μια έγκυος Βασιλόνυφη, που κατέφυγε για προστασία στο επίσης ισχυρό γένος των Κυβελιάνων, γέννησε αρσενικό παιδί, που με τα χρόνια αναγέννησε τη γενιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 61 Σχόλια »

Μια επίσκεψη στη Μάνη (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Ο πατέρας μου, θα θυμάστε, μόλις επέστρεψε από μιαν εκδρομή στην Αίγινα όπου έκανε μια γνωριμία που άλλαξε τη ζωή του.

mimis_jpeg_χχsmallΜη αντέχοντας να παραμένω άπρακτος ως την επόμενη μετάβασή μου στην Αίγινα, παρέσυρα τον ξάδερφο μου τον Μίμη σε μια εκδρομή στη Μάνη. Στα τέλη του περασμένου Μάη είχε πεθάνει ο παππούς μας. Τα τελευταία χρόνια είχε καταβληθεί πολύ από την νόσο του Πάρκινσον και μ΄ όλο που ήταν εβδομηνταεφτά χρονών, έδειχνε πολύ πιο γέρος. Κατά κάποιον τρόπο αναπαύθηκε. Πρότεινα το ταξίδι μας στο πατρογονικό μας σπίτι, σαν είδος  μνημόσυνο στη μνήμη του.  Η γιαγιά στην αρχή είχε κάποιους φόβους. Η οικογένειά μας, με εξαίρεση τον θείο τον Κώστα, ήταν χαρακτηρισμένη αριστερή και μ΄όλο που τα πράγματα είχαν πια ησυχάσει, φοβόταν μήπως κάποιος εγχώριος Χίτης μας κάνει κακό. Εμείς την καθησυχάσαμε πως δε θα δίναμε αφορμή.

Ξεκινήσαμε με την οτομοτρίς που μας πήγε ως την Τρίπολη και από κει πήραμε το λεωφορείο για τη Σπάρτη. Δε βιαζόμασταν καθόλου και αποφασίσαμε σε κάθε αναγκαστική, λόγω αλλαγής συγκοινωνιακού μέσου, στάση, να μένουμε όσο μας έπαιρνε. Έτσι, στην Τρίπολη επισκεφθήκαμε τον φίλο του θείου Μιχάλη και συνεργάτη του λεξικού του Ηλίου, τον Ιάκωβο τον Πολυκράτη, που παραθέριζε εκεί.

Ο Ιάκωβος ήταν πολύ ωραίος τύπος, μορφωμένος, πολιτισμένος και λάτρης του Βάκχου. Ήξερε όλες τις ταβέρνες  Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων και όταν ήταν να σε κατατοπίσει για να πας κάπου, τις χρησιμοποιούσε ως σημεία αναφοράς. Πρόπερσι, που πήγαμε για Κούλουμα στης κυρίας Θάλειας, στο Χαλάντρι, ο Ιάκωβος μας καθοδήγησε με τη δικιά του μέθοδο.

“Θα πάρτε το λεωφορείο και θα βγείτε στην πλατεία, στην εκκλησιά. Εκεί πιο κάτω είναι η ταβέρνα “ο Χρήστος”. Θα πάρετε το δρόμο δεξιά της ταβέρνας και σε εκατό μέτρα θα βρείτε το ουζερί “τα τρία αδέρφια”. Εκεί θα στρίψετε και λίγο πιο κάτω στο κέντρο “Το στέκι των φίλων” θα πάρετε τη μάντρα της Ριζαρείου και θα φτάσετε στο σπίτι της Θάλειας”

Πραγματικά ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του φτάσαμε χωρίς περιπλανήσεις στο εξοχικό της φίλης μας.

Και ο πατέρας του Ιάκωβου, ο Θεμιστοκλής Πολυκράτης, σπουδαίος μουσικός, που είχε συνθέσει αρκετές πολύ γνωστές καντάδες, ήταν επίσης, και μάλιστα σε κάπως υπερβολικό βαθμό, λάτρης του Βάκχου και οι φίλοι του τον έλεγαν, παραφράζοντας το όνομά του Μεθυστοκλή Πολυκράση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 37 Σχόλια »

Μνήμη Νίκου Κατσικάρου

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2010

Το κείμενο αυτό του πατέρα μου, Δημ. Σαραντάκου, θα δημοσιευτεί στο περιοδικό «Μάνη». Η φωτογραφία παρακάτω είναι από την τελευταία δικιά μου επίσκεψη στο πατρογονικό μας σπίτι, στο χωριό Γέρμα Λακωνίας, πριν από κάμποσα χρόνια.

Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου βρεθήκαμε οικογενειακώς στη Μάνη. Είχα αρκετά χρόνια να έρθω στα πατρογονικά μου και με ξάφνιασε ευχάριστα η αλλαγή προς το καλύτερο, που διαπίστωσα, σε όλα τα πεδία, όχι μόνο στις υποδομές (άνετοι καλοφτιαγμένοι δρόμοι, δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, πολύ ωραία κτίσματα), αλλά και στο εποικοδόμημα, στον πολιτισμό. Παρακολουθήσαμε θεατρικές παραστάσεις,  και συναυλίες, επισκεφθήκαμε εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής, απολαύσαμε το πρωτότυπο «Φεστιβάλ Γευσιγνωσίας» στην Αρεόπολη και γενικά περάσαμε ωραία.

Μέναμε σε συγγενικό μας σπίτι στο Σκουτάρι και κολυμπούσαμε συνήθως στη θαυμάσια ακρογιαλιά της Αγίας Βαρβάρας, με την πεντακάθαρη θάλασσα της. Το πρώτο πράγμα που μου χτύπησε στο μάτι και με συγκίνησε ήταν η επιγραφή «Κατσικάρος» μιας ταβέρνας, εκεί στην ακτή, γιατί μου θύμισε έναν σπουδαίο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στα νιάτα μου και που λεγόταν έτσι.

Φθινόπωρο του 1955. Μόλις είχα απολυθεί από τον Στρατό και οι καιροί ήταν δύσκολοι. Ειδικότερα εμείς οι χημικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, αντιμετωπίζαμε οξύτατο πρόβλημα ανεργίας, καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμα ούτε η εκβιομηχάνιση, ούτε η ανοικοδόμηση, που σημάδεψαν τη δεκαετία 55-65.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , , | 13 Σχόλια »