Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘γαλλισμοί’

Τότε ήταν τα γαλλικά

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2020

Στο Πόλεμος και ειρήνη του Τολστόι, όταν φτάσουμε στο 1812 και ο Ναπολέων έχει επιτεθεί στη Ρωσία και πλησιάζει απειλητικά στη Μόσχα, ο συγγραφέας μάς λέει πως οι Μοσχοβίτες αστοί, μπροστά στο κακό που ερχόταν και φαινόταν ακάθεκτο το έριξαν στις διασκεδάσεις, σαν αντίδραση για να μην σκέφτονται τα δεινά που τους περίμεναν. «Καιρό είχαν να διασκεδάσουν τόσο στην παλιά πρωτεύουσα, όσο εκείνη τη χρονιά». Παλιά πρωτεύουσα, διότι την εποχή εκείνη πρωτεύουσα ήταν η πόλη του Πέτρου, το Πέτρογκραντ, μετεπειτα Λένινγκραντ, τώρα Πετρούπολη αλλά όχι πια πρωτεύουσα.

Με μια διαφορά: σε πολλά μοσχοβίτικα σαλόνια επειδή τα γαλλικά ήταν πια η γλώσσα του εχθρού, η καλή κοινωνία απόφευγε να χρησιμοποιεί γαλλικά. Έτσι, στο κεφάλαιο 17 του 10ου βιβλίου, ο Τολστόι περιγράφει μια συζήτηση στο σαλόνι της υπέρπλουτης Ζιουλί Ντρουμπετσκάγια (βάζω τα ονόματα όπως τα αποδίδει η Κοραλία Μακρή), οπου η οικοδέσποινα επιπλήττει τους προσκαλεσμένους της, που χλευάζουν τον Πιέρ Μπεζούχοφ, λέγοντας:

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ανακατεύοντας ρωσικά και γαλλικά.

Να κάνω μια παρένθεση εδώ. Στη μετάφρασή της η Κοραλία Μακρή δεν ειδοποιεί τον αναγνώστη ποιες λέξεις και φράσεις είναι στα γαλλικά και ποιες στα ρωσικά, μεταφράζει όλο το κείμενο στα ελληνικά. Σε μια ιντερνετική συζήτηση ο φίλος μας ο Κορνήλιος είχε πει ότι δεν θα αγόραζε τη συγκεκριμένη μετάφραση γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, που το βρίσκω υπερβολικό. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο έχει σημασία να υποδεικνύονται οι γαλλικούρες των συνομιλητών -και η μεταφράστρια τις δηλώνει έμμεσα.

Λοιπόν, μόλις η Ζιουλί λέει

— Ο Μπεζούχοφ est ridicule, μα είναι τόσο καλός, τόσο αξιαγάπητος. Τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε τόσο caustique;

ή, στα ρωσικά,

— Безухов est ridicule, но он так добр, так мил. Что за удовольствие быть так caustique?

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση της και ένας νεαρός με στολή εθνοφύλακα, που η Ζιουλί τον αποκαλεί «ο ιππότης μου», φωνάζει:

— Πρόστιμο!

Και μαθαίνουμε πως όποιος ξεχνιόταν και παράβαινε τον κανόνα και χρησιμοποιούσε γαλλικές λέξεις ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει πρόστιμο, το οποίο πήγαινε σε κάποιο δημοσιο ταμείο για την πολεμική προσπάθεια. Αυτό ήταν πρωτοβουλία των αριστοκρατών που δέχονταν κόσμο στο σπίτι τους, όχι κάποιο άνωθεν επιβεβλημένο μέτρο.

Παρεμπιπτόντως, αν δείτε το ρωσικό κείμενο, η λέξη για το «πρόστιμο» είναι Штраф, στραφ. Αυτό δεν έχει σχέση με το δικό μας «πήγε στράφι», που είναι δάνειο από τα τουρκικά, έχει όμως σχέση με, ακριβέστερα προέρχεται από, το γερμανικό Strafe, τιμωρία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάποιος συγγραφέας που ήταν επίσης καλεσμένος, υποστήριξε πως η οικοδέσποινα έπρεπε επίσης να πληρώσει πρόστιμο για τον γαλλισμό που χρησιμοποίησε, διότι το «τι ευχαρίστηση βρίσκετε να’στε» («Удовольствие быть» στο πρωτότυπο) δεν είναι ρωσική έκφραση.

Η Ζιουλί ευχαρίστως δέχεται να πληρώσει για το caustique, όχι όμως και για τον γαλλισμό, διότι δεν έχει λεφτά και καιρό να πάρει δάσκαλο για να μάθει ρωσικά.

Λίγο αργότερα, κι ενώ έχει έρθει στη συντροφιά και ο πρίγκιπας Πιέρ, η Ζιουλί του ρίχνει μια σπόντα για τη Νατάσα, εκείνος κοκκινίζει και δεν παραδέχεται τον έρωτά του, οπότε η Ζιουλί:

Ну, полноте, милый граф, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

Ελάτε τώρα, κύριε κόμη, c’est la fable de tout Moscou. Je vous admire, ma parole d’honneur.

δηλαδή: όλη η Μόσχα βοά. Εγώ σας θαυμάζω, λόγω τιμής!

Και βέβαια, ο νεαρός του προηγούμενου επεισοδίου φωνάζει πάλι «Πρόστιμο!» και η οικοδέσποινα ξεσπάει: «Καταντάει αδύνατο να μιλήσει κανείς».

Και σε πολλά άλλα σημεία στο αριστούργημα του Τολστόι οι αριστοκράτες παρεμβάλλουν λέξεις και φράσεις γαλλικές στην ομιλία τους. Ίσως όχι τυχαία, το μυθιστόρημα αρχίζει με μια γαλλορωσική παράγραφο, δηλαδή πιο πολλά γαλλικά από ρωσικά, όπου η Άννα Πάβλοβνα Σέρερ καταγγέλλει τον Ναπολέοντα στα γαλλικά με λίγες ρωσικές λέξεις ανάμεσα:

Eh bien, mon prince. Gênes et Lucques ne sont plus que des apanages, des поместья, de la famille Buonaparte. Non, je vous préviens que si vous ne me dites pas que nous avons la guerre, si vous vous permettez encore de pallier toutes les infamies, toutes les atrocités de cet Antichrist (ma parole, j’y crois) — je ne vous connais plus, vous n’êtes plus mon ami, vous n’êtes plus мой верный раб, comme vous dites. Ну, здравствуйте, здравствуйте. Je vois que je vous fais peur, садитесь и рассказывайте.

Οπότε, είναι και κουραστικό να υποσημειώνει ο μεταφραστής ποιες φράσεις λέχθηκαν στα γαλλικά στο πρωτότυπο. Σήμερα που η γαλλομάθεια έχει υποχωρήσει φαντάζομαι πως και οι Ρώσοι αναγνώστες του Τολστόι θα έχουν ανάγκη από υποσημειώσεις. Άλλωστε στη Βικιθήκη το κείμενο του Τολστόι συνοδεύεται από υποσημειώσεις με μετάφραση των γαλλικών αποσπασμάτων.

Βέβαια, μόνο οι αριστοκράτες (και οι στρατιωτικοί, που είναι περίπου το ίδιο) διανθίζουν τον λόγο τους με γαλλικά, όχι ο λαός. Διαβάστε τον Τολστόι και θα νιώσετε γιατί ήταν αναπόφευκτη η οκτωβριανή επανάσταση.

Όμως με γαλλικά διάνθιζε τον λόγο της, εκατό χρόνια μετά τους Μοσχοβίτες του Τολστόι, και η ελληνική καλή κοινωνία, κι αυτό έχει αποτυπωθεί και σε ελληνικά λογοτεχνικά έργα.

Θα υπάρχουν πολλά του μεσοπολέμου όπου ο διάλογος των μεγαλοαστών διανθίζεται με γαλλικούρες, εγώ θυμάμαι τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση. Ο Κλέο (Κλέαρχος) Κιτρινάκης, ο εξ απορρήτων των Σκλαβογιάννηδων, σκορπίζει αφειδώς γαλλικές φράσεις, όπως:

— Κάθε άλλο! Τον σεβόμαστε όλοι. Ήταν τόσο κύριος! Un prince doublé d’un général, quoi!

όταν απορεί για ποιο λόγο παραιτήθηκε κι έφυγε άρον άρον ο Αρκάνοφ, πρίγκιπας και στρατηγός στην τσαρική Ρωσία, που είχε καταντήσει να δουλεύει σοφέρ για τους Σκλαβογιάννηδες.

Κι άλλοι όμως χρησιμοποιούν γαλλικά στο μυθιστόρημα και βέβαια ο Καραγάτσης δεν έχει βαλει υποσημειώσεις -όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.Το 1938 η γαλλομάθεια ήταν ίσως μεγαλύτερη από τη σημερινή, αν όχι στον γενικό πληθυσμό πάντως μεταξύ του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, οι γαλλικές φράσεις στον Γιούγκερμαν δεν είναι πολλές και δεν νομίζω πως αποτελούν σοβαρό πρόβλημα ακόμα κι αν ο αναγνώστης δεν ξέρει γρυ γαλλικά.

Ο Καραγάτσης παραθέτει τις φράσεις στα γαλλικά. Ο Ψαθάς στη Μαντάμ Σουσού νομίζω πως τις μεταγράφει με το ελληνικό αλφάβητο. Δεν έχω πρόχειρο το βιβλίο αυτό, αλλά θυμάμαι ένα απόσπασμα, όπου κουτσομπολεύουν τη Σουσού κάποιοι, αναπαράγοντας φήμες που διαδίδονται για το πρόσωπό της, ότι ήταν στο εξωτερικό αλλά ήρθε στην Αθήνα επειδή «δεν μπορούσε να συνεχίσει λα βι σκανταλαίζ κ’ ελ μεναί» (τη σκανδαλώδη ζωή που έκανε). Ούτε ο Ψαθάς βάζει επεξήγηση της γαλλικούρας, βέβαια.

Τα γαλλικά είχαν αυτόν τον ρόλο, της κυρίαρχης ξένης γλώσσας, ίσαμε τον δεύτερο πόλεμο. Κάποτε είχαν και τα ελληνικά παρόμοια θέση, πολύ παλιότερα, μετά τα λατινικά, μετά, για ένα διάστημα στη Μεσόγειο, ήταν τα ιταλικά. Το να αναδειχτεί μια γλώσσα σ’ αυτή τη θέση ελάχιστα καθορίζεται από «εγγενείς αρετές» της γλώσσας, διότι αν ήταν έτσι δεν θα έδυε η μια παγκόσμια γλώσσα για ν’ ανατείλει η άλλη. Καθοριστικό ρόλο παίζει η οικονομική ισχύς και το πολιτισμικό γόητρο του πολιτισμού που είναι φορέας της κάθε γλώσσας.

Σήμερα είναι τα αγγλικά -αλλά σήμερα υπάρχει μια διαφορά, ο γενικευμένος αλφαβητισμός. Στη Ρωσία του 1820 ο μουζίκος δεν είχε την παραμικρή επαφή με τις γαλλικούρες των αφεντάδων του. Στην Ελλάδα του 1920 ο λαϊκός άνθρωπος θα έπιανε ξώφαλτσα κάποιο γαλλικό. Στην Ελλάδα του 2020 αγγλικά ξέρουν όλοι, ή τέλος πάντων όλοι οι νεότεροι, και έρχονται σε στενή και ολόπλευρη επαφή με την κυρίαρχη γλώσσα. Ο Πετρούνιας έλεγε ότι αυτό επηρεάζει διαφορετικά την εξέλιξη της ελληνικής:

Παλιότερα, η καθαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επικαλύ­πτονταν σε μεγάλο βαθμό. H παραδοσιακή καθαρεύουσα στηριζόταν ενμέρει στα γαλλικά. Όμως η γλώσσα αυτή ήτανε γνωστή σε λίγους, ενώ η κα­θαρεύουσα και το ιδίωμα των μορφωμένων επίσης περιορίζονταν σε μικρό αριθμό ομιλητών, έτσι ώστε η ευρύτερη γλώσσα, παρόλο που φυσικά εξε­λισσόταν, παρέμενε αυτόνομη και δέν πλησίαζε πολύ προς τα γαλλικά.

Σήμερα η νεοκαθαρεύουσα μιμείται πραγματικά ή υποθετικά πρότυπα της αγγλικής, επηρεάζοντας και το λόγιο ιδίωμα. Τούτο, λόγω της διάδο­σης της παιδείας, γίνεται ευρύτερα γνωστό, ενώ και γενικότερα η πλειονό­τητα των νέων μαθαίνει αγγλικά, έτσι ώστε η εξέλιξη αυτή ενισχύεται και απο μή λόγιο δανεισμό. Το αποτέλεσμα είναι οτι ολόκληρη η νέα ελληνική εξαγγλίζεται. Ολόκληρο το άρθρο εδώ.

Μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος, από μεγάλη επαρχιακή πόλη, ότι ο οχτάχρονος γιος του, καθώς τώρα με την καραντίνα είναι κλεισμένος στο σπίτι και έχει κολλήσει στο Γιουτούμπ, έχει μάθει καλά αγγλικά -με αμερικάνικη προφορά- αλλά και έχει βάλει αγγλισμούς στον λόγο του:

— Δεν δουλεύει το κόλπο σου, πατέρα, είπε τις προάλλες.

Αν ήταν στο σαλόνι της Ζιουλί, μπορεί να απαιτούσαν να πληρώσει πρόστιμο.

Να κλείσουμε με Τολστόι. Το κεφάλαιο που λέγαμε τελειώνει με την Ζιουλί να κουτσομπολεύει την πριγκίπισσα Μπαλκόνκσκαγια, που προσπαθώντας να φύγει από τα Λίσι Γκόρι βρέθηκε σε δύσκολη θέση αλλά την έσωσε ο Νικολάι Ροστόφ.

Και αφού κάποιος παρατηρήσει πως αυτή η φασαρία έγινε για να βρεθούν γαμπροί για όλες τις μεγαλοκοπέλες, η οικοδέσποινα παρατηρεί:

— Και, ξέρετε, ενώ νομίζω πως η Μαρία είναι un petit peu amoureuse du jeune homme. [λιγάκι ερωτευμένη με τον νεαρό]

Οπότε βέβαια όλοι φωνάζουν εν χορώ: Πρόστιμο! Πρόστιμο! Πρόστιμο!

Και η καημένη η Ζιουλί εξανίσταται:

— Μα, τελοσπάντων, πώς να το πει κανείς αυτό στα ρωσικά;

 

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλώσσες, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 253 Σχόλια »