Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γεράσιμος Βώκος’

Ο κύριος Πρόεδρος και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2017

b75333Μέσα στις γιορτές διάβασα το μυθιστόρημα «Ο κύριος Πρόεδρος» του Γεράσιμου Βώκου. Εκδόθηκε το 1893, όταν ο συγγραφέας του ήταν εικοσπεντάχρονος, με υπότιτλο «Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα» από το τυπογραφείο της Ακροπόλεως του δαιμόνιου Βλάση Γαβριηλίδη. Εκδόθηκε ξανά το 2003 σε επιμέλεια του Παν. Μουλλά.

Ο Γαβριηλίδης, όπως επισημαίνει ο Μουλλάς στην πλούσια εισαγωγή του, είχε σωστά διαγνώσει ότι με την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας υπήρχε πια αναγνωστικό κοινό που διψούσε για σύγχρονο λαϊκό αθηναιογραφικό μυθιστόρημα σε επιφυλλίδες, κατά τα γαλλικά πρότυπα, και ενθάρρυνε δημοσιογράφους και συγγραφείς να στραφούν στην αθηναιογραφία.

Ο Γεράσιμος Βώκος (1868-1927) ήταν πολυτάλαντος: ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος αλλά επίσης μουσικός και ζωγράφος, είναι γνωστότερος ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Καλλιτέχνης γύρω στο 1910, ενώ τα τελευταία 10-15 χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι ως ζωγράφος και εκεί πέθανε.

Το βιβλίο του δεν είναι αριστούργημα, αλλά αν άξιζε να επανεκδοθεί το 2004 και αν αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως (αντιγράφω τον Μουλλά) για τη σατιρική του διάσταση, που το διαφοροποιεί από τα εμπορικά έργα του χάπι εντ, και για τη χωρίς αυταπάτες περιγραφή των ρουσφετολογικών μηχανισμών των πολιτικάντηδων. Ο Βώκος ρίχνει τα βέλη της σάτιράς του και στις δύο παρατάξεις, αλλά ίσως κρατάει τα πιο φαρμακερά για τους κόλακες του Τρικούπη.

Διότι βέβαια ο κύριος Πρόεδρος είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, μόνο που στο έργο λέγεται Χαρίδημος Μεγαλοϊδεάτης, ενώ ο αντίπαλός του, ο Θ. Δηλιγιάννης, έχει βαφτιστεί Φερεκίδης. Πρωταγωνιστεί στο έργο η οικογένεια του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός του Μεγαλοϊδεάτη, που παύθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση και περιμένει τώρα, που ο Μεγαλοϊδεάτης επανήλθε στην εξουσία, να διοριστεί ξανά. Ύστερα από πολλές δοκιμασίες, ο Αχτύπης επιτέλους διορίζεται, όπως και ο μεγάλος γιος του σε άλλη δημόσια θέση. Η μεγάλη του κόρη έχει δεσμό με έναν ανθυπολοχαγό και απορρίπτει τα προξενειά ενός γείτονα σιδερά (που τον αποκαλούν γύφτο, επαγγελματικώς και όχι εθνογραφικώς). Ο ανθυπολοχαγός την παρατάει για μια μεγαλοπροικούσα φίλη της, αλλά εκείνη πλέκει ειδύλλιο με έναν μικρασιάτη (από τη Ρόδο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Η ρεμπέτα, οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2013

Το σημερινό άρθρο, για την ετυμολογία των λέξεων «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο», λογαριάζω να το γράψω εδώ και πολύν καιρό, από τότε που, σε μια συζήτηση πριν από ένα χρόνο και βάλε, ένας επισκέπτης υποστήριξε (σχόλιο αριθ. 103 εδώ) ότι: «Η λέξη “ρεμπέτικος” είναι παραφθορά της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης λογίας “ρεμβαστικός” και προέρχεται από το ρήμα “ρέμβω” ή “ρεμβάζω” απ’ όπου και ο ρέμπελος = ο σπαταλών τον χρόνον αναιτίως, άρα αραχτός και αντικοινωνικός…». Στη συνέχεια έγραψε για το θέμα ο αγαπητός Δύτης των Νιπτήρων, σε ένα δικό του εξαιρετικό άρθρο αλλά και στα έξοχα σχόλια που έγιναν, οπότε θα έλεγε κανείς ότι εξαντλήθηκε το θέμα. Ύστερα όμως ο φίλος Σπύρος Ζερβόπουλος, που έχει εξελιχτεί σε δεινό αναδιφητή των σωμάτων κειμένων, μου έστειλε με ηλεμήνυμα ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες, που θα ήταν κρίμα να μη δημοσιευτούν, ενώ η πλάστιγγα έγειρε οριστικά όταν πριν από μερικές μέρες ένας παλιός γνωστός μού ζήτησε τη γνώμη μου για την ετυμολογία της λέξης, επειδή τη χρειαζόταν ένας φοιτητής του σε μια εργασία του. Έτσι, αποφάσισα να γράψω κι εγώ για την ετυμολογία του ρεμπέτη, συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν. Ωστόσο, ο έπαινος αξίζει στον Δύτη και στους σχολιαστές του καθώς και στον Σπ. Ζερβόπουλο: εγώ απλώς συνοψίζω.

Πριν προχωρήσουμε, ένα διαφημιστικό διάλειμμα: συνεχίζεται η υποβολή προτάσεων για τη Λέξη της χρονιάς, έχετε καιρό ίσαμε σήμερα στις 11 μ.μ. (ώρα Ελλάδος).

Ξεκινώντας, και πριν μπούμε στο θέμα μας, εύκολα μπορούμε να καταρρίψουμε την «ετυμολογία» που είχε προτείνει ο αρχικός επισκέπτης, ότι τάχα η λέξη ρέμπελος είναι ομόρριζη με τον ρεμπέτη και προέρχεται από το ρήμα «ρέμβω» ή «ρεμβάζω». Ο ρέμπελος είναι βενετικό δάνειο που ανάγεται τελικά στο λατινικό rebellare, από το bellum, πόλεμος. Η λέξη μαρτυρείται αδιατάρακτα στα ιταλικά από τον μεσαίωνα. Αυτή είναι η ομόφωνα αποδεκτή άποψη και δεν μπορεί να κλονιστεί από την ηχητική ομοιότητα ή επειδή σε κάποιον φάνηκε ότι οι ρεμπέτες είναι και ρέμπελοι. Άλλωστε, ρεμπελιό στα μεσαιωνικά ελληνικά δεν σημαίνει αραλίκι αλλά εξέγερση (π.χ. το ρεμπελιό των ποπολάρων).

Πάμε τώρα στο κυρίως θέμα, την ετυμολογία των λέξεων ‘ρεμπέτης’ και ‘ρεμπέτικο’. Όπως είδαμε, ο επισκέπτης πιο πάνω υποστηρίζει την προέλευση από το ρήμα «ρέμβω» (που σήμαινε, στην αρχαιότητα, μεταξύ άλλων, «περιφέρομαι, περιπλανώμαι»), μια άποψη που, αν και δεν τη δέχεται κανένα μεγάλο λεξικό μας, ακούγεται αρκετά, κυρίως από μελετητές του ρεμπέτικου, σαν τον Κ. Φέρρη, οι οποίοι επιπλέον επικαλούνται το λεξικό του Δουκάγγιου (1688) όπου υπάρχει το λήμμα «ρεμπιτός» (με τη σημασία «πλανημένος»), παραφθορά του «ρεμβός» (ο αναιτίως πλανώμενος). Πηγή του Δουκαγγίου είναι ο Μέρσιος (Meursius ή Johannes van Meurs), o Φλαμανδός ελληνιστής που έγραψε στις αρχές του 17ου αιώνα.

Κοντά σε αυτά, υπάρχει και το ρήμα «ρέμπομαι», πιθανώς μετεξέλιξη του «ρέμβομαι», που υπάρχει και στον Ερωτόκριτο, αλλά και σήμερα στην κρητική διάλεκτο, και που έχει πάρει άλλες σημασίες, κυρίως «νέμομαι» ή και «περηφανεύομαι». Ας πούμε, στον Ερωτόκριτο, «επέτετο κι ερέμπετο στην αρχοντιά την τόση» ή «μα ρέμπεται στις αφεντιές, στα πλούτη ντου καυκάται».

Το κακό με τη «θεωρία των ρεμπετολόγων» είναι ότι αφενός λείπουν εντελώς οι ενδιάμεσοι τύποι από το «ρέμπομαι» και το «ρεμπιτός» του Μεσαίωνα ως τον ρεμπέτη, και αφετέρου ότι η σημασιακή απόσταση μεταξύ του «ρέμπομαι» και του «ρεμπέτης» είναι αρκετά μεγάλη. Την απόσταση αυτή προσπαθούν να τη γεφυρώσουν με κατασκευές όπως ότι «ρέμπομαι» σήμαινε τάχα «ζω μποέμικα», αλλά αυτό δεν προκύπτει από τα κείμενα παρά (μου) φαίνεται σκέτος υποκειμενισμός.

Στη μελέτη του Περί της λέξεως «ρεμπέτικο» το ανάγνωσμα…, ο Πάνος Σαββόπουλος (απλή συνωνυμία με τον Διονύση) απαριθμεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 θεωρίες για την προέλευση της λέξης. Ο Σαββόπουλος τις απορρίπτει και τις δεκαπέντε για να προτείνει μια δέκατη έκτη, η οποία προσπαθεί να θεραπεύσει τα ελαττώματα της «θεωρίας των ρεμπετολόγων», δηλαδή της προέλευσης από το «ρέμπομαι» και/ή το «ρεμπιτός». Αφού επισημάνει ότι η λέξη ρεμπέτικο πρωτοεμφανίζεται στην ετικέτα ενός δίσκου γραμμοφώνου γύρω στο 1910, προτείνει την εξής ιδέα: ότι τη λέξη «ρεμπέτικο» την έπλασε κάποιος έξυπνος διευθυντής εταιρείας δίσκων (ή στέλεχος εταιρείας) στην Πόλη το 1910, που ήταν διαβασμένος και ήξερε το ρέμπομαι και το ρεμπιτός, στο μοντέλο μποέμης -μποέμικο, ρέμπομαι-ρεμπιτός-ρεμπέτικο, και ότι η λέξη «ρεμπέτης» (που άλλωστε, κατά την καταγραφή του Σαββόπουλου, δεν είναι τόσο συχνή στα τραγούδια της πρώτης εποχής) προήλθε υποχωρητικά από τον εμπορικό όρο «ρεμπέτικο». Επισημαίνει επίσης ο Σαββόπουλος ότι τα τραγούδια που πρωτοχαρακτηρίστηκαν «ρεμπέτικα» δεν ήταν ρεμπέτικα (κατά τη δική του γνώμη και ταξινόμηση, βέβαια -ένα από τα δύο τραγούδια ήταν το γνωστό Τικιτάκ, που το ακούμε εδώ σε μεταγενέστερη δωρική εκτέλεση από τον Μάρκο).

Η ιδέα του Σαββόπουλου είναι ευφυέστατη, δεδομένου ότι ξεμπερδεύει μια και καλή με την απουσία ενδιάμεσων τύπων και τη σημασιακή απόσταση: αφού είναι εμπορική ονομασία, πλάσμα της λεξιπλαστικής φαντασίας ενός έξυπνου και μορφωμένου αστού, όλα (ή σχεδόν) επιτρέπονται! Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως η ευφυής θεωρία του Σαββόπουλου περιέχει και το κλειδί για την ανασκευή της: αν η λέξη πλάστηκε «εκ του μηδενός» από έναν λόγιο το 1910, είναι φανερό πως αν βρούμε τη λέξη «ρεμπέτικο» (ή και τη λέξη «ρεμπέτης», που είναι παράγωγό της κατά Σαββόπουλον) σε κείμενο παλιότερο από το 1910 η θεωρία καταρρέει (σαν χάρτινος πύργος, αν σας αρέσουν τα κλισέ).

Τέτοιο κείμενο βρέθηκε (και όχι μόνο ένα), οπότε μπορούμε να βάλουμε στο αρχείο τη θεωρία του Σαββόπουλου. Όπως φανέρωσε πρώτος στο ιστολόγιο του Δύτη των Νιπτήρων ο χρήστης με το ψευδώνυμο spatholouro, που είναι γνωστός μελετητής και συγγραφέας, αλλά δεν θα αποκαλύψω την ταυτότητά του αν εκείνος δεν το θέλει, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1871 εμφανίζεται κατ’ επανάληψη η λέξη «ρεμπέτα». Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται» του Μηνά Χαμουδόπουλου  (1843-1908), που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σμύρνη αλλά μετά το 1880 έζησε στην Πόλη και που βρίσκω να χαρακτηρίζεται, σε ένα βιβλίο του, «Μέγας ρήτωρ της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, δημοσιογράφος, ιστορικός, γεωγράφος, πολιτικός, φορέας της ελληνορθοδόξου παραδόσεως». Ο Χαμουδόπουλος ήταν βεβαίως όλα αυτά, αλλά στα νιάτα του έγραψε και το λαϊκό αυτό μυθιστόρημα, τους Νυκτοκλέπτες, που εντάσσεται στην παράδοση των απόκρυφων μυθιστορημάτων, που διηγούνται με αρκετήν εντυπωσιοθηρική διάθεση ιστορίες με πρωταγωνιστές από τον υπόκοσμο, όπως ήταν τα Μυστήρια των Παρισίων, και που για να γραφτούν χρειάζονταν αστική συγκρότηση, γι’ αυτό και στη γλώσσα μας πρωτοεμφανίστηκαν στη Σμύρνη και στην Πόλη και όχι στην Αθήνα. Νυκτοκλέπται είναι αυτοί που μπαίνουν τη νύχτα σε κοσμηματοπωλεία και άλλα καταστήματα ή σπίτια με πλούσια λεία και κλέβουν. Διαρρήκτες θα τους λέγαμε σήμερα.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που αν δεν το εκδώσει κανείς άλλος σκέφτομαι να το εκδώσω εγώ στο κοντινό μέλλον γιατί έχει φοβερό γλωσσικό ενδιαφέρον και μπορεί να ανατρέψει αρκετές ετυμολογήσεις -ίσως γράψω ειδικό άρθρο για το θέμα. Πιστός στα θέσμια της εποχής, ο Χαμουδόπουλος χρησιμοποιεί αρχαΐζουσα καθαρεύουσα στην αφήγηση και τις περιγραφές, αλλά στους διαλόγους διασώζει (ενδεχομένως) τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην πιάτσα της εποχής, φιλτραρισμένη βέβαια. Δείγμα γραφής:

Ο κάπηλος, όστις εν τω μεταξύ καταλιπών το λογιστήριόν του είχεν έλθει και λάβει μέρος ως ακροατής εις τον διάλογον των δύο τούτων, παρεισέδυ και αυτός εις την ομιλίαν επίκουρος του γέροντος:

— Άκουσε, Παναγιώτη, του είπε, τον Δεσποτόπουλο. Αυτός από πενήντα χρόνια κι εδώθε είναι από τους πρώτους της ρεμπέτας και τ’ όνομά του είναι ξακουσμένο μέσα ‘στην Ανατολή και ‘στα Εφτάνησα. Πίστευσέ τον ό,τι σου λέγει, διότι κι ο διάβολος δεν ξέρει όσα ο Παπούς (όνομα χαϊδευτικόν του Δεσποτόπουλου προσαγορευόμενον ούτω υπό των συντρόφων του νυκτοκλεπτών).

Ο Παπούς λοιπόν είναι «από τους πρώτους της ρεμπέτας», και αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ρεμπέτα, λέξη που εμφανίζεται δεκάδες φορές στο μυθιστόρημα, είναι η πιάτσα, ο υπόκοσμος, ή, όπως το ορίζει ο Χαμουδόπουλος, «το σύνολον των νυκτοκλεπτών», σε επεξήγηση που δίνει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του.

Θα προσέξατε βέβαια ότι ο Χαμουδόπουλος δεν καταγράφει τους τύπους «ρεμπέτης, ρεμπέτικο», αλλά αυτό μικρή σημασία έχει σε πρώτο επίπεδο. Όταν από το 1870 τουλάχιστον (και πιθανότατα από πολλές δεκαετίες νωρίτερα) υπάρχει εδραιωμένη στη σμυρνέικη αργκό η λέξη «ρεμπέτα», είναι πολύ φυσιολογικό να παράχθηκε από εκεί ο ρεμπέτης, κατά το σχήμα «η ρεμπέτα – ο ρεμπέτας – ο ρεμπέτης – το ρεμπέτικο», που το έχουμε ξαναδεί στην παραγωγή «η μάγκα [ομάδα άτακτων πολεμιστών, το θέμα αξίζει άρθρο] – ο μάγκας» και είναι απολύτως αδύνατο, κατά τη γνώμη μου, να υπάρχει άλλη προέλευση του ρεμπέτη εκτός από τη ρεμπέτα.

Να σημειωθεί οτι η λέξη «ρεμπέτα» καταγράφεται και στα μεγάλα λεξικά της δεκαετίας του 1930, τον Δημητράκο και την Πρωία, με τη σημασία «άνθρωπος φυγόπονος και διεφθαρμένος, ρεμπεσκές». Ο Δημητράκος καταγράφει και τον τύπο «ο ρεμπέτας», ενώ κανένα από τα δύο λεξικά δεν καταγράφει τις λέξεις «ρεμπέτης» και «ρεμπέτικο».

Από πού όμως ετυμολογείται η λέξη «ρεμπέτα»; Δύο είναι οι επικρατέστερες θεωρίες. Η μια πιθανή προέλευση είναι από το τουρκικό rabιta, που σημαίνει δεσμός, αδελφική φιλία. Το κακό με την άποψη αυτή είναι η αλλαγή τονισμού, αφού η τουρκική λέξη τονίζεται στη λήγουσα, οπότε θα περίμενε κανείς να δώσει στα ελληνικά μια λέξη σαν *ραμπουτάς (όπως από το samata έχουμε ‘σαματάς’). Η άλλη, που τη δέχεται το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη (αν και κατευθείαν για τη λ. ρεμπέτης, χωρίς να αναφέρει τίποτα για τη ρεμπέτα) είναι η προέλευση από τη λέξη rιbat, που σήμαινε ‘στρατιωτικός καταυλισμός, ιδίως μεθοριακός’ αλλά στη συνέχεια, στην ανατολική Μεσόγειο του 19ου αιώνα είχε πάρει τη σημασία «ξενώνας, καραβανσεράι» και «τεκές, άσυλο». Αν σκεφτούμε ότι το τουρκικό rιbat δεν προφέρεται «ριμπάτ» αλλά κάπου ανάμεσα σε «ρεμπάτ» και «ρουμπάτ», δεν απέχουμε πολύ ούτε φωνητικά ούτε σε σημασία. Πάντως, αν δεχτούμε, όπως όλα δείχνουν, ότι ο αρχικός τύπος είναι «η ρεμπέτα» (και μετά «ο ρεμπέτης»), τότε η προέλευση από το rabιta φαίνεται πιθανότερη.

Μια ένσταση που θα μπορούσε να προβληθεί στην προέλευση του ρεμπέτη/ρεμπέτικου από τη ρεμπέτα θα ήταν ίσως ότι οι λέξεις αυτές εισήχθησαν σχετικά όψιμα στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως υποστηρίζει ο Π. Σαββόπουλος στην μελέτη του που ανέφερα πιο πάνω, αλλά και ο καθηγητής Στάθης Gauntlett, ο οποίος, νωρίτερα από τον Σαββόπουλο, είχε επίσης υποστηρίξει ότι ο όρος ρεμπέτικο είναι κατασκευή του τμήματος μάρκετινγκ των δισκογραφικών εταιρειών (Rebetika as a marketing construct). Ωστόσο, αν αναδιφήσουμε τα σώματα κειμένων βρίσκουμε πολλές και στέρεες αναφορές στη ρεμπέτα, που γεφυρώνουν το χρονικό και γεωγραφικό χάσμα από το 1870 και τη Μικρασία ως το 1920 και την ηπειρωτική Ελλάδα. Τα περισσότερα απ’ όσα θα παραθέσω στη συνέχεια, σχεδόν όλα μάλιστα, τα χρωστάω στις έρευνες του δαιμόνιου Spyroszer.

Μετά τον Χαμουδόπουλο βρίσκουμε τη λέξη ρεμπέτα, στο θηλυκό γένος πάντα, στον Ρωμηό του Σουρή.

Στο τεύχος της 16-9-1889, ο Σουρής βάζει τον Τρικούπη να:
Φωνάζει ταγματάρχας και άλλους ανωτέρους,
εδώ κι εκεί σαλπίζει με χίλιαις δυο τρουμπέταις,
κι αμέσως της Ελλάδος καλεί τους Γρεναδιέρους
και τους θωρακοφόρους και όλαις της ρεμπέταις
*
Προσέξτε εδώ: όλες τις ρεμπέτες -> οι ρεμπέτες -> ο ρεμπέτης, να ένας πιθανός τρόπος παραγωγής.

Λίγο αργότερα, στο τεύχος της 29-11-1889, ο Σουρής περιγράφει, με τον δικό του τρόπο, μια θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής:
Αλλά εν μέσω, Περικλή, της θηριώδους πάλης
ως ίππος οιστρηλατηθείς εξώρμησε κι ο Ράλλης
πλην εις την τόσην του ορμήν μια κουτρουβάλα κάνει
και ρίχνει κάτω το κερί του γαύρου Δεληγιάννη,
κι ολίγου δειν του Θοδωρή να κάψη της μπαρμπέταις
για να χαρούν της δεξιάς η παστρικαίς ρεμπέταις.

Και πάλι από τον Ρωμηό, το 1894:
Έξω το πηλίκιον,
το σαχλόν κι ανοίκειον,
κι η κόκκινη γιακέτα
και καθεμιά ρεμπέτα

Και, αρκετά αργότερα, το 1909:
Σ΄ επήραν τα γεράματα, βρε Φασουλή ρεμπέτα,
κι ακόμα για φουστάνια λες και για χορών παρκέτα.

Στην εφημερίδα της Κεφαλλονιάς Ο Κολόμπος, που εξέδιδε το 1891 ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Μολφέτας, σε ηλικία 20 ετών, και συγκεκριμένα στο τεύχος της 6-10-1891, αναγγέλεται η απόφαση του ποιητή να φύγει για την Αθήνα, για να σπουδάσει στη Νομική όπως ήθελε ο πατέρας του, καθώς και η πρόθεσή του να εκδώσει εκεί άλλη σατιρική εφημερίδα, τον Αίσωπο, με τους εξής στίχους:
Σιγά – σιγά θα δης και τον Μολφέτα
να γίνη ένας άνθρωπος τρανός
θ’ αφήση πλέον τη ρεμπέτα
και θα γίνη συγγραφέας κλεινός
και τον Αίσωπο θα βγάνη στην Αθήνα

(αν δεν το κάτση καθώς η Ταορμίνα).
Βλέπουμε εδώ ότι η ρεμπέτα έχει τη σημασία της ανέμελης, της ρέμπελης ζωής, και δεν είναι χαρακτηρισμός προσώπου.

Μετά τον Χαμουδόπουλο, η επόμενη καταγραφή της λέξης ρεμπέτα σε λογοτεχνικό βιβλίο είναι στο Ο Κύριος Πρόεδρος – πρωτότυπον κοινωνικο-πολιτικόν μυθιστόρημα του Γεράσιμου Βώκου (1893, στην Ανέμη).
..Ενθυμείται μίαν φοράν εις τα νειάτα του επί Κουμουνδούρου, όταν ήτο ανθυπολοχαγός και τον είχαν τοποθετήσει στη Βόνιτζα, τι θραύσι έκανε! Τους ετσάκισεν όλους πέρα – πέρα. Καλπονοθεύσεις θέλετε κερατάδες, να καλπονοθεύσεις! Αναποδογύρισε της κάλπαις, τους έβγαλεν όλους έξω και κατόπιν η κάλπαις των υποψηφίων της Κυβερνήσεως ευρέθησαν όλαις γεμάταις από άσπρα, και των αλλωνώνε ντίγκα στα μαύρα, να μα το Χριστό! Αυτό μονάχα; Υπήρχαν χίλια δυο άλλα μέσα. Στα χωριά προ πάντων να έχης ανθρώπους δικούς σου, παλληκαράδες, όχι τίποτα όρνια, τίποτα ρεμπεσκέδες, χουχου! τους φέρνεις όλους άνω – κάτω και με χαστουκιαίς από ‘δώ και με κοντακιαίς από ‘κεί, τον βλέπεις τον χωριάτη και πάει κατ’ ευθείαν με σκυφτό κεφάλι και σε ψηφίζει λέγοντας και ευχαριστώ. Αλλ’ είπεν ο Κούδουνας! Χρειάζονται τα κατάλληλα πρόσωπα, ειδεμή βάλ’ του ρήγανι, δε βγαίνει τίποτε.
Ο αρχειοφύλαξ συνεφώνει πληρέστατα. Η εξουσία! η εξουσία! Ήτο το ασφαλέστερον μέσον επιτυχίας. Φοβίζεις τον κόσμον του παίρνεις τον αέρα! Φαντάσου τώρα εδώ στην Αθήνα μια καλή αστυνομία. Μαζεύη της ρεμπέταις του ο Φερεκίδης να κάνη διαδηλώσεις να φωνάζουν οι λούστροι και οι αφερέγγυοι; Έρχεται η αστυνομία, η έφιππος χωροφυλακή, τους διαλύει αμέσως…     

(σελ. 299-300 του βιβλίου)
Εδώ ο Βώκος χρησιμοποιεί τη λέξη ρεμπέτες, ενικ. η ρεμπέτα, ισοδύναμα με άλλες παρεμφερείς λέξεις όπως κουτσαβάκηδες (σελ. 108), τραμπούκοι (σελ. 181, 182, 307) κλπ.

Σημαντικό είναι κι ένα απόσπασμα από την Πόλη, που το εντόπισε πρώτος ο Νέαρχος Γεωργιάδης (που πρόσφατα έφυγε από τη ζωή), γραμμένο το 1895, μια περιγραφή ενός πανηγυριού στη Σηλυβρία: «…-Λύσε τον κουρσέ σου, αποτείνεται κυρία τις προς την απέναντι αυτής καθημένην,
αυτό είναι μάτια μου παναΰρι ρεμπέτα, όλα λυμένα…» Παναΰρι ρεμπέτα, που επεξηγείται «άτακτο, χωρίς κανόνες, καθωσπρεπισμούς και επισημότητα».

Να προσθέσω ότι τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, στην Πόλη, κάποιος αρθρογράφος, ο Μιχάλης Σώφρων, υπέγραφε με το ψευδώνυμο ο Ρεμπέτας στο σατυρικόν και γελοιογραφικόν ημερολόγιον Καλλικάντζαρος 1918, που εξέδωσε ο Απ. Μελαχρινός, και σε άλλα έντυπα της Πόλης εκείνης της εποχής. Είναι η πρώτη καταγραφή του αρσενικού τύπου «ο ρεμπέτας» στην ονομαστική. Να σημειώσουμε ότι στις παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη ένα πρόσωπο μιας ιστορίας ονομάζεται «ο Γιάννης ο Ρεμπέτης». Η ιστορία προέρχεται από το Λίμπερδο Γυθείου («Ο Μαμαλιάς ο βρικόλακας», αριθ. 958 στις παραδόσεις), αλλά δεν μαθαίνουμε τίποτε διαφωτιστικό για το πρόσωπο αυτό.

Δεν έχουν μπει όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας στη θέση τους, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει αμφιβολία για την γενική προέλευση της λέξης. Όπως όλα δείχνουν, από την οικογένεια αυτή εμφανίστηκε πρώτα η ρεμπέτα, αρχικά με τη σημασία του Χαμουδόπουλου (ο υπόκοσμος) μέσα στη σμυρνέικη αργκό, και μετά ως πανελλήνια πια λέξη στις μεταγενέστερες σημασίες του ανθρώπου που δεν τηρεί κανόνες, που ζει ανέμελα, του φυγόπονου. Η λέξη ρεμπέτικο εμφανίζεται, όπως είπαμε, το 1910 στη δισκογραφία, ενώ η λέξη «ο ρεμπέτης» καταγράφεται ακόμα πιο αργά, αν εξαιρέσουμε τον περίεργο «Γιάννη Ρεμπέτη» στις παραδόσεις του Πολίτη.

Τελειώσαμε; Ναι και όχι. Όχι, επειδή έχουμε αφήσει αρκετές άκρες, που ίσως συγυριστούν στη συζήτηση και στα σχόλιά σας, όμως ναι, διότι  νομίζω ότι πειστικά ανιχνεύτηκε η προέλευση των λέξεων «ρεμπέτης, ρεμπέτικο» από τη «ρεμπέτα» και η προέλευση της λ. «ρεμπέτα» από τα τούρκικα, μάλλον από τη λ. rabιta.

Από την άλλη, δεν είπαμε τίποτα για τη φράση «ρεμπέτ ασκέρ», που δεν υπάρχει στα τούρκικα και πρέπει να είναι ελληνικός τουρκοπρεπής σχηματισμός (κατά τις έρευνες του Spyroszer καταγράφεται πρώτη φορά σε εφημερίδα το 1916), ούτε για τη λ. ρεμπεσκές, που σύμφωνα με μια θεωρία προέρχεται από το ρεμπέτ ασκέρ με συμφυρμό -αλλά, όπως θα προσέξατε στο απόσπασμα του Βώκου, απαντά ήδη το 1893, και όχι μόνο εκεί. Και επειδη η εικασία, που τη δέχεται και το λεξικό Μπαμπινιώτη, προυποθέτει ότι η λέξη ρεμπέτης ή ρεμπέτα είχε γίνει ευρέως γνωστή, στη συνέχεια απ’ αυτήν πλάστηκε η ψευδότουρκη φράση ρεμπέτ ασκέρ και ακολούθως προήλθε απ’ αυτην η λ. ρεμπεσκές, μάλλον πρέπει να την απορρίψουμε.

Αλλά ας το αφήσουμε αυτό για κάποια άλλη φορά, ήδη έχουμε πει πάρα πολλά!

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ρεμπέτικα, Σώματα κειμένων, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 110 Σχόλια »