Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιάννης Μηλιάδης’

Υπήρξε «Εξηκονταρχία Πρεβέζης»;

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο γεννήθηκε από μια συζήτηση σε ομάδα του Φέισμπουκ όπου συμμετέχουν φιλόλογοι. Επειδή από τη συζήτηση φάνηκε ότι πολλοί αγνοούσαν την πληροφορία που θα παρουσιάσω, αποφάσισα να γράψω το άρθρο. Βέβαια, θα πω πράγματα που είναι γνωστά στους καρυωτακικούς, που ίσως με κατηγορήσουν ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά δεν πειράζει. Δεν είναι όλοι οι αναγνώστες φανατικοί με τον Καρυωτάκη, οπότε ας το φέρουμε το καημένο το κουκουβαγιέλι, δεν πειράζει κανέναν και τρώει και τα ενοχλητικά έντομα.

Η Πρέβεζα είναι το τελευταίο ποίημα του Κ. Γ. Καρυωτάκη και ένα από τα δημοφιλέστερα ελληνικά ποιήματα -το 18ο στο γκάλοπ που είχε κάνει πριν από μερικά χρόνια ο Αντώνης Πετρίδης. Η μελοποίησή του από τον Δήμο Μούτση και τον Γιάννη Γλέζο ασφαλώς συνέβαλε στη δημοτικότητά του. Ας το θυμηθούμε:

Πρέβεζα

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Για να αφηγηθώ τηλεγραφικά την ιστορία, ότι ο Καρυωτάκης, δημόσιος υπάλληλος, έχοντας έρθει σε σύγκρουση με τον υπουργό Εσωτερικών Μιχ. Κύρκο (πατέρα του Λεωνίδα) μετατέθηκε δυσμενώς στην Πάτρα και από εκεί αποσπάστηκε στην Πρέβεζα. Φτάνει στην Πρέβεζα στις 18 Ιουνίου 1928. Στις 21 Ιουλίου, 33 μέρες μετά, αυτοκτονεί.

Το ποίημα «Πρέβεζα» το έστειλε αρχικά στον εξάδελφό του Κ.Δ.Καρυωτάκη την 1η Ιουλίου. Είχε τίτλο «Επαρχία» και όχι «Πρέβεζα». Στο γράμμα αυτό λέει στον ξάδερφο: Σου εσωκλείω ένα ποίημα για να γελάσεις και να πληροφορηθείς καλύτερα.

Από την πυκνή αλληλογραφία του Καρυωτάκη με συγγενείς και φίλους βλέπουμε φράσεις στα γράμματά του, που τις μετέπλασε ποιητικά και τις έβαλε στο ποίημα. Έτσι, στις 22 Ιουνίου γράφει στον εξάδελφό του Θόδωρο Καρυωτάκη:

Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α΄ Γραμματεύς επήγαινε δώθε-κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιότατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ‘χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας.
Αυτά είναι τα νεώτερα της Πρεβέζης. Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε.

Σε άλλη επιστολή, στις 24 Ιουνίου, γράφει στη Μαρία Πολυδούρη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Πόλεις, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 172 Σχόλια »

Οι αμαρτωλοί Μπερντέδες του Ναπ. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 31 Οκτωβρίου, 2015

Συμπληρώνονται σήμερα 127 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα (ή, τέτοιες μέρες) έχω καθιερώσει τη συνήθεια να δημοσιεύω ένα άρθρο που να φωτίζει μια πτυχή του έργου του ή της ζωής του, συνήθως μαζί με κάποιο αθησαύριστο ή δυσεύρετο κείμενο. Τούτη τη φορά θα κάνω μιαν εξαίρεση -θα δημοσιεύσω κάτι αρκετά γνωστό, έως πασίγνωστο στους λαπαθιωτιστές, αλλά όχι πολύ γνωστό (ελπίζω) στους παραέξω κύκλους. Επίσης, θα το συνδυάσω με μια πρωτότυπη προσφορά.

Να πούμε ότι η σημερινή δημοσίευση αναστατώνει λίγο το πρόγραμμα του ιστολογίου: τα μεζεδάκια αναβάλλονται για αύριο Κυριακή, που κατά σύμπτωση είναι 1η του μηνός, κι έτσι το Μηνολόγιο θα δημοσιευτεί τη Δευτέρα, 2 του μηνός. Αναστάτωση, πράγματι, αλλά τι να κάνουμε -έναν τον είχαμε, έναν αλλά Ναπολέοντα!

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το λογοπαίγνιο αυτό δεν μου ανήκει: είναι του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, πατέρα του ποιητή, και συνδέεται με τη σημερινήν ανάρτηση. Λίγη υπομονή.

Το 1910 ο Λαπαθιώτης ήταν 22 χρονών και συμμετείχε σε διάφορες εφήμερες ή πιο σταθερές παρέες νέων λογοτεχνών, μία από τις οποίες ήταν η παρέα γύρω από το περιοδικό Ανεμώνη. Ιδρυτές του περιοδικού ήταν ο Ιούλιος Νάρκισσος (ψευδώνυμο του μετέπειτα πολύ γνωστού αρχαιολόγου Γιάννη Μηλιάδη), οι Κώστας Δελακοβίας, Παύλος Λαμπρινός και Παύλος Φλώρος, και ο Έχτορας (σικ) Άδωνις, ψευδώνυμο που έχει μείνει αταύτιστο απ’ όσο ξέρω. Στην παρέα της Ανεμώνης ανήκε και ο Βίκτωρ Ζήνων, φίλος του Λαπαθιώτη, που τον έχουμε δει να τη μνημονεύει σε επιστολές του.

Γράφει λοιπόν ο Λαπαθιώτης στην αυτοβιογραφία του (Η ζωή μου): «Με είχαν παρακαλέσει και μένα να τους δίνω πού και πού συνεργασία, όπως γίνεται συνήθως. Στο τρίτο φύλλο ή στο τέταρτο -δεν καλοθυμούμαι- έτυχε µια σύµπτωση περίεργη: όλα σχεδόν τα περιεχόµενά του, µηδέ της συνεργασίας του Παλαµά και του Βλαχογιάννη εξαιρουµένων, µιλούσαν γι’ απολαύσεις ή άφηναν υπαινιγµούς για ωραιοπάθειες. Ο Παλαµάς είχε ένα ‘Αµαρτωλό Τραγούδι’!»

Ο Λαπαθιώτης καλούτσικα θυμάται. Το αμαρτωλό τεύχος ήταν διπλό, το αριθ. 3-4/Μάιος-Ιούνιος 1910 και πρέπει να κυκλοφόρησε στα τέλη Μαΐου. Στην πρώτη σελίδα είχε το «Αμαρτωλό Τραγούδι» του Παλαμά και στην τρίτη σελίδα την πέτρα του σκανδάλου, τους περίφημους Μπερντέδες (όπως έγιναν γνωστοί αργότερα):

anemoni

ΚΙ ΕΠΙΝΑ ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΣΟΥ

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό γλυκό Σου μάτι·

Και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω γύρω,
κι έπινα μέσ’ απ’ τα χείλια Σου,
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο·

Και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια, σαν τα μύρα
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι Αγάπη μου, Σε χόρτασα
κι έτσι τη γλυκάδα Σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα,
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια,

Κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 119 Σχόλια »