Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιάννης Πατίλης’

Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ» (άρθρο του Γιάννη Πατίλη, 1992)

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2018

Θα συνεχίσουμε και σήμερα με το μακεδονικό (και όχι «το σκοπιανό», ανεξάρτητα από το όνομα της γειτονικής χώρας: διότι για τη Μακεδονία γίνεται λόγος), κι ας υπάρχει επικάλυψη με προηγούμενα σχετικά άρθρα μας.

Ο φίλος ποιητής Γιάννης Πατίλης (που πριν από λιγο καιρό είχαμε φιλοξενήσει ένα άρθρο του για την εκπαίδευση) μού έστειλε άρθρο του δημοσιευμένο το 1992 στην εφημερίδα «Εποχή». Καθώς το 1992 δεν είναι πια και τόσο μακρινό ύστερα από το ακροδεξιάς κοπής συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, δημοσιεύω το άρθρο αυτό σήμερα -στην αρχή προβληματίστηκα μήπως το βάλω την Κυριακή διότι έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον, αλλά τελικά έκρινα ότι ταιριάζει περισσότερο εδώ.

Φιλολογικό ενδιαφέρον έχει επειδή πραγματεύεται ένα θέμα που ήταν βέβαια λιγότερο γνωστό το 1992 απ’ ό,τι είναι σήμερα, την περίφημη φράση «Μοναχά Μακεντόν ορτοντόξ» στο κεφάλαιο «Ζάβαλη Μάικω» της Ζωής εν τάφω του Μυριβήλη, μια φράση που την αφαίρεσε ο Μυριβήλης από μεταγενέστερες εκδόσεις του έργου του. Κατά σύμπτωση, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβανεται και σήμερα στα σχολικά βιβλία, αλλά έχει αφαιρεθεί και η προηγούμενη φράση, που λέει ότι οι χωριάτες της περιοχής του Μοναστηριού δεν θέλουν να είναι μήτε Μπουλγκάρ, μήτε Σρρπ, μήτε Γκρρτς.

Ένα μόνο πράγμα να προσθέσω πριν παραθέσω το άρθρο του Γιάννη Πατίλη. Η περιοχή του Μοναστηριού ανήκε, πριν από τον πόλεμο, στη Σερβία. Μόλις μπήκε η Βουλγαρία στον πόλεμο με τη μεριά των Κεντρικών Δυνάμεων, η Σερβία δεν μπορούσε να αντέξει τις διμέτωπες συγκρούσεις (αφού δεχόταν ήδη τις αυστριακές επιθέσεις από βορρά) και κατέρρευσε. Η Βουλγαρία προσάρτησε τα εδάφη αυτά και, θεωρώντας τους κατοίκους για Βουλγάρους, έντυσε στο χακί τους νέους στρατεύσιμης ηλικίας. Τα υπολείμματα του σέρβικου στρατού πέρασαν διά χιόνος και σιδήρου την Αλβανία και διαπεραιώθηκαν στην Κέρκυρα κι αφού ανασυγκροτήθηκαν και περιέθαλψαν τους τραυματίες τους οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, που ήταν πια υπό τον έλεγχο της Αντάντ, και επιτέθηκαν κατά των βουλγαρικών θέσεων απελευθερώνοντας κάποια εδάφη. Έτσι, το χωριό της Άντσως είχε πια ξαναπεράσει στον έλεγχο της Σερβίας και της Αντάντ, αλλά οι νέοι της περιοχής είχαν στρατολογηθεί από τους Βουλγάρους και πολεμούσαν (ίσως όχι με τη θέλησή τους) από την άλλη πλευρά των χαρακωμάτων.

(Και μια σχολαστική επισήμανση: Προς το τέλος υπάρχει ένα παράθεμα από τον Τσαρούχη, όπου χρησιμοποιείται ο τύπος «έχει παράγει», που δεν είναι σωστος -ή έχει παραγάγει στα αμαληκιτικά, ή έχει παράξει λέμε. Δεν ξέρω αν είναι λάθος του Τσαρούχη -δεν έχω το βιβλίο αυτο- ή της εφημερίδας, οπότε περιορίστηκα να βάλω ένα sic).

 

Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»
(Πρώτη δημοσίευση, Εποχή 4 Μαΐου 1992)

Πλάνη δεύτερη: «Σλαβομακεδόνες» και «Σλαβομακεδονική Γλώσσα». Οι όροι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με κάποια εθνότητα. Χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα για να θεμελιωθεί ο ισχυρισμός των Σκοπιανών ότι οι ίδιοι δεν είναι ούτε Έλληνες, ούτε Σέρβοι, ούτε Βούλγαροι…

Ν. Μάρτης (εφ. Το Βήμα, 22/3/92).

Μια απροσδόκητη μαρτυρία για το «μακεδονικό» φέρνει στην επιφάνεια αυτών των ταραγμένων ημε­ρών η ανατύπωση της Α’ έκδοσης της Ζωής εν τάφω του Στρατή Μυριβήλη από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» (Α­θήνα, 1991). Όπως μας πληροφορεί το Σημείωμα του Εκδότη στην πρόσφατη ανατύπωση: «Ο Μυριβήλης ξεκινά το σχεδίασμα της Ζωής εν τάφω στα χα­ρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέ­μου, στο Μοναστήρι της Σερβίας. Ένα κεφάλαιο αυτής της σχεδιαζόμενης πρώτης έκδοσης δημοσιεύεται το 1917 στην εφημερίδα Νέα Ελλάδα της Θεσσαλονίκης. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το κείμενο της πρώτης έκ­δοσης δημοσιεύεται σε συνέχεια στην εφημερίδα Καμπάνα (…) που εκδίδει ο ίδιος ο Μυριβήλης στη Μυτιλήνη από τις 27 Μαρτίου 1923», ενώ το κείμενο «αυτής της Α’ έκδοσης κυκλοφορεί υπό μορφήν βιβλίου για πρώτη φορά στη Μυτιλήνη την 1η Απριλίου 1924, από την «Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη της Καμπάνας»(…).»

Εξαιρετικό εθνολογικό ενδιαφέρον για το περιεχόμενο της συνείδησης των ντόπιων κατοίκων της περιοχής Μονα­στηριού παρουσιάζει η σελίδα που ανα­δημοσιεύουμε παρακάτω. Ο πλασμα­τικός αφηγητής, που απηχεί ωστόσο προσωπικές εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα από τη συμμετοχή του στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Α’ Παγκ. Πολέμου στο μακεδονικό μέτω­πο, βρίσκεται υπό ανάρρωση φιλοξε­νούμενος σε αγροτόσπιτο της περιοχής Μοναστηριού παραμονές της μεγάλης μάχης του Σκρα (Μάιος 1918). Στο σπί­τι αυτό ο ταλαιπωρημένος στρατιώτης βρίσκει για λίγες μέρες οικογενειακή γαλήνη και στοργή, ιδιαίτερα στο πρό­σωπο της σπιτονοικοκυράς του, της Άντσως. Με αφορμή την περιγραφή του ιδιαίτερου χαρακτήρα της γυναίκας αυ­τής ο αφηγητής θα κάνει μια μικρή πα­ρέκβαση προκειμένου να μιλήσει γενι­κότερα για τον ψυχικό και ιδεολογικό κόσμο των κατοίκων της περιοχής:

Να τώρα κι ο ακριβός θησαυρός που ξεσκάλιξα μες στη χωριάτικη τη «βάρ­βαρη» αυτή ψυχή, που ’ναι αμόλευτη και παρθενικιά σαν τ’ απάτητο χιόνι μιας βουνοκορφής. Η Αντσω έχει δυο γιους στρατιώτες. Κι οι στρατιώτες αυ­τοί είναι μες στους οχτρούς που βρί­σκονται αντίκρυ μας στα χαρακώμα­τα του Περιστεριού. Αυτοί εδώ οι χω­ριάτες, που τη γλώσσα τους την κατα­λαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώ­τους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους πε­ραστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθοδόξου Πα­τριάρχη της Πόλης». Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παρά­ξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χρι­στιανικό κόσμο. Έπειτα οι τάφοι των παλιώ τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα που ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησια­στικά βιβλία των εκκλησιώ τους. Ω­στόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ».

Το απόσπασμα αυτό, σε αρκετά πα­ραλλαγμένη μορφή (ο Μυριβήλης τρο­ποποιούσε συνεχώς το κείμενο της Ζω­ής εν τάφω στις αλλεπάλληλες εκδό­σεις του), είχαμε χρησιμοποιήσει —όπως το είχαμε βρει στη δέκατη τρίτη έκδοση από την «Εστία», το 1956— σε παλιό τεύχος του Πλανόδιου (αρ. 10, Ιούλιος 1989), προκειμένου να ψέξου­με μια «εθνοκεντρικής» εμπνεύσεως λογοκριτική χρήση του σε σχολικό βι­βλίο που κυκλοφορεί. Οι συντάκτες του σχολικού ανθολογίου είχαν περικόψει, μεταξύ άλλων, την φράση «Μολαταύ­τα δε θέλουν να ’ναι μήτε Μπουλγκάρ μήτε Σρρπ μήτε Γκρρτς». Τώρα, με την ανατύπωση της Α’ έκδοσης από την «Εστία», διαπιστώνουμε με έκπληξή μας πως το κείμενο λογόκρινε κι ο ί­διος ο Μυριβήλης! Η τόσο εύγλωττη φρασούλα Μοναχά «Μακεντόν ορτον­τόξ» δεν υπάρχει πουθενά στην έκδο­ση του ’56. (Θα άξιζε τον κόπο μια μι­κρή έρευνα προκειμένου να διαπιστω­θεί σε ποια έκδοση την αφαιρεί ο κα­τόπιν υπερεθνικιστής συγγραφέας. Μή­πως μετά την υιοθέτηση από το Κ.Κ.Ε. των περί του «μακεδονικού» βουλγα­ρικής εμπνεύσεως θέσεων της Γ’ Διε­θνούς;…).

Δεξιά η πρώτη έκδοση του 1924, αριστερά η «οριστική» του 1956.

Η παραπάνω μαρτυρία της Α’ έκδο­σης είναι σημαντική (ως μαρτυρία εν­δεικτική, βέβαια, και όχι ως γενικό συμπέρασμα και «οριστική» αλήθεια για την εθνολογική σύνθεση της περιο­χής) για τους εξής ευνόητους λόγους: Πρώτον διότι είναι αρκετά παλιά, πριν ακόμη διαμορφωθούν στα Βαλκά­νια οι κρατικές οντότητες όπως τις γνωρίσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, Δεύτερον διότι αποτελεί αν­τίληψη ενός απαίδευτου αγροτικού λαϊ­κού στοιχείου και όχι κάποιων καλ­λιεργημένων τάξεων, και Τρίτον διότι ο χρόνος στον οποίον ανατρέχει, Άνοιξη του 1918, είναι τελείως ανύπο­πτος ως προς τη σημερινή πτυχή του «μακεδονικού» ζητήματος (σλαβομακεδονική εθνότητα κ.λπ.): όχι μόνον διότι δεν υπήρχε τότε ως οντότητα η ο­μόσπονδη σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας του Τίτο, ούτε καν εί­χε δημιουργηθεί το πρόπλασμα της χθε­σινής —πλέον— Γιουγκοσλαβίας, το Βασίλειο, δηλαδή, των Σέρβων Κροατών και Σλοβένων, το οποίο ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1918, αλλά πρωτίστως διότι οι μόνοι δρώντες εθνικισμοί την εποχή εκείνη στη Μακεδονία ήταν ο σέρβικός, ο βουλγαρικός κι ο ελληνικός, το δε «μακεδονικό», όπως το γνωρίσαμε από την ιστορία μας, υπήρ­ξε το πεδίο μιας ακραίας αιματηρής αντιπαλότητας ανάμεσα στους δύο τε­λευταίους.

Ας δούμε, λοιπόν, από πιο κοντά, τι λέει η μαρτυρία μας:

  1. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν δι­κή τους γλώσσα («τη γλώσσα τους») την οποία ωστόσο καταλαβαίνουν «πε­ρίφημα» και οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι. (Είναι προφανής η σλαβική βάση του ιδιώματος και ο μικτός του χαρα­κτήρας, δεν πρόκειται ωστόσο ούτε για «βουλγάρικα» ούτε για «σέρβικα», αλ­λιώς ο αφηγητής θα το δήλωνε και δεν θα χρησιμοποιούσε την έκφραση: «τη γλώσσα τους»).
  2. Οι Βούλγαροι τους στρατολόγη­σαν βίαια (διότι για λόγους προφανείς τους θεωρούν ομοεθνείς τους), αυτό δε αποτελεί αιτία μίσους των κατοίκων της περιοχής προς τους Βουλγάρους.
  3. Οι Σέρβοι τους κακομεταχειρίζον­ται επειδή τους θεωρούν Βουλγάρους, και αυτό αποτελεί μια πρόσθετη αιτία μίσους προς τους Σέρβους αυτή τη φο­ρά.
  4. Βλέπουν συμπαθητικά τους Έλλη­νες ως ομοδόξους, και φυσικά επειδή δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη κάποιος αν­τίπαλος προς το εθνικό τους αίσθημα ελληνικός εθνικισμός. (Δεν είχε ακό­μη γεννηθεί ο κ. Μάρτης για να τους παραχωρήσει με κυνική ευκολία στη βουλγάρικη προπαγάνδα: «είναι ύπο­πτος ο όψιμος ισχυρισμός του κ. Γκλιγκόρωφ ότι είναι Σλάβοι, ενώ πρόκειται περί Βουλγάρων…», βλ. εφ. Το Βήμα, οπ.π.).
  5. Έχουν σαφέστατη εθνική συνείδη­ση την οποία —ως να διέβλεπαν την α­θλιότητα του μέλλοντος— διατυπώνουν μ’ ένα εμφατικό σχήμα εκ παραλλήλου και αρνητικά και θετικά: Δεν θέλουν να ’ναι μήτε Βούλγαροι («Μπουλγκάρ»), μήτε Σέρβοι («Σρρπ»), μήτε Έλληνες («Γκρρτς»). Το μόνο που θέ­λουν να ’ναι είναι Μακεδόνες ορθόδο­ξοι («Μακεντόν ορτοντόξ»). Κι έχουν σημασία τα εισαγωγικά στο κείμενο γιατί μεταφέρουν αυτολεξεί —στο ιδίω­μά τους— διατυπώσεις. Επίσης, ίσως δεν είναι περιττό να τονίσουμε πως ο προσδιορισμός εδω «Μακεδόνες» έχει σαφέστατα εθνολογικό και όχι γεωγρα­φικό περιεχόμενο.

Μολονότι το παραπάνω κείμενο συνιστά μια μεμονωμένη μαρτυρία και δεν είμαστε ιστορικοί ώ­στε να τη διασταυρώσουμε —όπως θα ’πρεπε— να την αντιπαραβάλουμε και να την ελέγξουμε σ’ όλο το διαχρονικό της —έκτοτε— άξονα προς πλήθος άλλες, εντούτοις δεν παύει ως ίχνος να νεύει προς ένα πραγματικό προηγούμε­νο και να μας υποχρεώνει να είμαστε πιο προσεκτικοί στις κατηγορηματικές διατυπώσεις μας περί μακεδονικής συ­νείδησης -φαντάσματος ή περί ονόματος- «πουκάμισο αδειανό» για κάποιους (όπως ο Μ. Πλωρίτης στο Βήμα της 8/3/92). Ούτε, βέβαια, πι­στεύουμε πως είναι αρκετό ως προη­γούμενο (και παρούσης ακόμη μιας σύγχρονης μακεδονικής συνείδησης στην περιοχή – την ύπαρξη της οποίας δεν έχουμε κανένα λόγο να απορρί­πτουμε a priori) για την ίδρυση ενός Μακεδονικού Κράτους, που όχι μόνο αποσιωπά τη μη μακεδονική, μη ορθό­δοξη συνείδηση των πολυπληθών αλ­βανόφωνων μουσουλμάνων της περιο­χής και μονοπωλεί παγκοσμίως την μακεδονική συνείδηση έναντι των Ελ­λήνων Μακεδόνων (:εμείς δεν θα πού­με πως όλοι οι Μακεδόνες είναι Έλλη­νες επειδή έχουμε τη θεμελιώδη προκα­τάληψη της Εθνολογίας πως το περιε­χόμενο της συνείδησης ενός λαού κα­θορίζεται από εκείνο που πιστεύει ο ί­διος για τον εαυτό του και όχι από αυ­τό που διατείνονται οι άλλοι γι’ αυτόν), αλλά κυρίως γιατί ανοίγει την πόρτα μεγάλων ανατροπών και ξένων επεμ­βάσεων στα Βαλκάνια. Θέλουμε να πούμε, δηλαδή, πως το πρόβλημα υ­πάρχει και είναι πραγματικό, και δεν πρόκειται για κάποια φαντασίωση ενός κάποιου κ. Γκλιγκόρωφ. Πρόβλημα που οφείλει να το λύσει η πολιτική, ι­διαιτέρως η ελληνική, η μακαρίως και ανθελληνικώς επί δεκαετίες υπνώττουσα.

Αλλά η ευαισθησία μας βρίσκεται, και πρέπει να βρίσκεται, και αλλού. Εί­ναι τόσο αγνές οι θέσεις μας και οι πρα­κτικές μας; Οι θέσεις και οι πρακτικές των σοβαρών ελλήνων διανοουμένων αρθρογραφούντων πάνω στο «μακεδο­νικό»; Αυτή η άμωμη σιγουριά τους; Δεν μας λέει τίποτα η απάλειψη των φράσεων που σημειώσαμε παραπάνω από το σχολικό αναγνωστικό; Από ένα βιβλίο μάλιστα —τη Ζωή εν τάφω— που κατέχει ηγεμονική θέση στον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα;… Δεν μας λέει τίποτε η αυτολογοκρισία του Μυριβή­λη;… Ή μήπως συνιστά «επεξεργασία ύφους» η αφαίρεση μιας πραγματολογικής αναφοράς που όταν πρωτοδιατυπωνόταν δεν φαινόταν να την καλύπτει καμιά σκοπιμότητα και δεν επρόκειτο να ξενίσει φυσικά κανένα;

Ή μήπως δεν πρέπει να μας λέει τί­ποτα, η χθεσινή ακόμη στο κύριο άρ­θρο της Καθημερινής (29/3/92) αναφο­ρά: Τα τοπία αλλοιώθηκαν και άλλα­ξαν, τα τοπωνύμια όμως είναι και σή­μερα πανάρχαια και ζωντανά: Η Τίρυνθα, η Κόρινθος, η Επίδαυρος, ο Λυκα­βηττός, ο Υμηττός, η Λέσβος, η Κύ­προς, η Λάρισα, η Δωδώνη, οι Δελφοί, η Αγχίαλος, η Σμύρνη, η Κασσάνδρα, η Αλικαρνασσός, η Θεσσαλονίκη, ο Όλυμπος, το Δίον και χιλιάδες άλλα είναι ονόματα ανέκαθεν ελληνικά… Α­φού και το τελευταίο εγχειρίδιο Ιστο­ρίας της Ελληνικής Γλώσσας, αν ανοί­γανε, θα βλέπανε ότι τα ονόματα, του­λάχιστον, Τίρυνθα, Κόρινθος, Λυκα­βηττός, Υμηττός, Λάρισα δεν ήταν α­νέκαθεν ελληνικά, αλλά προελληνικά… Όπως δεν ήταν ανέκαθεν ελληνικά και τα οίνος, έλαιον, βασιλεύς και θάλασσα1 – κι αυτό ακόμη το ελληνικότατο λουλούδι αρβανίτικο εί­ναι (κι ας «ανθίζουν» καντήλες οι «πάσχοντες από την ανίατον Ελλαδικήν Πατριδουρίαν», όπως έλεγε κι ο Περι­κλής Γιαννόπουλος)… Κι ωστόσο ελληνικότατα όλα αυτά, αφού το βίωμα του χρήστη (κι η «φαντασιακή του θέσμιση» της γλώσσας) είναι αυτό που δίνει ταυτότητα στις λέξεις… Ας τα προσέχουνε αυτά οι γράφοντες για τί τα Τίρυνθα, Κόρινθος, Λυκαβηττός και Λάρισα ίσως δεν είναι άλλο από μι­κρές Μακεδονίες που τις αισθάνθηκαν «ελληνικές» όσοι πραγματικοί άνθρω­ποι που αισθανόντουσαν «Έλληνες» έζησαν τις πραγματικές τους ζωές σ’ αυ­τές.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

«Είναι πιο σύμφωνος με μένα ο ελ­ληνικός πολιτισμός. Άλλοι θα βρί­σκουν πιο ενδιαφέροντες άλλους πολιτισμούς· εξαρτάται από την ιδιοσυγ­κρασία μας. Οι αξιολογήσεις είναι πιο μάταιες και από τα ιδανικά μας. Όλοι οι πολιτισμοί είναι απαραίτητοι σ’ αυ­τούς που τους έχουν. Δεν υπάρχουν πο­λιτισμοί καλοί ή κακοί. Είναι σύμφω­νοι ή όχι με το λαό που τους έχει πα­ράγει [sic]. Το διεθνές κριτήριο του πο­λιτισμού βρίσκει καλούς τους πολιτι­σμούς ή όχι, ανάλογα με τα συμφέροντά του. Η μανία της αξιολογήσεως εί­ναι σκέτη κουταμάρα. Αυτός που λέει ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ανώ­τερος από τον αγγλικό ή το γαλλικό πολιτισμό δεν λέει τίποτα. Ένας πολι­τισμός ταιριάζει στον καθένα ή δεν ται­ριάζει (…)».

(Γιάννης Τσαρούχης από το: Αλέξης Σαββάκης, «Διάλογοι με τον Τσαρούχη», βλ. περ. Το παραμιλητό, αρ. 11, Χειμώνας 1991-92, σελ. 185-186).

Υ Γ. του Συντάκτη: Μήπως θα πρέ­πει να αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε κα­τά πόσον μας ταιριάζει πράγματι ο ελ­ληνικός πολιτισμός που δήθεν υπερα­σπίζουμε;…

1: «Η πρωτοελληνική πρέπει να είχε στενές επαφές με τις άλλες κρητομηκυναϊκές γλώσ­σες, που μερικές δίχως άλλο θα ήταν καλλιεργημένες περισσότερο απ’ αυτήν, πρέπει δε να δανείστηκε απ’ αυτές πλήθος λέξεις. Υπολογίζεται πως τουλάχιστο το 40% του αρχαίου ελληνικού λεξιλογίου είναι ξενικής, δηλαδή μη ελληνικής, προέλευσης. Να με­ρικά παραδείγματα: οίνος, έλαιον, κηρός, πλίνθος, σωλήν, χαλκός, κασσίτερος, μόλυ­βδος, χρυσός, σίδηρος, ξίφος, θάλασσα, κυβερ­νώ, σάκκος, κάπηλος, βασιλεύς, τύραννος, άναξ, βωμός, φόρμιγξ». George Thomson, Η Ελληνική Γλώσσα, Αρχαία και Νέα Εκδοτικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα, 1964, σελ. 76).

 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 490 Σχόλια »

Αγιασμοί δίχως ιερό (αναδημοσίευση κειμένου του Γιάννη Πατίλη)

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2017

Την προηγούμενη εβδομάδα αναδημοσίευσα το άρθρο ενός φίλου εκπαιδευτικού, το οποίο παρουσίαζε 5+1 άμεσες και εύκολες βελτιώσεις για το Γενικό Λύκειο. Όπως ήταν φυσικό, η συζήτηση, πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα, επεκτάθηκε γενικά στην κατάσταση της εκπαίδευσης.

Παίρνοντας αφορμή από το άρθρο αυτό, ο φίλος Γιάννης Πατίλης μου έστειλε ηλεμήνυμα στο οποίο μου γράφει ότι «πολλά σωστά λέει ο συνάδελφος, κι ας είναι στα ‘χαμηλά’ ζητήματα της εκπαιδευτικής πράξης». Εκτός από ποιητής (και άλλα πολλά), ο Γιάννης Πατίλης ήταν μάχιμος εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έως τη συνταξιοδότησή του, και, όπως μου γράφει, ελπίζει ελάχιστα και μόνο «στις εκ των κάτω δράσεις και πρωτοβουλίες των ίδιων των δασκάλων -όπως ετούτη που μας παρουσίασες-, αυτών, δηλαδή, που έχουν τα κουράγια και η δουλειά τους έχει γίνει το μεράκι τους. Ευτυχώς οι σχολικές μονάδες διαθέτουν ακόμη κάποια ρευστή ‘τοπικότητα’ και άρα ελπίδα να πετύχει το ‘ μερικό’ εκεί που διακόσια χρόνια τώτα δεν κατάφερε ποτέ του να πετύχει το ‘γενικό’.»

Ο Γιάννης μού στέλνει ένα άρθρο του, ήδη δημοσιευμένο στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, στο οποίο, παίρνοντας αφορμή από ένα εύρημα στην Ακρόπολι το 1888, σε συνδυασμό με μια πρόσφατη δήλωση του υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου περί παραπαιδείας, διατυπώνει επτά συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, ιδίως της λυκειακής. Νομίζω ότι το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, οπότε με χαρά το αναδημοσιεύω. Προσθέτω το λινκ προς το άρθρο της Ακροπόλεως του 1888.

Αγιασμοί δίχως ιερό

(Τυχαία ευρήματα. [Όρος εθνοκλινικός].)

του Γιάννη Πατίλη

 

Οι θεσμοί της παραπαιδείας έχουν μετατραπεί σε οργανικό μέρος του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Κώστας Γαβρόγλου, υπουργός Παιδείας, Αυγή, 3 Σεπτ. 2017 (συνέντ.)

Επειδή έχω την ασυνήθιστη συνήθεια εκτός από το δίκτυο να «σερφάρω» και στα τεκμήρια του ιστορικού μας παρελθόντος, πρόσφατου και απώτερου, έπεσα προ μηνός σε ένα δημοσίευμα της Ακροπόλεως της Τετάρτης 7 Σεπτεμβρίου 1888 (!) που δίνει στον παραπάνω «αθώο» παρακείμενο («έχουν μετατραπεί») του υπουργού Παιδείας, και μ’ όλο το βάρος του συντελεσμένου που διαθέτει, ένα τέτοιο ιστορικό βάθος, που εγώ, τουλάχιστον, δεν θα τολμούσα, μ’ όλη την ιστορική μου καχυποψία, να φανταστώ! Το θέμα μου, βεβαίως, και το ζωτικό ενδιαφέρον (μιας και ακόμη με συντηρεί ως συνταξιούχο εκπαιδευτικό το δημόσιο), δεν είναι η παραπαιδεία, αλλά το ίδιο το σύστημα της λαϊκής παιδείας μας, του οποίου αποτελεί ανεστραμμένο κάτοπτρο. Παραθέτω το δημοσίευμα (εδώ το πρωτότυπο):

Οι καθηγηταί και η ιδιωτική διδασκαλία

Πολλοί των καθηγητών, των εχόντων δημοσίας θέσεις και διδασκόντων ιδίως εις τας πόλεις, διαθέτουσι συνήθως τόσας πολλάς εις ιδιωτικήν διδασκαλίαν ώρας, ώστε ολίγος ή ουδόλως απομένει εις αυτούς καιρός, όπως προετοιμάζωνται πρεπόντως και διδάσκωσι μετά της απαιτουμένης εμβριθείας και ηρεμίας, αφού μάλιστα διατρέχουσι πολλάκις μακράς οδούς και φθάνουσι κατάκοποι και ασθμαίνοντες. Παρετηρήθη δυστυχώς, ότι εις τοιαύτην κερδοσκοπικήν διδασκαλίαν επιδίδονται και γυμνασιάρχαι και διευθυνταί διδασκαλείων επί μεγίστη βλάβη των εκπαιδευτηρίων, των οποίων την τύχην ενεπιστεύθη εις αυτούς το δημόσιον.

Είνε αληθές, ότι οι δημόσιοι καθηγηταί έχουσι εκ του νόμου το δικαίωμα να διδάσκωσιν εις ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ή εις οικίας δώδεκα ώρας, αλλά του δικαιώματος τούτου εγένετο μεγάλη κατάχρησις. Προς άρσιν του κακού εξέδωκε το υπουργείον εγκύκλιον, δι’ ης αυστηρότατα απαγορεύει πάσαν υπέρβασιν του ορίου των δώδεκα ωρών επί ποινή αυστηροτάτη. Είχον καταντήσει πολλοί καθηγηταί να θεωρώσι το κύριον αυτών καθήκον ως τι πάρεργον.

(Ακρόπολις, 07-09-1888)

Εκατόν είκοσι εννέα χρόνους πριν η «παραπαιδεία» είναι ήδη συγκροτημένη ως παρα-κρατικός θεσμός, ημιαναγνωρισμένη από το ίδιο το κράτος, με εκπλήσσουσα ομοιότητα προς την τωρινή στα δομικά της στοιχεία και τις βλαπτικές της συνέπειες για τα συμφέροντα της δημόσιας εκπαίδευσης. Στοιχειώδης λογική και ιστορική κατανόηση της εν λόγω κοινωνικής παθογένειας καταλήγει σε τρία τουλάχιστον θεμελιώδη συμπεράσματα:

(1) H «παραπαιδεία» δεν είναι χθεσινό ή προχθεσινό φαινόμενο, αλλά έχει βαθειές ιστορικές ρίζες μέσα στο σώμα της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και συνιστά ανθεκτική επιθυμία μεγάλης μερίδας μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Είναι σχεδόν η εθνική εκπαιδευτική μας ταυτότητα ή «ιδιοπροσωπία».

(2) Η «παραπαιδεία» τρέφεται από τις σάρκες της κρατικής παιδείας και αποτελεί αντικοινωνική «διόρθωση» των δομικών και μακροχρόνιων στρεβλώσεών της, ευνοούμενη από την απαξίωση στη συνείδηση της κοινωνίας της ίδιας της δημόσιας εκπαίδευσης.

(3) Η απαξίωση αυτή έχει να κάνει με την εκ γενετής πελατειακή και αναξιοκρατική συγκρότηση του νεοελληνικού δημόσιου τομέα και την συνεπακόλουθη ευρεία κοινωνική αντίληψη ότι η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα παρέχει πρωτίστως δικαιώματα καί εξασφάλιση για τον εργαζόμενο και δευτε­ρευόντως σοβαρές υποχρεώσεις ατομικής αυτοβελτίωσης και κοινωνικής προσφοράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2017

Ενδιαφέρων ακούγεται ο τίτλος, θα μου πείτε, αλλά κομμάτι στεγνός δεν είναι για κυριακάτικο πρωινό και δη καλοκαιρινό; Ποιος έχει όρεξη να διαβάζει δοκίμια περί λαογραφίας μέσα στη ζέστη;

Δίκιο θα είχατε, μόνο που ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες, και που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δοκίμιο, ο συγγραφέας δεν καταγράφει δοξασίες που όντως έχουν επιβιώσει στη θεσσαλική επαρχία: πρόκειται για μυθοπλασία, για σύντομα διηγήματα, που αν θέλαμε να τα κατατάξουμε σε κάποιο είδος θα τα ταξινομούσαμε στη λογοτεχνία τρόμου. Διηγήματα με υπερφυσικό στοιχείο, που όλα τους εκτυλίσσονται στη Θεσσαλία, κυρίως στην ύπαιθρο, και προσφέρουν με τον τρόπο αυτό μια μυθοπλαστική γεωγραφία της περιοχής.

Ο συγγραφέας, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, είναι νέος, γεννημένος το 1984 στη Λάρισα (αλλά μεγάλωσε στην Καρδίτσα). Είναι το πρώτο του βιβλίο. Αν συχνάζετε στο Φέισμπουκ ίσως τον είχατε ακούσει, διότι διατηρούσε τη δημοφιλή σελίδα «Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία», όπου δημοσιεύτηκαν, σε πρώτη μορφή, τα κείμενα του βιβλίου -η σελίδα συνεχίζει άλλωστε να εμπλουτίζεται με καινούργια διηγήματα. Κάποια από τα διηγήματα πρέπει να δημοσιεύτηκαν και στον ιστότοπο Σκρα-Πανκ. Έχουμε δηλαδή πάντρεμα πανάρχαιων πραγμάτων όπως είναι οι δοξασίες για ξωτικά και βρικόλακες με υπερσύγχρονα όπως το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα.

Ίσως επειδή πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο, που υποτίθεται ότι δεν ευνοεί τα πολλά λόγια, τα διηγήματα είναι πολύ μικρά, ανάμεσα 400 και 700 λέξεις θα έλεγα. Θαρρώ πως κανένα δεν ξεπερνάει τις 3 σελίδες, αν εξαιρέσουμε το προοίμιο και το διήγημα Αργιθέα, που μπαίνει τελευταίο, ως είδος επίμετρο, και που είναι μεγαλούτσικο, καμιά εικοσαριά σελίδες (δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Όλα τα άλλα κείμενα του τόμου ικανοποιούν τις προδιαγραφές έκτασης για να θεωρηθούν «μπονζάι» κατά την ορολογία του Γιάννη Πατίλη, μικροδιηγήματα δηλαδή.

Τα διηγήματα είναι οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: 1. Βλαχοχώρια, 2. Καραγκουνοχώρια, 3. Δρακοχώρια, 4. Οι πόλεις του κάμπου. Συνολικά τα διηγήματα είναι 47 συν το επίμετρο. Παρολο που το θέμα είναι παλιακό, αρκετές διηγήσεις εκτυλίσσονται στα χρόνια μας ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ο συγγραφέας ελάχιστους ιδιωματισμούς χρησιμοποιεί -και τους περισσότερους τους επεξηγεί με υποσημείωση.

Μερικά διηγήματα μού άρεσαν πολύ, άλλα όχι τόσο. Είναι όμως ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν σηκώνει να το διαβάσεις μονορούφι, παρόλο που είναι λιγνό, 150 σελίδες. Επειδή είναι πολύ ζοφερό, μετά τις τρεις-τέσσερις ιστορίες γκώνεις και πρέπει να το αφήσεις -και αύριο πάλι. Και οι ιστορίες, αρχικά, μία-μία δημοσιεύτηκαν άλλωστε.

Για να πάρετε μιαν ιδέα, θα παρουσιάσω δύο από τα σύντομα διηγήματα, και πρώτα ένα που, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μαύρο και σκότεινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Τασία Βενέτη, Πέντε μικροδιηγήματα του χιονιού

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2016

touxioniouΤο άρθρο ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο επειδή τούτο το σαββατοκύριακο έχω… αγωνιστικές υποχρεώσεις.

Σκέφτηκα να βάλω κάτι λογοτεχνικό να διαβάσουμε και η φίλη μας η Μαρία είχε την ιδέα να προτείνει και την καλή διάθεση να πληκτρολογήσει πέντε σύντομα διηγήματα από τη συλλογή «Του χιονιού» της Τασίας Βενέτη που εκδόθηκε το 2013 από τον φιλικό εκδοτικο οίκο «Το Ροδακιό».

Η συλλογή «Του χιονιού» έχει έντονο ηπειρώτικο χρώμα. Τα διηγήματα έχουν και λεξιλογικό ενδιαφέρον αφού βρίσκουμε αρκετές λέξεις της ηπειρώτικης ντοπιολαλιάς -γι’ αυτό στο τέλος εξηγώ όσες δεν θα βρείτε στα σύγχρονα λεξικά. Κάποιες από αυτές τις επισημαίνει και το Γλωσσάρι που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου.

Τα διηγήματα που διάλεξε η Μαρία να μας παρουσιάσει είναι σύντομα, αν και στο βιβλίο υπάρχουν και άλλα πιο εκτενή. Νομίζω ότι και τα πέντε ικανοποιούν τις προδιαγραφές για να χαρακτηριστούν «ιστορίες μπονζάι», όπως ονομάζει τα μικροδιηγήματα ο φίλος Γιάννης Πατίλης, που έχει ασχοληθεί πολύ με το είδος και έχει ιστολόγιο με τέτοιες ιστορίες. Αλλά δεν βλέπω να ανθολογεί ιστορίες της Τασίας Βενέτη.

Ας δούμε τα διηγήματα

Τασία Βενέτη, Του χιονιού, Το Ροδακιό 2013

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 110 Σχόλια »

Ο κ. Γιανναράς, η Μικρασιατική καταστροφή και το μονοτονικό

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2014

Δεν πολυχρησιμοποιώ τη λέξη «παραλήρημα» κι ούτε μ’ αρέσει που έχει γίνει της μόδας να εκτοξεύεται ο χαρακτηρισμός για οποιαδήποτε σχεδόν τοποθέτηση με την οποία διαφωνούμε (το έχω γράψει κιόλας), αλλά φοβάμαι πως δεν θα έπεφτε και πολύ έξω όποιος χαρακτήριζε έτσι την προχτεσινή επιφυλλίδα του κ. Χρήστου Γιανναρά που, παρά τον τίτλο της («Παγιδευμένοι στον εθνομηδενισμό» !), είχε θέμα της το μονοτονικό σύστημα.

Βέβαια, όταν λέμε παραλήρημα συνήθως εννοούμε ένα κείμενο χωρίς ειρμό και χωρίς συνοχή, με τυχαίες επαναλήψεις αποσπασμάτων κτλ. Τέτοια κουσούρια δεν έχει το άρθρο του κ. Γιανναρά, αλλά πώς αλλιώς από παραληρηματική να χαρακτηρίσει κανείς την πλήρη απώλεια του μέτρου;

Γιατί, τι άλλο από πλήρη απώλεια του μέτρου μαρτυρεί ο εξωφρενικός ισχυρισμός ότι «η επιβολή του μονοτονικού είναι στην ιστορία των Ελλήνων μια καταστροφή, ασύγκριτα ολεθριότερη από τη Μικρασιατική». Προσέξτε, η καθιέρωση (έχουν κι οι ανώδυνες λέξεις τη σημασία τους) του μονοτονικού δεν είναι απλώς μια καταστροφή, δεν είναι απλώς εθνική καταστροφη, δεν είναι απλώς καταστροφή που θα μπορούσε ενδεχομένως, με μια πολύ γενναία δόση ρητορικής αμετροέπειας, να παραβληθεί με τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά είναι, κρατηθείτε, καταστροφή ολεθριότερη από τη Μικρασιατική, και μάλιστα «ασύγκριτα ολεθριότερη» -και μόνο ένας από τους παραπάνω ισχυρισμούς θα αρκούσε για να στοιχειοθετήσουμε απώλεια του μέτρου (αυτής της κατεξοχήν ελληνικής αρετής, νιώθω τον πειρασμό να προσθέσω), όχι ολόκληρη αυτή η αρμαθιά.

Κι εκεί που καταντάει κωμικό το πράγμα, είναι όταν ο κ. Γιανναράς τονίζει ότι αυτόν τον εξωφρενικό ισχυρισμό θα μπορούσε να τον διατυπώσει κανείς όχι υπό το κράτος της συγκίνησης ή υπό την επήρεια ψυχότροπων ουσιών αλλά «πολύ ρεαλιστικά και ψύχραιμα, χωρίς συναισθηματισμούς ή ψυχολογικές εμμονές». Με ανατριχίλα αναλογίζομαι τι είναι σε θέση να γράψει ο κ. Γιανναράς αν τύχει ποτέ και χάσει την ψυχραιμία του: το λιγότερο, να ζητήσει την παραπομπή των Τριάντα προδοτών βουλευτών (βλ. παρακάτω) σε ειδικό δικαστήριο και την εκτέλεσή τους με συνοπτικές διαδικασίες. Έξι πλήρωσαν για τη Μικρασιατική καταστροφή; Τριάντα για τη Μονοτονική, που είναι και «ασύγκριτα ολεθριότερη»!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μονοτονικό | Με ετικέτα: , , , , , | 236 Σχόλια »