Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιάννης Πολύζος’

Ocean 1212-W (διήγημα της Σύλβιας Πλαθ, σε μετάφραση Γιάννη Πολύζου)

Posted by sarant στο 26 Ιουνίου, 2022

Δημοσιεύω σήμερα ένα αυτοβιογραφικό διήγημα της Σύλβιας Πλαθ, που το μετέφρασε ο φίλος μας ο Missing Ink, κατά κόσμον Γιάννης Πολύζος. Θα θυμάστε ότι πριν από 3-4 μήνες είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα απόσπασμα από το αντιπολεμικό μυθιστόρημα Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του, του συγγραφέα Ντάλτον Τράμπο, πάλι σε μετάφραση του φίλου μας. Εκείνη η πρώτη δημοσίευση ώθησε τον φίλο μας να ξανακοιτάξει μια παλιά του μισοτελειωμένη μετάφραση και να την ετοιμάσει για παρουσίαση στο ιστολόγιο.

Η Σύλβια Πλαθ (1932-1963) είναι βεβαια περισσότερο γνωστή σαν ποιήτρια, σήμερα όμως θα παρουσιάσουμε ένα αυτοβιογραφικό πεζογράφημά της, γραμμένο λίγους μήνες πριν η Πλαθ θέσει η ίδια τέρμα στη σύντομη ζωή της. Το κείμενο, με αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, όμως σημαδεμένης από τον θάνατο του πατέρα, γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1962 κατά παραγγελία του BBC για να μεταδοθεί στη σειρά «Συγγραφείς για τον εαυτό τους» (Writers on themselves). Εκδόθηκε μαζί με τα άλλα κείμενα της σειράς αυτής, το 1964, μετά τον θάνατο της Πλαθ.

Ο τίτλος του πεζογραφήματος είναι ο αριθμός τηλεφώνου του σπιτιού της γιαγιάς της Σύλβιας Πλαθ, στην ακτή της Μασαχουσέτης, όπου σαν παιδί ξεκαλοκαίριαζε η ποιήτρια. Τον καιρό εκείνο οι αριθμοί τηλεφώνου στις ΗΠΑ συνδύαζαν γράμματα (που συνήθως αποτελούσαν υπαρκτές λέξεις, δείτε εδώ) και αριθμούς. Για τον λόγο αυτό προτίμησα να το αφήσουμε αμετάφραστο στον τίτλο.

Ocean 1212-W

Το τοπίο των παιδικών μου χρόνων δεν ήταν γη αλλά το τέλος της γης –οι παγωμένοι, αρμυροί, αδιάκοποι λόφοι του Ατλαντικού. Σκέφτομαι κάποιες φορές πως η εικόνα της θάλασσας είναι ό,τι πιο διαυγές έχω συγκρατήσει. Την ανασύρω σε τούτη δω την εξορία, όπως άλλοτε τις «τυχερές» μωβ πετρούλες με τα λευκά τους δαχτυλίδια ή το μπλε κέλυφος ενός μυδιού που από μέσα ιρίδιζε, σαν κάποιο νύχι αγγέλου∙ και μ’ ένα τρικύμισμα της μνήμης τα χρώματα σκουραίνουν και γυαλίζουνε, κείνος ο πρώιμος κόσμος ανασαίνει βαθιά.

Ανασαίνει, ναι, αυτό συμβαίνει πρώτα. Κάτι ανασαίνει. Είναι η δικιά μου αναπνοή; Η αναπνοή της μητέρας μου; Όχι, κάτι άλλο, κάτι πιο μεγάλο, πιο απόμακρο, πιο σοβαρό, πιο κουρασμένο. Με κλειστά μάτια τότε ταξιδεύω για λίγο∙ είμαι ένας μικρός καπετάνιος, γεύομαι της μέρας τον καιρό –τα άγρια κύματα που πολιορκούν τον τοίχο της αυλής, τον αφρό που ραίνει τα γενναία γεράνια της μητέρας μου ή το απαλό ψιθύρισμα μιας λιμνούλας καθρεφτένιας∙ η λιμνούλα αναδεύει λαμπερά ροζ χαλίκια στις άκρες της, τεμπέλικα και τρυφερά, μια λαίδη συλλογισμένη καθώς ψαύει κοσμήματα. Μπορεί ν’ ακούγεται το μουρμουρητό της βροχής στο τζάμι, μπορεί ο άνεμος που βαριαναστενάζοντας δοκιμάζει τις ρωγμές του σπιτιού σαν κλειδαρότρυπες. Όμως αυτά ποτέ δε με πλανέψαν. Η θάλασσα με το μητρικό της παλμό περιγελούσε τέτοιας λογής ψευτιές. Σαν γυναίκα μοιραία, κρατούσε μύρια μυστικά∙ είχε πρόσωπα πολλά, πολλά αραχνοΰφαντα, φριχτά μαγνάδια. Μιλούσε για θαύματα και αποστάσεις∙ αν ήταν ικανή να σαγηνεύσει, μπορούσε επίσης να σκοτώσει. Όταν μάθαινα να μπουσουλάω, η μητέρα μου μ’ άφησε στο ακροθαλάσσι για να δει πώς θ’ αντιδρούσα. Τράβηξα ίσια για το ερχόμενο κύμα κι είχα μόλις εισχωρήσει στο γαλαζοπράσινο τείχος, τη στιγμή που μ’ άρπαξε απ’ τις φτέρνες.

Συχνά αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν πρόφταινα να βουτήξω σε τούτο τον καθρέφτη. Άραγε θ’ αναλάμβαναν τα βρεφικά μου βράγχια, το αλάτι μες στο αίμα μου; Έναν καιρό δεν πίστευα στο Θεό ούτε στον Άι Βασίλη, αλλά στις γοργόνες. Η ύπαρξή τους έμοιαζε τόσο λογική και πιθανή όσο κι οι εύθραυστες καμπύλες ενός ιππόκαμπου στο ενυδρείο του ζωολογικού κήπου ή τα σαλάχια που έβγαζαν με κόπο και βρισιές οι ψαράδες της Κυριακής –σαλάχια σαν παλιές μαξιλαροθήκες, με σαρκώδη, σεμνότυφα γυναικεία χείλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Διηγήματα, ΗΠΑ, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του (απόσπασμα, σε μετάφραση Γιάννη Πολύζου)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2022

Κούλουμα σήμερα, αλλά με τη σκιά του πολέμου να πέφτει βαριά. Οπότε, μην περιμένετε επετειακό θέμα, θα βάλουμε κάτι αντιπολεμικό.

Ο φίλος μας ο Missing Ink, κατά κόσμον Γιάννης Πολύζος, μου έστειλε ένα απόσπασμα, συγκεκριμένα το δέκατο κεφάλαιο, από το γνωστό αντιπολεμικό μυθιστόρημα Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του, Johnny got his gun, του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Ντάλτον Τράμπο (1905-1976).

Ο Τράμπο ήταν σεναριογράφος στο Χόλιγουντ, ήταν όμως και μέλος του ΚΚ ΗΠΑ και την περίοδο του μακαρθισμού μπήκε στη μαύρη λίστα κι έτσι δεν μπορούσε να δουλέψει παρά μόνο χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο ή ονόματα άλλων ως βιτρίνα. Mάλιστα κέρδισε δυο Όσκαρ με αυτόν τον τρόπο.

Tο μυθιστόρημα «Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του» κυκλοφόρησε το 1939 και έχει ως θέμα έναν Αμερικανό στρατιώτη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, τον Τζο Μπόναμ, που είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τραυματισμένος βαρύτατα: έχει χάσει χέρια, πόδια, το πρόσωπό του. Όμως το μυαλό του λειτουργεί κανονικά. Ο τίτλος παίζει με το συνθημα Johnny get your gun, που το χρησιμοποιούσε το αμερικανικό κράτος για να πείθει νέους να καταταγούν στον στρατό. 

To 1971, o Ντάλτον Τράμπο γύρισε την ταινία Johnny got his gun, σε δικό του σενάριο, βασισμένο στο βιβλίο του. Η ταινία απέσπασε διακρίσεις στο φεστιβάλ των Καννών, ενώ το 1989 το συγκρότημα Metallica κυκλοφόρησε το τραγούδι One, επηρεασμένο από την ταινία, αποσπάσματα από την οποία εμφανίζονται στο βιντεο κλιπ, που έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία. Μάλιστα, οι Μετάλικα αγόρασαν τα δικαιώματα της ταινίας, για να συνεχίσουν να προβάλλουν το βίντεο κλιπ. 

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006 από τη Σύγχρονη Εποχή (σε μετάφραση της φίλης Έλλης Φιλοκύπρου). Η έκδοση αυτή είναι εξαντλημένη. Ο φίλος μας ο Missing Ink είχε κάνει νωρίτερα τη μετάφραση για δικό του λογαριασμό, επειδή του άρεσε πολύ το βιβλίο. 

Να διαβάσουμε λοιπόν το 10ο κεφάλαιο από το βιβλίο.

Ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι, δίχως τίποτα να κάνεις και πουθενά να πας, ήταν σαν να βρισκόσουν σ’ έναν ψηλό λόφο, μακριά απ’ το θόρυβο και τους ανθρώπους. Σαν νά ’χες πάει για κάμπινγκ ολομόναχος. Είχες όλο το χρόνο στη διάθεσή σου να σκεφτείς. Είχες χρόνο να ξεκαθαρίσεις κάποια πράγματα. Πράγματα που δεν είχαν περάσει πρωτύτερα απ’ το μυαλό σου. Όπως για παράδειγμα το να ξεκινάς για το μέτωπο. Ήσουν τόσο απομονωμένος εκεί στο λόφο σου που ο θόρυβος κι οι άνθρωποι δε σ’ ενοχλούσαν καθόλου σ’ αυτό το ξεκαθάρισμα. Σκεφτόσουν τώρα μόνο για τον εαυτό σου, χωρίς να λογαριάζεις το παραμικρό έξω απ’ αυτόν. Θαρρείς πως το μυαλό σου ήταν διαυγέστερο και οι απαντήσεις σου πιο λογικές. Μ’ ακόμη κι αν δεν ήταν λογικές δεν είχε σημασία, αφού έτσι κι αλλιώς δε θά ’χες ποτέ τη δυνατότητα να κάνεις κάτι σχετικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Α' παγκόσμιος πόλεμος, Πολεμικά | Με ετικέτα: , , , , , | 174 Σχόλια »