Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιάννης Ρίτσος’

Ο κουμπαράς της κουμπάρας

Posted by sarant στο 12 Απρίλιος, 2017

Την έκφραση μας τη θύμισε τις προάλλες ο Αλέξης Τσίπρας, στις κοινές δηλώσεις που έκανε μαζί με τον Ντόναλντ Τουσκ. Εκφράζοντας τη δυσφορία του για την καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης, είπε: «Και επειδή εδώ δεν παίζουμε ένα παιχνίδι όπως παίζαμε μικροί τις κουμπάρες, εδώ παίζουμε με το μέλλον ενός ολόκληρου λαού, αυτό πρέπει να σταματήσει».

Πολλοί αναρωτήθηκαν πώς άραγε θα απέδωσε τη φράση ο διερμηνέας -αλλά βέβαια δεν υπάρχει λόγος να μεταφραστεί κατά λέξη μια ιδιωματική έκφραση. Ένας καλός διερμηνέας έχει κάμποσες εναλλακτικές λύσεις -ίσως το απλούστερο για τη φράση του Τσίπρα να είναι αυτό που αναφέρθηκε στη σχετική συζήτηση στη Λεξιλογία, από την οποία έχω αντλήσει κάποια πράγματα: We will not tolerate games being played at the expense of the Greek people… Όσο για το αγγλικό αντίστοιχο της έκφρασης γενικά, το «δεν παίζουμε τις κουμπάρες» μπορεί να αποδοθεί με κάτι σαν «let’s stop kidding each other», που το λέει κι ένα τραγούδι.

Κατά σύμπτωση, η έκφραση είναι μία από τις 1001 εκφράσεις που εξετάζω στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα«, αν και εκεί τη λημματογραφώ υπό μορφή ερώτησης: «Τις κουμπάρες θα παίξουμε;» και απλώς αναφέρω την άλλη μορφή. Η ερώτηση βέβαια είναι ρητορική: υπονοεί ότι τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν σηκώνουν επιπολαιότητες.

Είτε ως ερώτηση, είτε ως δήλωση (και σε πρώτο πρόσωπο: «εγώ δεν παίζω τις κουμπάρες» = δεν αστειεύομαι) η φράση επικρίνει την ανώριμη αντιμετώπιση σοβαρών θεμάτων, αφού συγκρίνει την αντιμετώπιση αυτή όχι απλώς με ένα παιδικό παιχνίδι αλλά, επιπλέον, με ένα κατεξοχήν κοριτσίστικο παιχνίδι -βέβαια τα κορίτσια είναι σε γενικές γραμμές πολύ ωριμότερα από τα συνομήλικά τους αγόρια, αλλά αυτό η σύμβαση της πατριαρχικής κοινωνίας το προσπερνάει αγέρωχα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 156 Σχόλια »

Χιροσίμα, εβδομήντα χρόνια

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2015

hiroshimaΣυμπληρώνονται σήμερα 70 χρόνια από ένα γεγονός που έχει σημαδέψει ανεξίτηλα όχι μόνο τον εικοστό αιώνα αλλά, θα έλεγα, και την ανθρώπινη ιστορία, σε σημείο που να μπορούμε βάσιμα να μιλάμε για την περίοδο «πριν» και «μετά» από αυτό. Εννοώ φυσικά τη ρίψη της ατομικής βόμβας στις 6 Αυγούστου 1945 στη Χιροσίμα της Ιαπωνίας που είχε σαν συνέπεια την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης, και που, όπως ξέρουμε, ακολουθήθηκε από μια δεύτερη βόμβα στις 9 Αυγούστου στο Ναγκασάκι. Λίγες μέρες αργότερα, στις 15 του μηνός, ανακοινώθηκε η συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας (η επίσημη υπογραφή έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου).

Η βόμβα της Χιροσίμα σκότωσε αμέσως γύρω στις 45.000 ανθρώπους, κατά το 80% αμάχους, ενώ άλλοι τόσοι βρήκαν τον θάνατο μέσα σε 2-4 μήνες μετά την έκρηξη. Η πόλη ισοπεδώθηκε, όπως δείχνει η φωτογραφία -το μεγάλο κτίριο που έμεινε ερειπωμένο και που στέκεται έτσι ίσαμε σήμερα, έχοντας πια μετατραπεί σε μνημείο, ήταν το Νομαρχιακό Κέντρο Προώθησης της Βιομηχανίας.

Τα θύματα στο Ναγκασάκι ήταν λιγότερα, περίπου τα μισά, παρόλο που η βόμβα που χρησιμοποιήθηκε εκεί  (ο «Χοντρός») ήταν ισχυρότερη από της Χιροσίμα («το αγοράκι»), επειδή η μορφολογία του εδάφους λειτούργησε ανασχετικά. Το Ναγκασάκι άλλωστε ήταν ο εφεδρικός στόχος -το σχέδιο προέβλεπε να πληγεί μια άλλη πόλη, που όμως είχε την τύχη εκείνο το πρωί να σκεπάζεται από τα σύννεφα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 239 Σχόλια »

Ένα γλωσσάρι για την Αληθινή απολογία του Σωκράτη

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2014

b_10616_apologia_socrates_varnalis_kraounakis_speira6_webΑπό την Πέμπτη 10 Ιουλίου και ως τις 19 του μηνός ανεβαίνει στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη δραματοποιημένη η «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη, σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολλάρι και με τον Σταμάτη Κραουνάκη στον ρόλο του Σωκράτη. Το έργο του Βάρναλη έχει μορφή μονολόγου, οπότε έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς ακριβώς έγινε η δραματοποίηση, ωστόσο εδώ θα σταθώ περισσότερο στο κείμενο.

Το έργο του Βάρναλη εκδόθηκε στα τέλη του 1931, προς το τέλος δηλαδή της «δημιουργικής δεκαετίας», για να χρησιμοποιήσουμε τον χαρακτηρισμό του Γιάννη Δάλλα, ο οποίος ονομάζει έτσι την περίοδο 1923-1933, αν δεν κάνω λάθος, κατά την οποία ο Βάρναλης έδωσε τα σημαντικότερα έργα του, δεκαετία που ολοκληρώθηκε με τη ριζικά αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση του Φωτός που καίει (αυτήν που ξέρει δηλαδή ο σημερινός αναγνώστης).

Βέβαια, όπως και πολλά από τα έργα της δεκαετίας αυτής (Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, Σκλάβοι πολιορκημένοι), έτσι και τα πρώτα τουλάχιστον σχεδιάσματα της «Αληθινής απολογίας» ο Βάρναλης τα σύνθεσε στη Γαλλία, στο Παρίσι ή στο φιλόξενο σπίτι του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού στο χωριό Σεν Μαρ Λα Πιλ κοντά στην Τουρ.

Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη χρησιμοποιεί το ιστορικό γεγονός της δίκης του Αθηναίου φιλόσοφου για να ασκήσει καταλυτική κριτική στην εκμετάλλευση και την ανελευθερία, χωρίς όμως να αγιογραφεί τον εξαθλιωμένο λαό. Η πρόζα του είναι εξαιρετικά δουλεμένη, ωστόσο το έργο έχει τέτοια ζωντάνια και τόση δροσιά που φαίνεται σαν να έχει γραφτεί μονομιάς. Ίσως πρόκειται για το τελειότερο δείγμα ανόθευτης δημοτικής γλώσσας στη λογοτεχνία μας, όπως και για το κορυφαίο έργο τσουχτερής, καταλυτικής σάτιρας -ενώ παράλληλα ο Βάρναλης δείχνει, χωρίς όμως να επιδεικνύει, τη σπάνια αρχαιομάθειά του.

Όπως σημειώνει ο Βάρναλης στον πρόλογο της τρίτης έκδοσης του έργου: «Η «Απολογία» γράφτηκε στα 1931 σαν ένα είδος διαμαρτυρίας ενάντια στην τοτεσινή «δημοκρατία» του ιδιωνύμου, του Καλπακιού και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων, που είχανε κατακουρελιάσει τις συνταγματικές ελευθερίες του πολίτη κι είχανε διαφθείρει ολάκερο το δημόσιο βίο της χώρας και προετοιμάσει τη διχτατορία της 4ης Αυγούστου». Πράγματι, η Απολογία έχει σαφέστατο πολιτικό μήνυμα, αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρον γι’ αυτό το λόγο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 89 Σχόλια »

Το παράσημο, Προλετάριοι: Δυο άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2014

Το σημερινό κυριακάτικο φιλολογικό μας άρθρο, το πρώτο για τον Μάιο, αναφέρεται σε έναν ποιητή που το όνομά του συνδέθηκε με τον μήνα Μάη, όχι μόνο επειδή ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909, αλλά κι επειδή έγινε ευρύτερα γνωστός από τον Επιτάφιο, τα ποιήματα που έγραψε τον Μάη του 1936 εν θερμώ μετά το ματοκύλισμα της εργατικής διαδήλωσης στη Θεσσαλονίκη και τον θάνατο δέκα εργατών, βλέποντας στον Ριζοσπάστη τη φωτογραφία της μητέρας του νεκρού Τάσου Τούση να ολοφύρεται πάνω από το πτώμα του γιου της. Κι άλλες φορές έχω ανεβάσει τέτοιες μέρες ένα θέμα σχετικό με τον Ρίτσο: για τον Επιτάφιο και την πρώτη μορφή ενός ποιήματος, και παλιότερα για μερικά άγνωστα πεζά του. Κάτι ανάλογο έχω και για σήμερα, δυο άγνωστα ποιήματα του Ρίτσου, δημοσιευμένα στον Νέο Ριζοσπάστη το 1934.

Θα μπορούσα να τα πω και «αθησαύριστα». Με την αυστηρή έννοια του όρου, άγνωστα δεν είναι τα σημερινά ποιήματα: τα έχει καταγράψει η Αικατερίνη Μακρυνικόλα στην πολύτιμη Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου που έχει καταρτίσει, αλλά δεν έχουν συμπεριληφθεί σε καμιά συλλογή του ποιητή. Δεν είναι τα μόνα. Ο Ρίτσος έχει επίσης αφήσει έξω από τις συλλογές του και όλα του τα νεανικά ποιήματα, εκείνα που δημοσίευσε από το 1929 και μετά σε διάφορα έντυπα, κυρίως το περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας (η Μακρυνικόλα τα καταγράφει επίσης), προφανώς επειδή τα θεώρησε πρωτόλεια. Όμως αυτά εδώ δεν είναι ποιήματα της εντελώς πρώτης ποιητικής του νιότης: τα γράφει το 1934, τη χρονιά που έβγαλε την πρώτη ποιητική του συλλογή.

Πράγματι, από τον Αύγουστο του 1934 ο Ρίτσος αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στον Νέο Ριζοσπάστη: μέσα σε δύο μήνες θα δημοσιέψει 14 ποιήματα και άλλα 3 τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου. Τα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά έχουν τη μορφή γράμματος από τον γιο που είναι φαντάρος προς τη μητέρα του ή από τη μάνα προς το γιο, και έχουν τίτλο «Γράμμα(τα) από το μέτωπο» και «Γράμμα(τα) για το μέτωπο». Έχουν αντιπολεμικό χαρακτήρα και θυμίζουν (τουλάχιστον τα γράμματα της μάνας) τα ποιήματα του Επιτάφιου. Τα «Γράμματα από/για το μέτωπο» τα συμπεριέλαβε ο Ρίτσος στη δεύτερη συλλογή του, τις Πυραμίδες, εκτός από τα δύο που θα δούμε σήμερα. Όλα τα ποιήματα τα υπογράφει με το γνωστό ψευδώνυμό του Γ. Σοστίρ (ανεστραμμένο το επώνυμό του), ενώ η εφημερίδα συνήθως προσθέτει επίτιτλο όπως «Κόκκινος στίχος» ή «Επαναστατικός στίχος».

Για να κάνουμε μια παρένθεση, ο τίτλος του Ριζοσπάστη εκείνη την περίοδο ήταν «Νέος Ριζοσπάστης», ύστερα από μια εξοντωτική καταδίκη του Ριζοσπάστη με βάση τον νόμο περί τύπου (ίσως γράψω κάποτε για την υπόθεση αυτή).

Τα 15 από τα 17 αυτά ποιήματα λοιπόν μπήκαν στη συλλογή Πυραμίδες (στην ενότητα «Γράμματα απ’ το μέτωπο») και υπάρχουν στα Άπαντα του Ρίτσου, ενώ τα άλλα δύο, απ’ όσο ξέρω, δεν έχουν συμπεριληφθεί. Μπορεί να έμειναν έξω επειδή τα θεώρησε κατώτερα, μπορεί όμως να έκρινε ότι δεν ταιριάζουν με τα άλλα των Πυραμίδων και αργότερα απλώς να μην τα έβρισκε. Τα παρουσιάζω εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Σχόλια »

Η Μαρία Πολυδούρη βγαίνει απ’ τη σκιά του Καρυωτάκη

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2014

polyd 21-2--15-thumb-large

Προχτές, που ήταν η Παγκόσμια μέρα ποίησης, είχαμε ανάρτηση με ποιητικό θέμα, κατά σύμπτωση συνεχίζουμε και σήμερα, μια και το φιλολογικό θέμα της Κυριακής θα είναι κι αυτό αφιερωμένο σε μια ποιήτρια, με αφορμή την κυκλοφορία ενός πολύ σημαντικού βιβλίου.

Συγκεκριμένα, τον προηγούμενο μήνα κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Εστία, σε φιλολογική επιμέλεια και επίμετρο της Χριστίνας Ντουνιά, το βιβλίο «Τα ποιήματα» της Μαρίας Πολυδούρη, της ποιήτριας που πέθανε φυματική το 1930 σε ηλικία 28 χρονών, και που είναι γνωστή κυρίως σε σχέση και για τη σχέση της με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη.

Ειδική στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου, η Χριστίνα Ντουνιά έχει κάνει κι εδώ υποδειγματική δουλειά. Πέρα από τη συγκέντρωση αρκετών ποιημάτων που είχαν μείνει είτε ανέκδοτα είτε αθησαύριστα και που είναι άγνωστα στον σημερινό αναγνώστη, αφού δεν συμπεριλήφθηκαν ως τώρα σε καμιά έκδοση ποιημάτων της Πολυδούρη, ιδιαίτερη αξία έχει το πλούσιο επίμετρο, στο οποίο η Ντουνιά θέτει το ερώτημα «Γιατί η Πολυδούρη;» και δίνει πειστικές απαντήσεις. Αντιγράφω τις πρώτες αράδες:

Η Μαρία Πολυδούρη έχει από καιρό περάσει στην περιοχή του λογοτεχνικού μύθου: είναι το σύμβολο της πρόωρα χαμένης ομορφιάς και του μοιραίου έρωτα. Στην καρδιά του δύσκολου και αντιφατικού Μεσοπολέμου, η ζωή και το έργο της αντανακλούσε διπλά -ως τέχνη και ως πραγματικότητα- την αισθητική πρόταση του Ε.Α.Πόε: «ο θάνατος μιας όμορφης γυναίκας είναι, αναμφίβολα, το πιο ποιητικό θέμα στον κόσμο». Ενώ όμως σε αυτή τη μακρινή εποχή η ζωντανή ακόμα παρουσία της έδινε μια υποβλητική γοητεία στους στίχους της, το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί η φωνή της να ακουστεί και σήμερα, αν μπορεί να γίνει μέρος της σύγχρονης ποιητικής μας γλώσσας. (…) Με άλλα λόγια, μπορούμε σήμερα να συναντήσουμε την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη και η συνάντηση αυτή να έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυθεντικής ποιητικής εμπειρίας;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Η αυστηρή Καρτ-Ποστάλ του Μπουκέτου

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2013

 

Στο σημερινό μας φιλολογικό άρθρο θα αναφερθώ, όχι για πρώτη φορά, στο ποιοτικό λαϊκό εβδομαδιαίο περιοδικό Μπουκέτο, που μεσουράνησε στον ελληνικό περιοδικό τύπο από το 1924 έως το 1946, αν και θα ήταν ακριβέστερο να πούμε ότι η χρυσή εποχή του σταματάει περίπου στα 1934. Εκδότης του ήταν ο Κων. Θεοδωρόπουλος, διευθυντής ήταν ο Ν. Καμαρινόπουλος, ενώ στη συντακτική του ομάδα συμμετείχαν, κατά καιρούς, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Χάρης Σταματίου, ο Απ. Μαγγανάρης, ο Γιώργος Κοτζιούλας.

Θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε και «οικογενειακό» περιοδικό, ή «λαϊκό», ή «περιοδικό ποικίλης ύλης», ωστόσο αυτοί οι όροι παραπέμπουν σε έντυπα χαμηλότερων απαιτήσεων και αδικούν το Μπουκέτο, το οποίο, όχι τυχαία, αυτοπροσδιοριζόταν ως «Εβδομαδιαία εικονογραφημένη φιλολογική επιθεώρησις» και, τουλάχιστο στη χρυσή εποχή του, διατηρούσε ανοιχτή επαφή με την καλή λογοτεχνία, ελληνική και ξένη. Φυσικά, από το Μπουκέτο δεν έλειπε η ελαφρά ποικίλη ύλη, τα μεταφρασμένα γαλλικά αισθηματικά μυθιστορήματα, τα ιστορικά αφηγήματα, οι σπαζοκεφαλιές, οι εύθυμες ιστορίες, η κοσμική στήλη και τα ανέκδοτα.

Στο Μπουκέτο δημοσίευσαν έργα τους οι κορυφαίοι της ελληνικής λογοτεχνίας της εποχής: Παλαμάς, Νιρβάνας, Ουράνης, Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Μυρτιώτισσα, Λαπαθιώτης, Ξενόπουλος, Φιλύρας. Επίσης, οι εκδότες του περιοδικού συστηματικά αναζητούσαν ντοκουμέντα από παλιότερες εποχές και δημοσίευαν ανέκδοτα κείμενα παλαιότερων συγγραφέων ή αναμνήσεις παλαίμαχων λογίων, ηθοποιών ή δημοσιογράφων, συχνά σε συνέχειες. Να προσθέσουμε επίσης την προσεγμένη εμφάνιση του περιοδικού και τη στρωτή και πλούσια δημοτική γλώσσα (ο Χ. Σταματίου με καμάρι χαρακτήριζε το περιοδικό «ανώτερο φροντιστήριο της δημοτικής γλώσσας») που το έκαναν να ξεχωρίζει από τα ομοειδή έντυπα της εποχής. Έτσι, δεν είναι περίεργο ότι στους διψασμένους νέους της επαρχίας το Μπουκέτο φάνταζε σαν πανέρι γεμάτο θησαυρούς -«Ευαγγέλιο της λογοτεχνίας» είχε φανεί στον έφηβο Κοτζιούλα σύμφωνα με μεταγενέστερες αναμνήσεις του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μικροφιλολογικά, Περιοδικά, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 87 Σχόλια »

Η χτεσινή κασιματιά για τον Γιάννη Ρίτσο

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2013

 

Τη λέξη κασιματιά δεν την έχουν τα λεξικά, και δικαίως, αφού την έχουμε φτιάξει εδώ στο ιστολόγιο, αν και βλέπω με καμάρι ότι και άλλοι την έχουν υιοθετήσει. Κασιματιά είναι το ψέμα, και ειδικότερα το ψέμα που σερβίρεται με το μανδύα ιστορικού ανεκδότου και που έχει στόχο έναν πολιτικό αντίπαλο και επαναλαμβάνεται συχνά (ώστε να μείνει). Φυσικά, πήρε το όνομά του από τον δημοσιογράφο κ. Στέφανο Κασιμάτη, που του αρέσει να διανθίζει τη στήλη του με ιστορικά ανέκδοτα (μερικά υπαρκτά) και που ειδικεύεται στις κασιματιές εναντίον των αριστερών. Για παράδειγμα, κασιματιά είναι ότι ο Λένιν είχε κάνει λόγο για «χρήσιμους ηλίθιους» (μια άλλη κασιματιά, πάλι για τον Λένιν, εδώ).

Η κασιματιά που δημοσιεύτηκε στη χτεσινή Καθημερινή δεν είχε στόχο τον Λένιν, αλλά τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Αντιγράφω ολόκληρο το σχόλιο ώστε να μη χάσετε σταγόνα απ’ τη χολή: Από την ιστοσελίδα του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου πληροφορούμαι ότι ο Τζον Κίτμερ διαδέχεται τον ιδιαιτέρως αγαπητό Ντέιβιντ Λάντσμαν ως πρεσβευτής της Βρετανίας στην Αθήνα. Ελληνιστής, όπως και ο προκάτοχός του, ο Ντ. Κίτμερ θα τολμούσα να επισημάνω ότι διαφέρει ως προς την εκκεντρικότητα των γούστων του – των φιλολογικών, για να μην παρεξηγηθώ. Λάτρης της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, έχει δημοσιεύσει τη μελέτη «Χρήσεις της Ελληνικής Ορθοδοξίας στην πρώιμη ποίηση του Γιάννη Ρίτσου» και επί του παρόντος εργάζεται για την ολοκλήρωση της διδακτορικής διατριβής του για τον ποιητή, ο οποίος εκτός των άλλων ύμνησε τον δικτάτορα Στάλιν («Σώπα γιαγιά και σκούπισε με το τσεμπέρι σου τα μάτια σου. / Οταν σβύνει η φωτιά σου κάτω από το τσουκάλι σου / Είναι ο Στάλιν που σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν’ ανάψει» κ.λπ.), καθώς και την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, ότι τα ενδιαφέροντα του Τζ. Κίτμερ επικεντρώνονται μάλλον στην ανίχνευση των τρόπων με τους οποίους ο Ρίτσος αφομοίωσε στην ποίησή του την επιρροή άλλων ποιητικών φωνών της νεοελληνικής γραμματείας. Εν πάση περιπτώσει, παραδέχομαι ότι μου είναι δύσκολο να καταλάβω πώς μπορεί να γοητεύεται κάποιος με τον Ρίτσο, όταν υπάρχουν ο Σολωμός και ο Καβάφης· από την άλλη πλευρά όμως, όταν θυμάμαι ότι έχω περάσει μία εποχή κατά την οποία λάτρευα την ποίηση του Τέννυσον, τότε τα αποθέματά μου ανεκτικότητας και κατανόησης ξαφνικά ανανεώνονται ως διά μαγείας..

Δεν θα σταθώ στις ποιητικές προτιμήσεις, είτε του Βρετανού πρεσβευτή είτε του κ. Κασιμάτη, αλλά στο απόσπασμα που έχω σημειώσει με έντονους χαρακτήρες, δηλαδή την κασιματιά, εννοώ το ψέμα, ότι ο Ρίτσος ύμνησε την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Κατά σύμπτωση το ιστολόγιό μας έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα πριν από πεντέξι μήνες και γι’ αυτό η πρώτη μου σκέψη, όταν με ειδοποίησε ένας φίλος με ηλεμήνυμα για την τελευταία κασιματιά, ήταν να αφιερώσω μόνο ένα σαββατιάτικο μεζεδάκι. Ύστερα όμως συνειδητοποίησα ότι το παλιό άρθρο του ιστολογίου είχε δημοσιευτεί κατακαλόκαιρο, Κυριακή 12 Αυγούστου, επομένως πολλοί φίλοι δεν θα το έχουν διαβάσει (αν και είχε γίνει αρκετά μεγάλη συζήτηση), οπότε ίσως θα είναι συγγνωστή η ανακύκλωση. Τώρα, αν έχετε διαβάσει το παλιό άρθρο, συγνώμη, ελπίζω το αυριανό (που θα είναι καινούργιο) να σας αποζημιώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 383 Σχόλια »

Ο Γιάννης Ρίτσος και τα σοβιετικά τανκς

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2012

Ίσως δεν είναι και πολύ κατάλληλη η συγκυρία για το σημερινό άρθρο, κατακαλόκαιρο παραμονές δεκαπενταύγουστου, αλλά δεν το είχα έτοιμο το θέμα, εκείνο ήρθε και με βρήκε. Κι έπειτα, είναι θέμα που με ενδιαφέρει διπλά, μια και το ιστολόγιο αρέσκεται να σκαλίζει μικροφιλολογικά μυστήρια, ιδίως τις Κυριακές, αλλά και έχει ειδικευτεί στην ανασκευή μύθων, και το σημερινό θέμα μας έχει και από τα δύο. Ο λόγος είναι για τον Γιάννη Ρίτσο, ο οποίος, αν πιστέψουμε όσα γράφονται κατά καιρούς, έχει πει ή έχει γράψει κάτι για σοβιετικά τανκς που χορεύουν. Ως εκεί υπάρχει ομοφωνία στις διάφορες εκδοχές, αλλά ως προς τις υπόλοιπες λεπτομέρειες οι διάφορες εκδοχές διίστανται.

Για παράδειγμα, σε χρονογράφημά του στην εφημ. Μακεδονία, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης γράφει: Πώς να ξεχάσεις τον πράγματι σπουδαίο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που έγραφε ότι τα σοβιετικά άρματα χόρευαν ταγκό κατά την εισβολή στην πλατεία της Πράγας; Πώς να το ξεχάσεις ή πώς να το θυμηθείς, θα το δούμε παρακάτω. Αλλά αν η εκδοχή του Σκαμπαρδώνη είναι απλώς μία από τις πολλές, έχει ωστόσο ένα μοναδικό στοιχείο.

Εννοώ ότι, απ’ όσο ξέρω, ο Σκαμπαρδώνης είναι ο μοναδικός που θέλει τον Ρίτσο να γράφει για τα τανκς που χορεύουν ταγκό. Η Κωνσταντίνα Ζάνου, σε άρθρο της που δημοσιεύτηκε και στην κυπριακή Καθημερινή, δίνει την επικρατούσα εκδοχή: «Τα τανκς χορεύουν βαλς στις πλατείες της Πράγας», που υποτίθεται ότι το έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για την εισβολή των σοβιετικών στην Πράγα το 1968. Και πράγματι, οι περισσότερες εκδοχές θέλουν τον Γιάννη Ρίτσο να έγραψε ένα ποίημα για να υμνήσει τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, στο οποίο έβλεπε τα τανκς να χορεύουν βαλς. Εδώ που τα λέμε, το βαλς, σαν χορός, ταιριάζει στα τανκς περισσότερο από το ταγκό, δεν βρίσκετε; Με τα βαλς συμφωνεί και το sansimera.gr, που βρίσκει ότι ο Ρίτσος ήταν σπουδαίος ποιητής  «όταν δεν υπονόμευε ο ίδιος την αξία του με τη στρατευμένη ποίησή του για τα «σοβιετικά τανκς που χορεύουν βαλς στην Πράγα» και άλλα τέτοια». Σε άλλες πάλι πηγές, δεν προσδιορίζεται ο χορός. Έτσι, σε άρθρο του Δ. Παλαιολογόπουλου, αρχικά στην Αυγή, τα τανκς απλώς χορεύουν στους δρόμους της Πράγας, αλλά δεν ξέρουμε τι είδους χορό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 203 Σχόλια »

Μηνολόγιον Μαΐου και όχι μόνο

Posted by sarant στο 1 Μαΐου, 2012

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς για τα γεγονότα του μήνα, που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Λαογραφία, Μηνολόγιο, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , | 77 Σχόλια »

Βασίλεψες αστέρι μου: η πρώτη μορφή

Posted by sarant στο 1 Μαΐου, 2011

Πρωτομαγιά σήμερα, ταιριάζει θα έλεγε κανείς να βάλω κάτι του Γιάννη Ρίτσου. Καταρχάς, να θυμίσω ένα προπέρσινο άρθρο, με κάποια δυσεύρετα σύντομα πεζά του Ρίτσου, που ίσως δεν το έχετε διαβάσει.

Έπειτα, αφού είναι Μάης, να γυρίσουμε σε μια μέρα Μαγιού, στον ματωμένο Μάη του 1936, στις 9 Μαΐου. Η διαδήλωση των εργατών της Θεσσαλονίκης χτυπήθηκε από την αστυνομία. Πάνω από 10 νεκροί, ένας από αυτούς ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Η φωτογραφία της μητέρας του που ολοφύρεται πάνω από το πτώμα του, που οι σύντροφοί του το έχουν απιθώσει πάνω σε μια ξηλωμένη πόρτα, δημοσιεύεται την επόμενη μέρα στον Ριζοσπάστη. Είναι το ερέθισμα για να γράψει ο Γιάννης Ρίτσος τα 14 από τα 20 ποιήματα του Επιτάφιου. Τρία από αυτά δημοσιεύονται τη μεθεπομένη, στις 12 Μαΐου, στον Ριζοσπάστη, με τίτλο «Μοιρολόι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Εργατικό κίνημα, Μελοποιημένη ποίηση, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 28 Σχόλια »

Δυο-τρία πράγματα για τα σύκα και τη σκάφη

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2009

 Η παροιμιακή φράση «λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» χρησιμοποιείται για όποιον μιλάει χωρίς περιστροφές, με παρρησία, χωρίς να μασάει τα λόγια του ή να καταφεύγει σε ευφημισμούς. Είναι μια από τις συχνές και γνωστές παροιμιακές φράσεις, με αρκετές καταγραφές στα σώματα κειμένων, και σε λογοτεχνικά άλλωστε κείμενα, από τα οποία το γνωστότερο ίσως είναι το Καπνισμένο τσουκάλι του Ρίτσου, με τον στίχο που έγινε πασίγνωστος χάρη στη φωνή του Νίκου Ξυλούρη:

Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
Έτσι, να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη
(κοπυπάστη από το Διαδίκτυο, λαθάκια δεν αποκλείονται)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά, Uncategorized | Με ετικέτα: , , , , , | 99 Σχόλια »

Γιάννης Ρίτσος: Σούρουπο στη συνοικία και άλλα αθησαύριστα (;) πεζά

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2009

Σούρουπο στη συνοικία και άλλα αθησαύριστα (;) πεζά του Γιάννη Ρίτσου από τα «Ελεύθερα Γράμματα»

 ritsosΔιαβάζοντας το καινούργιο και πραγματικά απολαυστικό σημείωμα του φίλτατου Allu Fun Marx για κάποια άγνωστα ελαφρά τραγούδια σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, πληροφορήθηκα ότι υπάρχει μια ευρύτερη κίνηση ιστολόγων, με πρωτοβουλία της παλιάς φίλης Αγγελικής Κώττη, να τιμηθεί την Πρωτομαγιά σε όσο το δυνατόν περισσότερα ιστολόγια ο Γιάννης Ρίτσος, μια που φέτος κλείνουν 100 χρόνια από τη γέννησή του και καθώς αύριο είναι Πρωτομαγιά, η μέρα την οποία ο ίδιος ο Ρίτσος είχε συμβολικά επιλέξει να κρατήσει ως ημέρα της γέννησής του.

 Είμαι βέβαιος πως θα υπάρξουν εξαιρετικά αφιερώματα σε πολλά ιστολόγια. Θα ήθελα να συμβάλω σε αυτή τη θαυμάσια πρωτοβουλία παρουσιάζοντας ορισμένα πεζά του Γιάννη Ρίτσου, διηγήματα ή χρονογραφήματα θα μπορούσαμε να τα πούμε, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα». Θυμίζω ότι το αριστερό φιλολογικό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» με διευθυντή τον Δ. Φωτιάδη εκδόθηκε στην Αθήνα τον Μάιο του 1945 και κυκλοφόρησε, με διακοπές, έως το 1951.

 Πρόκειται για σύντομα πεζά, που δίνουν εικόνες από τα δυο πρώτα αβέβαια μεταπολεμικά χρόνια, μετά τη Βάρκιζα και πριν από τον Εμφύλιο. Τα χαρακτηρίζω αθησαύριστα με ερωτηματικό, επειδή βέβαια τα Ελεύθερα Γράμματα δεν είναι και πολύ σπάνιο περιοδικό, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν έχουν συμπεριληφθεί στη βιβλιογραφία του Ρίτσου. Κάποια από αυτά αναδημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες αργότερα και πιο πρόσφατα στην εφημ. Ριζοσπάστης.

 Τα πρώτα πεζά δημοσιεύτηκαν στο δεύτερο, το τέταρτο, το έβδομο και το ένατο τεύχος του περιοδικού, δηλαδή με εντυπωσιακή πυκνότητα. Όλα δημοσιεύονται είτε στην πρώτη είτε στην τελευταία σελίδα του περιοδικού, δηλαδή στις πιο προβεβλημένες. Στο δέκατο τεύχος δημοσιεύεται το ποίημα «Γράμμα στη Γαλλία». Στη συνέχεια, οι συνεργασίες του ποιητή με το περιοδικό αραιώνουν κάπως: έως το τέλος του 1945 θα δημοσιεύσει ακόμη άλλο ένα πεζό, με τίτλο «Το δικό μας χαμόγελο», στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού, μια συνέντευξη-συζήτηση και ένα μικρό απόσπασμα της «Ρωμιοσύνης». Δύο ακόμα σύντομα πεζά δημοσιεύει στους πρώτους μήνες του 1946. Οι επόμενες συνεργασίες του Ρίτσου με το περιοδικό, που δεν είναι και πολλές, αφορούν γνωστά έργα του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 2 Σχόλια »