Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιατί η θεία μου μπορεί να πήγε στον Παράδεισο’

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Τώρα έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Έχουμε αφήσει τον θείο Αλκιβιάδη να κερδίζει ένα μεγάλο ποσό στο λαχείο και να αφήνει τη Μυτιλήνη για την Αθήνα, όπου πιάνει δουλειά σε έναν εκδοτικό οίκο.

Με τη σημερινή συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα και το βιβλίο. Τη μεθεπόμενη μάλλον Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες κάποιο άλλο βιβλίο του πατέρα μου, μάλλον «Τα έπη των Αριμασπών».

mimis_jpeg_χχsmallΌταν είπαμε να πάμε να τον δούμε, η μητέρα μου τον πήρε πρώτα στο τηλέφωνο και τον ρώτησε πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι του και με ποιόν τρόπο θα πηγαίναμε. Εξακριβώθηκε πως το σπίτι που είχε αγοράσει ο θείος Αλκιβιάδης ήταν στην περιοχή ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Μελίσσια, στον οικοδομικό συνεταιρισμό «Νέα Λέσβος», που τον συγκρότησαν συμπατριώτες και όπου και εκείνη είχε αγοράσει ένα οικοπεδάκι. Αυτό διευκόλυνε τα πράγματα, γιατί είχε πάει μερικές φορές ως εκεί με τον πατέρα μου. Εκείνο που της δημιούργησε κάποιες απορίες ήταν το ύφος με το οποίο ο ξάδερφός της αντιμετώπισε την πρόθεσή μας να ανηφορίσουμε κατά τη γειτονιά του. Από τον τόνο της φωνής του και από τα λόγια του φάνηκε σα να μην τον ενθουσίαζε μια τέτοια επίσκεψη. Δεν της το είπε φυσικά καθαρά, αντίθετα τη διαβεβαίωσε πως μετά χαράς θα μας υποδεχόταν σπίτι του, αλλά κάτι μασημένα λόγια για την ακαταστασία που θα συναντούσαμε και για την εργένικη ζωή του, την έβαλαν σε σκέψεις. Παρ΄ όλ΄ αυτά αποφάσισε να πάμε.

Το σπίτι του θείου Αλκιβιάδη βρισκόταν στο υψηλότερο μέρος του οικισμού και στο πίσω μέρος του οικοπέδου υπήρχε μεγάλος και με απότομες πλευρές βράχος, που εκτός του ότι έκρυβε την ανατολή και σκίαζε το σπίτι, ασκήμαινε με τις γυμνές του επιφάνειες το τοπίο. Ο Αλκιβιάδης μας περίμενε στην πόρτα της αυλής του. Μου φάνηκε πολύ γερασμένος για τα πενήντα του χρόνια, αλλά με παραξένεψε το ότι φορούσε σορτς, μ΄ όλο που δεν έκανε ζέστη και επί πλέον δεν του πήγαιναν καθόλου, έτσι που άφηναν εκτεθειμένα σε κοινή θέα τα λιπόσαρκα πόδια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 169 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – ΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Από την προηγούμενη συνέχεια  έχουμε περάσει στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου, στην οποία πρωταγωνιστεί ο θείος Αλκιβιάδης, ο επιλεγόμενος και «Αλπινιστής». Με την επόμενη τρίτη συνέχεια ολοκληρώνεται η νουβέλα αυτή -και το βιβλίο. Να θυμίσω ότι έχουμε σταματήσει στον Μάη του 1941 και ο θείος Αλκιβιάδης, έχοντας πολεμήσει στην Αλβανία, επιστρέφει με καΐκι στο νησί.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο χωριό έπιασε δουλειά στο μπακάλικο του πατέρα του. Οι δουλειές φάνηκε να ανοίγουν. Ο κυρ Βασίλης στην αρχή νόμισε πως είχε βρει την ευκαιρία της ζωής του. Στο κεφαλοχώρι υπήρχε γερμανική φρουρά, αλλά, καθώς βρισκόταν στο κέντρο του νησιού περνούσαν απ΄ αυτό συχνά γερμανικές μονάδες. Οι Γερμανοί στρατιώτες αγόραζαν τα πάντα, δίνοντας στρατιωτικά μάρκα. Αλλά και οι χωριανοί αγόραζαν ό,τι βρίσκανε. Ο κυρ Βασίλης μάζεψε σε δυο μήνες κάπου εκατό χιλιάδες τέτοια μάρκα. Μάζεψε επίσης κάπου μισό εκατομμύριο δραχμές. Ταχτοποίησε τα χαρτονομίσματα προσεκτικά σε δεσμίδες και βάζοντας όλον αυτόν τον θησαυρό σε μια μεγάλη τσάντα, κατέβηκε στη Χώρα, με βοϊδάμαξα φυσικά,  να ανανεώσει το εμπόρευμα του και να βάλει μερικά στην πάντα. Γύρισε σε δύο μέρες, πάλι με βοϊδάμαξα, ερείπιο. Ο θησαυρός του δεν άξιζε τίποτα. Οι μεν δραχμές, με τον πληθωρισμό που κάλπαζε,  είχαν χάσει, στο μεταξύ, τα εννέα δέκατα της αξίας τους, τα δε μάρκα δεν τα έπαιρνε κανείς. Στην Εμπορική Τράπεζα, με την οποία συναλλασσόταν  από παλιά, ο διευθυντής της του εξήγησε πως τα στρατιωτικά μάρκα δεν είχαν καμία πέραση.

«Να ήταν ράιχσμαρκ, θα σου τα άλλαζα αμέσως, αυτά όμως είναι φέλντμαρκ, είναι για συναλλαγές των στρατιωτών με τις καντίνες τους, δεν είναι κανονικά χαρτονομίσματα. Και να σου πω κυρ Βασίλη, υποπτεύομαι πως τα χρησιμοποιούν για ένα είδος νομότυπη λεηλασία των κατεχομένων. Κι άλλοι την έπαθαν σαν και σένα».

Ο πατέρας του δε μπόρεσε ποτέ να συνέλθει από το χτύπημα που δέχτηκε η φιλοχρηματία του και σε λίγο πέθανε, μάλλον από εγκεφαλικό. Στο σπίτι έπεσε δυστυχία και σ΄ αυτόν η ευθύνη να τα βγάλει πέρα. Ήταν πια ο αρχηγός της οικογένειας. Ευτυχώς είχαν κάτι χτηματάκια με καρπερή γη και ο Αλκιβιάδης ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά. Αποδείχτηκε καλός αγρότης και μέσα σ΄ ένα χρόνο όχι μόνο επιβίωσαν κι αυτός κι οι τρεις γυναίκες της οικογένειας, η μάνα του κι αδερφές του, αλλά φάνηκε η αυγή μιας νέας οικογενειακής ευμάρειας. Το νησί, όπως και όλη η ελληνική ύπαιθρος, είχε ξαναγυρίσει στο καθεστώς της κλειστής οικονομίας, όπου όλες οι συναλλαγές γίνονταν με ανταλλαγές, με βάση το λάδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 266 Σχόλια »

Ο θείος Αλκιβιάδης ο αλπινιστής – Ι (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2016

Εδώ και μερικούς μήνες δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Στην προηγούμενη συνέχεια ολοκληρώθηκε η δεύτερη (και μεγαλύτερη) νουβέλα του βιβλίου, και τώρα περνάμε στην τρίτη -και τελευταία- νουβέλα του βιβλίου, όπου θα γνωρίσουμε τον θείο Αλκιβιάδη, τον επιλεγόμενο και «Αλπινιστή», έναν ήρωα σαφώς χαμηλότερων τόνων από τη θεία Μαρίνα. Η νουβέλα αυτή θα μας πάρει, όπως το λογαριάζω, τρεις συνέχειες.

mimis_jpeg_χχsmallΤον θείο τον Αλκιβιάδη τον είχα ακουστά από παιδί, αλλά τον γνώρισα προσωπικά μετά τον πόλεμο, όταν εγκαταστάθηκε κι αυτός στην Αθήνα. Στο νησί δεν είχαμε πολύ συχνές επαφές μαζί του, καθώς δεν έμενε στην πόλη αλλά σε ένα, κάπως μακρινό, κεφαλοχώρι. Άλλωστε δεν ήταν στενός συγγενής μας, δεύτερος ξάδερφος της μητέρας μου ήταν, και όπως είχα καταλάβει, άνθρωπος μοναχικός και παράξενος. Στο νησί τον έβλεπαν, αριά και πού, ο πατέρας μου και οι θείοι μου, όταν οι εξορμήσεις που κάνανε στην ύπαιθρο  για να βρούνε τίποτα τρόφιμα, τότε στην πείνα της Κατοχής, τους έφερναν στο χωριό του, που ήτανε παλιά ο σιτοβολώνας του νησιού.

Αργότερα, προς το τέλος της Κατοχής,  ο πατέρας μου πήγε κάνα δυο φορές να τον δει, θέλοντας να τον στρατολογήσει στην Οργάνωση, χωρίς επιτυχία.

«Το σαρκίον υπεράνω όλων» τον άκουσα να λέει μια φορά στον θείο μου τον Αντρέα, αναφερόμενος στην αποτυχία της προσπάθειάς του.

«Έλα καημένε, τι περίμενες; Ένας αδιαφόρετος άνθρωπος είναι» συμφώνησε εκείνος «μην ασχολείσαι μαζί του. Δεν αξίζει τον κόπο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: | 193 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πέμπτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα, δασκάλα στη Μυτιλήνη, έχει μόλις χάσει τον αγαπημένο της, τον Θρασύβουλο, που αποδείχτηκε απατεώνας -και μαζί και το όχι ευκαταφρόνητο κομπόδεμα που είχε μαζέψει όλα τα προηγούμενα χρόνια.

mimis_jpeg_χχsmallΗ Μαρίνα άργησε να συνέλθει από το χτύπημα. Δεν ήταν μονάχα το κενό που της άφησε η προδοσιά του Θρασύβουλου, ούτε η πίκρα της ερωτικής απογοήτευσης. Ήταν ο πληγωμένος της εγωισμός αλλά πιο πολύ ήταν η χρηματική απώλεια. Το χτύπημα που δέχτηκε αντί να τη μαλακώσει τη σκλήρυνε.  Τά ΄βαλε πρώτα πρώτα με τον εαυτό της. Γιατί ενδόμυχα είχε αντιληφθεί καθαρά, την τελευταία έστω στιγμή, πως τα λεφτά της κινδύνευαν. Κι όμως του τά ΄δωσε. Ορκίστηκε να μην ξαναπέσει σε παρόμοια παγίδα. Μίσησε το Θρασύβουλο από τα βάθη της ψυχής της. Θυμήθηκε τις μαγικές πρακτικές, που ασκούσε στο Αρσάκειο και ψάχνοντας στα συρτάρια της βρήκε ένα μαντήλι κι ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια του επίορκου. Τα έδεσε σφιχτά με μαύρη κλωστή, τα κάρφωσε με τρεις βελόνες και κλαίγοντας καταράστηκε τον άνθρωπο που τη γέλασε να τονε βρούνε οι μεγαλύτερες συμφορές.

Στη θέση της καλόβολης κι ανοιχτοχέρας ερωτευμένης Μαρίνας ξαναμπήκε η στριμμένη, παραδόπιστη και ψηλομύτα κόρη του Έλληνα, αλλαγμένη προς στο χειρότερο. Βάλθηκε να ξαναμαζεύει λεφτά με κάθε τρόπο. Άρχισε να ζητά και να βρίσκει προγυμνάσεις παιδιών που δεν έπαιρναν τα γράμματα. Στα παιδάκια της τάξης της συμπεριφερόταν τυραννικά. Τα σκαμπίλια και οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Δεν έκανε διάκριση ούτε στις πρώτες ξαδέλφες της, τις κόρες της μικρότερης θείας της, της Ευθυμίας, που άπειρες φορές τις έβαλε να στέκονται όρθιες με το πρόσωπο στον τοίχο και πάμπολλες τις σκαμπίλιζε για τα πιο ασήμαντα παραπτώματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος | Με ετικέτα: , , | 182 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – V (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 5 Απριλίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το δεύτερο μισό από το τέταρτο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα, νεαρή δασκάλα στη Μυτιλήνη, να δίνει το κομπόδεμά της δανεικά στον αγαπημένο της, τον Θρασύβουλο, για να υπογράψει τα συμβόλαια ώστε να μπει συνεταίρος σ’ ένα πλοίο. Οι περισσότεροι είχατε προβλέψει πως ο Θρασύβουλος ήταν απατεώνας, ας δούμε αν δικαιωθήκατε.

mimis_jpeg_χχsmall         Η Μαρίνα γύρισε στο σπίτι καρδιοχτυπώντας. Σε λίγο ήρθε κι ο πατέρας της και κάτσανε να φάνε. Η Μαρίνα από την ένταση δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της. Όλο ακρομαζόταν μήπως ακούσει βήματα στο καλντερίμι του δρομάκου τους.

Μετά το φαΐ ο πατέρας της την έπιασε από το χέρι

— Πάμε δίπλα, θέλω να μιλήσουμε, της λέει. Έλα και συ Λένη, λέει της γυναίκας του. Οι δυο γυναίκες τον ακολούθησαν στο σαλονάκι.

— Πήρα προχτές ένα περίεργο γράμμα από τον Ανέστη.

— Ποιος είν’ αυτός; απόρησε η κυρα Λένη.

— Μας είχε κουβαληθεί πέρσι με τον προκομμένο σου, λέει ο κυρ Θόδωρος κοιτάζοντας αυστηρά την κόρη του.

— Μα τι λες τώρα μπαμπά, διαμαρτυρήθηκε αυτή. Πώς μιλάς έτσι.

— Ξέρω τι λέω. Δυο μέρες τώρα ψάχνω και ρωτάω. Λοιπόν αυτός ο Ανέστης μου γράφει να προσέξω πολύ μήπως αυτός ο Θρασύβουλος έρθει και σε ζητήσει σε γάμο. Πρόκειται για χαρτοπαίχτη και προικοθήρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: | 142 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙV (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 22 Μαρτίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το πρώτο μισό από το τέταρτο κεφάλαιο της νουβέλας, ενώ η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα, νεαρή δασκάλα στη Μυτιλήνη, να συνδέεται ερωτικά με τον Θρασύβουλο, ναύτη του ελληνικού ναυτικού, που απελευθέρωσε τη Λέσβο στους βαλκανικούς του 1912.

mimis_jpeg_χχsmallΟ πόλεμος, στη θάλασσα τουλάχιστον, δε βάσταξε πολύ. Ο στόλος απελευθέρωσε, από τους Βούλγαρους αυτή τη φορά, τη Θάσο και την Καβάλα και τον Αύγουστο έγινε ανακωχή. Σ’ αυτούς τους δέκα μήνες η Μαρίνα έστειλε του Θρασύβουλου πάνω από εκατό γράμματα που στάζανε από ρομαντισμό. Από τον Ιούνιο, πολυμήχανη καθώς ήταν, έλυσε το  πρόβλημα της παραλαβής των γραμμάτων του Θρασύβουλου. Ζήτησε τη βοήθεια της Κλειώς μιας πανέμορφης δασκαλίτσας, παλιάς της συμμαθήτριας στο Αρσάκειο, η οποία ήταν αρραβωνιασμένη μ’ ένα γιατρό, επιστρατευμένο κι αυτόν και φυσικά έπαιρνε γράμματα του. Κανονίσαν να στέλνει κι ο Θρασύβουλος τα γράμματα του στην Κλειώ με το όνομα του γιατρού ως αποστολέα, με κάποιο διακριτικό σημάδι ώστε να μην τ΄ ανοίγει κατά λάθος. Η Κλειώ παρόλο που είχε τραβήξει πολλά από τη Μαρίνα στο Αρσάκειο, δεν της αρνήθηκε αυτή τη χάρη. Ήταν πολύ όμορφη, πολύ ευτυχισμένη και πολύ καλόβολη για να της το αρνηθεί.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι τέλειωσαν, το νησί προσαρτήθηκε κανονικά στην Ελλάδα, ήρθαν νομάρχες, δικαστές, εφοριακοί, χωροφύλακες και δάσκαλοι από την Παλιά Ελλάδα και τον ενθουσιασμό της μεταπελευθερωτικής περιόδου αντικατέστησε η μακρόχρονη και δύσκολη περίοδος της προσαρμογής και της ενσωμάτωσης. Οι παλιολλαδίτες φάνηκαν στους νησιώτες πειναλέοι και αλαζονικοί. Ο ρυθμός της ζωής επιταχύνθηκε κι έχασε την ανατολίτικη νωχέλειά του. Οι οικονομικές δοσοληψίες απόχτησαν μια σκληρότητα και μιαν ανειλικρίνεια, που δεν είχαν παλαιότερα.

Αρχές του 1914 η Κλειώ έδωσε στη Μαρίνα ένα σύντομο γράμμα του Θρασύβουλου. Ερχόταν στις αρχές Μαρτίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 178 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 8 Μαρτίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε ήδη περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το τρίτο κεφάλαιο της νουβέλας, ενώ η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Eίχαμε αφήσει τη θεία Μαρίνα να αποφοιτά από το Αρσάκειο και να έρχεται δασκάλα στη Μυτιλήνη. Βρισκόμαστε στο 1912.

3

mimis_jpeg_χχsmallΔεν είχε κλείσει χρόνος από τότε που γύρισε από την Αθήνα και ξέσπασε ο πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος. Οι Τούρκοι στην αρχή κομπάζανε πως αυτή τη φορά δε θα σταθούν στη Λαμία, όπως το ’97, αλλά θα πιούν τον καφέ τους στο Σύνταγμα. Γρήγορα όμως κατάπιαν τη γλώσσα τους. Οι βαλκανικοί σύμμαχοι νικούσαν παντού. Ο ελληνικός στόλος πήρε τη Λήμνο κι έκλεισε τον τούρκικο στα Στενά. Ανήμερα του Αη Δημήτρη o ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη και δώδεκα μέρες μετά, φάνηκαν στ’ ανοιχτά μπροστά στην πόλη μας πλήθος ελληνικά καράβια.

Ο κυρ Θόδωρος ο Έλληνας είχε μεταμορφωθεί. Ο παλιός σοβαρός και μετρημένος παπουτσής χάθηκε και στη θέση του φάνηκε ένας καινούργιος, αψίκορος και πολεμοχαρής Θόδωρος, πράγμα που παραξένεψε όσους το γνώριζαν, εκτός από τη γυναίκα του. Η κυρά Λένη είχε από νωρίς υποπτευθεί πως κάτω από το μετρημένο παρουσιαστικό του κρυβόταν φωτιά και τυχοδιωκτισμός, που τον είχαν φέρει στο νησί μας και τον έστειλαν το ΄97 στη Θεσσαλία, γιατί πραγματικά εκεί είχε πάει τότες, εθελοντής. Πολλές φορές είχε βρει κρυμμένα στο σεντούκι του μιαν ελληνική σημαία και ελληνικά «Λαχεία του Στόλου», που διακινούσαν παράνομα κάποιοι πατριώτες και που η απλή κατοχή τους επέσυρε βαριές ποινές. Τώρα ο κυρ Θόδωρος παράτησε το μαγαζί στους γιούς του και γύριζε στη αγορά κουβεντιάζοντας και σχολιάζοντας τα γεγονότα. Δεν κρατούσε τον ενθουσιασμό του, ούτε τη γλώσσα του.

–Στην Κόκκινη Μηλιά θα τους πάμε και να δείτε,

έλεγε σε γνωστούς κι αγνώστους, αγνοώντας τους θρήνους της γυναίκας του που προφήτευε καταστροφές και τις προτροπές του μπατζανάκη του, του κυρ Γιώργη του Μυρογιάννη, να μη μιλά πολύ. Αυτός το βιολί του. Είχε βρει, άγνωστο πού και πώς, ένα μαντήλι που με τις γαλάζιες και άσπρες ρίγες του θύμιζε την ελληνική σημαία, από κείνα που διακινούσαν κρυφά πατριώτες από την Ελλάδα και με την παραμικρή αφορμή τό ΄βγαζε και σκούπιζε επιδεικτικά το πρόσωπό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 145 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – ΙI (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2016

mimis_jpeg_χχsmallΕδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Την περασμένη φορά αρχίσαμε να δημοσιεύουμε τη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το δεύτερο κεφάλαιο της νουβέλας.

2

Όταν η Μαρίνα τέλειωσε το Παρθεναγωγείο, ο κυρ Θόδωρος, προς μεγάλην έκπληξη όλων των συγγενών, ανακοίνωσε πως θα την έστελνε στην Αθήνα, στο Αρσάκειο, να σπουδάσει δασκάλα. Για κείνη την εποχή και μόνη η απόφαση να σπουδάσει ένα κορίτσι, που προερχόταν μάλιστα από τη μεσαία τάξη, ήταν μια τολμηρή καινοτομία, που οι συντηρητικοί ή οι μυαλωμένοι αποδοκίμαζαν. Το να φεύγει επί πλέον στα ξένα για να σπουδάσει, κορίτσι πράμα, ήταν πρωτάκουστο. Ως τότε σπούδαζαν μονάχα αγόρια και ελάχιστα πλουσιοκόριτσα, από τις καλύτερες οικογένειες της πόλης.

Τη Μαρίνα την πήγαν στην Αθήνα ο κυρ Θόδωρος με την κυρα Λένη και την έγραψαν στο Αρσάκειο. Οι ίδιοι φρόντισαν να της βρουν δωμάτιο στο σπίτι μιας συμπατριώτισσας, εγκαταστημένης από χρόνια στην Αθήνα κι αφού την ταχτοποίησαν όσο καλύτερα μπορούσαν κι αφού την εξόρκισαν να φυλάγεται από τους κινδύνους της μεγαλούπολης, που οι ίδιοι φυσικά ούτε τους υποπτεύονταν, την αποχαιρέτησαν με φιλιά και αγκαλιές και γύρισαν κλαμένοι στο νησί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 93 Σχόλια »