Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Για μια πορεία’

Το Νοέμβρη, λοιπόν (επετειακή επανάληψη)

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2017

Από βδομάδα θα έχουμε τον γιορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πριν από 44 χρόνια. Το ιστολόγιο συνηθίζει αυτές τις μέρες να δημοσιεύει κάτι επετειακό, αλλά φέτος, λόγω ταξιδιού και άλλων περισπασμών δεν ετοίμασα κάτι -κι έτσι, καταφεύγω σε επανάληψη ενός διηγήματος που είχα βάλει στην 40ή επέτειο πριν από τέσσερα χρόνια.

Το χειρότερο είναι πως θα ευλογήσω τα γένια μου, αφού θα σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Δεν πήρα βέβαια μέρος στην εξέγερση (βέβαια; όχι και τόσο αφού θεωρητικά θα μπορούσα έστω και δεκατετράχρονος μαθητής και αφού άλλοι έχουν πάρει μέρος στην ίδια ηλικία ή και μικρότερη). Το διήγημα περιγράφει τον γιορτασμό της επετείου τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Καθώς ζω στο εξωτερικό εδώ και πολλά πολλά χρόνια, βρίσκομαι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο στις αρχές του Νοέμβρη, αλλά ποτέ στις 17 του μηνός κι έτσι δεν έχω μπορέσει να πάρω μέρος σε πρόσφατες εκδηλώσεις.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Οι τρεις κι εμείς

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2016

Δικά μου κείμενα δεν συνηθίζω να βάζω, αλλά σήμερα θα κάνω μια εξαίρεση, έχω τους λόγους μου. Δημοσιεύω λοιπόν ένα διήγημα από την πρώτη μου συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία», 1984). Το διήγημα είναι πρόδηλα νεανικό, για/από τα φοιτητικά μου χρόνια. Εδώ το δημοσιεύω χωρίς κάποιες ορθογραφικές ιδιορρυθμίες που είχα εφαρμόσει στο βιβλίο, αλλά κατά τα άλλα σχεδόν χωρίς άλλη αλλαγή.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Το σπίτι βρισκόταν στην οδό Ιπποδρομίου, στη Θεσσαλο­νίκη· και ο δρόμος αυτός είναι πολύ διάσημος εις τα πέριξ, καθότι εκεί ήταν κι η πολυκατοικία που κατέρρευσε, τότε, στους μεγάλους σεισμούς του ’78· σαν αποτέλεσμα, σε όλη τη γύρω περιοχή στα κτίρια κρέμασαν κίτρινες και κόκκινες καρτελίτσες, ανάλογα με τη ζημιά που είχε γίνει, με επακόλουθο τα νοίκια εκειγύρω να πέσουν κατακόρυφα, γιατί ο κόσμος, και με το δίκιο του, φοβόταν και την απέφευγε τη γρουσούζικη τη γειτονιά, ειδικά οι ντόπιοι, που ’χαν περάσει μύρια όσα τότες, αν και υπήρξαν κάποιοι θαρραλέοι, σαν το Σταύρο, ο οποίος λέει, άπαξ και έπαψαν οι πολλές δονήσεις, επέστρεψε στην καφετέρια όπου ήταν την ώρα του κακού για να παρακολουθήσει τη συνέχεια του Μουντιάλ, διότι το ματς ήταν μεγάλης σημασίας κι οι φάσεις συναρπαστικές, αλλά κι αυτή η παλικαριά αμφι­σβητείται αν ληφθεί υπόψη η μετέπειτα διαγωγή του στους σεισμούς της Αθήνας, όταν επί ένα μήνα μετά διανυκτέρευε στο Πάρκο και τα γύρω αλσύλλια φοβούμενος μην πέσει το ταβάνι και τονε πλακώσει. Οι Τρεις όμως έφτασαν στη Σαλονίκη το φθινόπωρο μετά το σεισμό, ανεπηρέαστο το θυμικό και το θυμητικό τους από δονήσεις, και φρόντισαν να επωφεληθούν από τη συγκυρία και καλά κάναν, γιατί τον καλό τον καιρό τα νοίκια είναι πρόβλημα μέγα και στην αναμπουμπούλα τέτοια κελεπούρια δεν πρέπει να χάνονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: | 128 Σχόλια »

Γκάλοπ, ένα νεανικό διήγημα

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2015

Σε ένα άρθρο που είχα ανεβάσει την τελευταία βδομάδα πριν από τις εκλογές, που είχε ως αντικείμενο δημοσκοπήσεις, σφυγμομετρήσεις και γκάλοπ, αναφέρθηκε στα σχόλια ένα παλιό διήγημά μου για τα γκάλοπ, και ζήτησαν κάποιοι φίλοι να το δημοσιεύσω εδώ -αλλά βέβαια, τα διηγήματα τα βάζουμε τις Κυριακές, και η περασμένη Κυριακή ήταν εύλογα αφιερωμένη στις εκλογές, οπότε το διήγημα πήρε αναβολή για τούτην εδώ την Κυριακή -σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς ένα διήγημα δεν το διαβάζουμε μόνο για την επικαιρότητα του.

Λοιπόν, θα σας παρουσιάσω το διήγημά μου «Γκάλοπ», που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκδοση της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Για μια πορεία«, που κυκλοφόρησε το 1988 από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και δεν ξέρω αν έχει πια εξαντληθεί. Λέω «στη δεύτερη έκδοση», διότι, πράγμα κάπως ανορθόδοξο, η πρώτη έκδοση της συλλογής, που βγήκε το 1984, είχε εννιά διηγήματα, ενώ η δεύτερη έχει έντεκα. Βλέπετε, μετά την κυκλοφορία της πρώτης έκδοσης έγραψα κι άλλα δυο διηγήματα, ιδίου κλίματος με αυτά της πρώτης συλλογής, οπότε, όταν έγινε η δεύτερη έκδοση (και ενώ είχε κυκλοφορήσει και η δεύτερη συλλογή μου, Μετά την αποψίλωση, με φανταρίστικα διηγήματα) είπα να τα βάλω κι αυτά, να μη μείνουν απάντρευτα. Καλή ιδέα ήταν, μια και από τότε σταμάτησα να γράφω λογοτεχνία κι έτσι αν δεν τα είχα βάλει εκεί θα είχαν μείνει στο συρτάρι, ενώ δεν είναι άσκημα -μάλιστα το άλλο, που ίσως το παρουσιάσω κάποια άλλη φορά, έχει μεταφραστεί και στα γερμανικά (με λάθος στον τίτλο!)

Με αυτή τη δεύτερη έκδοση συνέβη και κάτι αστείο. Στην πρώτη έκδοση του βιβλίου είχα ακολουθήσει (και περιέργως είχα πείσει τους εκδότες και το δέχτηκαν) ένα ιδιόρρυθμο (και ανόητο) σύστημα ορθογραφίας, όπου το «κι» το κολλούσα στην επόμενη λέξη (κιαν, κιάλλο, κιέπειτα), το απ’ το έγραφα χωρίς απόστροφο και άλλες τέτοιες εκκεντρικότητες. Όταν ήρθε ο καιρός της δεύτερης έκδοσης, είχα σοβαρευτεί και είχα υιοθετήσει τη συνήθη ορθογραφία (δεν είχε ακόμα βγει κι ο Μπαμπινιώτης να σπείρει καινά δαιμόνια). Αλλά από τον εκδοτικό οίκο μου είπαν ότι δεν γίνεται να έχει το βιβλίο δυο διαφορετικά ορθογραφικά συστήματα, κι έτσι μ΄ ανάγκασαν να γράψω και τα δυο πρόσθετα διηγήματα με την ιδιόρρυθμη ορθογραφία που είχα εγκαταλείψει. Αλλά πολλά είπα, να και το διήγημα:

Γκάλοπ

Ήτανε έξι· δηλαδή, ο έκτος είχε μόλις έρθει, οι πέντε όμως ήσαν από ώρα στο καφενείο, ο Στρατής με το Μήτσο να παίζουνε τάβλι τους καφέδες και γύρω τους οι άλλοι τρεις, ο Λεφτέρης να διαβάζει εφημερίδα, ο Μηνάς να καθοδηγεί το Μήτσο στο τάβλι, κι ο Γιάννης (αντίστοιχα) το Στρατή. Πλακωτό παίζανε, κι ο τρό­πος που έπαιξε το -ζόρικο είν’ η αλήθεια- ασόδυο ο Στρατής προκάλεσε την κατακραυγή της τετράδας. «Τι κάνεις ρε; Με έξι- δύο σου πιάνει παραμάνα», επιτίμησε το σύμμαχό του ο Γιάννης. «Τρίχες, δεν υπάρχει τέτοιος συνδυασμός στο τάβλι», τον καθησύ­χασε αυτάρεσκα ο παίχτης. Φυσικά, ο Μήτσος έφερε το φονικό έξι-δύο και ο Στρατής νεύριασε και τ’ άφησε διπλό· αλλά και με πεντάρες του αλλουνού, πάλι θα έχανε, όπως υπολόγισε ο οξυδερ­κής Λεφτέρης. Κείνη την ώρα μπήκε λοιπόν στο μαγαζί ο έκτος, ο Σακαλής. Πήρε καρέκλα κι έκατσε, βαρύς κι ασήκωτος, συλλογισμένος. Διάταξε μέτριο, άναψε τ’ άφιλτρο και καθόταν να παρακο­λουθεί την παρτίδα από απόσταση· παίζανε πόρτες τώρα. Για κά­μποση ώρα ακούγονταν μονάχα τα βροντοχτυπήματα απ’ τα πούλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , | 84 Σχόλια »

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2013

Σήμερα κλείνουν σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και προς στιγμή σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω το περυσινό άρθρο, έστω επικαιροποιημένο. Επειδή όμως είναι Κυριακή, που βάζουμε λογοτεχνική και φιλολογική ύλη, αποφάσισα να βάλω ένα σχετικό λογοτέχνημα. Και τελικά κατέληξα να ευλογήσω τα γένια μου, αφού αποφάσισα να σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

polyt-620x889Από τότε που το τανκς εκείνο το Νοέμβρη γκρέμισε την κεντρική πύλη τού Πολυτεχνείου, της οδού Πατησίων, η είσοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται· εκείνη η συγκεκριμένη καγκελόπορτα, βέβαια, ρημαγμένη απ’ τις ερπύστριες, ωστόσο όχι ολότελα ξεχαρβαλωμένη, φυλάγεται κάπου σαν κειμήλιο του αγώνα και μοναχά στους γιορτασμούς εκτίθεται στο κοινό προσκύνημα. Αλλά και η τωρινή η πόρτα σπανιότατα ανοίγει, κι αυτό σ’ ανάλογες περιστάσεις, κατά τις επετείους δηλαδή. Μόνο τα παραπόρτια της άνοιγαν συχνά-πυκνά, αλλά κι αυτά τώρα κλειστά τα κρατούν, θαρρώ· έτσι όλος ο κόσμος, καθημερνώς, από τις πύλες των οδών Στουρνάρα και Τοσίτσα μπαινοβγαίνει, αλλά καθώς αυτή η τελευταία τα απογέματα κλείνει νωρίς, οι πιο πολλοί απ’ τη Στουρνάρα εξυπηρετούνται. Μπροστά στην πόρτα αυτή κόσμος μαζεύεται όχι μόνο τα πρωινά, αλλά ολημέρα, γιατί έχει καθιερωθεί από τους φοιτητές σαν μέρος για να δίνουν ραντεβού· κι έτσι, σε ώρες καίριες, σημαδιακές εξόδου, οχτώ-οχτώμιση ας πούμε, ή κι αργότερα, πλήθος θα βρεις εκεί να περιμένει, είτε πολλούς μαζί να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα, είτε μοναχικούς στημένους να μέμφονται το έτερον ήμισυ κοιτώντας κάθε λίγο το ρολόι τους, και δεν είναι σπάνιο δυο ή τρεις ξεχωριστές παρέες που ’χουνε δώσει εκεί τα ραντεβού τους να ενωθούν, κι όλοι μαζί να πάνε στο σινεμά ή στην ταβέρνα ή όπου αλλού. Συνήθως κάποιος αργοπορεί περισσότερον του δέοντος, οπότε οι σύντροφοί του φεύγουν αφήνοντας του μήνυμα, «Γιάννη θα ’μαστε εκεί κι εκεί», γραμμένο πάνω σε μια απ’ τις αφίσες — κατά προτίμηση να έχει άσπρο φόντο — που θα σκεπάζουν τις κολώνες εκατέρωθεν της πόρτας· γιατί οι αφίσες διακοσμούν ολοχρονίς τους εξωτερικούς τοίχους τού «ιδρύματος», ιδίως δε τις δυο πλευρές τού τετρα­γώνου, από την Πατησίων και τη Στουρνάρα, που και πιο πολυσύχναστες είναι, και άφθονο ωφέλιμο χώρο προσφέρουν στον αφισοκολλητή· βλέπεις, απ’ τη μεριά τής Μπουμπουλίνας το κτίριο έχει κάγκελα όπου ως γνωστόν είναι αδύνατο να κολληθεί επιτυχώς χαρτί, ενώ η Τοσίτσα είναι δρόμος ιδιόμορ­φος, στα εκεί παγκάκια και παρτέρια την αράζουν τουρίστες, υπερήλικες και ζευγαράκια ερωτευμένα που η πείρα απέδειξε πως σπάνια προσέχουν τη φωνή των τοίχων· έχει κι αυτή όμως το μερίδιό της. Στους τοίχους άλλωστε, εκτός από αφίσες, βρίσκεις και συνθήματα· άλλα είναι γραμμένα σε χαρτί και κολλημένα, οπότε λέγονται χαρτοπανώ, και άλλα έχουν κατευθείαν φιλοτε­χνηθεί — με σπρέι και σπανιότερα μπογιά — απάνω στο γυμνό τοίχο· γράφουνε και με μαρκαδόρο, συνήθως ευφυολογήματα, αλλά αυτά δεν είναι ορατά παρά μονάχα εκ του πλησίον και δεν μπαίνουν στο λογαριασμό. Παλιότερα, όλη αυτή η δραστηριό­τητα δεν άρεσε καθόλου στη Σύγκλητο του ιδρύματος και σε τακτά χρονικά διαστήματα πλάκωνε συρφετός ολόκληρος κλη­τήρες, επιστάτες, θυρωροί, που αρματωμένοι με μάνικες και βούρτσες, με σπάτουλες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα απογύ­μνωναν τους τοίχους μ’ αξιοπρόσεχτη επιμονή και υπομονή και έσβηναν, σκεπάζοντάς τα με μπεζ μπογιά, όσα συνθήματα ήσαν γραμμένα· παράλληλα, σε περίοπτα κι απρόσιτα σημεία, ψηλά-ψηλά, χέρι ανθρώπου να μη μπορεί να τα ζυγώσει, κάρφωσαν πινακίδες όμορφες μεταλλικές, που μας προέτρεπαν να σεβα­στούμε το μνημείο· του κάκου βέβαια, γιατί εμείς οι ασεβείς διαρκώς κολλάγαμε, παρόλο που μας λέγαν ακαλαίσθητους. Και για να πούμε του στραβού το δίκιο, ακόμα και από αισθητικής πλευράς, συνήθως ήταν όμορφο το κτίριο ντυμένο ολόγυρα λογιώ-λογιώ πολύχρωμες αφίσες να σχηματίζουν διάφορα περίεργα κολλάζ όπως τυχαία βρίσκονταν η μια δίπλα και πάνω από την άλλη –και οπωσδήποτε, πολύ πιο όμορφο ήτανε τότε, παρά μετά από κάθε «επιχείρηση αρετής» του αφισοκτόνου αποσπάσματος, άθλιο θέαμα πεδίου μάχης οι τοίχοι, γεμάτοι ξέφτια θλιβερά χαρτιού, με τόπους-τόπους γκρίζα ή μπεζ μπαλώματα και από κάτω να αχνοφαίνονται τα ρωμαλέα κόκκινα γράμματα των συνθημάτων αλλά είπαμε –σύστημα λερναίας ύδρας, Παρασκευή απόγεμα τα καθαρίζανε, Δευτέρα βράδι είχαν πάλι ξεφυτρώσει και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι που πάψαν ν’ ασχολούνται με την αισθητική και την καθαριότητα οι συγκλητικοί μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 86 Σχόλια »