Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιώργος Βαλέτας’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Ξανά στη Μυτιλήνη

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή δεύτερη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1936 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, επιστρέφει στη Μυτιλήνη ως υπάλληλος της ΑΤΕ, με μετάθεση από την Κρήτη.

Το επεισόδιο με τις ακροστιχίδες του Πολ Νορ το έχουμε συζητήσει κι άλλη φορά στο ιστολόγιο (π.χ. εδώ).

mimis_jpeg_χχsmallΣτη Μυτιλήνη γύρισαν οικογενειακώς τον Ιούνιο του ’36. Ο ποιητής ξανάρχισε να γράφει ποιήματα για τον «Τρίβολο» και χρονογραφήματα για το «Δημοκράτη». Την πικρία του για τη διακοπή τής πολλά υποσχόμενης σταδιοδρομίας του στην Κρήτη, τη γλύκανε το ξαναντάμωμά του με τους παλιούς κι αγαπημένους του φίλους. Όντας φιλοσοφημένος άνθρωπος αντιμετώπισε το πράγμα στωικά.

«Τι σημασία έχει να ’σαι πρώτος ή τελευταίος, όταν βρίσκεσαι ήδη ανάμεσα στους τελευταίους».

Από πολιτικής πλευράς τα πράγματα χειροτέρευαν συνεχώς. Ο βασιλιάς επιστρέφοντας ετοίμαζε απροκάλυπτη δικτατορία, ορίζο­ντας πρωθυπουργό τον Μεταξά, αρχηγό ενός πολύ μικρού κόμματος, που πήρε εντούτοις ψήφο εμπιστοσύνης, γιατί τον στήριξαν τα δύο μεγάλα κόμματα, οι Λαϊκοί και οι Φιλελεύθεροι. Στις 4 Αυγούστου κηρύχθηκε όντως δικτατορία. Στη Μυτιλήνη έγιναν αρκετές συλλή­ψεις αριστερών. Τον ίδιο η Ασφάλεια δεν τον ενόχλησε. Έλειπε αρκετά χρόνια από το νησί και δεν ήταν μέλος του κόμματος, με το οποίο μετά το 1926 διατηρούσε χαλαρές μόνο επαφές.

Παρ’ όλα αυτά την επομένη της 4ης Αυγούστου ο διευθυντής της Τράπεζας τον κάλεσε και του ’πε:

«Άκου δω, κύριε Σαραντάκο, ξέρουμε πως είσαι κομμουνιστής και θα ’χουμε το μάτι μας επάνω σου. Πρόσεξε, γιατί δε θα περάσουμε καθόλου καλά».

Άγνωστο για ποιο λόγο όμως δεν ανακάτεψε την Ασφάλεια. Ίσως δεν είχε συγκεκριμένα στοιχεία σε βάρος του ποιητή, ίσως τον χρεια­ζόταν για την εργατικότητα και τις ικανότητές του. Ανάθεσε όμως σε έναν υπάλληλο της εμπιστοσύνης του να παρακολουθεί στενά τον Νίκο, ιδίως τα γραφτά του και τις επαφές του. Ο εν λόγω προσπάθη­σε να αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον ποιητή, καθώς μάλιστα παρίστανε τον φιλολογούντα. Η καθαρίστρια όμως του υποκαταστή­ματος, που συμπαθούσε τον Νίκο, τον πληροφόρησε ότι ο Βασίλης όταν σχολούσαν έψαχνε στα συρτάρια και στο γραφείο του «ακόμα και στο καλάθι των αχρήστων χώνει τη μούρη του».

Ο ποιητής αποφάσισε να το γλεντήσει το πράγμα. Όταν αντιλαμ­βανόταν το βλέμμα του Βασίλη να τον παρακολουθεί, έγραφε με ύφος περίφροντι και συνωμοτικό κάτι σε ένα χαρτί, το οποίο κατόπιν φρό­ντιζε να σκίσει σε μικρά κομματάκια. Όπως μάθαινε την άλλη μέρα από την κυρά Μυρσίνη, ο Βασίλης ξόδευε αρκετή ώρα για να συναρ­μολογήσει το σκισμένο έγγραφο, που περιείχε κατά κανόνα φράσεις όπως «ο Βασίλης είναι μάπας» και άλλες χειρότερες.

Πολύ σύντομα η εργατικότητα, οι ικανότητες και το ήθος του τον επέβαλαν όχι μόνο στους συναδέλφους του αλλά και στον ίδιο το διευθυντή, που αποφάσισε να τον αφήσει ήσυχο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 50 Σχόλια »

Η μικρή Κούλα, ο Παπαδιαμάντης και τα Τραγούδια του Θεού

Posted by sarant στο 10 Αυγούστου, 2014

koula2

Πολυξένη και Κούλα Μπούκη το 1911, έτος θανάτου του Παπαδιαμάντη

Tο σημερινό άρθρο είναι κατά συνέχεια του άρθρου της προηγούμενης Κυριακής, στο οποίο είχαμε αναδημοσιεύσει ένα άρθρο του Π. Κουλουφάκου, γιου του Κώστα, στο οποίο αποκαλυπτόταν ότι η μητέρα του Κώστα Κουλουφάκου, η Αγγελική το γένος Μπούκη είναι το ίδιο πρόσωπο με τη «μικρή Κούλα» που πρωταγωνιστεί στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Τα τραγούδια του Θεού«. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω μια συνέντευξη με την ίδια την Αγγελική Μπούκη-Κουλουφάκου, όπως δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1961.

Bέβαια, όσοι θυμούνται το διήγημα ίσως εκπλαγούν, αφού η Κούλα του διηγήματος πεθαίνει σε ηλικία 11 χρονών -αλλά ευτυχώς αυτό έγινε μόνο στο διήγημα. Για τους ξεσκολισμένους παπαδιαμαντιστές αυτό δεν θα είναι κάτι νέο: η πληροφορία ότι ο Παπαδιαμάντης προτίμησε να «πεθάνει» τη μικρή και ότι η μητέρα της δεν του έκρυψε την ενόχλησή της όταν διάβασε στην εφημερίδα τον θάνατο της κόρης της δεν είναι καινούργια, έχει ξαναγραφτεί από τον Μερλιέ στον πρόλογο μιας συλλογής διηγημάτων του Ππδ. στα γαλλικά -και περιλαμβάνεται στο διάσημο αφιέρωμα που έκανε η Νέα Εστία το 1941 στον Παπαδιαμάντη.

Αυτό ακριβώς το περιστατικό έχει μεγάλη σημασία για την εκδοτική ιστορία του διηγήματος. Η (μέχρι στιγμής) πρώτη του δημοσίευση, με βάση τα όσα γνωρίζουμε, έγινε μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, στο περιοδικό Καλλιτέχνης του Βώκου το 1912. Ολοφάνερα, δεν μπορεί να το διάβασε τότε η Πολυξένη Μπούκη και να διαμαρτυρήθηκε στον Παπαδιαμάντη -μάλιστα, επειδή ο Παπαδιαμάντης έφυγε για τη Σκιάθο τον Απρίλη του 1908, το επεισόδιο πρέπει να έγινε το αργότερο έως τότε.

Τούτο σημαίνει ότι, αν η διήγηση αληθεύει, πρέπει να υπήρξε μια προηγούμενη δημοσίευση του διηγήματος σε εφημερίδα, γύρω στο 1906 ή 1907, η οποία μέχρι σήμερα λανθάνει. Στην κριτική του έκδοση (εκδ. Δόμος) ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος  αποφεύγει να πάρει σαφή θέση ως προς το αν θεωρεί πιθανή την ύπαρξη προηγούμενης δημοσίευσης και παραθέτει απλώς τις απόψεις του Βαλέτα στο κριτικό υπόμνημα της δικής του έκδοσης (ο Βαλέτας γνωρίζει την αφήγηση του Μερλιέ αλλά διατηρεί επιφυλάξεις για το αν είναι αληθινή και αν υπήρξε προηγούμενη δημοσίευση).

Φαίνεται ότι ο ΝΔΤριανταφυλλόπουλος δεν είχε υπόψη του τη μαρτυρία του Π. Κουλουφάκου ούτε τη συνέντευξη της Αγγελικής Μπούκη-Κουλουφάκου που δημοσιεύουμε σήμερα. Ωστόσο, το σημερινό άρθρο (ή η μαρτυρία του Π. Κουλουφάκου) δεν είναι βέβαιο ότι ενισχύουν τη μαρτυρία του Μερλιέ, αφού στην πραγματικότητα η πηγή και των τριών αφηγήσεων φαίνεται να είναι η ίδια: η «οικογενειακή ιστορία» της οικογένειας Μπούκη.

Και ποια είναι τάχα η «αθηναϊκή εφημερίδα» στην οποία δημοσιεύτηκε το διήγημα του Παπαδιαμάντη και το διάβασαν οι συγγένισσες της Πολυξένης Μπούκη; Στη συνέντευξή της, η Αγγελική αναφέρει την εφημερίδα «Ομόνοια» -όμως τέτοια εφημερίδα δεν υπήρχε στην Αθήνα. Υπήρχε στην Αλεξάνδρεια μόνο, αλλά την εποχή εκείνη είχε συγχωνευτεί με μιαν άλλη και έβγαινε με διπλό τίτλο (Ταχυδρόμος – Ομόνοια) και δεν φαίνεται να κυκλοφορούσε στην Αθήνα -τόσο ώστε να τη διαβάζουν λαϊκές γυναίκες σαν τις κουμπάρες της Πολυξένης Μπούκη. Κι έτσι κι αλλιώς, δεν έχει βρεθεί συνεργασία του Παπαδιαμάντη με την αλεξανδρινή αυτή εφημερίδα.

Λοιπόν; Μήπως είναι θρύλος όλη η ιστορία, ένας οικογενειακός μύθος που τον ξεκίνησε κάποιος κάποτε και τον πίστευε για αληθινό η Αγγελική Μπούκη; Δεν μπορώ να το αποκλείσω. Όμως εξίσου πιθανό είναι απλώς να θυμάται λάθος η Αγγελική τον τίτλο της εφημερίδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 90 Σχόλια »

Ο Καρολάκης και οι φαρσέρ

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2014

Τώρα με την κρίση, το έχουμε ξαναπεί, βρίσκει κανείς φτηνά βιβλία σε πάρα πολλά μέρη -κάποτε και πολύ καλά βιβλία, είτε σε προσφορές εφημερίδων είτε αυτά που οι ίδιοι οι εκδότες βγάζουν στο σφυρί για να ξεστοκάρουν, είτε παλιά βιβλία σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Τελευταία, και μερικά κεντρικά περίπτερα έχουν βγάλει πάγκο απέξω και πουλάνε παλιά βιβλία, και όχι τη συνηθισμένη σαβούρα. Όποτε περνάω από εκεί, βρίσκομαι στα δυο νερά -από τη μια, αν όλοι ψωνίζουν κοψοχρονιάς, θα σταματήσουν να βγαίνουν καινούργια βιβλία. Από την άλλη, με δελεάζουν κάποιοι τίτλοι, όχι μόνο τίτλοι που έψαχνα καιρό να τους βρω και τώρα τους βρίσκω φτηνότερα, αλλά και άλλοι που μπορεί να μην τους αγόραζα σε κανονική τιμή αλλά με τη μειωμένη μπαίνω στον πειρασμό.

Έτσι, τις προάλλες πήρα τα Άπαντα του Νιρβάνα σε πέντε τόμους, προς τρία ευρώ τον τόμο, παλιά έκδοση σκληρόδετη, παρόλο που αρκετά του Νιρβάνα υπάρχουν στο Διαδίκτυο και παρόλο που το βάρος να τα κουβαλάς δεν ήταν ευκαταφρόνητο -γύρω στις 600 σελίδες κάθε τόμος. Είναι έκδοση του 1968, σε επιμέλεια Βαλέτα («Αναστύλωσε και έκρινε Γ. Βαλέτας»). Ο Βαλέτας είναι φιλόλογος άλλης γενιάς, έκανε δουλειά που σήμερα πολλοί θα την πουν τσαπατσούλικη, έκανε όμως δουλειά από τις λίγες, κι αυτό δεν το λέω επειδή ήταν Μυτιληνιός και οι οικογένειές μας έχουν δεσμούς φιλίας.

Θα πει κανείς, τα Άπαντα του Νιρβάνα «εντελώς άπαντα» δεν είναι, διότι δεν περιλαμβάνουν όλα του τα έργα -τα κανονικά άπαντα θα έπιαναν πολύ περισσότερους τόμους, αν σκεφτούμε ότι ο Νιρβάνας (1866-1937) είχε καθημερινό χρονογράφημα επί πολλά χρόνια σε εφημερίδες. Ο Βαλέτας, και το λέει άλλωστε, έχει διαλέξει μερικά χρονογραφήματα μόνο, τα καλύτερα κατά τη γνώμη του.

Από τον Νιρβάνα έχω ανεβάσει αρκετόν στο Διαδίκτυο στον παλιό μου ιστότοπο, τόσο διηγήματα και νουβέλες όσο και τα πολύ καλά «Φιλολογικά απομνημονεύματά» του, όπου αφηγείται τη γνωριμία του με άλλους λογοτέχνες, τους οποίους σκιαγραφεί. Το σημερινό πεζό που θα σας παρουσιάσω, παρμένο από την έκδοση του Βαλέτα, ανήκει στην ίδια κατηγορία, των φιλολογικών σκιαγραφιών, αλλά δεν έχει περιληφθεί στον σχετικό τόμο, επειδή γράφτηκε αργότερα -δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβρη του 1934, στην εφημερίδα Νέος Κόσμος, στη στήλη «Πρόσωπα και πράματα που είδα».

Ο Νιρβάνας σκιαγραφεί τον φίλο του, τον γνωστό Γερμανό βυζαντινολόγο και νεοελληνιστή Καρλ Ντίτριχ (Karl Dieterich, 1869-1935), που τον φώναζαν χαϊδευτικά Καρολάκη, και τις φάρσες που του έκαναν στη φιλολογική παρέα που είχε σχηματιστεί γύρω από το πρωτοποριακό περιοδικό «Τέχνη», γύρω στο 1898 (ανθολογία από ποιήματα της Τέχνης έχω ανεβάσει εδώ). Κάποιες από τις φάρσες αυτές είχαν γλωσσικό χαρακτήρα: οι Έλληνες φίλοι του Ντίτριχ τον έπειθαν να χρησιμοποιεί κακέμφατες λέξεις που δήθεν σήμαιναν κάτι αθώο.

Όσοι έχουν δει το «Γάμος αλά ελληνικά» θα θυμούνται ότι τα αδερφοξαδέρφια της νύφης πείθουν τον αμερικάνο γαμπρό να φωνάξει «Έχω τρία αρχίδια», λέγοντάς του ότι αυτό στα ελληνικά σημαίνει «Ελάτε όλοι μέσα». Κάτι ανάλογο κάναμε κι εμείς όταν ήμασταν φοιτητές με ξένους τουρίστες, και το έκαναν και ο Νιρβάνας με τους φίλους του, λόγιοι πρώτης γραμμής όλοι τους, με τον «Καρολάκη». Αναρωτιέμαι αν είναι ελληνική ιδιοτροπία ή αν κι άλλοι λαοί αγαπούν αυτές τις φάρσες.

Το αφήγημα είναι γραμμένο στα 1934, αλλά περιγράφει γεγονότα στο γύρισμα του 20ού αιώνα, από 1899 ως 1902-3 εικάζω. Στο σύντομο σημείωμά του ο Βαλέτας λέει ότι «πρώτη μορφή του κομματιού δημοσιεύτηκε στα Παναθήναια τόμ. ΙΓ’ (1906-7) σελ. 286», ένα δείγμα του πώς ο Βαλέτας δεν πολυσκοτιζόταν για λεπτομέρειες: η παραπομπή είναι μεν σωστή, αλλά το άρθρο εκείνο είναι μια σοβαρή παρουσίαση του Ντίτριχ και επικεντρώνεται στο επιστημονικό του έργο, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τούτο εδώ, μόνο αναφέρει πως ο Χατζόπουλος τρέλαινε τους πάντες με τις φάρσες του. Κάτι όμως κέρδισα που το αναζήτησα, βρήκα τη φωτογραφία του… Καρολάκη και την βάζω εδώ. Για τον Χατζόπουλο ως φαρσέρ έχει γράψει και στα φιλολογικά του απομνημονεύματα ο Νιρβάνας, και εκεί αναφέρεται και στον Ντίτριχ.

O Έσσελινκ, που μνημονεύεται στο αφήγημα, είναι ο Ολλανδός βυζαντινολόγος Dirk Christian Hesseling (1859-1941).

Μεταφέρω σε μονοτονικό, διατηρώ κάποιες παλιές γραφές, ενώ μπορεί να έχουν ξεφύγει λαθάκια από το οσιάρισμα.

 

Ο ΚΑΡΟΛΑΚΗΣ

dieterichΟ Κάρολος Ντήτριχ (Karl Dieterich) ήταν ένας σοφός νεοελληνιστής κι ένας πολύτιμος φίλος της Ελλάδος. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ιστορικός και γλωσσολόγος, συγγραφέας μιας αξιόλογης Ιστορίας της Βυζαντινής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, είχε έρθει, πρώτη φορά, στην Ελλάδα την εποχή που είχε πρωτοφανεί το δημοτικιστικό, «πρωτοποριακό» περιοδικό «Τέχνη». Έφτανε δηλαδή σε κατάλληλη στιγμή. Δημοτικιστής ο ίδιος, όπως όλοι οι ξένοι νεοελληνιστές, μιλούσε κι έγραφε τα ελληνικά, σχεδόν άφταιστα. Έχω μια σειρά από γράμματά του, που αν βγάλει κανείς μερικά τυπικά λάθη, που τα κάνουν σχεδόν όλοι οι ξένοι (θα σας γράφω, θα σας στέλνω, λ.χ., αντί θα σας γράψω, θα σας στείλω), δύσκολα μπορεί να καταλάβει πως είναι γραμμένα από ξένο. Ο σοφός και σοβαρότατος, λοιπόν, αυτός άνθρωπος, ύστερ’ από λίγες μέρες, που είχε βρεθεί μεταξύ μας, στη φιλολογική συντροφιά της «Τέχνης» (Κώστας Χατζόπουλος, Πορφύρας, Καμπύσης, Γρυπάρης, Βλαχογιάννης, Μαλακάσης, , Τσιριμώκος, Eπισκοπόπουλος) άπό προφέσσορ Κάρλ Ντήτριχ έγινεν οίκειότατα, χαϊδευτικότατα και σαμφασονικότατα, όπως θάλεγε ο Γαβριηλίδης : Καρολάκης. Φίλος κι αδερ­φοποιτός δηλαδή. Ο Καρολάκης αποδώ, ο Καρολάκης αποκεί, γεια σου Καρολάκη!

Ευτυχώς δεν παρεξηγούσε ο ίδιος την ξαφνική αυτή οικειό­τητα. Καταλάβαινε, πως είχε πάντα όλο το σεβασμό μας, όλη την εκτίμησή μας για την αξία του και όλη μας την αγάπη.. Η περίερ­γη όμως αυτή οικειότητα, που ξεπερνούσε κάποτε τα θεμιτά όρια, χωρίς κακία βέβαια, αλλά με τρόπο, που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί από κάθε άλλον, εκτός από τον Καρολάκη, είχε το λόγο της. Ο Ντήτριχ ήταν ένας άνθρωπος αγαθός, απονήρευτος, ακακος και, προπάντων, ευκολόπιστος — αρετές επικίνδυνες στην Ελλάδα. Όπως όλοι ο άνθρωποι οι μαθημένοι να μη λένε ψέματα οι ίδιοι, ούτε για αστεία, ήταν έτοιμος να πιστέψει το κάθε τι, που του έλεγαν. Αν, λόγου χάριν, του έλεγα εγώ, ότι στο Φάληρο πέταξε ένας γάιδαρος, θα δεχόταν την καταπληκτική εί­δηση μ’ ένα θαυμαστικό «Ά !…», χωρίς να την αμφισβητήσει. Ευκολότερα δηλαδή μπορούσε να πιστέψει, πως έγινε ένα θαύμα, παρά πως τον γέλασε ένας φίλος του, που τον εκτιμούσε. Και ίσως θα ξανάλεγε, με όλη του τη σοβαρότητα, την απίστευτη πληρο­φορία σ’ έναν άλλον. Κι αν ο άλλος αυτός τουδινε να καταλάβει, πως ένας γάιδαρος είναι αδύνατον να πετάξει, ακόμα και στην ‘Ελλάδα, θα του απαντούσε μ’ ένα άλλο θαυμαστικό: «Ά!..», σα να τούλεγε :

— Μου το είπε ο Νιρβάνας. Πώς μπορεί να μου πει ψέματα ο Νιρβάνας;

Εννοείται, ότι μια τέτοια ευπιστία, μεταξύ Ελλήνων, περ­νάει για κουταμάρα. Κανείς, βέβαια, δεν μπορούσε να πιστέψει, πως ο Ντήτριχ ήτανε κουτός, πολλοί όμως βρίσκανε πως μπο­ρούσαν, χωρίς κακία πάντα, να διασκεδάσουν με την ευπιστία του. Έτσι ο καημένος ο Καρολάκης είχε ακούσει πράγματα κα­ταπληκτικά. Τον είχαν καταφέρει να πιστέψει, ότι ένας γνωστό­τατος ποιητής της συντροφιάς είχε ανώμαλες ορέξεις, ότι βρισκό­ταν σε αθέμιτες σχέσεις μ’ έναν άλλον ποιητή — πεθαμένοι τώρα και οι δυο — και ότι έπρεπε να φυλάγεται και ο ίδιος.

— Ά!… έκαμε, ο Καρολάκης.

Και πίστευε. Και τι δεν πίστευε;… Τον είχαν κάνει μια φο­ρά να ζητήσει στο εστιατόριο «Αβέρωφ», αντί σουντζουκάκια, που είδε να τρώει κάποιον άλλον και που του είχαν κινήσει φαί­νεται την όρεξη, πράγματα ανομολόγητα, που η μόνη τους σχέσημε τα σουντζουκάκια ήταν ή ομοιοκαταληξία. Και όταν το γκαρ­σόνι άρχισε να του γελάει κατάμουτρα, πάλι δεν πήγε στο κακό ο νους του.

Φαίνεται —είπε— πως δεν προφέρω καλά ακόμα τα ελληνικά.

‘Ένα άλλο βράδι στο σαλόνι του Παλαμά —ο ποιητής δεχό­ταν τότε τα βράδια στο σπίτι του— έτυχε να βρίσκεται, περα­στικός απ’ την Αθήνα, και ο καθηγητής των Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν, κ. Έσσελινκ, που τον διαδέχθηκε τώρα στην έδρα του η δεσποινίδα Σοφία Αντωνιάδη. Τους παρουσίασαν. Και οι δύο ξένοι σοφοί άρχισαν να μιλούν ελληνικά μεταξύ τους.

— Σας έχω στείλει και τα πράματά μου… είπε μια στιγμή ο Ντήτριχ στον Έσσελινκ.

Εννοούσε τα συγγράμματά του, τα έργα του. Πνιχτά γέλια ακούστηκαν από διάφορες μεριές, ο Ντήτριχ κατάλαβε πως κάτι στραβό είχε πει. Πήρε κατά μέρος ένα δικό μας στο αντικρινό δωμάτιο, που ήταν το γραφείο του Παλαμά, και τον παρακάλεσε, να του εξηγήσει το λάθος του.

— Αυτό που είπες, Καρολάκη —του είπε εκείνος— έχει πολύ κακή σημασία στα ελληνικά. Και ήταν μπροστά και κυρίες.

Ήταν πράγματι στο σαλόνι, εκτός από την κ. Παλαμά και τη δ. Ειρήνη Νικολαΐδη, η αδελφή του γλωσσολόγου κ. Περνό, που έγραφε τότε με το ψευδώνυμο : Μικρογιάννης.

— Α!.. έκαμε ο Ντήτριχ. Και πώς έπρεπε να πω;

— Τα καλαμπαλίκια μου.

Ο Ντήτριχ δυσκολεύτηκε κάπως στη λέξη, την ξαναείπε δυο – τρεις φορές και, μια και δυο, ξαναγύρισε στο σαλόνι.

— Με συγχωρείτε, κύριε συνάδελφε… είπε στον Έσσελινκ. Πρωτύτερα ήθελα να σας πω, πως σας έστειλα τα καλαμπαλίκια μου.

Το τί ακολούθησε τότε δεν περιγράφεται. Αλλά και πάλι ο Καρολάκης δεν έβαλε κακό στο νου του. Είχε πιστέψει πως δεν είχε προφέρει καλά τη λέξη. Ποτέ όμως δεν θέλησε να πιστέψει, ότι τον είχε γελάσει ένας φίλος του.

Το ίδιο βράδι, από μια σατανική σύμπτωση, ο αγαθός Καρο­λάκης δοκίμασε και κάποιαν άλλη εύθυμη έκπληξη. Ο τότε αξιωματικός του Π. Ναυτικού και τώρα βουλευτής Πειραιώς κ. Γ. Σακκαλής, που ήτανε και λίγο ποιητής στις ώρες του, έκανε διαρκώς στον Ντήτριχ, που του τον είχαν παρουσιάσει εκείνη τη βρα­διά, ερωτήσεις για… ποδήλατα. Τον ρωτούσε, αν υπάρχουν πολ­λά εργοστάσια ποδηλάτων στη Γερμανία, αν οι Γερμανοί αγαπούν το ποδήλατο, αν ο ίδιος είναι καλός ποδηλατιστής, αν ήρθε απ’ τη Γερμανία με ποδήλατο, όλο και για ποδήλατα τέλος πάντων. Ο Καρολάκης, στενοχωρημένος, του απαντούσε με μονοσύλλαβα. Επιτέλους, έχασε την υπομονή του.

— Μα γιατί, κύριε, με ρωτάτε διαρκώς για ποδήλατα ;

— Μα δεν είσαστε ο κύριος Γκαίτριχ ; τον ρώτησε ο Σακαλής, που τον έπαιρνε ή έκανε πως τον παίρνει, για κάποιον Γκαί­τριχ, που ήταν τότε αντιπρόσωπος εργοστασίου ποδηλάτων στην ’Αθήνα.

Ο Ντήτριχ σηκώθηκε, έδωκε το χέρι του στο Σακαλή και ξαναπαρουσίασε τον εαυτό του:          ,

— Προφέσσορ Καρλ Ντήτριχ.

Τα περισσότερα όμως είχε τραβήξει ο καημένος ο Καρολάκης, από τον τρομερόν εκείνο φαρσέρ, που ήταν ο μακαρίτης ο Κώστας Χατζόπουλος. Ο Χατζόπουλος, που λογάριαζε τότε να πάει στη Γερμανία, είχε πάρει το Ντήτριχ δάσκαλο των γερμανικών. Αλλά μαθήματα ήταν εκείνα ή αδιάκοπη φάρσα; Ο καημένος ο Καρο­λάκης τα είχε χάσει, υποχρεωμένος να μεταφράζει ολοένα στο μαθητή του, όλους τους εξωφρενισμούς που του κατέβαιναν στο κεφάλι. Για μικρό δείγμα αρκεί να σημειωθεί ότι κάποτε τον έβα­λε να του μεταφράσει γερμανικά τη λέξη : «σκουληκομυρμηγκότρυπα». Και ο αθώος και απονήρευτος Καρολάκης υποχρεώθηκε να του τη μεταφράσει. Αλλά τα μαθήματα αυτά Ντήτριχ – Χατζοπούλου είναι ολόκληρη ιστορία, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.

Απρέπειες όλα αυτά… θα μου πείτε. Και θα ήσαν πράγματι απρέπειες, χωρίς το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη, που είχαμε όλοι μας για το σοφό ·μας φίλο. Απλούστατα έφταιγε η αγαθότητα του Γερμανού σοφού και η ευπιστία του, αρετές πολύ επικίνδυνες, όπως είπα παραπάνω, μεταξύ Ελλήνων.

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Φάρσες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 104 Σχόλια »