Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιώργος Ιωάννου’

Γιώργος Ιωάννου: Η μόνη κληρονομιά. Και το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε κάτι λογοτεχνικό κι έτσι σήμερα θα δημοσιεύσω ένα αγαπημένο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα: Το διήγημα «Η μόνη κληρονομιά» του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) από την ομότιτλη συλλογή, που κυκλοφόρησε το 1974.

Είναι ένα διήγημα που πάντα με συγκινεί σαν το διαβάζω. Δυστυχώς στην περίπτωση του Ιωάννου η δοξασία για τη μόνη κληρονομιά επαληθεύτηκε -έφυγε κι αυτός πριν τα εξήντα του χρόνια, όπως όλοι οι αρσενικοί στο σόι του.

Το διήγημα αυτό το είχα δημοσιεύσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο. Σήμερα δημοσιεύεται και σε μια άλλη γωνιά του ελληνόφωνου Διαδικτύου, στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο.

Το Λογοτεχνικό ιστολόγιο ξεκινάει σήμερα το ταξίδι του στον κυβερνοχώρο, όμως έχει πίσω του μια μικρή ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν απέκτησα κι εγώ προσωπική σελίδα στο Διαδίκτυο, τον Απρίλιο του 1998, ήταν να φτιάξω έναν κατάλογο με συνδέσμους προς τα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που υπήρχαν στο Διαδίκτυο -ελάχιστα τότε.

Σιγά σιγά, ο κατάλογος πύκνωνε, τα ονόματα των λογοτεχνών πλήθαιναν, αλλά πάντοτε τα ονόματα και τα έργα που έλειπαν ήταν πολύ περισσότερα. Έτσι, άρχισα να πληκτρολογώ ή να σκανάρω ποιήματα και σύντομα πεζά που μου άρεσαν και να τα προσθέτω στον κατάλογο.

Τα χρόνια περνούσε, η συλλογή μου όλο και πλουτιζόταν, αν και κάθε τόσο κάποιοι σύνδεσμοι έπαυαν να λειτουργούν, κάποιοι ιστότοποι καταργούνταν.

Όταν απέκτησα ιστότοπο στο όνομά μου, www.sarantakos.com, με περισσότερο διαθέσιμο χώρο, άρχισα να προσθέτω περισσότερο υλικό. Κάποια στιγμή είχα την ιδέα να ζητήσω τη βοήθεια εθελοντών, που ανέλαβαν να πληκτρολογούν κείμενα που τους έστελνα σκαναρισμένα. Την πρωτοβουλία αυτή την ονόμασα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ.

Έτσι μπορέσαμε να ανεβάσουμε πολλά εκτενή πεζά λογοτεχνικά κείμενα: Παπαδιαμάντη, Βουτυρά, αρκετά μυθιστορήματα, ανθολογίες διηγημάτων. Όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες προσπάθειες, αρκετοί ήταν εκείνοι που εκδήλωσαν προθυμία, λίγοι ήταν οι πιο ταχτικοί συνεργάτες. Οφείλω να εξάρω ιδίως τρεις, τον Σφραγιδονυχαργοκομήτη, τη Μαρία Μ. και τον Γιάννη Π. Ο Γιάννης, μάλιστα, εφαρμόζοντας κάποιες πανέξυπνες πατέντες, μπόρεσε να επιταχύνει πολύ την ψηφιοποίηση πολυτονικών κειμένων (σε μονοτονικό φυσικά).

Τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ λειτούργησαν όλο το 2008 και το πρώτο μισό του 2009. Σταμάτησαν για δύο λόγους. Ο ένας, ότι από τον Φλεβάρη του 2009 άρχισε να λειτουργεί τούτο εδώ το ιστολόγιο που απορροφούσε πλέον όλον τον ελεύθερο χρόνο μου. Ο άλλος, ότι ο ιστότοπος sarantakos.com είχε πια εξαντλήσει τον διαθέσιμο χώρο του. Έτσι, η πρωτοβουλία σταμάτησε -αν και κατά καιρούς έπαιρνα γράμματα επισκεπτών που δήλωναν πρόθυμοι να συμμετάσχουν.

Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια. Το ιστολόγιο στο μεταξύ συνέχισε να λειτουργεί ακατάπαυστα -την τελευταία πενταετία, όπως ξέρετε, δεν έχει περάσει μέρα χωρίς καινούργιο άρθρο. Στις αρχές του 2019, ο Γιάννης Π., ο παλιός καλός συνεργάτης, έριξε την ιδέα να μετατρέψουμε τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ σε ιστολόγιο, κι έτσι να ξεπεράσουμε τα προβλήματα χωρητικότητας και ενδεχομένως να αρχίσουμε να προσθέτουμε και νέο υλικό.

Προς το παρόν έχει μεταφερθεί στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο ο κύριος όγκος των κειμένων που υπήρχαν στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ, με εξαίρεση κάποια έργα που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκει κανείς σε ειδικούς έγκυρους ιστότοπους όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Σε δεύτερη φάση θα μεταφερθούν επίσης άλλα λογοτεχνικά κείμενα από τον παλιό μου ιστότοπο και από το παρόν ιστολόγιο ενώ θα προστεθεί και καινούργιο υλικό -ο Γιάννης έχει κατά νου τον Βλαχογιάννη.

Η νέα μορφή επιτρέπει και σχόλια, αλλά δεν θα είναι αυτός ο βασικός χαρακτήρας του εγχειρήματος. Σκοπός είναι να μείνει ένα αποθετήριο ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων που δεν υπάρχουν αλλού στο Διαδίκτυο.

Θα υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση με το εδώ ιστολόγιο, με την έννοια ότι κάποια κείμενά του θα δημοσιεύονται και εδώ, ενώ και κάποια διηγηματα που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο θα φιλοξενηθούν και εκεί. Όμως είναι δυο διαφορετικά εγχειρήματα -άλλωστε το Λογοτεχνικό ιστολόγιο είναι συλλογικό και, για αντικειμενικούς λόγους, ο Γιάννης Π. θα είναι πιο κοντά στην καθημερινή διαχείρισή του.

Μετά από αυτή την απαραίτητη παρένθεση, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου:

Η μόνη κληρονομιά

Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κείμενα, Λογοτεχνία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 145 Σχόλια »

Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης (του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2019

Μεθαύριο, στις 8 Ιανουαρίου, συμπληρώνονται 75 χρόνια από την αυτοκτονία του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Κάθε χρόνο, τη μέρα εκείνη ή την κοντινότερη Κυριακή, το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει ένα άρθρο σχετικό με τον ποιητή, παρουσιάζοντας είτε κάποιο άγνωστο κείμενό του είτε στοιχεία για τη ζωή του. Στη φετινή δημοσίευση αλλάζω κάπως τακτική, αφού δημοσιεύω ένα αρκετά γνωστό κείμενο για τον Λαπαθιώτη, γραμμένο από τον επίσης αγαπημένο Γιώργο Ιωάννου.

Ένας από τους λόγους της σημερινής δημοσίευσης είναι ότι σχετικά πρόσφατα το εξαιρετικό αυτό κείμενο του Ιωάννου ανέβηκε διασκευασμένο σε θεατρικό μονόλογο, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη, με έξοχη ερμηνεία του Αντώνη Γκρίτση στο Μπιζού ντε καντ. Πρόσφατα συνάντησα τον ηθοποιό που μου έστειλε και ένα ωραίο φυλλάδιο για την παράσταση, όπου υπήρχε και ενδιαφέρον κείμενο του Δημήτρη Παπανικολάου, που μπορείτε να το βρείτε εδώ. Το κείμενο του Παπανικολάου αναλύει και φωτίζει το αφήγημα του Γ. Ιωάννου, οπότε σας συνιστώ να το διαβάσετε μετά.

Από τη δημοσίευση του πεζογραφήματος του Ιωάννου έχουν περάσει 35 χρόνια, ο ίδιος δεν βρίσκεται πια στη ζωή -μάλιστα πέθανε αναπάντεχα δυο χρόνια μόλις μετά- και η περιοχή που περιγράφεται, η γειτονιά του Λαπαθιώτη, πίσω από το Μουσείο, έχει αλλάξει κι αυτή. Το σπίτι του Λαπαθιώτη μένει, μένει να ρημάζει…

Η φωτογραφία του σπιτιού είναι εκείνη που συνόδευε την αρχική δημοσίευση στη Λέξη.

Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης δεν υπήρξε, βέβαια, γείτονάς μου την εποχή που ζούσε. Αυτό έγινε – δηλαδή «έγινε» – πολύ αργότερα, όταν εγώ πήρα των ομματιών μου και εγκαταστάθηκα οριστικά στην Αθήνα και μάλιστα, χωρίς να το καταλάβω, πάνω σ΄ αυτά τα ίδια χώματα με τα ίχνη από τα πατήματα και τα παραπατήματά του.

Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να είμαστε στην ίδια γειτονιά επί δεκάξι χρόνια, εφόσον τόσο ήμουν εγώ, όταν αυτός, πενηνταπεντάρης πια, αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου 1944, μέσα σ΄ αυτό το πατρικό του σπίτι της οδού Κουντουριώτου – Κουντουριώτου και Οικονόμου – στα Εξάρχεια, απ΄ όπου περνώ πολλές φορές τη μέρα και πάντοτε τον μνημονεύω. Δεν μπορούσα, λοιπόν, να λείψω από αυτό το δημόσιο σαραντάχρονο μνημόσυνό του.

Φοβούμαι πως αν καθόμασταν από τότε κοντά, θα τον θυμόμουν τώρα μόνο στα τελευταία του, απάνω στη μεγάλη καταρράκωση και τον παρατημό του, γιατί όταν είναι κανένας πολύ μικρός, δεν ξέρει να προσέξει, ενώ όταν είναι έφηβος, ξαφνικά ανακαλύπτει τα πάντα, ιδίως τα παράξενα φαινόμενα, και εύκολα ερεθίζεται η φαντασία του. Θα τον θυμόμουν, λοιπόν, κι εγώ στα τελευταία του, όπως κυρίως τον θυμούνται ακόμη μερικοί σ΄ αυτή τη γειτονιά.

Πάντως, από αυτό το σπίτι, όπου κατοικώ τώρα, της οδού Δεληγιάννη 3, δεν θα ήταν δυνατό να γειτονεύω μαζί του, γιατί τότε βρισκόταν στο χώρο αυτό η ξακουστή ταβέρνα του Γιώργη του Μιχαλάκου του κουλού, απόπου ο Λαπαθιώτης περνούσε συχνά, για να πιει κρασί με την παρέα του ή να δεχτεί κανένα ευγενικό κέρασμα, στα τελευταία του, όταν είχε πια καταπέσει. «Για τον ποιητή!»

Θα υπήρχε, λοιπόν, κάποια άλλη οπτική γωνία, κάποια διαφορετική σχέση και συνάφεια ή μάλλον δεν θα υπήρχε και πάλι τίποτα, μα θα ήταν πάντα, αυτό, που είναι και τώρα : ο Λαπαθιώτης να διαγράφει τα τελευταία στάδια του κύκλου του σ΄ αυτή τη γειτονιά, κι εγώ δεκάξι χρονών έφηβος στη Θεσσαλονίκη, τρομοκρατημένος και τσαλαπατημένος, ζώντας μέσα στον εφιάλτη της Κατοχής και της άλλης καταπίεσης, να διαβάζω ό,τι έβρισκα μπροστά μου από τα κείμενά του, είτε σε παλιούς τόμους του «οικογενειακού» περιοδικού «Μπουκέτο», είτε στα τεύχη του περιοδικού της Εγκυκλοπαίδειας του «Πυρσού». Και βέβαια, όχι μονάχα Λαπαθιώτη, αλλά όλο το σύμπλεγμα.

Μόνον ανίδεοι και ξιππασμένοι μπορούν σήμερα να λένε πως ο Λαπαθιώτης ήταν ένας μέτριος ή και ασήμαντος ποιητής του μεσοπολέμου, κι αυτό γιατί δεν μπορούν να δουν άλλο τίποτε παρά μονάχα τα ποιήματά του, και μάλιστα αυτά τα δημοσιεύσιμα, ενώ ο Λαπαθιώτης ήταν ένας δυνατός αισθησιακός ποιητής και προπαντός μια πνευματική προσωπικότητα. Η ποίηση του Λαπαθιώτη βρίσκεται στα ανέκδοτα τολμηρά ποιήματά του.

Τον Λαπαθιώτη, λοιπόν, τον είχα προσέξει ως όνομα και ως ποιητή προτού αυτοκτονήσει, διαβάζοντας τα ποιήματα της χρυσής του εποχής, της γύρω από το τριάντα, τον καιρό που αυτός πέθαινε. Και σίγουρα γι΄ αυτό η είδηση της «ξαφνικής» αυτοκτονίας του μού έκανε εντύπωση, αναφερόταν σε ποιητή που με είχε συγκινήσει. Και λίγο αργότερα γι΄ αυτό ακριβώς καταλάβαινα πολύ καλά όλες τις νύξεις και τους υπαινιγμούς, που γίνονταν μέσα στη χριστιανική κίνηση, όπου είχα καταφύγει κι εγώ, επειδή κάτι είχα γευτεί από την «ολέθρια» ποίησή του. Φαίνεται ότι μερικοί από κείνους τους νεοχριστιανούς σαγηνεύονταν από το έργο του και μπαίνανε σε πειρασμό σκεπτόμενοι τη ζωή του, γι΄ αυτό και τον ξορκίζανε έτσι. Αλλά δεν πρόκειται εδώ να εξιστορήσω αυτά. Εδώ πρόκειται να ξαναπώ πόσο πιο δυνατή προσωπικότητα από πολλούς άλλους παρόμοιους ήταν ο Λαπαθιώτης, πόση σπουδαία και ξεχωριστή σημασία έχει αυτό και πόσο όλοι αυτοί με τις πανεπιστημιακές μεζούρες στο χέρι δεν μπορούν κάτι τέτοια να τα «πιάσουν». Κάθε τόσο ρίχνουν στη μέση διάφορους ποιητές της εποχής του και της παρέας του, λέγοντας ότι ο Λαπαθιώτης είναι πιο αδύνατος από αυτούς, ανυπόφορα αισθηματικός σε μερικά, ακόμα και σαλιάρης. Ναι, όλοι αυτοί έχουν δίκαιο στα σημεία, αλλά όχι στο σύνολο.

Και εγώ άλλοτε είχα πέσει σ΄ αυτή τη λούμπα, όταν είχα γίνει ένας λογοκρατούμενος οπαδός της θεωρητικής γραμμής της γενιάς του τριάντα, η οποία ήταν μια σπουδαία γενεά, αλλά κάπως πονηρή και άκαρδη. Έβλεπα τον Λαπαθιώτη σαν ένα σαχλό αισθηματικό ποιητή και για πολλά κείμενά του ακόμα έτσι τον βλέπω. Το ενδιαφέρον μου γι΄ αυτόν ξαναζεστάθηκε, από τότε που διάβασα μερικά από τα τολμηρά ποιήματά του, που ακόμα κι εκείνη την έκδοση Δικταίου, με τις εισαγωγές της, είχαν κάνει υποφερτή. Ερωτικά κείμενα πρώτης γραμμής, που αληθινά διεγείρουν.

Τώρα αποδεικνύεται ότι είχα πρωτοβρεθεί στη γειτονιά του Λαπαθιώτη, όταν γνώρισα τον Δικταίο και πέρασα καλεσμένος από το σπίτι του, Καλλιδρομίου 74Α, μια Κυριακή πρωί του 1955. Εντούτοις, ο Δικταίος, που θα μπορούσε να ισχυριστεί κι αυτός ότι ήταν γείτονας του προστάτη του Λαπαθιώτη, και μάλιστα σε εποχή πολύ κοντινότερη προς το θάνατό του, δεν μού είχε κάνει νύξη γι΄ αυτή τη γειτνίαση, ούτε και στην εκτενή και ιδιωτικής συχνά φύσεως εισαγωγή του λέει κάτι σχετικό.

Ενώ σε μένα έχει κάνει σπουδαία, συνταρακτική μπορώ να πω, εντύπωση η γειτνίαση και συχνά, καθώς περνώ μέσα στα μισοσκότεινα έξω από το σπίτι του Λαπαθιώτη, συλλογίζομαι πως ευχαρίστως θα κατοικούσα κι εγώ μέσα σ΄ αυτό το ξεφλουδισμένο από το σουβά του αρχοντικό, αν το επισκεύαζαν κάπως, το «αναπαλαίωναν», όπως λένε, και μου το πρότειναν. Τότε η γειτνίαση θα μετατρεπόταν σε συγκατοίκηση. Δεν φοβούμαι εγώ τα φαντάσματα και μακάρι να υπήρχαν.

Στην ανακάλυψη του σπιτιού του Λαπαθιώτη, και ότι οπωσδήποτε αυτό πρέπει να είναι, οδηγήθηκα από τη διαίσθησή μου, λίγον καιρό μετά την εγκατάστασή μου στη γειτονιά, το 1971. Είναι σπίτι δίπατο, με ισόγειο από τη μεριά της οδού Οικονόμου. Είναι τεράστιο, έχει στέγη με αέτωμα και από πίσω μεριά κήπο. Στο τζαμικιάνι, όπου καταλήγει η σκάλα, σώζονται ακόμη μικρά χρωματιστά τζάμια, που τόσο συνηθίζονταν κάποτε στα αρχοντικά. Η είσοδος είναι από την Κουντουριώτου, αλλά η πρόσοψη με το μπαλκόνι από την Οικονόμου. Τα πάντα ξεφτισμένα και ο σουβάς πεσμένος ολότελα και περίεργα. Εντούτοις, το σπίτι δεν μοιάζει με ετοιμόρροπο. Κάτω από το σουβά υπήρχαν χοντροί τοίχοι φτιαγμένοι με μεγάλες πέτρες, που τώρα προβάλλουν. Η πτώση του σουβά πιθανώς να επισπεύσθηκε και από τους όλμους, που άφθονοι έπεσαν κατά τα Δεκεμβριανά στην περιοχή, αφήνοντας τα ίχνη τους σε πολλά σημεία. «Σημεία και τέρατα!…»

Ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε μέσα σ΄ αυτό το σπίτι, εννιά περίπου μήνες πριν από την απελευθέρωση. Αν έκαμνε λίγο κουράγιο ακόμη, θα μπορούσε να είχε ζήσει και τον τρόμο των Δεκεμβριανών, καθώς και  τον Εμφύλιο. Και ποιος τη χάρη του, τότε… Όλη αυτή η παρέα ξεκληρίστηκε από τον πόλεμο. Ο Τέλλος Άγρας πήγε από αδέσποτη σφαίρα, που άρπαξε τις τελευταίες μέρες της Κατοχής, ενώ ο Μήτσος Παπανικολάου, «ένας από τους πιο δυσειδείς ανθρώπους, που είδε στη ζωή του», όπως με καλοσύνη γράφει ο Δικταίος, πέθανε «φυσιολογικά» από πείνα και κατάπτωση εξαιτίας της ηρωίνης. Στο αφιέρωμα που του έκανε κάποτε ένα γνωστό περιοδικό, δημοσιεύονται ξεδιάντροπες αναμνήσεις πνευματικών ανθρώπων, όπου λένε πώς θυμούνται τον Παπανικολάου να σέρνεται ζητιάνος στους δρόμους, τυλιγμένος με τσουβάλια και πρησμένος ολόκληρος. Δεν ήταν μόνο ανεπρόκοποι, μα έπαιρναν και ναρκωτικά, ακόμα και ηρωίνη. Και αυτός και ο Λαπαθιώτης. «Αυτά δεν βγαίνουν σε καλό», διακηρύττει ο αυστηρός φύλακας της ηθικής Ντίνος Χριστιανόπουλος σε παλαιότερο άρθρο του για το Λαπαθιώτη.

Το σπίτι του Λαπαθιώτη φέρει πια κάτι, που σε βάζει σε υποψία. Έγιναν μέσα και γύρω του χίλια δυο και του έβγαλαν στην επιφάνεια πυκνές ζαρωματιές και σημάδια. Σαν βαρυφορτωμένο από πείρα αρχοντικό πρόσωπο. Πάντως, εγώ για τις υποψίες μου ως προς το περίεργο αυτό σπίτι βεβαιώθηκα από μια κουβέντα που είχα κάποτε με τον ποιητή και εκδότη Νίκο Καρύδη. Με κάποια αφορμή, άρχισε να μου διηγείται πώς λίγο μετά την αυτοκτονία κλήθηκε και μπήκε ως εκτιμητής της βιβλιοθήκης μέσα στο σπίτι του Λαπαθιώτη. Εγώ αντί να ακούω αυτή την ενδιαφέρουσα διήγηση, τον ρωτούσα επίμονα : «Είναι αυτό που βρίσκεται στην Οικονόμου και Κουντουριώτου γωνία; Αυτό το μεγάλο ρεπιασμένο σπίτι;» «Ναι!», μού είπε ο Καρύδης και ησύχασα. Αυτό ήταν! Τώρα, που επρόκειτο να κάνω αυτό το σημείωμα, πήγα στον «Ίκαρο» και τα ξαναείπαμε. Θα τα αφηγηθώ παρακάτω.

Αδράνησα πάρα πολύν καιρό να κάνω κάτι για το σπίτι, κι αν πάθει τίποτε, φοβούμαι ότι εγώ θα φταίω περισσότερο. Πριν από μερικούς μήνες ένα μικρό βυτιοφόρο, από αυτά που μοιράζουν πετρέλαιο, αναποδογύρισε ακριβώς έξω από την εξώπορτα του Λαπαθιώτη. Τα πετρέλαια πήραν την κατηφόρα και έφτασαν ως τη Σπυρίδωνος Τρικούπη. Έφριξα όταν τα είδα. Το πρώτο που θα καιγόταν, θα ήταν το σπίτι του ποιητή. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, εγώ δεν θα ένιωθα καμιά ευθύνη για τη φωτιά, το σπίτι όπως και νά ΄ταν, διατηρητέο ή όχι, θα πέθαινε, αλλά θα ένιωθα τύψεις, γιατί θα είχε χαθεί, χωρίς να έχει τιμηθεί εκεί ο Λαπαθιώτης και η μαρτυρική ζωή του, και χωρίς να έχει μεταβιβασθεί κάτι από την ατμόσφαιρά του στους μεταγενέστερους, που περνούν απέξω ανίδεοι. Αλλά και μέσα του κατοικούν ανίδεοι και από αυτούς το σπίτι κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή και φθείρεται. Είναι κάτι οικογένειες από τα χωριά της Πίνδου ή των Αγράφων, που περιέργως έχουν ιδρύσει κάτι σαν παροικία στη γειτονιά μας και ενοικιάζουν πολλά από τα παλιά αυτά σπίτια, που αφθονούν στην περιοχή. Σε ένα υπόμνημά μου που έδωσα στο Υπουργείο Πολιτισμού, για να κηρυχθεί το σπίτι διατηρητέο, τα αναφέρω όλα.

Ορισμένοι παλαιοί κάτοικοι της περιοχής με τους οποίους συνομίλησα θυμούνται το σπίτι πολύ ωραίο κάποτε, με κήπο περιποιημένο, στάβλο για τα άλογα της άμαξας, υποστατικό για τους υπηρέτες. Τώρα όμως είναι το πιο απεριποίητο σπίτι της περιοχής. Οι παλαιοί αυτοί κάτοικοι θυμούνται και κάτι σπουδαιότερο. Θυμούνται καλά τον ίδιο τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Λίγο μετά από κείνη τη συζήτηση με τον ποιητή Νίκο Καρύδη, πήρα θάρρος και άνοιξα το θέμα σε μια βραδινή συναναστροφή στο σπίτι του νοικοκύρη μου Γιώργου Τσάπρα. Αμέσως διαπίστωσα πως ένας από τους συνδαιτημόνες, ο κύριος Κίμων Μαντέλλος, πρώην ανώτερος αξιωματικός του στρατού, θυμόταν πάρα πολύ καλά τον Λαπαθιώτη, γνωριζόταν μαζί του μάλιστα, και είχε αρκετά πράγματα να πει γι΄ αυτόν. Και μια κυρία επίσης, που τώρα είναι βαριά άρρωστη, ήξερε πολλά για τον ποιητή, καθώς και για την οικογένειά του. Λίγο αργότερα, είχα την κακή έμπνευση να μιλήσω γι΄ αυτές τις ανακαλύψεις μου σε ορισμένους παράγοντες της τηλεόρασης. Ήθελα κάτι να γίνει για τη μνήμη του Λαπαθιώτη και για το σπίτι του. Το αποτέλεσμα το είδα λίγους μήνες μετά, ξαπλωμένος και μπανταρισμένος με γύψους στο κρεβάτι μου στο ΚΑΤ. Οι παλαιοί κάτοικοι της γειτονιάς δεν είχαν δεχτεί να παρουσιαστούν στο φακό και αντί γι΄ αυτούς μιλούσε ο Δικταίος, ο οποίος παρ΄ όλο που είχε βοηθηθεί στα πρώτα του βήματα από τον ποιητή και ήταν επιμελητής του τόμου με τα ποιήματα του Λαπαθιώτη, δεν συμπαθούσε και πολύ τον ποιητή και προπαντός τον κύκλο του, όπως άλλωστε φαίνεται και στην εισαγωγή του τόμου. Εκείνο το βράδυ η κατάστασή μου χειροτέρεψε. Μέσα στην ταραχή μου, πήρα την απόφαση πως εγώ ο ίδιος έπρεπε κάποτε να κάνω κάτι.

Όταν μου δινόταν η ευκαιρία, συζητούσα με τη γειτονιά, τους παλαιούς κατοίκους. Κι έτσι το δεύτερο για το οποίο βεβαιώθηκα, ήταν ότι από άποψη εδαφικής επαφής ήμουν πολύ κοντινότερος με τον Λαπαθιώτη, απ΄ ό,τι μέχρι τότε νόμιζα. Το σπίτι στο οποίο συνεχώς αφότου ήρθα μένω, και μάλιστα στο ισόγειο, χτίστηκε επάνω στο οικόπεδο της ταβέρνας του Γιώργη Μιχαλάκου του κουλού, η οποία ήταν στέκι του Λαπαθιώτη και της παρέας του. Στέκι για τις ανάγκες του στη γειτονιά, βέβαια. Για την ακρίβεια, το σπίτι μας είναι χτισμένο πάνω στον κήπο της ταβέρνας, που είχε, λέει, εξαίσια δέντρα, λεύκες και ιτιές, και όπου οι θαμώνες όλους τους ζεστούς μήνες εκάθονταν, μια και το οίκημα που βρισκόταν κάτω από τη διπλανή μας τώρα πολυκατοικία ήταν μικρό, για το χειμώνα μόνο κατάλληλο. Αφού και τα πολλά βαρέλια του μαγαζιού ήταν στεγασμένα κάτω από ένα ανοιχτό υπόστεγο στην αυλή. Το κρασί, πάντως, ήταν από το Κορωπί.

Πολλές φορές τη νύχτα, καθώς κάθομαι κλεισμένος μέσα και δουλεύω ή στοχάζομαι, προσπαθώ να ανακαλέσω τα γέλια, τις χαρές, τα αστεία, τους χορούς και τις γλυκιές φιλικές ματιές, που διασταυρώθηκαν επί δεκαετίες σ΄ αυτούς τους βουβούς τώρα χώρους και σχεδόν απορώ με τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μουγγαμάρα των στοιχείων της ύλης, που είναι βέβαια αυτά τα ίδια με τότε. Τίποτε!

Αν ήμουν κανένας σαχλαμάρας, θα είχα ίσως κι εγώ κάποια αναπαράσταση της τότε εικόνας εδώ, με τον Λαπαθιώτη να κουτσοπίνει με την παρέα του, πάνω στο χωρίς τραπεζομάντηλο τραπέζι, και τους γεροδεμένους μάγκες της καρδιάς του πιο εκεί να χορεύουν. Αλλά όχι. Να λείπουν από μας οι φενακισμοί. Αυτά τα αφήνω στους κακόγουστους φιλολόγους, που διέπρεψαν φέτος σε καβαφικές αναπαραστάσεις και σαρκασμούς. Πάντως, αληθινή εικόνα της περίφημης αυτής ταβέρνας και της αυλής μπορεί να πάρει κανείς από την ταινία του Κακογιάννη «Στέλλα», η οποία γυρίστηκε ακριβώς εδώ πάνω. Βέβαια, η ταβέρνα για τις ανάγκες της ταινίας είχε λάβει το όνομα «Παράδεισος», αλλά ήταν αυτή η ίδια του Γιώργη Μιχαλάκου του κουλού. Όλη η γειτονιά θυμάται τη Μελίνα και τον Φούντα.

Μέσα στις συζητήσεις ή μάλλον τις αναζητήσεις μου αυτές, άρχισε σιγά σιγά να αναδύεται και η μορφή του Κώστα Καρυωτάκη, ο οποίος καθόταν – άκουσον! άκουσον! – στον ίδιο δρόμο με τον Λαπαθιώτη, στην οδό Κουντουριώτου δηλαδή, αλλά λίγο παρακάτω. Στη γωνία Κουντουριώτου και Νοταρά, δεξιά ανεβαίνοντας. Εκεί έμενε η οικογένειά του όταν κι αυτός, ή μάλλον πρώτος αυτός, αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το 1928. Ο Καρυωτάκης πρέπει, σύμφωνα με τα λεγόμενα της γειτονιάς, να ήταν πολύ φίλος του Λαπαθιώτη. Ερχόταν συχνά στο σπίτι και πήγαινε μαζί του στην ταβέρνα του Μιχαλάκου. Πάντα μαζεμένος και πολύ συμπαθής.

Πέρσι το καλοκαίρι, όταν πια βεβαιώθηκα για το απίστευτο, ότι το σπίτι του Λαπαθιώτη δεν έχει κηρυχθεί διατηρητέο, έγραψα μια αναφορά στο Υπουργείο Πολιτισμού, με ημερομηνία 13.6.83. Επειδή όμως δεν έπαιρνα απάντηση και στο σπίτι του Λαπαθιώτη ήδη είχαν εμφανισθεί ένα γύρω πωλητήρια, έκανα μια δεύτερη αναφορά (13.9.83), ύστερα και από συνομιλία με τον δημοτικό σύμβουλο κύριο Γιώργο Βερνίκο, προς το Δήμο Αθηναίων, όπου βεβαίως σημείωνα πως για το ίδιο θέμα είχα κάνει αναφορά και στο Υπουργείο Πολιτισμού. Από το Δήμο μου απάντησαν αμέσως, γράφοντάς μου και συγχαρητήρια για το ενδιαφέρον μου. Έλεγαν ότι θα εξετάσουν το θέμα. Αλλά εκεί που δεν το περίμενα πια, έλαβα και από το Υπουργείο Πολιτισμού μια απάντηση, κοινοποίηση μάλλον, με ημερομηνία 28.12.83, όπου γράφουν ότι το θέμα παραπέμπεται στη Γραμματεία του Συμβουλίου Μνημείων Στερεάς Ελλάδος. Από τότε δεν έχω καμιά άλλη πληροφορία, αλλά αυτό οφείλεται και σε δική μου αμέλεια, γιατί δεν πήρα στο τηλέφωνο να ρωτήσω. Κατά βάθος, αισιοδοξώ πως κάτι θα γίνει. Δεν είναι δυνατό… Πάντως, από το έγγραφο του Υπουργείου έμαθα τα ονόματα των σημερινών ιδιοκτητών του σπιτιού. Παρακάτω, θα παραθέσω την αναφορά μου, αυτήν μάλιστα που έστειλα στο Δήμο, γιατί είναι κάπως πληρέστερη. Συγκεφαλαιώνει πολλά από αυτά, που μέχρι τώρα είπαμε :

            «Κύριε Δήμαρχε, ονομάζομαι Γιώργος Ιωάννου και είμαι συγγραφέας. Κατοικώ στην περιοχή Εξαρχείων και έτσι καθημερινά παρατηρώ τη φθορά και τους κινδύνους που διατρέχει ένα ιστορικό και ωραίο σπίτι της ίδιας περιοχής. Πρόκειται για το σπίτι του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στη γωνία των οδών Κουντουριώτη και Οικονόμου στα Εξάρχεια.

             Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1889-1944) υπήρξε σημαντικός ποιητής, ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος και πολιτιστικός παράγων εξαιρετικά υπολογίσιμος στον καιρό του. Εξετιμάτο ιδιαιτέρως από τον ποιητή Κ.Π. Καβάφη και αποτελούσε πνευματική ομάδα με τους, επίσης σημαντικούς ποιητές, Τέλλο Άγρα και Μήτσο Παπανικολάου.

             Ο πατέρας του ποιητή, Λεωνίδας Λαπαθιώτης, υπήρξε στρατηγός και υπουργός των Στρατιωτικών. Γι΄ αυτό και το σπίτι, παρά τις διάφορες φθορές του, διακρίνεται από μια ιδιαίτερη αρχοντιά. Οι παλαιοί γείτονες διηγούνται ότι το σπίτι αυτό γνώρισε μεγάλες κοινωνιές δόξες και τιμήθηκε με επισκέψεις πρωθυπουργών και ανωτάτων αρχόντων της εποχής. Εξάλλου συχνά αναφέρεται στην ποίηση του Ναπ. Λαπαθιώτη. Εδώ, το 1944, επί Κατοχής, αυτοκτόνησε ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης.

             Σήμερα το σπίτι κατοικείται από φτωχές οικογένειες, προερχόμενες από τα μέρη της Πίνδου, που το ενοικιάζουν κατά δωμάτιο. Φοβούμαι μήπως κάποια στιγμή καταστραφεί από πυρκαγιά. Αφήνω τους άλλους κινδύνους.

             Πιστεύω πως, αν ξαφνικά επέλθει κάποια καταστροφή του σπιτιού, θα είναι ντροπή για όλους μας και τότε θα σηκωθούν να φωνάζουν όλοι αυτοί που, ενώ το ξέρουν,  τώρα σωπαίνουν.

             Προτείνω, λοιπόν – και παρακαλώ θερμότατα – να κηρυχθεί από το Δήμο διατηρητέο και το σπίτι αυτό, να επισκευασθεί, και μετά την αποπεράτωση των εργασιών να γίνει Πολιτιστικό Κέντρο των Εξαρχείων, μιας περιοχής που δεν έχει τέτοιο Κέντρο, ενώ έχει τόση ανάγκη, όπως γνωρίζετε.

             Προ μηνών έκανα παρόμοια αναφορά και προς το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά δεν έλαβα καμιά απάντηση. Τώρα επισπεύδω, διότι γύρω από το σπίτι εμφανίσθηκαν επιγραφές που γράφουν ότι «Πωλείται» και δίνουν τον αριθμό τηλεφώνου (…)».

             Πράγματι, μέσα στα ποιήματα του Λαπαθιώτη όχι μόνο αναφέρεται το σπίτι, αλλά φέρεται συνδεδεμένο με τη μητέρα του. Σπίτι και μητέρα ήταν για τον ποιητή ένα σύνολο, ένα σώμα, μια ύπαρξη. Και όταν εκείνη εξέλιπε, ο ποιητής νιώθει το σπίτι εχθρικό και ξένο :

Το σπίτι μου δεν έχει πια καρδιά·
το σπίτι μου με τυραννεί σαν ξένο·
το σπίτι μου μια πλάκα είναι βαριά,
που με πνίγει – και μόλις ανασαίνω.

Την ίδια μέρα που έφυγες Εσύ,
κι αυτό, με μιας, μου πήρε τη στοργή του :
Μητέρα, αν ήξερες πώς με μισεί,
γιατί μ΄ άφησες μόνο στην οργή του;

Από τη γειτονιά μου είπαν ότι η μάνα του Λαπαθιώτη ήταν μια πολύ ωραία αρχοντική γυναίκα κι ότι ο ποιητής της έμοιαζε. Έτσι πρέπει πάντα. Τέτοιο σπίτι και τέτοιος ποιητής θέλει μια ωραία αρχοντική μάνα. Ακόμα κι αν δεν την θυμούνταν, έτσι θα έλεγαν. Και θα ήταν σωστό.

Συζήτησα, για να κάνω αυτό το κείμενο, με τον κύριο Κίμωνα Μαντέλλο, πρώην ανώτερο αξιωματικό, όπως είπα, και βοηθό στρατιωτικό ακόλουθο στην πρεσβεία μας στη Σόφια, καθώς και με τον κύριο Κώστα Καρατζά, συνταξιούχο των Σιδηροδρόμων και ανεψιό, από τη μητέρα του, του ζωγράφου Νικολάου Γύζη. Για την εσωτερική εικόνα του σπιτιού του Λαπαθιώτη αμέσως μετά την αυτοκτονία του, μου μίλησε ο ποιητής και διευθυντής των εκδόσεων «Ίκαρος» κύριος Νίκος Καρύδης και για την ταβέρνα του Γιώργη Μιχαλάκου μου είπε μερικά χαρακτηριστικά ο πάλαι ποτέ συνάδελφός μου φιλόλογος κύριος Κώστας Μιχαλάκος, νεώτερος εμού, αλλά συγγενής του ιδιοκτήτη της ταβέρνας.

Ο ταβερνιάρης Γιώργης Μιχαλάκος πέθανε πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, η γυναίκα του όμως είναι εν ζωή. Πιστεύω πως αν βρισκόταν παλιότερα κανένας λόγιος με μεράκι και άνοιγε εγκαίρως συζητήσεις με αυτόν τον σπουδαίο μαγαζάτορα, πολλά θα είχε να μάθει για τις φιλολογικές παρέες της εποχής – όχι μόνο του Λαπαθιώτη. Αλλά αυτά συνήθως περιφρονούνται από τους κοντινούς λογίους, δηλαδή της αμέσως επόμενης γενιάς και κρίνονται ως μη σπουδαία, διότι η κάθε γενιά κατά κανόνα δημιουργεί διαφορές και αντιζηλίες με τις κοντινές της, την προηγούμενη και την επόμενη.

Οι Λαπαθιώτηδες ήταν πλούσιοι και αριστοκράτες, όχι μόνο για τη γειτονιά, αλλά και για την Αθήνα. Ο πατέρας του ποιητή, Λεωνίδας, είχε καταλάβει γρήγορα ανώτερες θέσεις στο στράτευμα και για ένα σύντομο διάστημα την εποχή της επανάστασης στο Γουδί, το 1909, διορίστηκε υπουργός στην κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Έκτοτε παρέμεινε βενιζελικός και μάλιστα έλαβε μέρος στο Κίνημα της Θεσσαλονίκης το 1916. Εκεί τον ακολούθησε και ο ποιητής, πράγμα που παρουσιάζει, νομίζω, κάποιο ενδιαφέρον. Όσον αφορά το σπίτι για το οποίο μιλάμε, αυτό υπέστη μία εξονυχιστική έρευνα από τους αντιβενιζελικούς.

Η γειτονιά, πάντως, ακόμα θυμάται τον γέρο Λαπαθιώτη ως διοικητή της Σχολής Ιππικού, που είχε τις εγκαταστάσεις της στο σημερινό «Πανελλήνιο Γυμναστήριο», στο Πεδίον του Άρεως, πολύ κοντά στο σπίτι. Σε ορισμένες μέρες, γιορτές εθνικές ή θρησκευτικές, επίλεκτα τμήματα ιππέων της Σχολής, με τη σημαία και τις σάλπιγγες, έκαμναν παρέλαση εμπρός από το σπίτι του αρειμάνιου στρατηγού, ο οποίος τους χαιρετούσε από το μεγάλο μπαλκόνι, στην πλευρά της οδού Οικονόμου. Ο ποιητής στεκόταν παράμερα, αλλά ο καθείς μπορεί να φαντασθεί τη συγκίνησή του, καθώς περνούσαν από μπροστά τους οι απαστράπτοντες από λεβεντιά ιππείς. Ο πατέρας του είχε όνειρα μεγάλα γι΄ αυτόν. Το όνομα Ναπολέων δεν μπορεί να δόθηκε τυχαία στο μοναχογιό!

Δυστυχώς, οι μνήμες της γειτονιάς είναι πολύ πυκνές για την εποχή της καταρράκωσης του ποιητή και πολύ αμυδρές για τα προηγούμενα καλά χρόνια. Πάντως, θυμούνται το γέρο στρατηγό, που συνήθιζε να παίρνει το καφεδάκι του σ΄ ένα καφενείο στο Πεδίον του Άρεως, πίσω, λέει, από το εκκλησάκι – ποιο από τα εκκλησάκια, δεν κατάλαβα. Εκεί τη νύχτα γίνονταν μεγάλες καντάδες από τους νεαρούς της γειτονιάς, οι οποίοι, βέβαια, τραγουδούσαν και μέσα στους δρόμους των Εξαρχείων. «Η γειτονιά είχε πολλούς κανταδόρους. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς», μού είπε ο κύριος Κ. Καρατζάς, 86 χρονών σήμερα. Σε κάτι τέτοιο θα αναφέρεται και το ποίημα του Λαπαθιώτη «Νοσταλγία» :

Ήρθε προς τα μεσάνυχτα,
στο δρόμο, μια παρέα
και μου σιγοτραγούδησε
τόσο γλυκά κι ωραία,

που η σκέψη μου όλη ρίγησε
και ξέφυγε από μένα,
και πήγε πάλι στα παλιά
και τα λησμονημένα…

Και η γειτονιά όμως νοσταλγεί τώρα εκείνη την εποχή. Ήταν, λέει πολύ ωραία εδώ.

Άλλες μνήμες, μάλλον απ΄ τις παλιές, αναφέρονται στον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, χωρίς όμως να μπορούν να ξεβράσουν κανένα χαρακτηριστικό του στιγμιότυπο. Τον θυμούνται να πηγαίνει συχνά στου Λαπαθιώτη ή να έρχεται μαζί του στην ταβέρνα του Μιχαλάκου.

Όσο ζούσαν οι γονείς του Ναπολέοντα, το σπίτι το κρατούσαν όλο μόνοι τους. Αλλά από κάποια εποχή και πέρα το σπίτι απέκτησε και ενοικιαστές. Στο πρώτο πάτωμα κατοικούσε ο ναύαρχος Παπαβασιλείου, που είχε και ένα γιο στο βασιλικό ναυτικό. Ο ναύαρχος Παπαβασιλείου ήταν εκείνος που παρέλαβε και οδήγησε στην Ελλάδα το καταδρομικό «Έλλη» από την Αμερική. Το γεγονός αυτό είχε κάνει τεράστια εντύπωση στη γειτονιά. Ο κύριος Καρατζάς, που κατοικούσε απέναντι, είχε πάει στο σπίτι του ναυάρχου, αλλά στο σπίτι των Λαπαθιώτηδων όχι. Και οι άλλοι γείτονες το ίδιο. Τον καιρό που ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε στο σπίτι δεν υπήρχε ενοικιαστής, εκτός ίσως από κάποιον γεροδεμένο λαϊκό τύπο, φιλοξενούμενο μάλλον του ποιητή. Αλλά και γι΄ αυτόν ακόμα μπορεί να έχει κανείς αμφιβολίες, αν έμενε μόνιμα εδώ ή ερχόταν μόνο την ημέρα για καμιά εξυπηρέτηση.

Στάθηκε αδύνατο να μάθω από τους γείτονες κάτι συγκεκριμένο για τους έρωτες του Λαπαθιώτη. Όλοι, βέβαια, κάτι είχαν ακούσει, όπως είχαν ακούσει και για τα ναρκωτικά, αλλά κανένας δεν είχε κάτι το συγκεκριμένο να πει, κάποιο πρόσωπο, κάποιο περιστατικό, κάποιο σκάνδαλο εδώ στη γειτονιά, την εποχή εκείνη. Και ουδείς άκουσε τίποτε για τον εκ Μενιδίου Κώτσο Γκίκα. Ήταν εξαιρετικά συμπαθής ο Λαπαθιώτης εδώ στη γειτονιά και πολύ προσεκτικός. Είχε επίσης τη φήμη του ανθρώπου που βοηθάει τους δυστυχισμένους – τους βοηθάει οικονομικά. Και έτσι όποιος και να μπαινόβγαινε στο σπίτι του, όσο άλλου ρυθμού και αν ήταν, δεν προκαλούσε λόγω της διάχυτης για τον ποιητή συμπάθειας τα σχόλια της γειτονιάς. Πρόβλημα παρουσιαζόταν καμιά φορά, όταν έρχονταν, λέει, τη νύχτα κάτι μεθυσμένοι λαϊκοί τύποι και φωνάζαν διάφορες χυδαιότητες κάτω από τα παράθυρά του, στην ησυχία της βραδιάς. «Δεν τους έδινε πλέον λεφτά, γι΄ αυτό φωνάζαν». «Και τι έκαμνε ο Λαπαθιώτης;» ρώτησα εγώ. «Φερόταν σαν κύριος, ούτε έβγαινε ούτε τους απαντούσε». Τι να προσθέσει κανείς;

Ήταν, λοιπόν, πολύ συμπαθής ο Λαπαθιώτης και εξαιρετικά αγαπητός στη γειτονιά. Η γυναίκα του ταβερνιάρη Γιώργη Μιχαλάκου μού μήνυσε με το φίλο μου, ότι ο άντρας της τής μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον ευγενικότατο κύριο Λαπαθιώτη. Αυτός ο ίδιος ταβερνιάρης είχε δηγηθεί σε έναν από τους κυρίους, που μου μίλησαν για το Λαπαθιώτη και ο οποίος με παρακάλεσε να μην προσδιορίσω τις πληροφορίες του, ότι κάποτε, όταν πέθανε ξαφνικά κάποιος, που κατοικούσε στην κοντινή οδό Ιουστινιανού, αφήνοντας τρία ορφανά, ο Λαπαθιώτης πέρασε από το σπίτι τους τη νύχτα και τους άφησε κρυφά ένα σημαντικό ποσό κάτω από την πόρτα τους. Δεν ξέρω πώς το είχε μάθει ο ταβερνιάρης, αλλά ίσως πρέπει να σκεφθούμε ότι οι ταβερνιάρηδες όλα τα μαθαίνουν. Δεν ήταν, λοιπόν, ο Λαπαθιώτης μόνον ο ωραιοπαθής εστέτ, που πράγματι ξεχωρίζει σε διάφορα κείμενά του.

Ένας από τους φίλους του μου είπε ότι ο Λαπαθιώτης είχε ερωτευθεί μία κοπέλα της γειτονιάς. Ήταν μία ξανθούλα, που την έλεγαν Λένα και κατοικούσε στο σπίτι που βρίσκεται στη γωνία των οδών Οικονόμου και Καλλιδρομίου, δηλαδή στην ταβέρνα απέναντι. Η κοπέλα, που κατοικούσε μαζί με την αδερφή της, έβγαινε πότε πότε στη χαμηλή ταράτσα να ταΐσει κάτι περιστέρια και την έβλεπαν από την ταβέρνα οι θαμώνες και ιδιαίτερα ο Λαπαθιώτης, που, όπως είπαμε, την είχε ερωτευθεί. Αλλά ήταν Κατοχή, η κοπέλα αρρώστησε από φυματίωση, και σε λίγο πέθανε. Ο ποιητής ήταν απαρηγόρητος. Πήγε στην κηδεία, μα στεκόταν κάπως μακριά από τον κόσμο, που ήταν κυρίως άνθρωποι της γειτονιάς. Ήταν άλλωστε κουρελιασμένος, όπως μου είπε ο αφηγητής μου, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος, που δεν ήθελε να πλησιάσει. Μόνο όταν την κατέβασαν στον τάφο, ο ποιητής πλησίασε και είπε μερικούς συγκινητικούς στίχους. «Ομόρφυνες το φέρετρο!», θυμάται ο αφηγητής μου πως είπε. Και από το βούρκωμά του υποθέτω, πως η κοπέλα αυτή δεν ήταν ξένη προς τον αφηγητή μου, αλλά ίσως στενή συγγενής του. «Ομόρφυνες το φέρετρο!». Στο γυρισμό από το νεκροταφείο, βρήκα, μου λέει, το Λαπαθιώτη στο ταβερνάκι να πίνει. Η ιστορία αυτή μολονότι πολύ μελοδραματική και «λαπαθιωτική», φαίνεται πως είναι γνήσια. Την άκουσα πριν από μερικά χρόνια από τον αφηγητή μου και την ξανάκουσα τώρα, πάντα με πολλή συγκίνηση εκ μέρους του. Τότε μάλιστα θυμόταν περισσότερους στίχους. Εκείνο όμως που δεν νομίζω, είναι πως πρόκειται για ιστορία έρωτος. Συμπάθεια ίσως, φρεναπάτη ίσως, υποβολή μπορεί, αλλά κανονικού έρωτος όχι. Δεν πρόκειται να υποστηρίξω αηδίες σαν αυτές που είδαμε να λέγονται για τον Καβάφη· ότι στα νεανικά του χρόνια είχε περιπέτειες με γυναίκες και κατόπι άλλαξε. Όπως και νά ΄ναι πάντως, είναι συγκινητικό για το Λαπαθιώτη.

Ο άνθρωπος αυτός δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να πουλάει ή να μοιράζει με ευκολία τα χρήματα και τα υπάρχοντα της οικογενείας του. Όσο κι αν ήταν πολλά, κάποτε πήραν να σώνονται. Ο ίδιος ποτέ δεν κέρδισε ούτε πεντάρα. Είχε από πάνω και το πάθος των ναρκωτικών, είχε και τις κλεψιές των διαφόρων τύπων. Κάποτε κατέφθασε στην ταβέρνα φορώντας μες στο κατακαλόκαιρο μόνο μια παλιά καμπαρντίνα και αποκάτω ολόγυμνος. Κάποιος του είχε κλέψει όλα του τα ρούχα. Τα βιβλία όμως κανείς δεν του τα έκλεβε και παρ΄ όλο που πούλησε κι ο ίδιος έναν αριθμό, ανεξακρίβωτο βέβαια, εν τούτοις μέσα στο γυμνό και πανάθλιο σπίτι του βρέθηκε, μετά το θάνατό του, μια τεράστια και λαμπρή βιβλιοθήκη. «Μια βδομάδα κουβαλούσαν με τα κάρα οι κληρονόμοι τα βιβλία του. Είχε αγανακτήσει όλη η γειτονιά». Τι έγιναν αυτά τα βιβλία; Ποιοι και πόσοι ήταν οι κληρονόμοι του;

Αλλά η κατάρρευση του Λαπαθιώτη είχε αρχίσει πριν από τον πόλεμο. Με τον πόλεμο και τη φριχτή πείνα στην Αθήνα τα πράγματα απόγιναν. Ο ποιητής ερχόταν στην ταβέρνα μόνο για λίγο κρασί. Ο ταβερνιάρης, που ήξερε το δράμα του, αλλά και τα παλιά μεγαλεία του, δεν τον άφηνε να πληρώσει. Οι παρέες των νεαρών της γειτονιάς τού έστελναν με τρόπο κρασί στο τραπέζι : «Για τον ποιητή!». Ο Λαπαθιώτης δεν έπινε πολύ.

Για το ξεπούλημα των βιβλίων έστελνε άλλους, τους οποίους προφανώς καθοδηγούσε. Το 1943, όταν πρωτάνοιξε ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος», στεγάστηκε στην οδό Σταδίου 10, σε ένα κατάστημα που πουλούσε γραφομηχανές, οι οποίες όμως τότε δεν παρουσίαζαν καμία κίνηση. Ο «Ίκαρος» είχε για τα βιβλία του τη δεξιά βιτρίνα του μαγαζιού. Εκεί άρχισε να εμφανίζεται κάθε τόσο ένας λαϊκός τύπος, με βιβλία για πούλημα υπό μάλης, τα οποία όμως δεν ήταν καθόλου λαϊκά, αλλά ένα κι ένα. Ο «Ίκαρος» αγόραζε τα εκλεκτά βιβλία. Αλλά πάντα υπήρχε το μυστήριο, από ποια βιβλιοθήκη προέρχονται. Ώσπου κάποια μέρα αποκαλύφθηκε το μυστικό : τα βιβλία προέρχονταν από τη βιβλιοθήκη του Λαπαθιώτη!

Και η αποκάλυψη έγινε ως εξής : μετά το θάνατο του Λαπαθιώτη και την κηδεία του, που έγινε, ως γνωστό, με έρανο, έπρεπε να ορισθούν εκτιμητές για τη βιβλιοθήκη του, που μετά το σπίτι ήταν το μόνο αξιόλογο κατάλοιπο. Και έτσι ο άνθρωπος, που πήγαινε τα βιβλία στον «Ίκαρο», κληρονόμος προφανώς, πρότεινε ως εκτιμητή από μέρους του τον κύριο Νίκο Καρύδη, τον οποίο γνώριζε από τις μεταβάσεις του στο βιβλιοπωλείο.

Το σπίτι ήταν γυμνό από έπιπλα και πολύ βρώμικο. Ο Νίκος Καρύδης δεν είχε γνωρίσει τον ποιητή. Ο ποιητής είχε αυτοκτονήσει στο πρώτο πάτωμα, μπαίνοντας. Οι φορατζήδες ήταν εκεί, καθώς και ο αρρενωπός φίλος του ποιητή. Ήταν ένα κρεβάτι μπαίνοντας δεξιά, το στρώμα χωρίς σεντόνι. Το στρώμα με λεκέδες, ίσως αίματα. Πίσω από την πόρτα πολλές κουρελιασμένες γραβάτες, κρεμασμένες. Στο βάθος απέναντι ένας μικρός νιπτήρας. Αριστερά μια πόρτα, απόπου περνούσες σ΄ ένα μεγάλο χώρο. Όμως όλοι οι τοίχοι σκεπασμένοι με βιβλιοθήκες, φορτωμένες βιβλία. Ήταν τόσο πολλά τα βιβλία, ώστε υπήρχαν και βιβλιοθήκες κάθετες προς το χώρο των δωματίων, σαν χωρίσματα στη μέση. Τα βιβλία ήταν εκλεκτά και ακριβά, σε γαλλική κυρίως γλώσσα. Μυθιστορήματα, ποιήματα, μελέτες, βαριές καλλιτεχνικές εκδόσεις. Και ήταν διαβασμένα βιβλία, χρησιμοποιημένα βιβλία – ζεστά. Γεμάτα σκόνη, βέβαια. «Μια βδομάδα κουβαλούσαν οι κληρονόμοι τη βιβλιοθήκη του. Είχε αγανακτήσει η γειτονιά». Ο κύριος Ναπολέων! «Κανείς δεν ξέρει την τύχη της βιβλιοθήκης του». Είναι εφτάψυχα τα βιβλία, εμείς να δούμε τι θα απογίνουμε. «Όλοι οι παλιοί εξέλιπαν πια, μόνο εγώ απόμεινα». Ο κύριος Κώστας! Καμιά μέρα θα γκρεμίσουν και το σπίτι ή θα το κάψουν. Κανείς δεν άκουσε την πιστολιά! Ούτε πρόκειται ν΄ ακούσει.

Πικρή αλλά γνωστή πια η μοίρα του γείτονά μου Λαπαθιώτη. Η μοίρα του γείτονά του όμως άγνωστη. Ο κύριος Γιώργος!

Περιοδικό «η λέξη», τεύχος 33, Μάρτιος – Απρίλιος 1984, σ. 204-216.

 

Όπως βλέπετε, ο Ιωάννου για να γράψει το κείμενό του έκανε επιτόπια πρωτογενή έρευνα, συλλέγοντας μαρτυρίες πολύτιμες αν και όχι αναγκαστικά αξιόπιστες. Να σημειώσω (και καλώ τους συν-λαπαθιωτιστές να με διορθώσουν αν κάνω λάθος) πως δεν έχω υπόψη μου άλλη πηγή να αναφέρει φιλία, στενή κιόλας, ανάμεσα στον Λαπαθιώτη και στον Καρυωτάκη. Βέβαια, ο Λαπαθιώτης έχει γράψει μια παρωδία a la maniere de Καρυωτάκη, το 1938. Ενδεικτικό επίσης είναι ότι αφιέρωσε ένα πεισιθάνατο πεζοτράγουδό του «Στη γοητεία της σκιάς του Κώστα Καρυωτάκη» (ένα απόσπασμα εδώ), αλλά από αυτά δεν τεκμαίρεται προσωπική σχέση.

Posted in Επετειακά, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , , , , | 176 Σχόλια »

Δυο λόγια για την Αρλέτα

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2017

Η θλιβερή είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή χτες το απόγευμα και παρόλο που ήδη τη μνημονεύσαμε στα σχόλια του χτεσινού άρθρου, βρίσκω πως της αξίζει να της αφιερώσουμε ειδικό άρθρο -αν μη τι άλλο σημάδεψε τα νιάτα μας.

Μιλάω βέβαια για την Αρλέτα, που έφυγε από τη ζωή χτες. Την Αρλέτα της ανεξάντλητης τρυφερότητας, το κορίτσι με την κιθάρα που καλύτερα από κάθε άλλον ενσάρκωσε το νέο κύμα και που συνέχισε να εκπροσωπεί τον κόσμο των μπουάτ μέχρι πολύ πρόσφατα.

Η Αρλέτα γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα όπου έζησε διαρκώς, ανάμεσα σε Εξάρχεια και Κυψέλη (στο δίπατο σπίτι της στην οδό Δεληγιάννη έμεινε ο Γιώργος Ιωάννου οταν κατέβηκε στην Αθήνα). Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και ποτέ δεν άφησε εντελώς τη ζωγραφική. Ωστόσο, όπως διηγείται η ίδια, όταν ήταν πρωτοετής την άκουσε να τραγουδάει σε μια εκδρομή ο Γιώργος Παπαστεφάνου και την πήγε στον Πατσιφά, που τότε ξεκινούσε στη ΛΥΡΑ και καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να προσελκύσει καθιερωμένους καλλιτέχνες αναζητούσε νέες φωνές και με πρωτοστάτη τον Γιάννη Σπανό προωθούσε το κίνημα που έμεινε γνωστό ως «νέο κύμα».

Ακριβώς σε μουσική Γιαννη Σπανού και στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου ήταν το πρώτο τραγούδι που έκανε γνωστή την Αρλέτα, το Μια φορά θυμάμαι

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Εις μνήμην, Ονόματα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 186 Σχόλια »

Η πρέκνα και τα λεξικά μας

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2017

Καθώς είμαι ακόμα σε ταξίδι, ανεβάζω σήμερα ένα παλιό άρθρο, ελπίζοντας πως οι περισσότεροι δεν θα το ξέρετε ή δεν θα το θυμάστε. Ελπίδα βάσιμη, διότι η πρώτη δημοσίευσή του  έγινε όταν το ιστολόγιο όχι απλώς δεν είχε σαραντίσει, αλλά μόλις έκλεινε 10 μέρες ζωής. Και για να μην παραπονιούντι οι παλιοί θαμώνες, σε τούτην την επανάληψη έχω προσθέσει μερικά πράγματα.

Για τα λεξικά μας, η λέξη πρέκνα δεν υπάρχει. Δεν θα τη βρείτε ούτε στον Μπαμπινιώτη, ούτε στου Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, ούτε στο Μέγα του Παπύρου, ούτε στον τρίτομο Σταματάκο, ούτε καν στον 15τομο Δημητράκο.  Αν είναι δικαιολογημένη αυτή η  παράλειψη ή όχι, θα το πούμε μετά.

Τι είναι όμως πρέκνα; Τη λέξη την ξαναβρήκα σε ένα διήγημα του Ιωάννου, Εν ταις ημέραις εκείναις, που ανέβασα τις προάλλες, που μιλάει για τον αφανισμό των Εβραίων:

Ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι με πρέκνες στο πρόσωπο δεκατέσσερα με δεκαπέντε χρονώ,

Εδώ η οφθαλμοφανής σημασία είναι φακίδες, αλλά η λέξη περισσότερο χρησιμοποιείται για στίγματα, όπως αυτά της ηλικίας. Στη συζήτηση που έγινε στο φόρουμ Λεξιλογία, μια φίλη πρόσφερε το εξής άριστο παράδειγμα χρήσης, που το άκουσε από μια φίλη της Πολίτισσα:  «Άσε, μεγαλώνοντας γέμισα πρέκνες, εγώ που ποτέ δεν ήμουν πρεκνιάρα». Και συμπληρώνει, η φίλη, «Την πρώτη φορά που μας το είπε την κοιτάγαμε καλά-καλά, τώρα το λέμε κι εμείς».

Πρέκνες έχει και η ρόγα του σταφυλιού και μάλιστα υπάρχει και ποικιλία σταφυλιού, της περιοχής της Νάουσας, που λέγεται πρεκνάδι, ή πρικνάδι ή πρεκνιάρικο ή πρέκνα. Λέγεται έτσι επειδή έχει «ρώγες χρώματος κιτρινόξανθου με μικρά μαύρα στίγματα». Φίλος οινόφιλος λέει πως το συγκεκριμένο κρασί είναι από τις πιο εύγευστες ελληνικές ποικιλίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Το «Βουγγάρι» (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2017

Διαλεξα για σήμερα ένα μεγαλούτσικο διήγημα του αγαπημενου μου Γιώργου Ιωάννου, από τη συλλογή του «Η μόνη κληρονομιά» (1974). Βουγγάρι είναι λέξη παιδιόπλαστη για το φεγγάρι.

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιότερα στον παλιό μου ιστότοπο, αξίζει πιστεύω μια δεύτερη δημοσίευση.

Μια και εδώ λεξιλογούμε, σημειώνω δυο-τρεις λέξεις που ίσως είναι άγνωστες στους νότιολλαδίτες (τις δυο πρώτες θα τις ξέρουν οι περισσότεροι):

τσούσκες : οι κόκκινες καυτερές πιπερίτσες

τσιγέρι ή τζιέρι: το συκώτι.

μπαρδάκι: το σταμνάκι του νερού· αλλά και κύπελλο με χερούλι. Η λέξη (από τουρκ. bardak) δεν είναι υποκοριστικό, δεν υπάρχει «μπαρδί».

 

«Το Βουγγάρι»

Ώσπου να μάθουμε πως οι Γερμανοί είχαν κρεμάσει τον άντρα της, κατέφθασε η ίδια απ’ τη Φλώρινα με τη μικρή στην αγκαλιά και μες στα μαύρα. Γέμισε ξαφνικά το σπίτι θρήνους και σκληρές περιγραφές. Ήταν βλάχα κι έλεγε πολλά, χωρίς να παίρνει ανάσα, όπως μιλούν όλες οι ρουμανόβλαχες. Μας είπε γενικά κι ύστερα λεπτομέρειες πώς τον έπιασαν, πώς τον πέρασαν αμέσως στρατοδικείο και πώς τον κρέμασαν στο χώρο της μεγάλης στρατώνας την άλλη μέρα πρωί πρωί μαζί με άλλους δέκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Ο Ροβιόλης στην οδό Γραφημώνος και άλλα ραμόνια

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2017

Άρθρο για τα ραμόνια, δηλαδή τα παρακούσματα τραγουδιών, έχω βάλει και παλιότερα -τελευταία φορά πριν απο τριάμισι χρόνια. Νομίζω πως το διάστημα που μεσολάβησε είναι αρκετό ώστε κάποιοι παλαιότεροι να μην θυμούνται καλά το προηγούμενο άρθρο και κάποιοι νεότεροι φίλοι να μην έχουν προσθέσει δικά τους σχόλια. Το σημερινό ενσωματώνει τα καλύτερα παραδείγματα από τα προηγούμενα άρθρα μαζί με μερικά καινούργια -και βγήκε σε διάσταση έξτρα λαρτζ.

Ο τίτλος του σημειώματος περιέχει τουλάχιστον μιαν άγνωστη λέξη, χώρια τα δυο κύρια ονόματα. Τι να είναι τάχα το ραμόνι;

Το ραμόνι είναι λέξη παιδική, περίπου ιδιωτική, και στην προκειμένη περίπτωση δική μου. Μικρός, άκουγα τους γονείς μου να τραγουδούν Θεοδωράκη, τον Επιτάφιο, και να λένε:

Μα το καράβι βούλιαξε κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Ίσως επειδή δεν μου πήγαινε να συνδέσω την αρρενωπή φωνή του Μπιθικώτση με θηλυκό επίθετο (τώρα μόνη), το παράκουσα: πλανιέμαι το ραμόνι, κι έπλασα με το νου μου κάποιο μικρό ανυπεράσπιστο ζωάκι που περιπλανιέται στο βυθό του πελάγου. Και, «μπαμπά, τι είναι το ραμόνι;» οπότε έγινε μεγάλο γέλιο.

Τέτοια παρακούσματα είναι πολύ διαδεδομένα, ο καθένας έχει τα δικά του, άλλοτε από την παιδική ηλικία και άλλοτε ως ενήλικος. Αποφάσισα να τα λέω ραμόνια, όχι μόνο επειδή το ραμόνι είναι δικό μου, αλλά διότι το ραμόνι χτύπησε δυο φορές. Τι εννοώ; Πριν από μερικά χρόνια, συζητώντας με συνάδελφο που είναι καμιά δεκαριά χρόνια μικρότερος, βρήκα ότι κι εκείνος είχε, σαν παιδί, πλάσει το δικό του ραμόνι, κι εκείνος από τραγούδι του Μίκη, αλλά όχι από τον «Επιτάφιο», παρά από τα «Τραγούδια του αγώνα» -λογικό άλλωστε, αφού είναι μικρότερος δέκα χρόνια. Και στον Ωρωπό, εκεί που λέει: Κλαίει η μάνα τώρα μόνη, κλαιν τα δέντρα τα βουνά, ο φίλος μου συγκινιόταν για το καημένο το ραμόνι που το έκλαιγε η μάνα του. Ίσως επειδή είχε χαθεί και περιπλανιόταν στου πελάγου το βυθό!

Στην αγγλόφωνη ορολογία, τα ραμόνια ονομάζονται Mondegreen, όρος που τον έπλασε η Αμερικανίδα συγγραφέας Σίλβια Ράιτ, το 1954, επειδή όταν ήταν μικρή, παράκουσε τα λόγια μιας παραδοσιακής μπαλάντας, και στον τελευταίο στίχο αντί για

Ye Highlands and ye Lowlands,
Oh, where hae ye been?
They hae slain the Earl O’ Moray,
and laid him on the green

νόμιζε πως λέει: And Lady Mondegreen.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ευτράπελα, Επαναλήψεις, Λογολογία, Ραμόνια, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 466 Σχόλια »

Άσπρα μούρα, μαύρα μούρα

Posted by sarant στο 18 Απρίλιος, 2016

berriesΜπήκε η άνοιξη, πλησιάζει η βασιλική εποχή των φρούτων, ο Μάης δηλαδή και ο Ιούνης. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει όλα σχεδόν τα οπωρικά της εποχής, με μια εξαίρεση που θα την καλύψουμε σήμερα. Εννοώ μια οικογένεια μικρών καρπών που μερικά από αυτά τα γνωρίζει ο άνθρωπος από την αρχή του χρόνου, αλλά εξακολουθεί να τα καταναλώνει έτσι, άγρια, όπως και πριν από χιλιάδες χρόνια, όταν ήταν τροφοσυλλέκτης. Εννοώ τα «φρούτα του δάσους» όπως συλλογικά είναι γνωστά όταν δίνουν το άρωμά τους σε χυμούς και παγωτά. Μαζί τους θα εξετάσουμε όμως και τον μεγάλο αδελφό τους, τα μούρα, παρά τις μεγάλες διαφορές, γιατί ανήκει στην ίδια οικογένεια. Και αφού είναι μεγάλος αδελφός, στα μούρα αφιερώνουμε το μεγαλύτερο κομμάτι του άρθρου, αλλά και τον τίτλο. Να πω εδώ ότι το άρθρο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, αλλά εδώ έχω κάνει κάποιες αλλαγές και προσθήκες.

Όλα αυτά τα μικρούλια φρούτα στα αγγλικά λέγονται συλλογικά berries, διότι τα περισσότερα έχουν τη λέξη αυτή ως β’ συνθετικό: raspberry, blackberry, blueberry κτλ. Στα ελληνικά δεν ξέρω αν έχουμε στανταρισμένη απόδοση ή αν τα λέμε «μουροειδή». Βρίσκω στα λεξικά ότι το berry το λέμε μώρον, προσέχοντας να μην πέσει ο τόνος. Πάντως, από τα μούρα θα ξεκινήσουμε.

Το μούρο είναι ο καρπός της μουριάς· η μουριά είναι δέντρο που μπορεί να φτάσει σε μεγάλο ύψος και που ζει πολύ. Υπάρχει η κόκκινη μουριά, η άσπρη και η μαύρη, που δίνουν καρπούς του αντίστοιχου χρώματος. Η άσπρη και η μαύρη μουριά, όμως, έπαιζαν τα παλιότερα χρόνια πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία, όχι για τους καρπούς τους αλλά για τα φύλλα τους. Φυσικά, τα φύλλα δεν τρώγονται από τον άνθρωπο, είναι όμως έξοχη τροφή για τον μεταξοσκώληκα και η παραγωγή του μεταξιού ήταν κεντρική οικονομική δραστηριότητα επί αιώνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 192 Σχόλια »

Φώναξε τα παιδιά (εις μνήμην Σάββα Παύλου)

Posted by sarant στο 10 Απρίλιος, 2016

savpavΤο ιστολόγιο θέλει σήμερα να τιμήσει τη μνήμη του Σάββα Παύλου (1951-2016), που πέθανε την Τρίτη που μας πέρασε στη Λευκωσία, νικημένος από τον καρκίνο στα 65 του χρόνια. Ο Σάββας Παύλου ήταν φιλόλογος, γεννημένος στη Λευκωσία, με καταγωγή από την Κοκκινοτριμιθιά, όπου και κηδεύτηκε, γι’ αυτό και ένα του ψευδώνυμο ήταν Ερυθροτερμινθεύς. Ήταν μελετητής του Σεφέρη, έγραψε διηγήματα και ποιήματα, μελέτες και δοκίμια, επιφυλλίδες και φιλολογικά σημειώματα -βιογραφικά και εργογραφικά του στοιχεία βρίσκετε εδώ.

Δεν έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά -η Κύπρος κείται μακράν- αλλά είχαμε ηλεκτρονική γνωριμία, μια και ήταν ένας από τους εκδότες του καλού φιλολογικού περιοδικού Μικροφιλολογικά που εκδίδεται δυο φορές το χρόνο στην Λευκωσία, με το οποίο συνεργάζομαι.

Eίχαμε ανταλλάξει κάποια βιβλία, και ένα παλιότερο (σχεδόν προ πενταετίας!) άρθρο του ιστολογίου πήρε αφορμή από δικό του κείμενο. Σε πολλά δεν συμφωνούσαμε, πολιτικά ας πούμε, αλλά υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Πριν από 3-4 χρόνια, μού έστειλε ένα κείμενό του για ένα θέμα φιλολογικό-λαογραφικό, που, κατά σύμπτωση, το ερευνούσα κι εγώ και μου ζητούσε τη γνώμη μου. Του έστειλα κάποια στοιχεία που είχα βρει, και του πρότεινα να φτιάξουμε ένα άρθρο μαζί. Όχι, μου λέει, φτιάξε το εσύ, τα πιο πολλά εσύ τα βρήκες. Με τούτα και με κείνα, το αμέλησα (αν και δεν το ξέχασα) -και τώρα το χρωστάω. Θα φροντίσω να ξοφλήσω αυτό το χρέος.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα, «Φώναξε τα παιδιά», είναι παρμένο από την τελευταία του συλλογή διηγημάτων που έχει τον ίδιο τίτλο και κυκλοφόρησε πέρυσι. Το βιβλίο το είχα αγοράσει πριν από δυο τρεις μήνες από το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο και μάλιστα λογάριαζα μια απο αυτές τις Κυριακές να παρουσιάσω ένα άλλο διήγημά του, που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, παιχνιδιάρικο, τα «Επικίνδυνα υποκοριστικά». Ωστόσο, θα το αφήσω για μιαν άλλη φορά, διότι είναι αταίριαστο για αποχαιρετιστήριο, ενώ τούτο εδώ ταιριάζει απόλυτα -θα έλεγε κανείς πως είναι γραμμένο με αυτό τον σκοπό κατά νου.

Είναι γραμμένο επίσης, όπως μας λέει ο υπότιτλος, «με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου», αφηγείται δηλαδή ιστορίες από τη ζωή του με χαλαρό αλλά υπαρκτόν ειρμό -αγαπημένος αφηγηματικός τρόπος, έχω γράψει κι εγώ έτσι.

Να πούμε ακόμα πως ο τίτλος, όπως εξηγεί άλλωστε και ο Σάββας, είναι παρμένος από στίχο του Σεφέρη:

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Όλο το ποίημα, εδώ.

Ας αποχαιρετήσουμε τον Σάββα Παύλου.

 

Φώναξε τα παιδιά

                                                         Με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου

Μ’ αρέσει η νεκρώσιμος ακολουθία της ορθοδόξου ημών εκ­κλησίας. Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι όταν θάβουν τους δικούς τους, οι καθολικοί να πούμε, αν όμως λένε κάτι διαφορετικό, είμαι έτοιμος να ομόσω εναντίον του παπισμού ξανά, γιατί αυτά είναι σοβαρά πράματα. Και να δείτε τότε που θ’ ανασύ­ρω και το θέμα του «φιλιόκβε» αλλά και τόσα άλλα. Είναι και που δεν μ’ αρέσουν αυτές οι νερουλιασμένες μουσικές από εκ­κλησιαστικό όργανο, που είδα στις κηδείες των καθολικών. Στο σινεμά, εννοείται, γιατί εγώ δεν πατώ στις εκκλησίες τους. Kι ας λένε μερικοί φίλοι ότι πήγαν, είδαν κι άκουσαν, και δήθεν ότι. Έχουν κάτι το σιροπιαστό αυτές οι μουσικές τους, εμάς είναι μόνο φωνή, ψαλμωδία καίρια. Κι ύστερα, τόσοι θάφτηκαν γρήγορα-γρήγορα στους πολέμους ή στα πέλαγα σε καραβόπανο τυλιγμένοι, σε νησιά ναυαγών και σ’ ερημιές, κυνηγημένοι φυγάδες και ληστές. Όταν τους θάβουν οι δικοί μας, σκέφτομαι ότι και σ’ αυτές τις έκτακτες καταστάσεις θα λυτρώνονται, γιατί έκαναν αυτό που έπρεπε, τρεις ψαλμωδίες και στο χώμα, οι άλλοι θα νιώθουν σίγουρα λειψά, θα σκέφτονται που’ναι το όργανο να παίξει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Κύπρος | Με ετικέτα: , , , | 100 Σχόλια »

Ο τοίχος με τα κάγκελα (Γ. Ιωάννου)

Posted by sarant στο 16 Νοέμβριος, 2014

Καθώς έχουμε αύριο την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ανεβάζω σήμερα ένα απόσπασμα από το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο τοίχος με τα κάγκελα», γραμμένο το 1976. Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία». Απ’ όσο έψαξα, δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο. Ο πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), από τους αγαπημένους μου, ήταν φιλόλογος.

Να θυμίσω ότι ποιήματα και πεζά για το Πολυτεχνείο έχω στον παλιό μου ιστότοπο, πολλά απ’ αυτά παρμένα επίσης από την ανθολογία του Γκρη. Ένα από αυτά, το δικό μου διήγημα «Το Νοέμβρη, λοιπόν«, το παρουσίασα στο ιστολόγιο πέρυσι. Συζήτηση για το Πολυτεχνείο τότε και τώρα είχαμε κάνει στο ιστολόγιο πρόπερσι. Παλιότερα είχα παρουσιάσει τη συλλογή ποιημάτων του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέβρη.

Μεταφέρω διατηρώντας την ορθογραφία.

Ο τοίχος με τα κάγκελα

Κι ο κόσμος να σου φέρνει να φας το μεσημέρι —κοφίνια ολόκληρα— πράγμα που εσύ το είχες ξεχάσει, γιατί είσαι παιδί και βράζει το αίμα σου, να σου φέρνει να πιεις, να φορέσεις, κι οι μεγάλοι που εσύ τους θεωρούσες αυστηρούς κριτές —και ήταν, βέβαια— για κείνα τα μαλλιά, τα γένια, τα ρούχα και τους εκνευριστικούς ίσως τρόπους σου, να στήνονται βουρκω­μένοι στα απέναντι πεζοδρόμια, και να μην εννοούν να το κουνήσουν, μολονότι αυτοί σαν ξεσκολισμένοι διακρίνουνε καθαρότερα από σένα την έρπουσα απειλή, τις φυσιογνωμίες που έχουν συρρεύσει, τις μυστικές κινήσεις και τα βλέμματα. Όπως στη Νομική όπου είχαν ξαγρυπνήσει οι γονείς όλη τη νύχτα, ζαρωμένοι μες στην ψύχρα στις γωνιές των δρόμων, κι άλλοι γύρω απ’ το εκκλησάκι του παλιού νοσοκομείου, που έχει στεγάσει πολλή δυστυχία κατά καιρούς, κρατώντας αναμμένα κεριά, για να τους βλέπουν αποπάνω τα παιδιά και να παίρνουν κουράγιο, και τα κεριά να τα σβήνει πότε ο αέρας και πότε «οι αντιφρονούντες» —τι όρος κι αυτός, Θεέ μου!— αλλά κι οι ταξιτζήδες να ’χουν αφήσει τα αγώγια και να ’χουν κάνει μια αλυσίδα αδιάσπαστη με τις πλαφονιέρες και τα μεγάλα φώτα αναμμένα και να γυρίζουν γύρω γύρω, Ακαδημίας – Σίνα – Σόλωνος – Ιπποκράτους και πάλι απ’ την αρχή, ώσπου να φέξει. Δεν είναι εύκολο να παίζεις το ψωμί σου σε τόσο ευνόητα δρομολόγια.

Και να ’ναι πάλι απόγευμα, και μάλιστα κατάλληλο για βολτίτσα, μα εσύ να φωνάζεις πάντα πάνω στα κάγκελα, υψώνοντας τολμηρά πανώ και σημαίες σ’ όλες τις επάλξεις, της Πατησίων, αλλά και της Στουρνάρα, της Μπουμπουλίνας και της Τοσίτσα. Και μέσα στα πολύπλοκα κτίρια, τα νεοκλασικά και τ’ άλλα, που τώρα κρύβονται απ’ το κορμί σου, και αύριο, τον άλλο Νοέμβρη, δεν θα φαίνονται απ’ τα λουλούδια, εσύ να μοιράζεις σοφά τις δουλειές, να ετοιμάζεις συσσίτιο, να τακτοποιείς τον ύπνο, τις βάρδιες, τις συνελεύσεις, τη μουσική, μα και το νοσοκομείο για τους πληγωμένους, που με μαθηματική ακρίβεια προβλέπεις. Και να ετοιμάζεις ραδιοφωνικό σταθμό, το μέγα αναπάντεχο όπλο σου και δίδαγμά σου,τυλίγοντας μας ξαφνικά μέσα στους χίλιους κύκλους σου, εσύ που σε είχανε για ανέμελο, για παιδί ακόμα, που δεν πιάνουν τα χέρια του ή και για χίππυ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 88 Σχόλια »

Μια καινούργια και ύποπτη λέξη

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2014

Το ιστολόγιό μας ζει από τις λέξεις και για τις λέξεις, όσο κι αν συχνά ξεστρατίζει σε άλλα μονοπάτια, οπότε δύσκολα θα μπορούσε ν’ αφήσει ασχολίαστες τις δηλώσεις του μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου, στις οποίες γίνεται αναφορά σε μια «καινούργια και ύποπτη λέξη».

Η καινούργια και ύποπτη αυτή λέξη, είναι η ομοφοβία. Συγκεκριμένα, ο άγιος Μεσογαίας δήλωσε ότι: «το πρόβλημα είναι ότι, ενώ στην επικεφαλίδα [το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο] μιλάει και για ξενοφοβία, κάπου μέσα του είναι κρυμμένη και μια άλλη καινούργια και ύποπτη λέξη, η «ομοφοβία»».

Είχα την εντύπωση ότι όσα θα πω παρακάτω, εννοώ τα θέματα ορολογίας και λεξικογραφίας, τα έχουμε συζητήσει ξανά στο ιστολόγιο, αλλά μια αναζήτηση στο γκουγκλ μού έδειξε πως μάλλον λάθος έκανα, κι έτσι προέκυψε το σημερινό άρθρο.

Θα συμφωνήσω με τον άγιο Μεσογαίας ότι η λέξη «ομοφοβία» είναι σχετικά καινούργια. Σύμφωνα με το etymonline.com, η αντίστοιχη αγγλική λέξη που είναι πρότυπό της, η homophobia, δεν έχει ούτε μισόν αιώνα ζωής, αφού καταγράφεται πρώτη φορά το 1969. Όσο για την ελληνική ομοφοβία, μια πρόχειρη έρευνα που έκανα εντοπίζει τις πρώτες της ανευρέσεις γύρω στο 2004. Μάλιστα, στην παλιότερη εμφάνιση που βρήκα, στο περιοδικό ΑΝΤΙ (2004), δίνεται μαζί σε παρένθεση και ο αγγλικός όρος, σημάδι πως επρόκειτο για νεολογισμό.

Δέκα χρόνια ή και πενήντα δεν είναι τίποτα για ένα τόσο αργοκίνητο πράγμα όπως η γλώσσα: γλωσσολογικά μιλώντας, η ομοφοβία είναι καινούργια λέξη, παρά το γεγονός ότι το φαινόμενο που περιγράφει, δηλαδή ο παθολογικός φόβος, η αποστροφή, το μίσος και οι διακρίσεις κατά των ομοφυλοφίλων είναι πανάρχαιο. Αλλά βέβαια, 0 Χίτλερ δεν χρειαζόταν ειδική ορολογία για να στείλει τους ομοφυλόφιλους σε στρατόπεδα φορώντας τους το ροζ τρίγωνο.

Δεν έχω πρόχειρη την τελευταία έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη για να δω αν περιλαμβάνει τον όρο «ομοφοβία» (και «ομοφοβικός»). Στη δεύτερη έκδοση, τη μόνη που έχω μαζί μου εδώ, δεν λημματογραφείται ο όρος, αλλά αυτό δεν λέει και πολλά αφού αυτή εκδόθηκε το 2005. (Προσθήκη: Η τέταρτη έκδοση (2012), με ενημερώνουν, λημματογραφεί: ομοφοβία, ομοφοβικός, ομοφοβικά).

Στα ελληνικά, η λέξη «ομοφοβία», που όπως είπαμε έχει μπει στη γλώσσα μας τα τελευταία δέκα χρόνια, συνάντησε (και ίσως ακόμα συναντάει) κάποιαν αντίσταση ωσότου γίνει αποδεκτή, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις νεολογισμών, ιδίως όταν υπάρχουν εναλλακτικές προτάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά, Ληξιαρχεία λέξεων, Νεολογισμοί, Ορολογία | Με ετικέτα: , , , , | 436 Σχόλια »

47 χρόνια μετά: Salonica mi fé, disfecemi Atena

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2014

Σήμερα δεν είναι μόνο αργία, Δευτέρα του Πάσχα, είναι και σημαδιακή μέρα, αφού κλείνουν 47 χρόνια από την κήρυξη της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Πριν από τρία και πριν από πέντε χρόνια είχα ανεβάσει ένα άρθρο με αναμνήσεις από τη μέρα εκείνη (δικές μου και άλλων ιντερνετικών φίλων) και σας είχα καλέσει να προσθέσετε τις δικές σας, ενώ πέρυσι, αν και όχι ακριβώς τη μέρα της επετείου, είχα ανεβάσει το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο Πρόεδρος Ταμέλης«. Για σήμερα, που είναι μέρα χαμηλής ιστολογικής κίνησης και γενικότερης ραστώνης, σκέφτηκα να ανεβάσω ένα χρονικό που δημοσιεύτηκε προχτές στις Αναγνώσεις της πασχαλινής Αυγής. Το υπογράφει ο συγγραφέας Αλέξης Ζήρας, που περιστασιακά σχολιάζει και στο ιστολόγιό μας.

Ο τίτλος του χρονικού (Η Σαλονίκη μ’ έκανε, η Αθήνα με ξέκανε) παραπέμπει σ’ έναν διάσημο στίχο από το Καθαρτήριο του Δάντη (Siena mi fé, disfecemi Maremma), που τον παραθέτει και στα Είδωλα ο Ροΐδης σαν παράδειγμα της δύναμης της δημοτικής, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατό να αποδοθεί ο διάσημος στίχος με άλλο ρήμα από το ξεκάμνω). Κατά σύμπτωση, ο Ζήρας αναφέρεται και στο διήγημα «Ο Πρόεδρος Ταμέλης» του Ιωάννου.

 

21 Απριλίου 1967: Salonica mi fé, disfece mi Atena – του Αλέξη Ζήρα

Έχοντας ολοκληρώσει με χίλια βάσανα τη στρατιωτική μου θητεία, μόλις δυο μήνες πριν από τον Απρίλιο του ’67, υπηρετώντας πρόσθετα και ποινές, πήρα την απόφαση να έρθω και πάλι στη Θεσσαλονίκη και να ξαναπιάσω την κομμένη από το ’65 γραμμή των σπουδών μου. Δεν φανταζόμουν όμως ότι θα έπεφτα στην πιο ακατάλληλη εποχή για κάτι τέτοιο! Όσοι έζησαν τη βαθμιαία κλιμάκωση της έντασης που υπήρχε στη δημόσια ζωή από τις εκλογές του 1963 και έπειτα, εκείνοι μόνο καταλαβαίνουν τι περίπου εννοώ. Οι ιστορικές αναπαραστάσεις, οι γραπτές μαρτυρίες, τα μυθιστορήματα (ιδίως αυτά) δεν μπορούν να αποδώσουν ούτε στο ελάχιστο την έκρυθμη κατάσταση που σιγά σιγά ανέβαζε το πολιτικό θερμόμετρο και σχημάτιζε στην καθημερινότητα των μεγάλων πόλεων της χώρας, ιδιαίτερα εκείνων που φιλοξενούσαν φοιτητικές κοινότητες, το μόνιμο συναίσθημα μιας επικείμενης ρήξης. Αλλά και μιας απροσδιόριστης διακινδύνευσης. Αρχές Φεβρουαρίου του ’67 που βρέθηκα και πάλι στην πόλη, έτσι όπως ένιωθα σαν κρατούμενος που μόλις βγήκε από το δεσμωτήριο και χαιρόταν την ελευθερία του, είναι αλήθεια ότι αφέθηκα να με σπρώξουν χωρίς πολλές πολλές αντιστάσεις οι ίδιες οι συνθήκες στην εδώ και μήνες αναστατωμένη ζωή του Πανεπιστημίου. Όσο πλησίαζαν οι εκλογές του ’67 τόσο και αγρίευαν τα πράγματα˙ καθημερινές συγκεντρώσεις και σχεδόν καθημερινό ξύλο με τους χωροφύλακες στην ακόμα αδιαμόρφωτη Πλατεία του Χημείου, κυνηγητό στις γύρω Σχολές αλλά και μέσα στα αμφιθέατρα, καθώς ούτε άσυλο υπήρχε πια ούτε τίποτε μετά την απόφαση της πρυτανείας Χρήστου. Θυμάμαι, σε μια από αυτές που την είχαμε σχεδιάσει αποβραδίς με ιδιαίτερη προσοχή, έτσι ώστε άλλοτε να μαζευόμαστε σε κάποιο σημείο και άλλοτε σε κάποιο άλλο, καθυστέρησα πολύ να ακολουθήσω τους υπόλοιπους και όταν τους ξαναβρήκα είχαν ήδη κλειστεί όλοι τους στη Φυσικομαθηματική, αφήνοντάς με απ’ έξω. Μ’ έπιασε πανικός! Δεν ήξερα τι να κάνω! Και καθώς γύρισα το κεφάλι μου προς τα κάτω, προς τη μεριά του Συντριβανιού, είδα με δέος να έρχονται τρέχοντας προς τα εκεί όπου στεκόμουν, βγαίνοντας από το κτήριο της Παλιάς Φιλοσοφικής, κάμποσους ένστολους χωροφύλακες και μερικούς με τα πολιτικά, κρατώντας «σε θέση μάχης» τους εκτοξευτήρες των δακρυγόνων.
Ήμουν σε μια όντως κωμικοτραγική κατάσταση, «μεταξύ δύο πυρών». Είχαν πια αρχίσει να γίνονται οι πρώτες ρίψεις όταν βγήκε από μια πλαϊνή πόρτα ένας φοιτητής, φωνάζοντάς μου δυνατά για να ακουστεί πάνω από τη φασαρία: «Από ’δω συνάδελφε, φύγε απ’ εκεί, θα σε σκοτώσουν!» Πρόλαβα με την ψυχή στο στόμα και τρύπωσα μέσα, ενώ για λίγο, όσο είμαστε κλεισμένοι εκεί, είχα την παράδοξη για τη στιγμή εκείνη αίσθηση -για να μην πω την ψευδαίσθηση- ότι όλο το κτήριο βυθιζόταν σαν πλοίο μέσα στο θολό προπέτασμα των καπνογόνων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δικτατορία 1967-74, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 69 Σχόλια »

Πέντε λάθη, πάντα λάθη

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2013

Ο τίτλος του άρθρου παραλλάζει τη φράση «Όχι λάθη, πάντα λάθη» που τη χρησιμοποιεί ο Αργύρης Μπακιρτζής στον τίτλο ενός δίσκου του, αλλά το άρθρο δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τους Χειμερινούς Κολυμβητές ούτε άλλωστε με την επικαιρότητα (τώρα τελευταία το αποφεύγω αυτό) -λογαριάζω απλώς ν΄αναφερθώ σύντομα σε πέντε βιβλία που διάβασα ή ξαναδιάβασα στις διακοπές μου, που τελειώνουν όπου να ‘ναι, και που έχουν διάφορα λάθη (τα βιβλία, όχι οι διακοπές μου), λάθη που ίσως έχουν κάποιο ενδιαφέρον. Δεδομένου μάλιστα ότι τα βιβλία αυτά είναι παλιά, το άρθρο ούτε σαν διαφήμιση ούτε σαν αντιδιαφήμιση μπορεί να λειτουργήσει.

Συμφωνώ βέβαια πως τα λάθη σε βιβλία είναι αναπόφευκτα και δυσεξάλειπτα, κι έχει καεί η γούνα μου κι εμένα, με αποκορύφωμα το τελευταίο μου βιβλίο όπου στον πρόλογο, από κάποια μαγικήν επέμβαση του Δαίμονα (ένας είναι ο δαίμονας!) το δίχως άλλο, η λέξη «ηλεμήνυμα» που την πλασάρω με αρκετήν επιμονή, έγινε «τηλεμήνυμα» αφήνοντάς με να ελπίζω στην ανατύπωση. Όμως εδώ δεν θα εστιαστώ τόσο πολύ σε απλά τυπογραφικά λάθη.

Για παράδειγμα, στο βιβλίο «Επίγραμμα θανάτου» του Τζίμμυ Κορίνη, δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα τυπογραφικά λάθη, υπάρχει όμως ένα τεράστιο πραγματολογικό λάθος που δεν μπορούμε να τ’ αγνοήσουμε. Το βιβλίο είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, που το είχε μοιράσει πριν από δυο-τρία χρόνια το Βήμα, και κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν είναι και πολύ καλό έτσι κι αλλιώς, αν και πρέπει να πω ότι η χορταστική εισαγωγή του Κορίνη, στην οποία περιγράφει πώς μπλέχτηκε με τη Μάσκα και τα άλλα «περιοδικά μυστηρίου» αξίζει για δέκα αστυνομικά μυθιστορήματα. Στο μυθιστόρημα, μια ηλικιωμένη Αγγλίδα βρίσκεται δολοφονημένη στον αρχαιολογικό χώρο του Θησείου και είναι σαφές πως ο θάνατός της έχει κάποια σχέση με μια μαρμάρινη πλάκα στην οποία βρίσκεται χαραγμένο ένα επίγραμμα. Τελικά αποκαλύπτεται ότι… αλλά δεν είναι πολύ σωστό να αποκαλύψω το κλειδί του μυστηρίου, θα πω όμως ότι κάτω από την πλάκα κρυβόταν ένα στρατιωτικό σακκίδιο γεμάτο θησαυρούς, που το είχε κρύψει εκεί κάποιος κατά τη διάρκεια…. των μεγάλων μαχών που έγιναν στο Θησείο τον Νοέμβρη του 1944!! Μάχες στην Αθήνα τον Νοέμβρη του 1944; Ανάμεσα σε ποιους; Μα «φυσικά», ανάμεσα σε Γερμανούς και Άγγλους!! Κι ας είχαν φύγει οι Γερμανοί από την Αθήνα ένα μήνα νωρίτερα, τον Οκτώβριο, κι ας έγιναν πράγματι μάχες ένα μήνα μέσα στην Αθήνα, αλλά τον Δεκέμβριο ανάμεσα στους Εγγλέζους και στο ΕΑΜ.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 76 Σχόλια »

Το πουλί που ήρθε απ’ αλλού

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2013

dinde_225x180Το σημερινό άρθρο το τριγυρίζω εδώ και καιρό, παρόλο που το έχω υποσχεθεί, κι όλο βρίσκω προσχήματα για να μην το γράψω, όπως ας πούμε ότι θα ταίριαζε περισσότερο να το βάλω τα Χριστούγεννα, αλλά τελικά σήμερα φαίνεται πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, παρόλο που πάλι βρήκα μια δικαιολογία για αναβολή αλλά την προσπέρασα αγέρωχα, κι έτσι σήμερα θα μιλήσουμε για το πουλί που ήρθε απ’ αλλού. Ποιο είναι αυτό το πουλί, το βλέπετε αριστερά στην εικόνα, είναι η γαλοπούλα.

Η γαλοπούλα βέβαια, όπως ξέρουμε, ήρθε όχι γενικώς απ’ αλλού, αλλά ειδικώς από τη Βόρεια Αμερική, αλλά την αποκαλώ έτσι επειδή στις διάφορες γλώσσες έχει πάρει ονόματα που δείχνουν ότι ήρθε από κάποιο ξένο μέρος, συνήθως αλλά όχι πάντα μακρινό κι εξωτικό, ότι αυτό το πουλί δηλαδή είναι ξένο. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συναντήσει ένα παρόμοιο φαινόμενο ονομασίας, με το φραγκόσυκο, που κι αυτό στις διάφορες γλώσσες ή διαλέκτους έχει ονόματα που υπονοούν πως έχει έρθει από μακριά, όπως μπορείτε να δείτε στο σχετικό άρθρο, που υπάρχει επίσης στο πρόσφατο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Λέμε γαλοπούλα, ή γάλος για τα σερνικά, ή γαλιά/γαλόπουλα, λέμε όμως και «διάνος» ή «ινδιάνος», λέμε και «κούρκος». Σπανιότερες διαλεκτικές ονομασίες είναι η βόρεια «μισίρκα» και ο κρητικός «κούβος», ενώ στη Μυτιλήνη (ίσως και τη Χιο) λένε «κάκνος» ή «κακνί». Σε κάποιο παλιό Λεξικογραφικό Δελτίο της Ακαδημίας υπάρχει άρθρο (ίσως του Κοντοσόπουλου) για τις διάφορες διαλεκτικές ονομασίες του πουλιού και την εξάπλωσή του, αλλά δυστυχώς τώρα δεν το έχω πρόχειρο -και αυτή άλλωστε θα ήταν η δικαιολογία μου αν ήθελα να αναβάλω και πάλι το άρθρο. Οπότε, θα αρκεστούμε σ’ αυτά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Ντοπιολαλιές, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 133 Σχόλια »

Ένας ξένος στο παγκάκι μου

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2013

Μπορεί να με γελάει η μνήμη μου, αλλά πάει πολύς καιρός από την προηγούμενη φορά που έγινε «σάλος» (για να χρησιμοποιήσω το νέο κλισέ) γύρω από δηλώσεις ενός ποιητή. Στο χρονογράφημά της στην Εφημερίδα των Συντακτών η γνωστή δημοσιογράφος Άννα Δαμιανίδη, κάτοικος Κυψέλης, επέκρινε την ποιήτρια και ακαδημαϊκό Κική Δημουλά, επίσης Κυψελιώτισσα, επειδή, ως ομιλήτρια σε μια εκδήλωση στη γειτονιά τους, μιλώντας για τα περασμένα μεγαλεία της συνοικίας σε αντιδιαστολή με την τωρινή της κατάσταση, είπε ότι «δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια».

Στα κοινωνικά μέσα η φράση με τα παγκάκια έδωσε λαβή για άφθονα σχόλια, τα περισσότερα αρνητικά. Στη συνέχεια, η εφημερίδα «Τα Νέα» δημοσίευσε το πλήρες απομαγνητοφωνημένο κείμενο της ομιλίας της Κικής Δημουλά, στο οποίο η επίμαχη φράση για τα παγκάκια δίνεται ως εξής: Πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν την ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος. Βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τους αγάπαμε τους ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι.

Ταυτόχρονα, η ποιήτρια έδωσε μια διευκρινιστική, ας πούμε, συνέντευξη στον ιστότοπο maga.gr, στην οποία δεν αναφέρεται μόνο στο περιστατικό, αλλά επεκτείνεται και στη ζήλια κάποιων ομοτέχνων της από τότε που έγινε μέλος της Ακαδημίας. Πολλοί συγγραφείς υπερασπίστηκαν την Κική Δημουλά στα κοινωνικά μέσα (κάποιοι βρίσκοντας ευκαιρία να επαναλάβουν για νιοστή φορά τις ψυχώσεις τους).

Δεν θα κατηγορήσω τη δημοσιογράφο που δεν μετέφερε με ακρίβεια τα λεγόμενα της ποιήτριας: σε έντυπο μέσο γράφει, και μάλιστα χρονογράφημα με ορισμένη έκταση, δεν μπορεί επομένως να παραθέσει κατά λέξη, και άλλωστε νομίζω ότι δεν είχε πρόσβαση σε κάποια μαγνητοφώνηση του κειμένου. Μια περίληψη έδωσε, που αδικεί ίσως την Κική Δημουλά επειδή περιέχει συμπυκνωμένες τις τοποθετήσεις της, αλλά δεν αποτελεί σκόπιμη διαστρέβλωση. Κυρίως λείπει από την περίληψη της Άννας Δαμιανίδη η μεγάλη αμηχανία που χαρακτηρίζει το πλήρες απομαγνητοφωνημένο κείμενο, όπου η ποιήτρια επανειλημμένα παλινωδεί, λέγοντας κάτι και μετά μετριάζοντάς το ή αναιρώντας το.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Επικαιρότητα, Μεταμπλόγκειν, Μετανάστες, Ξένοι | Με ετικέτα: , , , , , , | 252 Σχόλια »