Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιώργος Μπάτης’

Ο έρως και το έθνος, του Παντελή Μπουκάλα

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2022

Ένα από τα σημαντικά εκδοτικά και πνευματικά συμβάντα τα τελευταία χρόνια είναι η μνημειώδης (λέξη πολυχρησιμοποιημένη, αλλά εδώ απαραίτητη) σειρά δοκιμίων του φίλου Παντελή Μπουκάλα για το δημοτικό τραγούδι, που έχει αρχίσει να εκδίδεται από τις εκδόσεις Άγρα με τον γενικό τίτλο «Πιάνω γραφή και γράφω». Ο πρώτος τόμος, (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών) κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016 και τον ειχαμε παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο, όπως και τον δεύτερο τόμο που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2017  με τιτλο «Το αίμα της αγάπης – Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση». Ο τρίτος τόμος, «Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα – Το ταξίδι του φιλιού και ο έρωτας σαν υπερβολή» κυκλοφόρησε το 2019 και, ενώ είχα σκοπό να τον παρουσιάσω, την έπαθα σαν τον γάιδαρο του Μπουριντάν που δεν ήξερε τι να διαλέξει, κι έτσι τελικά δεν έγραψα τίποτα.

Για να μην την πάθω για δεύτερη φορά, αφιερώνω το σημερινό άρθρο στον τέταρτο τόμο της σειράς, που βγήκε στις αρχές του χρόνου με τίτλο Ο έρως και το έθνος. Οι φυλές, οι θρησκείες και η δημοτική ποίηση της αγάπης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον πρώτο ημίτομο του 4ου τόμου (Α’: Έλληνες, Βλάχοι, Μαύροι, Αρβανίτες, Τούρκοι). Θα ακολουθήσει, το πρώτο τρίμηνο του 2023, ο δεύτερος ημίτομος, που θα είναι αφιερωμένος στον έρωτα ανάμεσα σε άλλους συνδυασμούς φυλών και θρησκειών (Έλληνες και Ελληνίδες με Τσιγγάνους, Βούλγαρους, Εβραίους και Φράγκους). Το συνολικό έργο προβλέπει δέκα τόμους (που κάποιοι χωρίζονται σε ημίτομους), επομένως ακόμα δεν έχουμε φτάσει ούτε στα μισά.

Λέω για ημίτομο, αλλά μη σας παραπλανήσει: Μιλάμε για ένα βιβλίο 760 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις. Αλλά και όλοι οι τόμοι της σειράς, όσοι έχουν ως τώρα εκδοθεί, είχαν παρόμοια εντυπωσιακό μέγεθος.  Ο συντομότερος ήταν ο πρώτος, που είχε «μόνο» 600 σελίδες. Ο δεύτερος είχε 832, ο τρίτος 856 σελίδες.

Το βιβλίο του Μπουκάλα διαρθρώνεται σε 6 μέρη συν την εισαγωγή και το επίμετρο, που το καθένα χωρίζεται σε λίγα ή πολλά κεφάλαια. Το κάθε κεφάλαιο συνδέεται χαλαρά με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους.

Πολλά από αυτά τα ημιανεξάρτητα δοκίμια περιέχουν απολαυστικές παρεκβάσεις σε θέματα γλωσσικά ή λαογραφικά, που τα έχουμε θίξει και στο ιστολόγιο, όπως ας πούμε τα «ακληρήματα», τα πειραχτικά επίθετα που έχουν βγει για τους κατοίκους των διάφορων περιοχών (και το σχετικό μας άρθρο, που σηκώνει αναδημοσίευση) ή για τους βλάχους και τους Βλάχους (εδώ εκκρεμεί εδώ και χρόνια άρθρο).

Όπως είπαμε, στον παρόντα ημίτομο ο Μπουκάλας εξετάζει πώς θίγονται, από τη δημοτική ποίηση, οι σχέσεις Ελλήνων και Ελληνίδων με Βλάχους (μέρος «Εγώ είμ’ η Βλάχα η έμορφη»), Μαύρους/Σαρακηνούς (μέρος «Όσο καυχιόμουν κι ήλεγα Μαύρος μη με φιλήσει»), Αρβανίτες («Μωρ’ Αρβανιτοπούλα μου και κόρη μου γραμμένη») και Τούρκους («Τούρκος αγάπαγε μια Ρωμιοπούλα»). Εύλογα το τελευταίο μέρος είναι το εκτενέστερο αφού εκτείνεται σε περισσότερες από 320 σελίδες και απαρτίζεται από σχεδόν εξήντα κεφάλαια (ημιανεξάρτητα δοκίμια -ενδεικτικά τίτλοι κεφαλαίων: Το παιδομάζωμα κι ο Βιζυηνός, «Κάλλιο να δω το αίμα μου…», «Η Έλλη θέλει σκότωμα», Μεικτοί έρωτες το ’21, «Τον Κωνσταντίνο πιάσανε σε Τουρκοπούλας σπίτι», Κυρα-Φροσύνη, Βασιλική, Δέσπω Λιακατά, Οι κοτζαμπάσηδες σαν στόχος, Μάνα και κόρη, άρνηση και συναίνεση, Ένας άγιος δίβουλος και πλεονέκτης, «Φεγγαράκι μου λαμπρό»). Προτάσσεται το σχετικά σύντομο πρώτο κεφάλαιο, όπου εξετάζεται ο συγχρωτισμός των Ελλήνων με σύνοικους και περίοικους λαούς. Στο κεφάλαιο αυτό, κατ΄εξαίρεση, παρατίθενται κυρίως ιστορικά κείμενα ή επώνυμα ποιήματα, όχι δημοτική ποίηση.

Θα μπορούσα να διαλέξω κάποιο από αυτά τα κεφάλαια για να το παρουσιάσω εδώ, προτιμώ όμως να παραθέσω αποσπάσματα από το έκτο και καταληκτικό μέρος του βιβλίου, που επιγράφεται «Η φυσική αμεροληψία των δημοτικών τραγουδιών».  Ο λόγος στον Μπουκάλα:

Το δημοτικό τραγούδι αναπτύσσεται στη διάρκεια πολλών αιώνων και σε περιοχές όπου οι σχέσεις των Ελλήνων με τους σύνοικους και τους περίοικους λαούς δεν είναι πάντα οι ίδιες, αλλά υπόκεινται στις ιστορικές εξελίξεις. Ούτε και τα δημοτικά τραγούδια μένουν αναλλοίωτα με το πέρασμα του χρόνου. Είναι και αυτά τμήμα της ιστορίας και παρακολουθούν τις διακυμάνσεις της. 

Όπως έδειξε η μελέτη πάμπολλων παραλλαγών, που έχουν συνταχθεί σε κάθε ιδίωμα ή διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας και έχουν δημοσιευτεί σε δεκάδες συλλογές και ανθολογίες από τις αρχές του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 21ου, τα δημοτικά τραγούδια κατόρθωσαν να καλύψουν όλη την ποικιλία του ερωτικού βίου, με αμεροληψία και παρρησία. Ο λαϊκός ποιητής δεν αποκρύπτει σχέσεις που δεν συμφωνούν με τις κοινωνικές συμβάσεις ή με τις εθνικές και θρησκευτικές αξίες. Τιμά την Ελληνοπούλα που προτιμά τον θάνατο για να διατηρήσει την προσωπική και την εθνική της αξιοπρέπεια, τιμά όμως και κάθε άλλη γυναίκα, οποιασδήποτε εθνικότητας, που αρνείται σθεναρά τον βίαιο πόθο κάποιου αλλόφυλου. 

Επίσης το ελληνικό δημοτικό τραγούδι τολμά να εκφράσει με θάρρος αλλά και με απίστευτη οξύτητα τη δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού απέναντι στον κατεξοχήν άγιό του, τον άγιο Γεώργιο, που τον καταγγέλλει σαν πλεονέκτη και προδότη, όταν αφήνει αβοήθητη μια Ελληνοπούλα που καταδιώκεται από Σαρακηνό ή Τούρκο. 

Συμπερασματικά, το δημοτικό τραγούδι αποδεικνύεται ακριβοδίκαιο και θαρραλέο. Δεν επιχειρεί να καθοδηγήσει με ντολές και απαγορεύσεις τον βίο των ακροατών του, που είναι ταυτόχρονα και συνδημιουργοί του, αλλά αποτυπώνει την ιστορία της ερωτικής επιθυμίας απροκατάληπτα και χωρίς κανένα λογοκριτικό πνεύμα. ….

Και συνεχίζει παραθέτοντας τραγούδια, ερωτικά και άλλα, που παινεύουν ή εκθέτουν τις ροπές, τις προτιμήσεις και τα αξιοζήλευτα στοιχεία και αντικείμενα διάφορων φυλών και θρησκειών, όπως το κρητικό:

Χαίρετ’ ο Τούρκος στ’ άλογο κι ο Φράγκος στο καράβι
κι ο Χριστιανός στην εκκλησιά κι ο Εβραίος στο λογάδι,
χαίρεται κι ένας νιος καλός μ’ απάρθενο κοράσιο,
να στέκει να τονε κερνά, να τον φιλεί στ’ αχείλι.

Αυτό είναι από τη συλλογή του Κριάρη (1920) και ο Μπουκάλας σε υποσημείωση παραθέτει το ερμήνευμα του Κριάρη για τη λέξη «λογάδι» (νήμα εκ βάμβακος χρώματος bleu ή κόκκινον, ενταύθα εννοεί ότι οι Εβραίοι αγαπούν το εμπόριον) με τρόπο που ίσως υπονοεί πως δεν ενστερνίζεται απόλυτα την εξήγηση. Και δίκιο έχει μάλλον, αφού μάλλον εδώ εννοείται το λογάρι (έτσι έχει διορθώσει τον στίχο ο Γ. Χατζιδάκις), δηλαδή τα πλούτη, που ταιριάζουν και με το στερεότυπο για τους Εβραίους.

Παραθέτει άλλη μια παραλλαγή του παραπάνω μόνο με τον πρώτο στίχο, κι ύστερα ένα μαλεβιζιώτικο νανάρισμα, όπου η μάνα στολίζει το παιδί της με ό,τι ομορφότερο και πολυτιμότερο βρίσκει σε διάφορες χώρες και θρησκείες:

Κοιμήσου, κούπα φράγκικη, εβραίικο σημαντήρι,
τσ’ Αγιάς Σοφιάς το θυμιατό και του Χριστού καντήλι.

Αδιαφορεί το ερωτικό εγκώμιο, λέει ο συγγραφέας, για το ποια πατρίδα έχουν τα πρότυπα ομορφιάς που προβάλλει, πχ

….μα γω το νιο που αγάπησα, του κόσμου διωματάρης,
είχε του Φράγκου λύγισμα, του Βενετσάνου χάρη

αλλά κι ο άντρας αποεθνικοποιεί τον έρωτά του, τρυγώντας με μεράκι αρετές ποικίλης προελεύσεως στο δίστιχο της Κω:

Στα μάτια είσαι Φράγκισσα, στα χείλη Ρωμιοπούλα / και στο επίλοιπον κορμί μοιάζεις βασιλοπούλα

ή στο ποντιακό: Τούρκικον το πορπάτεμα σ’, Ρωμαίικον η θωρέα σ’

ή στο σαμιώτικο, όπου ο σεβνταλής στολίζει την καλή του με χαρές και από άλλο έθνος:

Το μπόι σ’ είναι μιναρές, τα χέρια σου λαμπάδες / και το κορμί σου σιτζαντές που προσκυνούν πασάδες

όπου σιτζαντές το χαλάκι προσευχής των μουσουλμάνων.

ή απο την Κω:

Νύφη μου, κούπα του Πασά, ποτήρι του βεζίρη / φρεγάδα του Μεμέτ Αλή, που πάει στο Μισίρι.

ή με ανατολίτικη γλύκα (παραλλαγή υπάρχει και στη Λωξάντρα της Μ. Ιορδανίδου):

Μουχαλεμπί και γκιουλ σερμπέτ είναι το μάγουλό σου / και του Χατζημπεκήρ λουκούμ ο άσπρος ο λαιμός σου.

Κι ένας Θρακιώτης καταργεί τα σύνορα για να τονίσει την ομορφιά:

Με τ’ άσπρα είσαι Φράγκισσα, με τα μαβιά σα Χιώτισσα / και με τα νερογάλαζα είσαι σα Φαναριώτισσα.

Τα εθνικά και θρησκευτικά σύνορα καταργούνται όταν πρόκειται να διαλαληθεί ο πόνος:

Εβγάτε Τούρκοι και Ρωμιοί, να δείτε τον καημό μου / να δείτε πού’ν’ ο Χάροντας σα φίδι στο λαιμό μου.

Στο δημοτικό τραγούδι, αυτός που έπαθε συμφορά εύχεται να μην έχει κανένας τη δική του μοίρα, ας είναι κι αλλόφυλος:

Το ντέρτι και τα πάθη μου κανείς να μην τα πάθει
ν-ούτε Τούρκος ν-ούτε Ρωμιός ν-ούτε κάνας διαβάτης.

(παραθέτει πέντε παραλλαγές του ίδιου μοτίβου)

Αλλά και ο πόθος δεν λογαριάζει εθνικές ταυτότητες:

Έχεις ματάκια σα βολβούς,
τρελαίνεις Τούρκους και Ρωμιούς

ενώ η Αργυρούδα, σ’ ένα χαλκιδικιώτικο: Κάμνεις Τούρκοι και λουλένται [λωλαίνονται] / και Ρουμνοί κι αλλάζουν πίστη.

Παραλείπω πολλά σε παρόμοιο μοτίβο, κάνοντας εξαίρεση για ένα για τον φίλο μας τον Δον Μήτσο, από την Κύθνο:

Σαν πεθάνω κάνετέ με στην Αγιά Σοφιά κουμπέ [τρούλο]
να’ρχονται να προσκυνάνε Τουρκοπούλες και Ρωμιές.

Στη συνέχεια εξετάζει ένα μοτίβο που απαντά σε πάμπολλες παραλλαγές, δίστιχα, εκτενέστερα τραγούδια ή μαντινάδες, όπως αυτή της συλλογής του Γιανναράκη:

Δεν μπορώ να καταλάβω Τούρκαν είσαι γή Ρωμιά
γή Εγγλέζα γή Φραντσέζα κι έχεις τόσην ομορφιά [γή = το διαζευκτικό ή]

που βέβαια το έχει αξιοποιήσει ο Γιώργος Μπάτης στο ρεμπέτικο «Γυφτοπούλα στο χαμάμ».

Κι αφού αναφέρει διάφορα δείγματα «ερωτοτροπικού διεθνισμού» σε τραγούδια, καταλήγει:

Η τιμιότητα και η ερωτική του ανεξιθρησκία προσφέρουν στο δημοτικό τραγούδι ιδιαίτερα μεγάλο κύρος. Ελευθερόφωνο και ελευθερόγνωμο, διδάσκει -χωρίς καθόλου να προσπαθεί ή να το επιζητεί- ήθος και ευαισθησία, έτσι όπως αποβλέπει σταθερά στην υπόδειξη του γενικού μέσα από την ανάδειξη συγκεκριμένων περιστατικών και προσώπων, στην υπόδειξη της συλλογικής νοοτροπίας μέσα από την ιστόρηση ατομικών στάσεων. Άσχετα με την κατοπινή του χρήση ή κατάχρηση που το ενέταξε σε σχήματα προαποφασισμένα, «εθνικά», και το μείωσε αποκόπτοντας ή αποσιωπώντας σε κάθε «αντικανονικό» ποίημα ό,τι αντέβαινε στην «ορθότητα», η αδογμάτιστη πολυφωνία του είναι εδώ για όποιον θα ήθελε να τη διαβάσει -και κυρίως να την ακούσει. Τίποτα, είναι βέβαιο, δεν γνώριζαν τότε για το άλλο, το διαφορετικό, όπως το εννοούμε σήμερα και για την επιβεβλημένη υπεράσπισή τους. Αλλά το έπρατταν: υπεράσπιζαν το άλλο, το διαφορετικό, το έκνομο ή έκτροπο ή παράτυπο, απλώς και μόνο καταγράφοντάς το και απαθανατίζοντάς το· αυθορμήτως και φυσικά. Με τους ορους της εποχής μας, καινοτομούν. Το ότι δεν ήξεραν πως καινοτομούσαν, ούτε το σχεδίαζαν βέβαια, κάθε άλλο παρά μειώνει την αξία της στάσης τους.

Με δυο λόγια, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο, και όχι μόνο για το δημοτικό τραγούδι.

Advertisement

Posted in Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Η συζήτηση με τον Αλέξη Βάκη στο Κόκκινο

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2017

Την Κυριακή που μας πέρασε, των Βαΐων, ήμουν καλεσμένος στην εκπομπή του Αλέξη Βάκη στον ραδιοσταθμό Κόκκινο 105.5. Συζητήσαμε επί δύο ώρες (μείον τα διαλείμματα για ειδήσεις και διαφημίσεις) μάλλον χαλαρά, δηλαδή χωρίς κάποιο καθορισμένο από τα πριν θέμα.

Επειδή το θέμα δεν ήταν προκαθορισμένο, δεν έχω γραπτό κείμενο να ανεβάσω εδώ. Όμως ανεβάζω εδώ τα ηχητικά αρχεία της εκπομπής και περιγράφω επιγραμματικά τα θέματα της συζήτησης, με επικεφαλίδες.

Ανέβασα τέσσερα ημίωρα ηχητικά αρχεία, που το καθένα διαρκεί από 22 έως 28 λεπτά αλλά συμβατικά τα ονομάζω «Ημίωρα». Με πλάγια στοιχεία τα τραγούδια που ακούγονται, που τα μισά τα διάλεξα εγώ και τα άλλα μισά ο Αλέξης Βάκης.

Πρώτο ημίωρο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Περιαυτομπλογκίες, Ραδιόφωνο | Με ετικέτα: , , , , , , | 79 Σχόλια »

Ο θερμαστής με τις έξι φωτιές

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2016

Καιρό ήθελα να γράψω το σημερινό άρθρο, αλλά δίσταζα επειδή όσα είχα να πω ήταν μάλλον γνωστά (τουλάχιστον στους παροικούντες). Τελικά τις προάλλες παρακολούθησα μια σχετική συζήτηση στο Φέισμπουκ και τότε αποφάσισα να γράψω το άρθρο, διότι οι συζητήσεις στο Φέισμπουκ πολύ γρήγορα σκεπάζονται από τις επόμενες και ούτε γκουγκλίζονται, άρα λίγο-πολύ χάνονται.

Θα το καταλάβατε από τον τίτλο, το σημερινό μας άρθρο είναι αφιερωμένο σε ένα τραγούδι, ένα από τα σημαντικότερα ρεμπέτικα τραγούδια: τον Θερμαστή του Γιώργου Μπάτη.

Ας το ακούσουμε λοιπόν:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ποίηση, Ρεμπέτικα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 228 Σχόλια »

Το εθνικό μας φαγητό

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2015

1024px-FassouladaΠοιο είναι τάχα το εθνικό φαγητό των Ελλήνων; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής όσο θα ήταν, ας πούμε, στην περίπτωση των Ιταλών με τα μακαρόνια ή των Πορτογάλων με τον μπακαλιάρο. Για τον τουρίστα μπορεί να είναι ο γύρος ή ο γκρικ μουζάκα. Το αρνάκι στη σούβλα έχει περγαμηνές έως και ομηρικές. Πάντως ανάμεσα στα πιάτα που μπορεί να προταθούν για τον τίτλο αυτό, σίγουρα θα βρούμε και τη φασολάδα, την πατροπαράδοτη φασολάδα όπως τη λένε πολλοί, που συχνά θα τη δείτε να αναφέρεται ως το εθνικό μας φαγητό -η Βικιπαίδεια μάλιστα, σε ένα άρθρο που δεν μου φαίνεται και τόσο έγκυρο, αναφέρει ότι καθιερώθηκε ως εθνικό φαγητό την εποχή της δικτατορίας Μεταξά (δηλαδή; με διάταγμα; ). Ας μην το πάρουμε αυτό στα σοβαρά. Ότι όμως πολλοί θεωρούν εθνικό μας φαγητό τη φασολάδα, αυτό είναι γεγονός. Μάλιστα, το ΛΚΝ, στο λήμμα «φασολάδα» περιλαμβάνει την παραδειγματική φράση «Η φασολάδα θεωρείται το εθνικό φαγητό των Ελλήνων».

Αν εσείς θεωρείτε άλλο φαγητό για εθνικό μας πιάτο, πείτε το στα σχόλια -αλλά εγώ στο υπόλοιπο άρθρο σκοπεύω να ασχοληθώ με τη φασολάδα και ακόμα περισσότερο με το βασικό της συστατικό, δηλαδή με τα φασόλια.

Αν είστε κι εσείς «της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά», θα θυμάστε ίσως ότι στην 1η Γυμνασίου το βιβλίο Φυσικής Ιστορίας (ή μήπως της Φυτολογίας; ) αφιέρωνε, στην αρχή του, δεκάδες σελίδες επί σελίδων στα φασόλια, ή πιο σωστά στον φασίολο -που τον εξέταζε λεπτομερέστατα -κάπως σαν το ρήμα «λύω» που χρησίμευε για πατρόν για όλα τα ομαλά ρήματα. Ο φασίολος ο κοινός (Phaseolus vulgaris), κοινώς η φασολιά, είναι το φυτό που δίνει τα γνωστά μας φασόλια, με δυο μορφές -αφενός τα πράσινα χλωρά φασολάκια και αφετέρου τα ξερά φασόλια.

Το φασόλι ή φασούλι, ως λέξη, είναι υποκοριστικό της λ. φασίολος (φασιόλιον > φασόλιον, και: φάσουλος, ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια > φασούλιον). Η λέξη «φασίολος», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι αντιδάνειο. Η αρχαία λέξη είναι φάσηλος, που πέρασε στα λατινικά ως phaseolus και επέστρεψε στα ελληνικά ως φασίολος, ακόμα στην αρχαιότητα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 326 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της παλιάς Ελλάδας (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2014

Όπως έχω ξαναπεί, τώρα το καλοκαίρι το ιστολόγιο θα βάζει και επαναλήψεις, δηλαδή άρθρα που έχουν δημοσιευτεί παλιότερα (με τον όρο να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, ώστε, σύμφωνα με το κλισέ, «να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι). Επανάληψη είναι λοιπόν το σημερινό μας άρθρο, αφού είχε ξαναδημοσιευτεί πριν από τεσσεράμισι περίπου χρόνια.

Σε ένα ιστολόγιο που ειδικευόταν στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα μια ηχογράφηση του “Υμνούμενου”, που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν “Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον”, απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Δεν νομίζω ότι παρωδείται κάποιο συγκεκριμένο τροπάριο, αλλά το «ρεφρέν» μάλλον είναι παραφθορά των στίχων Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, δοξολογούμεν σε από τη Δοξολογία της λειτουργίας.

Επειδή βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον κατάλογο, έχω βάλει κάποια δικά μου σχόλια αλλά σας προτρέπω και σας παρακαλώ να καταθέσετε όλοι τον σχολιαστικό οβολό σας.

Μεταφέρω το γιουτουμπάκι εδώ:

Στον ιστότοπο stixoi.info βρήκα και τους στίχους, αλλά είχαν πολλά λαθάκια οπότε τα διόρθωσα, και ιδού:

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα.
-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω πρώτα να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.
-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.
-Άντ’ εβίβα λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά, εβίβα.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αθηναίος γκάγκαρος.
Περαιώτης μαουνιέρης.
Αιγενίτης κανατάς.
Ναυπλιώτης ντιστεγκές
Τριπολιτσιώτης μπεκρής.
Μανιάτης κουμπουράς.
Λειβαδίτης μπαμπακάς.
Δημητσανίτης μπαρουτάς
και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Μεσολογγίτης ψαράς.
Αγρινιώτης καπνουλάς.
Χιώτης μαστιχάς.
Κρητικός επαναστάτης.
Λιδωρικιώτης γαλατάς.
Μυτιληναίος λαθρέμπορας.
Πυργιώτης ζόρικος
και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Υδραίος ψαρόμυαλος.
Βατικιώτης κρεμμυδάς.
Σαντοριναίος ελαφρόπετρα.
Τζιώτης στενόκαρδος.
Μεγαλουπολίτης λουστρατζής.
Σμυρναίος κορτάκιας.
Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος.
Βολιώτης «γεια σου κυρ-Αντρέα»
Κεφαλλονίτης βλάστημος.
Κερκυραίος κλαπαδόρας.
Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο
Όπου Χιώτης Παντελής
και Καρυστιανός Αλής.
Ηπειρώτης φούρναρης.
Συμιακός σφουγγαράς.
Ελληνοαμερικάνος μπίσνεζμεν.
Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης.
Συριανός λουκουμιτζής
και Κορίνθιος «ο Θεός να σε φυλάει».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αϊβαλιώτης ζωέμπορας.
Σιφναίος τσουκαλάς.
Αξιώτης πηγαδάς.
Ανδριώτης λεμονάς.
Καρπαθιώτης χτίστης.
Επτανήσιος κανταδόρος
Κυπραίος κουτοπόνηρος.
Σπαρτιάτης παλικαράς
και Νεορκέζος «κούμπωσ’ το σακάκι σου».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα ρε λεβέντες μου.

Γενικό σχόλιο: Αν προσέξουμε λίγο τους στίχους, θα δούμε ότι υπεραντιπροσωπεύονται οι περιοχές της Παλιάς Ελλάδας, ενώ από τις νέες χώρες βρίσκει κανείς νησιά Αιγαίου και Κρήτη, Ήπειρο και Θεσσαλονίκη, αλλά πλήρη απουσία της Θράκης και της Μακεδονίας. Αντίθετα, υπάρχει αντιπροσώπευση του εξωελλαδικού ελληνισμού, Κύπρου, Μικρασίας, αλλά και Αμερικής. Όλα αυτά με κάνουν να τοποθετώ τη γέννηση του κειμένου σίγουρα πριν από το 1922 (διότι μετά δεν υπήρχαν Αϊβαλιώτες και Σμυρνιοί, οι δε Μυτιληνιοί δεν μπορούσαν πια να επιδίδονται στο λαθρεμπόριο), κατά πάσα πιθανότητα πριν από το 1912, ίσως μάλιστα στα τέλη του 19ου αιώνα (έτσι εξηγείται η αναφορά σε Κρητικό επαναστάτη, αν και αυτό μπορεί να πηγαίνει και στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα).

Σχόλια:

  • Ντιστεγκές είναι ο κομψευόμενος· από το γαλλ. distingué. Λέξη αρκετά συχνή πριν από εκατό χρόνια, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, αν εξαιρέσουμε το τραγούδι για το ευζωνάκι, όπου «ποιος ντιστενγκές, ποιος κουραμπιές μπορεί να βγει μπροστά σε μένα». Ενδεικτικό είναι ότι τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό της πιάτσας από τα τρία που κοίταξα, την έχει όμως το slang.gr αλλά και (εντελώς απροσδόκητα) ο Μπαμπινιώτης!
  • Το έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε σχεδόν σίγουρα είναι απόηχος μύθου· δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή μια εξήγηση που βρήκα, ότι σημαίνει πως «μπορεί να καταφέρνει και τα αδύνατα». Εγώ για μειωτικό το καταλαβαίνω.
  • Το «τι χαμπάρια μάστορα» στον Πατρινό, το ερμηνεύω ότι του μιλάς κι αυτός πέρα βρέχει.
  • Βάτικα είναι η Νεάπολη της Λακωνίας
  • Το «γεια σου κυρ Αντρέα» στον Βολιώτη αγνοώ τι εννοεί. Πάλι απόηχος μύθου πρέπει να είναι.
  • Το κλαπαδόρας–δόρος; ) για τους Κερκυραίους δεν ξέρω τι σημαίνει. Καλό πάντως δεν μοιάζει (όλη αυτή η στροφή έχει μειωτικούς χαρακτηρισμούς). Κάποιος σχολιαστής της πρώτης δημοσίευσης θυμήθηκε ότι στον Τσιφόρο «κλαπαδούρα» είναι η μπάντα της φιλαρμονικής -ίσως είναι από εκεί.
  • Το σκαλτσοβιομήχανος το λέγαμε παλιά σε μια παρέα, με τη σημασία του απατεώνα (περίπου) αλλά νόμιζα ότι ήταν πατέντα κάποιου από μας. Τελικά, όχι: λέγεται στην Πελοπόννησο με την έννοια του πολυπράγμονα και του απατεώνα.
  • Καρυστιανός Αλής. Στην Κάρυστο είχε μουσουλμάνους που έφυγαν το 1833. Υπάρχει και δημοτικό τραγούδι, θρήνος των μουσουλμάνων που φεύγουν, σε καρυστινό (ελληνικό) ιδίωμα.
  • Αγιοπετρίτης: από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας (Αρκαδίας). Παραδοσιακά ήταν καρβουνιάρηδες.
  • Αξιώτης είναι ο Ναξιώτης, βέβαια.
  • Οι Σιφνιοί ήταν πασίγνωστοι για τα πήλινά τους. Ο πατέρας μου μού έμαθε μια αστεία παροιμία που δεν την έχω βρει καταγραμμένη αλλού (αν και την έχει το γκουγκούλ): Όλοι φοβούνται το Θεό / κι ο Σιφονιός τον τοίχο (επειδή το μουλάρι πάει τοίχο-τοίχο και σπάει τα πήλινα)
  • Το «Κούμπωσε το σακάκι σου» το λέμε εννοώντας ότι ο άλλος είναι πονηρότατος απατεώνας. Να προσεχτεί ότι οι νιουγιορκέζοι (έλληνες) δεν θεωρούνται αφελείς σαν τ’ αμερικανάκια.

Υπάρχει και ένα ρεμπέτικο τραγούδι αντίστοιχο του Υμνούμενου: ο “Φασολάς” του Μπάτη.

Να δούμε και τους στίχους, που και πάλι τους βρήκα με λαθάκια στο Διαδίκτυο:

Ελληνας φασολάς, Ιταλός μακαρουνάς
Τούρκος καλέ πιλαφάς,καί Εγγλέζος πατατάς

Οπου Χιώτης Παντελής καί Αξιώτης Καραλής
Αθηναίος καλαμαράς, Περαιώτης λιμανάς

Μα (Αι)Γενήτης κανατάς Μεθενίτης αχλαδάς
Ποριώτης λεμονάς και Υδραίος σφουγγαράς

(μπράβο Μπάτη)

Κρανιδιώτης λαδάς Σπετσώτης ψαράς
Τσάκωνας μανταρινάς και Ναυπλιώτης ντοματάς

Μα Αργείτης πρασάς Μωραϊτης παλικαράς
Καλαματιανός γυναικάς Κουλουριώτης χορευταράς

Εδώ η πρώτη στροφή αφορά εθνικά χαρακτηριστικά ενώ οι επόμενες τοπικά χαρακτηριστικά και παρατσούκλια με εστίαση στον Αργοσαρωνικό. Ο χαρακτηρισμός του Αιγενήτη συμπίπτει με τον Υμνούμενο: καλαμαράς, αλλά στον Ναυπλιώτη, τον Υδραίο, τον Αθηναίο και τον Πειραιώτη υπάρχει διαφωνία.

Αρκετοί από τους χαρακτηρισμούς των δυο τραγουδιών αφορούν τις καλλιέργειες ή τα επαγγέλματα που συνηθίζονται σε κάθε τόπο, ενώ κάποιοι έχουν γίνει στερεότυπα, όπως ο γκάγκαρος Αθηναίος. Αυτά τα στερεότυπα, τα σατιρικά παρατσούκλια για τους καταγόμενους από κάθε τόπο, λέγονται από μερικούς «ακληρήματα» αν θέλετε έναν εντυπωσιακόν όρο, ενώ οι κακίες που λέγονται από τον έναν λαό για τον άλλον έχουν ονομαστεί «εθνοφαυλισμοί» (τον όρο τον πρότεινε ο Αμερικανός μελετητής A.A.Roback,  στα ελληνικά πρέπει να τον έχω πρωτομεταφέρει εγώ, όχι ότι ήθελε και μεγάλη φιλοσοφία). Για τα νεοελληνικά ακληρήματα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, που κάποιαν άλλη φορά θα το ξαναπαρουσιάσω εμπλουτισμένο με τα σχόλια που κάνατε.

Posted in Επαναλήψεις, Επιθεώρηση, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »