Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιώργος Σαραντάκος’

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Εγκατάσταση στο… Ντάντσιχ

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή δεύτερη και είναι η τριτη του 9ου κεφαλαίου. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1946 και ο ποιητής αποφυλακίζεται ώσπου να δικαστεί και αποφασίζει να μετοικήσει στην Αθήνα -οπότε η δράση μεταφέρεται εκεί.

Ο τίτλος του σημερινού αποσπάσματος είναι ελαφρώς παραπλανητικός, αλλά μού άρεσε. Όπως και το προηγούμενο απόσπασμα, και το σημερινό αφηγείται στην αρχή ιστορίες της Κατοχής, τις περιπέτειες του Γιώργου και του Μιχάλη Σαραντάκου, αδελφών του ποιητή.

mimis_jpeg_χχsmallΟ Γιώργος [αδελφός του ποιητή] είχε αποσπαστεί από τους Γερμανούς, που είχαν φυ­σικά επιτάξει τη Συρματουργία του Αγγελόπουλου, ως διευθυντής σε ένα μικρό εργοστάσιο μεταλλικών κουμπιών στον Πειραιά, που το είχαν επίσης επιτάξει. Τώρα το εργοστάσιο αυτό έφτιαχνε επάργυ­ρα και επίχρυσα κουμπιά για τις στολές των Γερμανών αξιωματικών. Σε πολύ σύντομο διάστημα ο Γιώργος με μερικούς άλλους εαμίτες εργάτες οργάνωσαν στο ΕΑΜ το σύνολο των απασχολούμενων στο εργοστάσιο και άρχισαν να αφαιρούν, για λογαριασμό της Οργάνω­σης, τα δύο τρίτα του μεταλλικού χρυσού και αργύρου που τους έδι­ναν οι Γερμανοί για ανόδια (τα ηλεκτρόδια της ανόδου, που αποτελούνται από το μέταλλο με το οποίο γίνεται η επιμετάλλωση). Ο Γιώργος, εμπειρότατος γαλβανοτέχνης, είχε βρει τρόπο να νοθεύει το χρυσό και τον άργυρο χωρίς να προδίδεται η νοθεία από την εμφάνιση των κουμπιών, παρά μόνο με χημική ανάλυση, η οποία όμως ως τότε δε γινόταν.

Όπως ήταν όμως φυσικό τελικά οι Γερμανοί μυρίστηκαν τη νοθεία και τότε η Οργάνωση του εργοστασίου, έγκαιρα ειδοποιημένη, έβα­λε φωτιά στο κτίριο που κάηκε ως τα θεμέλια. Ύστερα από αυτό, το φθινόπωρο του ’43, ο Γιώργος έφυγε οικογενειακώς από την Αθήνα και πήγε στη Μάνη, όπου αναδείχτηκε ηγέτης της τοπικής οργάνω­σης του ΕΑΜ, στη θέση του δολοφονημένου Κλέαρχου Κουρούνη. Σημειωτέον ότι ο πατέρας τους είχε εκλεγεί πρόεδρος του τοπικού Λαϊκού Δικαστηρίου, μόλο που δεν είχε οργανωθεί στο ΕΑΜ και γενικώς ήταν μάλλον συντηρητικών πολιτικών αρχών. Όταν τις πρώ­τες μέρες της Κατοχής οι Ιταλοί ήρθαν στη Γέρμα, ζήτησαν από τους κατοίκους να παραδώσουν τα όπλα που είχαν, για τα οποία ήταν άριστα πληροφορημένοι από κάποιο τομάρι. Ο Δημήτρης ο Σαραντάκος παράδωσε τα προκατακλυσμιαία εμπροσθογεμή και τα κυνηγε­τικά δίκανα, αλλά τα πολεμικά όπλα τα πασάλειψε με γράσο, τα τύ­λιξε σε λαδόχαρτα και λινάτσες και τα ’κρύψε σε μιαν αλεπότρυπα στον Λόγγο. Όταν κατέβηκε ο Γιώργος, του ’δείξε την κρυψώνα και τα όπλα παραδόθηκαν στον ΕΛΑΣ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μάνη | Με ετικέτα: , , , | 40 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Αποφυλάκιση και μετοικεσία

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τεσσαρακοστή δεύτερη και είναι η τριτη του 9ου κεφαλαίου. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1946 και ο ποιητής αποφυλακίζεται ώσπου να δικαστεί και αποφασίζει να μετοικήσει στην Αθήνα -οπότε η δράση μεταφέρεται εκεί. Το σημερινό απόσπασμα ουσιαστικά αφηγείται ιστορίες της Κατοχής.

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά ο Νίκος ο Σαραντάκος υπέβαλε αίτηση αποφυλάκισης με εγγύηση, η οποία έγινε δεκτή και αρχές Μαΐου [1946] βγήκε από τη φυλα­κή. Με την έγκριση της ηγεσίας του ΕΑΜ έφυγε στην Αθήνα, με σκο­πό να φροντίσει αν όχι να τακτοποιήσει τη θέση του στην Τράπεζα, τουλάχιστον να πετύχει τη συνέχιση της μισθοδοσίας του, η οποία είχε παράνομα διακοπεί από την Πρωτοχρονιά του ’46. Η γυναίκα του με το γιο του ακολούθησαν τον Ιούλιο, μετά το τέλος της σχολικής χρο­νιάς, όταν ο νεαρός πήρε το απολυτήριο του Γυμνασίου.

Στην Αθήνα τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Από τ’ αδέλφια του ο Μιχάλης, ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας, βρισκόταν σε διαθεσιμότητα για τη συμμετοχή του στο ΕΑΜ, ο δε Θόδωρος ήταν άστεγος, καθώς η πολυκατοικία όπου έμενε είχε γίνει στα Δε­κεμβριανά οδόφραγμα, Η οικογενειακή αλληλεγγύη λειτούργησε με θαυμαστό τρόπο. Ο Νίκος κι ο Θόδωρος με τις οικογένειες τους φιλοξενήθηκαν στο πατρικό σπίτι στο Παγκράτι, όπου ήδη έμεναν στο μισό μεν η Τασία με τον άντρα της και το γιο της και στο άλλο μισό ο πατέρας, η μητέρα, διωγμένοι από τη Γέρμα, από τους τοπικούς χίτες, κι ο μεγάλος γιος ο Κώστας, που ήταν ακόμα ανύπαντρος. Τα δυο αδέλφια που είχαν οικονομική άνεση, ο Γιώργος κι ο Γιάννης δηλα­δή, ανέλαβαν την οικονομική στήριξη των δύο απολυμένων.

Όλα τα αδέλφια του είχαν πάρει μέρος στην Αντίσταση, ακόμα κι ο γαμπρός του ο Θρασύβουλος ο Παντελάκης, άνθρωπος συνήθως μονόχνωτος και συμμαζεμένος, ενώ ο δεκαπεντάχρονος γιος του, ο Γιωργάκης, είχε ενταχθεί στην ΕΠΟΝ. Καθώς δε από μικρός παρου­σίασε την οικογενειακή έφεση προς τις μηχανές και τις κατασκευές, είχε εξελιχθεί τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, όταν οι συνοικίες ανατολικά του Ιλίσσού ήταν ουσιαστικά ελεύθερες, σε οπλοδιορθωτή του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Παραλίγο μάλιστα να χάσει και τη ζωή του σε μια επιδρομή των Γερμανοτσολιάδων, κατά την οποία σκοτώθηκε ο αδελφικός του φίλος Τζώνης Φραγκονικόπουλος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 50 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η παρένθεση της Σάμου

Posted by sarant στο 26 Αυγούστου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1938 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, παίρνει απόσπαση από τη Μυτιλήνη για τη Σάμο, πάντα ως υπάλληλος της ΑΤΕ.

mimis_jpeg_χχsmallΤο φθινόπωρο του ’38 πήρε απόσπαση για τη Σάμο. Η διοίκηση της Τράπεζας εκτιμώντας τις οργανωτικές του ικανότητες από τότε που κατάφερε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να οργανώσει το υποκατάστημα της Σητείας, τον έστελνε να οργανώσει το υποκατάστημα της Σάμου, που υπήρχε μεν στα χαρτιά, βρισκόταν όμως εν υπνώσει, καθώς η Εθνική Τράπεζα αντιδρούσε με κάθε τρόπο στην εκχώρηση της αγροτικής πίστης στην Αγροτική.

Η Σάμος ήταν τότε ένα νησί που έσφυζε από ζωή και πλούτο. Τα κύρια προϊόντα του ήταν το θαυμάσιο μοσχάτο κρασί, ο ανθοσμίας, και τα καπνά, που εξάγονταν σε μεγάλες ποσότητες στην Ευρώπη και την Αμερική. Εκτός από κρασί και καπνό, το νησί παρήγε λάδι και δέρματα. Στον Λιμένα Βαθέος, την πρωτεύουσα του νησιού, υπήρχαν μεγάλες καπναποθήκες και στο Μαλαγάρι, απέναντι του, βρισκόταν το μεγάλο οινοποιείο της Ένωσης Συνεταιρισμών, ενώ στο Καρλόβασι λειτουργούσαν πολλά και αξιόλογα βυρσοδεψεία.

Η Σάμος είχε μείνει έρημη για έναν περίπου αιώνα, από το 1479, όταν οι κάτοικοί του μη αντέχοντας τις επιδρομές των κουρσάρων μετανάστευσαν ομαδικά στη Χίο, ως το 1562, όταν οι Οθωμανοί για να προσελκύσουν εποίκους έδωσαν στο νησί σημαντικά προνόμια. Έτσι στη Σάμο ήρθαν έποικοι από πολλά μέρη. Τα ονόματα πολλών χωριών (Μυτιληνιοί, Βουρλιώτες, Αρβανίτες, Πύργος, Παγώνδας –από τον Παγώνδα Ευβοίας), μαρτυρούν αυτόν τον εποικισμό.

Νησί ατίθασων ναυτικών η Σάμος ξεσηκώθηκε από τις πρώτες ελληνικές περιοχές το ’21 και αντιμετώπισε νικηφόρα κάθε απόπειρα των Τούρκων να πατήσουν το πόδι τους στο έδαφος της, μόλο που είναι σχεδόν κολλημένη στην Τουρκία. Διαμορφωθηκε τότε στο νησί ένα ιδιόμορφο καθεστώς, ημιαυτόνομο από την υπόλοιπη Ελλάδα, με πολύ έντονα δημοκρατικά χαρακτηριστικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 73 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Κύριος Θεόδωρος, συνέχεια και τέλος

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmallΒρισκόμαστε στα 1935, όταν ο παππούς μου, ο ποιητής Άχθος Αρούρης, έχει παραιτηθεί από την Εμπορική Τράπεζα για να ανοίξει επινικελωτήριο μαζί με δυο από τ’ αδέλφια του στην Αθήνα. Στην προηγούμενη συνέχεια είχαμε ξαναβρεί έναν παλιό γνώριμο, τον ιδιόρρυθμο (επιεικώς) κύριο Θεόδωρο, που τον είχαμε γνωρίσει πριν από μερικούς μήνες, όταν αναφερθήκαμε στη ζωή του ποιητή στη δεκαετία του 1920 (για παράδειγμα, εδώ  κι εδώ). Σήμερα, οι περιπέτειες του κυρίου Θεόδωρου παίρνουν τέλος -όπως θα διαβάσετε, έφυγε από το επινικελωτήριο και μετά τα όσα ακολούθησαν, τόσο προσωπικά (μετακομίσεις) όσο και γενικά (πόλεμος και κατοχή), τα ίχνη του χάθηκαν. Η σημερινή συνέχεια είναι λίγο πιο σύντομη από συνήθως, αλλά δεν ταίριαζε να τη συνδυάσω με τα επόμενα.

Μια και εδώ λεξιλογούμε, να επισημάνω κάτι που ίσως είναι λεξιλογικός αναχρονισμός του πατέρα μου, ο οποίος μιλώντας για τον ραδιοτεχνίτη φίλο του παππού, τον Μάριο, λέει για το «πνεύμα απάτης που κυριαρχούσε τότε στα περισσότερα ηλεκτρονικά εργαστήρια της Αθήνας». Σήμερα, ένα εργαστήριο που ασχολείται με ραδιόφωνα και τηλεοράσεις το λέμε ‘ηλεκτρονικό’΄, αλλά το 1935 ασφαλώς δεν το έλεγαν έτσι. Οπότε, ίσως η χρήση της λέξης να αποτελεί αναχρονισμό.

Ο κύριος Θεόδωρος, μην έχοντας τι να κάνει, περιφερόταν συχνά στο εργαστήριο παρακολουθώντας τις διάφορες εργασίες, χωρίς να μιλά ή να σχολιάζει. Μόνο μια φορά είπε στον Γιάννη, δείχνοντας το μπά­νιο επινικέλωσης, που από τη μαύρη επιφάνεια του υγρού περιεχο­μένου του εξείχε το κάγκελο ενός κρεβατιού:

«Κύριε Γιάννη, του αντικειμένου αυτού εξέχει η μία γωνία. Μή­πως τούτο σας προκαλέσει τίποτε περίπλοκάς;» Και πρόσθεσε δι­καιολογούμενος, «Δηλαδή λέω και γω την κουβέντα μου».

Μέσα του πάντως δεν έβλεπε με καλό μάτι την όλη διεργασία, αργότερα δε είπε σε κάποιο γνωστό του:

«Γυαλίζουνε τα σίδερα και κοροϊδεύουνε τον κόσμο».

Το προσωπικό του επινικελωτήριου, δηλαδή οι τρεις βουρτσαδόροι, οι συναλλασσόμενοι και όσοι φίλοι συχνάζανε σ’ αυτό, πολύ σύ­ντομα εξοικειώθηκαν με την παρουσία του Θεόδωρου κι άρχισαν να υιοθετούν μερικές από τις εκφράσεις του. Έτσι σε λίγο μπορούσες να ακούσεις κάποιους άσχετους, που δεν είδαν ποτέ τους τον κύριο Θεό­δωρο, να λένε στα καφενεία και στα μαγέρικα της γειτονιάς: θα σου περάσω τ’ άντερα λαιμαριά στο λαιμό, ή, θα σου ανοίξω τρίτο μάτι…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , | 52 Σχόλια »

Γενέθλια στην Ασφάλεια (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Απριλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το πέμπτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1948 και ο πατέρας μου είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, αλλά διαπιστώνει ότι δεν είναι φτιαγμένος για αυτό τον κλάδο και αποφασίζει να δώσει εξετάσεις για το Πολυτεχνείο.

mimis_jpeg_χχsmallΠήγαινα ακόμα στο φροντιστήριο του Κανέλλου, όταν ένα μεσημέρι, σημαδιακή μέρα, γιατί ήταν τα γενέθλιά μου, 8 Ιανουαρίου του ΄48, σχολώντας από το φροντιστήριο με τον Μανόλη, απορροφήθηκα από την κουβέντα μας και αντί την κανονική διαδρομή που πάντα ακολουθούσαμε: Αριστοτέλους – Αβέρωφ – Τρίτης Σεπτεμβρίου – Ομόνοια – Πανεπιστημίου, πήραμε την Πατησίων, με αποτέλεσμα να περάσουμε μπροστά από τη Γενική Ασφάλεια, που ήταν τότε γωνία  Πατησίων και Καποδιστρίου. Μέγα λάθος, όπως αποδείχτηκε εν συνεχεία. Κάποιος χαφιές με γνώρισε ή ίσως με παρακολουθούσαν λόγω της δράσης μου στην οικονομική επιτροπή και μ΄άρπαξαν χωρίς να το πάρω σχεδόν είδηση. Ούτε κι ο Μανόλης, που έμεινε να με κοιτάει απορημένος, καθώς απομακρυνόμουν ανάμεσα σε δυο αγνώστους.

Στην Ασφάλεια με πήγαν σ΄ένα γραφείο του 2ου ορόφου κι ο ανακριτής μόλις με είδε μου είπε

“Εσύ λοιπόν είσαι ο Σαραντάκος ο κομμουνιστής”

“Δεν είμαι καθόλου κομμουνιστής” του λέω

“Πολύ καλά τότε” μου λέει μ΄ένα πλατύ χαμόγελο. “Υπόγραψε αυτή τη δήλωση και φεύγεις” και έσπρωξε μπροστά μου ένα χαρτί

Ένοιωσα πολύ άσκημα. Να υπογράψω δήλωση μετανοίας ήταν αδιανόητο. Φοβόμουν όμως πολύ. Δεν ήξερα αν με πιάσανε τυχαίως ή ύστερ΄ από παρακολούθηση. Στη δεύτερη περίπτωση και δήλωση να υπέγραφα δε γλίτωνα. Θα μου ζητούσαν να πω ονόματα, ποιος, πού, πότε και τα ρέστα και θα επακολουθούσε δίκη στο Στρατοδικείο. Ένα μήνα πριν είχε τεθεί εκτός νόμου το ΕΑΜ και το Κόμμα και είχαν επεκταθεί τα έκτακτα μέτρα και στην Αθήνα. Τραγική ειρωνεία: το Έκτακτο Στρατοδικείο λειτουργούσε εκεί που ήταν η Λέσχη μας, Ακαδημίας 15!

Προσπάθησα να αποφύγω  την υπογραφή λέγοντας πως είμαι φοιτητής της ιατρικής, ενδιαφέρομαι μόνο για τις σπουδές μου και δεν ασχολούμαι με τα πολιτικά. Αυτός φυσικά επαναλάμβανε την πρώτη του φράση. Παρίστανε τον καλό και πολιτισμένο συζητητή, που κατανοούσε τα επιχειρήματά μου, μ’ όλο που δε χαμογελούσε πια. Ξαφνικά σηκώθηκε ένας άλλος, (αργότερα έμαθα πως λεγόταν Καραχάλιος), που από τη θέση του τραπεζιού του έδειχνε πως ήταν ο προϊστάμενος και μ΄ έπιασε από το λαιμό

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »