Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γιώργος Σεφέρης’

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Το οποίο σκουλήκι…

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2018

Ήταν μια φορά, λέει, ένας καθηγητής της Ζωολογίας, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη των σκουληκιών και ήταν παγκόσμια αυθεντία στον τομέα αυτόν. Κι έτσι, στις εξετάσεις έβαζε πάντοτε θέματα σχετικά με τα σκουλήκια. Οι φοιτητές, φυσικά, που ήξεραν το πάθος του, μελετούσαν εξαντλητικά για τα σκουλήκια και μόνο και δεν διάβαζαν τίποτε άλλο και περνούσαν όλοι με άριστα. Κάποια φορά, αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να ρωτάει και για άλλα θέματα. Όταν μπήκε ο πρώτος φοιτητής μέσα (αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό που οι εξετάσεις ήταν προφορικές στο γραφείο του καθηγητή) τον ρώτησε τι ξέρει για την κότα.

Ο φοιτητής αιφνιδιάστηκε βέβαια, αφού περίμενε ερώτηση για τα σκουλήκια, αλλά γρήγορα ανέκτησε την ψυχραιμία του. «Η κότα», άρχισε να λέει, «είναι ΄πτηνό, εξημερωμένο, που τρέφεται με σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια…» και συνεχίζει να λέει νεράκι όσα ήξερε για τα σκουλήκια κι ο καθηγητής, ευχαριστημένος που άκουγε το αγαπημένο του θέμα, όχι απλώς δεν τον έκοψε αλλά του έβαλε άριστα.

Τον δεύτερο φοιτητή τον ρώτησε για τον ελέφαντα. «Ο ελέφαντας είναι ένα πολύ μεγαλο ζώο», είπε αυτός, «που ζει στην Αφρική και που έχει μια μεγάλη προβοσκίδα αντί για μύτη, η οποία μοιάζει με σκουλήκι. Το οποίο σκουλήκι….» και συνέχισε το τροπάρι περί σκουληκιών και πήρε άριστα κι αυτός.

Τον τρίτο τον ρώτησε για τη φάλαινα. Ίδρωσε και ξίδρωσε αυτός, αλλά τελικά βρήκε τη λύση: «Η φάλαινα είναι ένα μεγάλο κήτος, που ζει μέσα στη θάλασσα, και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση έχει με τα σκουλήκια. Τα οποία σκουλήκια….»

Τα οποία σκουλήκια θα μας απασχολήσουν στο σημερινό άρθρο, χωρίς να υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος γι’ αυτό. Έτσι έτυχε.

Βέβαια, εδώ δεν ζωολογούμε -κι έτσι δεν θα εξετάσουμε το σκουλήκι όπως ο καθηγητής του ανεκδότου μας, που ασφαλώς θα είχε πολλά να μας πει, αλλά θα το εξετάσουμε γλωσσικά κυρίως και πολιτισμικά δευτερευόντως.

Στη φρασεολογία μας χρησιμοποιούμε διάφορα ζώα ως μειωτικούς χαρακτηρισμούς -κι εκεί δείχνουμε την αχαριστία μας, μια και ο σκύλος είναι, υποτίθεται, ο πιο πιστός μας φίλος, ενώ ο γάιδαρος στάθηκε πολύτιμο υποζύγιο επί χιλιετίες, κι όμως είναι βρισιά, βαριά σε ορισμένους πολιτισμούς, να χαρακτηρίσεις κάποιον σκύλο ή γιο σκύλου ή γάιδαρο. Ωστόσο, νομίζω πως ο πιο υποτιμητικός χαρακτηρισμός με ζώο που υπάρχει είναι να αποκαλέσεις κάποιον «σκουλήκι» -τον χαρακτηρίζεις ταυτόχρονα τιποτένιο και σιχαμερό.

Ολοφάνερα, δεν το έχουμε σε εκτίμηση το μικροσκοπικό ασπόνδυλο, δεν μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του, στους περισσότερους προκαλεί απέχθεια -συν τοις άλλοις επειδή είναι ταυτισμένο με τη σήψη και τον θάνατο κι επειδή ξέρουμε πως μια μέρα εκείνα θα μας φάνε, κι όχι εμείς αυτά. Ίσως μόνο οι ψαράδες, που το χρησιμοποιουν για δόλωμα, να μπορούν να εκτιμήσουν τα σκουλήκια και τις μεταξύ τους διαφορές -και να τα μεταχειρίζονται χωρίς ν’ αηδιάζουν.

Η λέξη σκουλήκι είναι μετεξέλιξη της αρχαίας «σκώληξ», μέσω του ήδη αρχαίου υποκοριστικού «σκωλήκιον». Η λέξη σκώληξ, με τη χαρακτηριστική κατάληξη -ηξ, που τη βρίσκουμε και στη λ. μύρμηξ, ανάγεται σε αμάρτυρο *σκώλος (= καμπύλη, κυρτότητα) και σε ρίζα από την οποία προήλθαν επίσης οι λ. σκέλος και σκολιός,

Στο Ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη λέγεται ότι ο σκώληξ είναι λέξη που μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα, αλλά τη βρισκω στον Όμηρο, στο Ν της Ιλιάδας, όπου όταν σκοτώνεται στη μάχη ο Αρπαλίων, ένας Παφλαγόνας σύμμαχος των Τρώων, «ὥς τε σκώληξ ἐπὶ γαίῃ κεῖτο ταθείς» – και στην γην ξαπλώθη τεντωμένος ωσάν σκουλήκι, μεταφράζει ο Πολυλάς.

Απο το σκωλήκιον έχουμε το μεσαιωνικο σκουλήκιν, με έντονη παρουσία στην κρητική λογοτεχνία, και από εκεί τη σημερινή λέξη. Να σημειωθεί και ο σκούληκας, συχνά με μεγεθυντική σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, Μονοτονικό, Ποίηση, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , , | 243 Σχόλια »

Το βιβλίο και το μαχαίρι που το κρατάμε στο χέρι

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2018

Το σημερινό μας άρθρο, που δεν θα είναι και πολύ μεγάλο, πηγάζει από μια ερώτηση που μου έκανε φίλος. Μου κάνουν κατά καιρούς ερωτήσεις γλωσσικές και άλλες, κι όταν κρίνω πως το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον μπορεί να τις παρουσιάσω, μαζί με την απάντησή μου, στο ιστολόγιο -είτε πολλές ερωταπαντήσεις μαζί, είτε ειδικό άρθρο αφιερωμένο σε μια συγκεκριμένη απορία.

Αυτό θα κάνω και σήμερα, αν και δεν έχω συγκρατήσει την απάντηση που έδωσα -διότι, αν θυμαμαι καλά, είπα στον φίλο μας ότι «αξίζει άρθρο».

Με ρώτησε λοιπον ένας φίλος πώς έγινε και η λέξη εγχειρίδιο σημαίνει δύο τόσο διαφορετικά πράγματα: ένα φονικό όπλο, μαχαίρι ή ξιφίδιο αλλά και ένα βιβλίο, συχνά διδακτικό.

Πράγματι, συμφωνα με το ΛΚΝ, η λέξη «εγχειρίδιο» έχει δύο βασικές σημασίες: I.(λόγ.) αγχέμαχο όπλο με λαβή και με δίκοπη και πολύ μυτερή λεπίδα· (πρβ. στιλέτο). II. βιβλίο που εκθέτει με αυστηρά συστηματικό τρόπο τις βασικές και πιο έγκυρες γνώσεις μιας επιστήμης: Διδακτικά / σχολικά εγχειρίδια. ~ ιστορίας / φιλοσοφίας.

Αγχέμαχο θα πει όπλο που χρησιμοποιείται για μάχη σώμα με σώμα, από το αρχαίο επίρρ. άγχι = κοντά, απ’ όπου και η αγχιστεία. Αλλά αυτά θα τα πούμε άλλη φορά, ας συνεχίσουμε τώρα τον γύρο των λεξικών.

Το Χρηστικό Λεξικό πρωτοτυπεί και βάζει πρωτη σημασία του βιβλίου και δεύτερη του όπλου, διότι έχει ως κριτηριο τη χρήση -και πράγματι, όταν θα μιλήσουμε σήμερα για εγχειρίδιο κατά πάσα πιθανότητα θα εννοούμε το βιβλίο, όχι το μαχαίρι.

Πάντως, η πρώτη σημασία της λέξης είναι το οπλο. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, στην αρχαιότητα η λέξη αρχικά εμφανίζεται ως επίθετο, ο εγχειρίδιος. Στις Ικέτιδες του Αισχύλου βρίσκουμε την πρώτη χρονολογικά μνεία της λέξης:

τίν’ ἂν οὖν χώραν εὔφρονα μᾶλλον
τῆσδ’ ἀφικοίμεθα
σὺν τοῖσδ’ ἱκετῶν ἐγχειριδίοις
ἐριοστέπτοισι κλάδοισιν;

Μετάφραση δεν χρειάζεται βέβαια, αφού η γλώσσα είναι μία και ενιαία, πάντως λέει ότι έφτασαν σε τούτη τη χώρα κρατώντας στα χέρια τα ζωσμένα με ταινίες κλαδιά της ικεσίας. Εδώ το εγχειρίδιος είναι επίθετο στο κλάδος.

Ωστόσο, πολύ γρήγορα εμφανίζεται και το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, το εγχειρίδιον, το οποίο αρχικά έχει μία και μονη σημασία, το μαχαίρι, το ξιφίδιο. Πολύ εύλογη η επέκταση της σημασίας για ένα όπλο που κρατιεται στο χέρι και σε μεγάλο βαθμό κρύβεται και στο χέρι.

Η αρχαιότερη (νομίζω) εμφάνιση της λέξης στον Ηρόδοτο, σε μια σκαμπρόζικη ιστορία, για τον Κανδαύλη και τη γυναίκα του -ξέρετε, τον Κανδαύλη που κοκορευόταν πόσο όμορφη γυναίκα έχει και πίεζε τον υπηρέτη του τον Γύγη να τη δει γυμνή, και τελικά κατάντησε κερατάς, και μαλιστα όχι κερατάς και δαρμένος αλλά σφαγμένος, διότι η γυναίκα εξοργίστηκε και έδωσε στον Γύγη ένα εγχειρίδιο και οταν έπεσε ο Κανδαύλης να κοιμηθεί ο Γυγης τον έσφαξε και πήρε και τον θρόνο: Καί μιν ἐκείνη ἐγχειρίδιον δοῦσα κατακρύπτει ὑπὸ τὴν αὐτὴν θύρην. Καὶ μετὰ ταῦτα ἀναπαυομένου Κανδαύλεω ὑπεκδύς τε καὶ ἀποκτείνας αὐτὸν ἔσχε καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὴν βασιληίην Γύγης·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά, Ομόηχα, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 106 Σχόλια »

Αξίζουμε καλύτερα άρθρα για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2017

Πριν από μερικές μέρες ο ποιητής Γιάννης Υφαντής δημοσίευσε στο tvxs.gr ένα άρθρο για την ελληνική γλώσσα με τον τίτλο «Οι Έλληνες αξίζουν καλύτερα ελληνικά«. Δυο-τρεις φίλοι μού το προώθησαν και μου ζήτησαν να το σχολιάσω. Ομολογώ πως αν δεν ήταν οι δικές τους παραινέσεις, μάλλον θα το προσπερνούσα, διότι είναι άχαρο να προσπαθείς να σχολιάσεις και να αντικρούσεις ένα άρθρο σαν κι αυτό του Υφαντή, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς κάποιον ειρμό στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων, που διαρκώς δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι οι παράγραφοι του κειμένου έχουν τοποθετηθεί με τυχαία σειρά. Αλλά οι φίλοι επέμεναν, οπότε έγραψα το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα. Θα παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από το άρθρο του Υφαντή, που άλλωστε μπορείτε να το βρείτε στον παραπάνω σύνδεσμο.

Ο Υφαντής ξεκινάει επισημαίνοντας έναν κατά τη γνώμη του μεγάλο κίνδυνο που απειλεί την ελληνική γλώσσα: η χωρίς καμιάν ανάγκη επιρρηματοποίηση των επιθέτων στη γλώσσα μας, έχοντας κρατήσει για πολύ κι έχοντας μια τάση διαρκώς αυξητική, κατάντησε να είναι μήτρα βαρβαρισμών και σολοικισμών…. Διαφορετικά, δεν υπάρχει πρόβλημα, μπορούμε, άνετοι μες στην γλωσσική αναισθησία μας, να λέμε και να ξαναλέμε διαρκώς: «Είπαμε προηγούμενα» αντί του σωστού «είπαμε προηγουμένως», «τον πήραν βίαια», αντί του σωστού «τον πήραν βιαίως ή με τη βία». 

Από τα παραδείγματα που δίνει, βλέπουμε ότι με τον καινοφανή όρο «επιρρηματοποίηση των επιθέτων», ο Υφαντής φαίνεται να εννοεί την τάση, που έχει ξεκινήσει από τα μεσαιωνικά χρόνια, τα επιρρήματα σε -ώς να τρέπονται και να παίρνουν κατάληξη σε -ά, μια τάση που είναι μεν δεσπόζουσα αλλά με κανένα τρόπο γενικευμένη, αφού υπάρχουν επιρρήματα σε -ώς που κανείς δεν θα τα τρέψει σε -ά εκτός αν θέλει να αστειευτεί (σαφώς, αμιγώς, προφανώς), υπάρχουν άλλα που έχουν αναπτύξει διτυπίες (εκτάκτως/έκτακτα κτλ.), άλλα όπου επικρατεί ο τύπος σε -ως αλλά ακούγεται και ο τύπος σε -ά (όπως το προηγουμένως), και άλλα, τα περισσότερα θα έλεγα, όπου είναι συχνότερος ο τύπος σε -ά (καλά έκανες, υπερβολικά μεγάλο νούμερο, μίλα καθαρά).

Θα μπορούσαμε να γράψουμε άρθρο για τα επιρρήματα, αλλά δεν θα το κάνω τώρα, μεταξύ άλλων επειδή ο Υφαντής δεν ξεκαθαρίζει αν τάσσεται εναντίον όλων των επιρρημάτων σε -ά ή αν απλώς τον ενοχλεί η κατάχρησή τους. Υποθέτω το δεύτερο, αλλά ακόμα και τότε, δεν μπορώ με τίποτα (ή με τίποτε, διότι φαίνεται πως η διαφορά των δύο τύπων έχει διαστάσεις κοσμοϊστορικές!) να δεχτώ ότι ο τύπος «βιαίως» είναι «ο σωστός» (και άρα ο τύπος «βίαια» λανθασμένος).

Αρκεί να σημειώσω ότι ο Σεφέρης, τον οποίο δίκαια (ή δικαίως) εκθειάζει παρακάτω ο Υφαντής, χρησιμοποιεί αβίαστα (να πούμε «αβιάστως»;) στα κείμενά του, πεζά και ποιητικά, τα επιρρήματα σε -ά/α, τα «επιρρηματοποιημένα επίθετα» που τόσο ενοχλούν τον Υφαντή. Κατά σύμπτωση μάλιστα, σε μια μετάφρασή του, που υπάρχει στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ο Σεφέρης χρησιμοποιεί το… αφορεσμένο επίρρημα «βίαια»: ανέβηκες βίαια στο καράβι μας. Αν με ρωτάτε, θα έβρισκα κωμικό το «βιαίως» εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσαμύντορες, Γλωσσικό ζήτημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 151 Σχόλια »

Χακεμένος Μπρεχτ, Ρεμπώ με το ζόρι

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2017

Καθώς το Διαδίκτυο, και γενικότερα το ψηφιακό σύμπαν, καταλαμβάνει ολοένα και περισσότερο χώρο στον κόσμο μας, ερχόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με νέα φαινόμενα, πρωτόγνωρα, από τα πιο σοβαρά ως τα ασήμαντα. Με ένα όχι πολύ σημαντικό θα ασχοληθώ σήμερα -ή μάλλον και σήμερα, αφού είναι από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου. Εννοώ την κατασκευή ψευδών αποφθεγμάτων, την εσφαλμένη απόδοση φράσεων ή και ολόκληρων κειμένων σε γνωστούς συγγραφείς, ενώ δεν τα έγραψαν εκείνοι.

Όταν πρόκειται για ψευδή αποφθέγματα, χρησιμοποιώ τον όρο αποφεύγματα (η πατρότητα ανήκει στον Νίκο Λίγγρη). Το κλασικό παράδειγμα αποφεύγματος, που έπαιξε και καταλυτικό ρόλο για να ανοίξω το ιστολόγιο, ήταν η ψεύτικη ρήση του Ισοκράτη τον Δεκέμβριο του 2008 που φιγουράρισε στο εξώφυλλο του Ελεύθερου Τύπου.

Σήμερα όμως θα ασχοληθούμε όχι με πλαστά αποφθέγματα, αλλά με ψευδεπίγραφα κείμενα, που και αυτά αφθονούν στο Διαδίκτυο -τόσο στο διεθνές (θα θυμάστε τη συγκινητική αποχαιρετιστήρια επιστολή του Γκαρσία Μαρκές) όσο και το ελληνικό (με τρανό παράδειγμα το δήθεν ποίημα του Σουρή περί λιγοστού κράτους, που μελοποιήθηκε από τον Ζουγανέλη και σε λίγο θα μπει και στα σχολικά βιβλία).

Αλλά να μου επιτρέψετε να μην ασχοληθώ σήμερα με το παραποίημα του Σουρή και να σας παρακαλέσω κι εσείς να το αγνοήσετε στα σχόλιά σας, για τον απλούστατο λόγο ότι μέσα σε 10-15 μέρες θα αφιερώσω ειδικό άρθρο στο θέμα με νέα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει.

Στο σημερινό άρθρο θα δούμε άλλες δύο περιπτώσεις ψευδεπίγραφων λογοτεχνικών κειμένων. Στη μία από αυτές μάλιστα εμπλέκεται και γνωστός μας, ο φίλος μας ο Νοσφεράτος, κατά κόσμον Πέτρος Θεοδωρίδης, που σχολιάζει αριά και πού και στο ιστολόγιο αλλά έχει και το δικό του, τη Σπηλιά του Μοντεχρήστου.

Το 2008 λοιπόν ο Νοσφεράτος, συζητώντας σε ένα άλλο ιστολόγιο (το Πόντιοι και Αριστερά) δημοσίευσε μια σειρά από σχόλια περί βλακείας και κακίας, μιμούμενος το ύφος του Μπρεχτ στις πασίγνωστες ιστορίες του κ. Κόινερ. Στη συνέχεια, ενοποίησε τα σχόλια αυτά σε μια ανάρτηση στο δικό του μπλογκ. Η αρχική ανάρτηση τροποποιήθηκε στη συνέχεια, και η τελευταία μορφή της είναι εδώ.

Δείγμα γραφής:

το μυστικό όπλο του βλάκα
ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα -ρώτησαν κάποτε τον κ Κοινερ – αυτό που τον κάνει ακατανίκητο , ανυπέρβλητα Κακό και ΠΑΝΤΑ νικητή;

– Το μεγάλο μυστικό του Βλάκα- χμμ- για να σκεφτώ λίγο …- Ε ..μάλλον ότι ΔΕΝ του περνά καν από το μυαλό , δεν διανοείται ότι μπορεί έστω για μια στιγμή ναχει Άδικο..Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το Μυαλό Γρήγορα τη διώχνει ;Αυτός Βλάξ; Ποτες των Ποτών . Οι άλλοι Είναι ΠΑΝΤΑ…-Έτσι γίνεται Αδίσταχτα Θρασύς , Υπέροχα επικίνδυνος , ανυπέρβλητα Αλαζονικός . Και πείθει ..Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί Βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφικά ..Αυτό είναι το μυστικό όπλο του ΒΛΑΚΑ.

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Λαθροχειρίες, Μεταμπλόγκειν, Ποίηση, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , , , , | 145 Σχόλια »

Συνάντηση με δυο ποιητές στην Αθήνα του 1936

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο «Εξόριστοι στο Αιγαίο» (εκδόσεις Φιλίστωρ, 2002). Στο συγκεκριμένο απόσπασμα (σελ. 110-119), ο Αυστραλός δημοσιογράφος και ποιητής Μπερτ Μπερτλς (Bert Birtles, 1900-1994) περιγράφει τη συνάντησή του με τον Κώστα Βάρναλη και τον Γιώργο Σεφέρη (που τον αποκαλεί με το πραγματικό του όνομα, Σεφεριάδη) στην Αθήνα το 1936, και στη συνέχεια αναλύει την ποιητική σύνθεση «Φως που καίει» του Βάρναλη.

Το βιβλίο αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε, διότι είναι μια πολυ ενδιαφέρουσα εικόνα της Ελλάδας στη δεκαετία του 30 και ειδικότερα της ζωής των εξορίστων στην Ανάφη και τη Γαύδο -δυο νησιά που κατάφερε να επισκεφτεί ο επίμονος Μπερτλς παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες και να συζητήσει με τους εκεί κομμουνιστές εξόριστους.

Βέβαια, ο Μπερτλς είχε ήδη βρεθεί από το Σίδνεϊ στην Αθήνα, μέσω Νιουκάστλ, οπότε δεν τον τρόμαζαν οι περιπέτειες. Μαζί με τη σύζυγό του Ντόρα (1900-1992) πέρασαν περίπου ένα χρόνο στην Ελλάδα, έμαθαν τη γλώσσα και συζήτησαν με επώνυμους και ανώνυμους. Ανήκαν και οι δυο στον κύκλο της λογοτεχνίζουσας αριστερής μποεμίας του Σίδνεϊ. Έγραφαν και οι δυο ποιήματα -και μάλιστα, όπως βλέπω στο βιογραφικό σημείωμα του Μπερτλς, ο Μπερτ αποβλήθηκε οριστικά από το πανεπιστήμιο επειδή έγραψε ένα (ερωτικό) ποίημα, η δε Ντόρα τιμωρήθηκε με αποβολή δύο ετών για τον ίδιο λόγο!

Το βιβλίο του Μπερτλς το διάβασε πρόσφατα στο στερούμενο διαδικτύου ερημητήριό του ο φίλος μας ο Σκύλος -αυτός διάλεξε το απόσπασμα και επίσης το πληκτρολόγησε αφού μια πρώτη προσπάθεια με OCR απέτυχε ανεξήγητα. Τον ευχαριστούμε πολύ.

Σε κάποια σημεία ομολογώ ότι έχω επιφυλάξεις για τη μετάφραση -π.χ. ο αρχειοφύλακας που αναφέρεται είναι μάλλον κάτι άλλο (δεν έχω το αγγλικό πρωτότυπο), ενώ σε κάμποσα σημεία υπάρχουν αδεξιότητες, που πάντως δεν ενοχλούν πολύ. Από την άλλη, νομίζω ότι στον μεταφραστή Γιάννη Καστανάρα χρωστάμε την ανακάλυψη του βιβλίου, που κυκλοφόρησε προπολεμικά στα αγγλικά αλλά έμεινε στην αφάνεια επί 60 χρόνια μέχρι που ανασύρθηκε στην ελληνική του έκδοση.

Από τα συμφραζόμενα βγαίνει ότι οι συναντήσεις με τον Βάρναλη έγιναν στις αρχές του 1936 η πρώτη, αφού ως τα τέλη του 1935 ήταν στην εξορία, και λίγους μήνες μετά (αλλά πριν από τον Αύγουστο) η δεύτερη. Με αρκετό ψάξιμο, που δεν έχω χρόνο να κάνω, θα μπορούσε να εντοπιστεί πότε έγινε η εκδήλωση προς τιμή του Ρομέν Ρολάν, που αναφέρεται στο κείμενο. Ο Βάρναλης τότε ήταν 52 χρονών, δεν «κόντευε τα 50» όπως τον υπολογίζει ο Μπερτλς. Η Περσεφόνη Βλάσση, που την αναφέρει ο συγγραφέας ότι τον βοήθησε στη μετάφραση του ποιήματος του Βάρναλη, είναι γνωστότερη ως Πέρσα Βλάση, και ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής των Πρωτοπόρων, του λογοτεχνικού περιοδικού που πρόσκειταν στο ΚΚΕ τον μεσοπόλεμο. Γνωστότερη είναι η αδελφή της, η Αύρα Βλάση-Παρτσαλίδου. Δυστυχώς δεν υπάρχει ένα πλήρες βιογραφικό λεξικό του ελληνικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος (το βιβλίο του Γ. Αλεξάτου δεν έχει την Πέρσα Βλάση και έχει ελλιπές βιογραφικό για την Αύρα) κι έτσι δεν μπορώ να εξηγήσω τη διαβεβαίωση του Μπερτλς ότι η Πέρσα είχε μητρική της γλώσσα τα αγγλικά.

Όμως έγραψα πολλά, δίνω τον λόγο στον Μπερτλς:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Ερωτόκριτος

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2017

Μεθαύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου, γιορτή των ερωτευμένων υποτίθεται. Το ιστολόγιο άλλες χρονιές αδιαφορούσε για τη γιορτή, μια και το έθιμο, εμείς οι παλιότεροι, το μάθαμε όταν πια είχαμε μεγαλώσει -πέρυσι όμως βάλαμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, και φέτος είπα να αφιερώσω ένα άρθρο στον Ερωτόκριτο, το αριστούργημα αυτό της κρητικής ποίησης, που όχι λίγοι λόγιοι το έχουν παραλληλίσει με την Ιλιάδα, όπως ο Μαλακάσης που τον αποκάλεσε «Όμηρο της Ρωμιοσύνης», ενώ ο Σεφέρης έγραψε ότι η γλώσσα του είναι «η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός».

Βέβαια πολλοί καθαρευουσιάνοι τον απέρριψαν. «Εξάμβλωμα» τον χαρακτήρισε ο Κοραής και τον παρομοίασε με την ασκημομούρα υπηρέτρια [δυσειδή θεράπαινα] που μόνο καλό έχει ότι μας μπάζει στην κάμαρα της πανέμορφης αρχοντοπούλας, της αρχαίας, ενώ ο Οικονόμος εξ Οικονόμων βρήκε πολλές αρετές στο έργο αλλά έψεξε την «ακάθαρτον και ακαλλιέργητον» γλώσσα του, την ίδια γλώσσα που ο Κοδρικάς αποκάλεσε «δυσειδή».Κάποιοι επιχείρησαν να τον μεταφράσουν στην καθαρεύουσα (Διονύσιος Φωτεινός, «Νέος Ερωτόκριτος», 1818 και αλλοι).

Ο Ροΐδης στα Είδωλα παινεύει τη γλώσσα του Ερωτόκριτου και γράφει: «Εις την μακροτέραν της Ιλιάδος εποποιίαν του Κορνάρου ούτε πεντήκοντα ηδυνήθημεν να σημειώσωμεν ξένας λέξεις…» Παραξενεύτηκε ο Πολυλάς, πώς χαρακτηρίζει τον Ερωτόκριτο (περίπου 10.000 στίχοι) μακρότερο από την Ιλιάδα (15.690), αλλά ο Ροΐδης απάντησε ότι 5600 στίχοι της Ιλιάδας είναι επαναλήψεις.

Ο Γ. Χατζηδάκης, καθαρευουσιάνος μεν αλλά κρητικός, παίνεψε το έργο του Κορνάρου και το παραλλήλισε κι αυτός με τον Όμηρο: «όπως ελέχθη περί του Ομήρου ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους ‘έπαινος αρετής εστίν’, ούτω λεκτέον και περί του Ερωτοκρίτου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Φώναξε τα παιδιά (εις μνήμην Σάββα Παύλου)

Posted by sarant στο 10 Απριλίου, 2016

savpavΤο ιστολόγιο θέλει σήμερα να τιμήσει τη μνήμη του Σάββα Παύλου (1951-2016), που πέθανε την Τρίτη που μας πέρασε στη Λευκωσία, νικημένος από τον καρκίνο στα 65 του χρόνια. Ο Σάββας Παύλου ήταν φιλόλογος, γεννημένος στη Λευκωσία, με καταγωγή από την Κοκκινοτριμιθιά, όπου και κηδεύτηκε, γι’ αυτό και ένα του ψευδώνυμο ήταν Ερυθροτερμινθεύς. Ήταν μελετητής του Σεφέρη, έγραψε διηγήματα και ποιήματα, μελέτες και δοκίμια, επιφυλλίδες και φιλολογικά σημειώματα -βιογραφικά και εργογραφικά του στοιχεία βρίσκετε εδώ.

Δεν έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά -η Κύπρος κείται μακράν- αλλά είχαμε ηλεκτρονική γνωριμία, μια και ήταν ένας από τους εκδότες του καλού φιλολογικού περιοδικού Μικροφιλολογικά που εκδίδεται δυο φορές το χρόνο στην Λευκωσία, με το οποίο συνεργάζομαι.

Eίχαμε ανταλλάξει κάποια βιβλία, και ένα παλιότερο (σχεδόν προ πενταετίας!) άρθρο του ιστολογίου πήρε αφορμή από δικό του κείμενο. Σε πολλά δεν συμφωνούσαμε, πολιτικά ας πούμε, αλλά υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Πριν από 3-4 χρόνια, μού έστειλε ένα κείμενό του για ένα θέμα φιλολογικό-λαογραφικό, που, κατά σύμπτωση, το ερευνούσα κι εγώ και μου ζητούσε τη γνώμη μου. Του έστειλα κάποια στοιχεία που είχα βρει, και του πρότεινα να φτιάξουμε ένα άρθρο μαζί. Όχι, μου λέει, φτιάξε το εσύ, τα πιο πολλά εσύ τα βρήκες. Με τούτα και με κείνα, το αμέλησα (αν και δεν το ξέχασα) -και τώρα το χρωστάω. Θα φροντίσω να ξοφλήσω αυτό το χρέος.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα, «Φώναξε τα παιδιά», είναι παρμένο από την τελευταία του συλλογή διηγημάτων που έχει τον ίδιο τίτλο και κυκλοφόρησε πέρυσι. Το βιβλίο το είχα αγοράσει πριν από δυο τρεις μήνες από το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο και μάλιστα λογάριαζα μια απο αυτές τις Κυριακές να παρουσιάσω ένα άλλο διήγημά του, που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, παιχνιδιάρικο, τα «Επικίνδυνα υποκοριστικά». Ωστόσο, θα το αφήσω για μιαν άλλη φορά, διότι είναι αταίριαστο για αποχαιρετιστήριο, ενώ τούτο εδώ ταιριάζει απόλυτα -θα έλεγε κανείς πως είναι γραμμένο με αυτό τον σκοπό κατά νου.

Είναι γραμμένο επίσης, όπως μας λέει ο υπότιτλος, «με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου», αφηγείται δηλαδή ιστορίες από τη ζωή του με χαλαρό αλλά υπαρκτόν ειρμό -αγαπημένος αφηγηματικός τρόπος, έχω γράψει κι εγώ έτσι.

Να πούμε ακόμα πως ο τίτλος, όπως εξηγεί άλλωστε και ο Σάββας, είναι παρμένος από στίχο του Σεφέρη:

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Όλο το ποίημα, εδώ.

Ας αποχαιρετήσουμε τον Σάββα Παύλου.

 

Φώναξε τα παιδιά

                                                         Με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου

Μ’ αρέσει η νεκρώσιμος ακολουθία της ορθοδόξου ημών εκ­κλησίας. Δεν ξέρω τι λένε οι άλλοι όταν θάβουν τους δικούς τους, οι καθολικοί να πούμε, αν όμως λένε κάτι διαφορετικό, είμαι έτοιμος να ομόσω εναντίον του παπισμού ξανά, γιατί αυτά είναι σοβαρά πράματα. Και να δείτε τότε που θ’ ανασύ­ρω και το θέμα του «φιλιόκβε» αλλά και τόσα άλλα. Είναι και που δεν μ’ αρέσουν αυτές οι νερουλιασμένες μουσικές από εκ­κλησιαστικό όργανο, που είδα στις κηδείες των καθολικών. Στο σινεμά, εννοείται, γιατί εγώ δεν πατώ στις εκκλησίες τους. Kι ας λένε μερικοί φίλοι ότι πήγαν, είδαν κι άκουσαν, και δήθεν ότι. Έχουν κάτι το σιροπιαστό αυτές οι μουσικές τους, εμάς είναι μόνο φωνή, ψαλμωδία καίρια. Κι ύστερα, τόσοι θάφτηκαν γρήγορα-γρήγορα στους πολέμους ή στα πέλαγα σε καραβόπανο τυλιγμένοι, σε νησιά ναυαγών και σ’ ερημιές, κυνηγημένοι φυγάδες και ληστές. Όταν τους θάβουν οι δικοί μας, σκέφτομαι ότι και σ’ αυτές τις έκτακτες καταστάσεις θα λυτρώνονται, γιατί έκαναν αυτό που έπρεπε, τρεις ψαλμωδίες και στο χώμα, οι άλλοι θα νιώθουν σίγουρα λειψά, θα σκέφτονται που’ναι το όργανο να παίξει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Κύπρος | Με ετικέτα: , , , | 100 Σχόλια »

Μία μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, και πάλι

Posted by sarant στο 29 Φεβρουαρίου, 2016

Για ευνόητους λόγους, σήμερα επαναλαμβάνω το άρθρο που είχα δημοσιέψει τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια. Αλλά για να μην παραπονιέστε ότι τεμπελιάζω, έχω αλλάξει και προσθέσει πολλά, ιδίως λαογραφικά.

Η σημερινή μέρα, 29 Φεβρουαρίου, δεν είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες, είναι ξεχωριστή, αφού έρχεται μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, όταν έχουμε δίσεχτη χρονιά όπως φέτος, κι έτσι ο Φλεβάρης έχει 29 μέρες αντί για 28 που είναι το συνηθισμένο του.

Ο λόγος που γίνεται αυτή η αναστάτωση είναι πως το ηλιακό έτος δεν διαρκεί ακριβώς 365 μέρες, όσο και το ημερολογιακό, αλλά λίγο περισσότερο, 365 μέρες και 6 ώρες περίπου. Έτσι, κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία μέρα, την 29η Φεβρουαρίου, για να μαζέψει τα μπόσικα και να εναρμονίσει το ημερολόγιο, πράγμα πολύ πραχτικό αφού 6 ώρες επί 4= 24 ώρες. Αυτή η πρόσθετη μέρα είναι η σημερινή, αφού το 2016 είναι κι αυτό δίσεκτο έτος.

Στα αγγλικά το δίσεκτο έτος λέγεται leap year και η πρόσθετη μέρα λέγεται leap day. Στα ελληνικά θα την πούμε εμβόλιμη μέρα.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στις 29 Φεβρουαρίου λέγονται στα αγγλικά leapers, ή τουλάχιστον έτσι βρήκα κάπου -στα ελληνικά δεν ξέρω αν υπάρχει όρος. Τα παιδιά αυτά έχουν γενέθλια μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια και για μια φίλη μου, που γιορτάζει σήμερα τα γενέθλιά της, λέμε στα αστεία ότι έχει μόλις γίνει 15 χρονών.

Πιο διάσημοι «δισεκτογεννημένοι» (ας το πω έτσι) είναι ο Τζοακίνο Ροσίνι (γενν. 1792), που με το μέτρο της φίλης μου θα ήταν ένας ευσταλής μεσήλικας 56 χρονών, ο νεαρός Γιώργος Σεφέρης (γενν. 1900, δείτε και παρακάτω) και ο έφηβος πατριάρχης Βαρθολομαίος (γενν. 1940).

Η εκκλησία γιορτάζει σήμερα τον άγιο Κασσιανό, αλλά όχι την Κασσιανή, που έχει δική της μέρα, κανονική μέσα στη χρονιά -πονηρές οι γυναίκες. Αλλά το θέμα δεν είναι και τόσο απλό, το είχαμε συζητήσει πριν από τέσσερα χρόνια αυτό (δείτε τα σχόλια) και φαίνεται πως οι γνώμες διίστανται. Για ποιο λόγο ο Κασσιανός έπεσε σε δυσμένεια και του δώσανε τσουρούτικη γιορτή, δεν το ξέρω, αν ξέρει κανείς θετικά ας πει. (Σύμφωνα με ένα εύθυμο άρθρο του Χρ. Χρηστοβασίλη, στον Άγιο Κασσιανό, προστάτη των τεμπέληδων, δόθηκε τσουρούτικη μέρα, επειδή έμπασε έναν δικηγόρο στον Παράδεισο!)

Λέγαμε πιο πάνω ότι η πρόσθετη μέρα θεσπίστηκε για να αντισταθμίσει την εξάωρη διαφορά που έχει το ηλιακό έτος από το ημερολογιακό έτος, αλλά βέβαια στη ζωή τα μεγέθη δεν είναι αλφαδιασμένα: η διαφορά που λέγαμε δεν είναι ακριβώς 6 ώρες, αλλά 5 ώρες και 49 λεπτά περίπου, οπότε με την προσθήκη μιας μέρας κάθε τέσσερα χρόνια υπεραντισταθμίζουμε, και για να εξουδετερωθεί αυτό το σφαλματάκι οι χρονιές που διαιρούνται διά του 100 δεν είναι δίσεκτες ΕΚΤΟΣ αν διαιρούνται διά του 400: το 2000 ήταν δίσεκτο, αλλά το 2100 δεν θα είναι. Με άλλα λόγια, όπως λέγαμε χαριτολογώντας παλιότερα, αν κάποιος σας δανειστεί λεφτά και σας υποσχεθεί πως θα σας πληρώσει στις 29.2.2100 μην το δεχτείτε.

Όπως επίσης είπαμε στην προηγούμενη συζήτησή μας, το 1900 δεν ήταν δίσεκτο έτος, αλλά αυτό ίσχυε για το Γρηγοριανό ημερολόγιο, το «νέο» ημερολόγιο. Όμως στα μέρη τα δικά μας είχαμε ως το 1923 το παλιό ημερολόγιο, το Ιουλιανό, στο οποίο το 1900 ήταν δίσεκτο. Άρα ο Σεφέρης (και δεκάδες άλλα όχι τόσο διάσημα ρωμιόπουλα) γεννήθηκε σε μιαν ανύπαρκτη για τους δυτικούς ημερομηνία.

Ενώ εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν έχουμε πει τίποτα για τη λέξη «δίσεκτος». Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η λέξη είναι σύνθετη, δις+έκτος, αλλά τι να σημαίνει αυτό τάχα; Η λέξη είναι μεταφραστικό δάνειο από το λατινικό bisextus, που θα πει «[αυτός που έχει] δυο φορές την έκτη ημέρα». Οι Ρωμαίοι στα δίσεκτα χρόνια τους επαναλάμβαναν την έκτη μέρα πριν από τις καλένδες του Μαρτίου, που ήταν η «δις έκτη» και έτσι ονομάστηκαν τα αντίστοιχα έτη, και από εκεί και το ελληνικό ως μεταφραστικό δάνειο.

Υπάρχει στα ελληνικά και τύπος «βίσεχτος» (π.χ. στα κρητικά), που όμως δεν είναι ανάγκη να σκεφτούμε πως προέρχεται κατευθείαν από τα λατινικά αφού η εναλλαγή αρκτικού δ-β είναι συχνή (π.χ. βιβάρι-διβάρι, διχάλη-βιχάλη).

Ο δίσεχτος χρόνος θεωρείται γρουσούζικος και αυτή η δεισιδαιμονία είναι πολύ παλιά. Στις Παροιμίες του Ν. Πολίτη βρίσκω ότι ήδη στον Αμμιανό Μαρκελίνο αναφέρεται πως θεωρούσαν απαίσια μέρα την εμβόλιμη του Φεβρουαρίου αλλά και όλο το δίσεκτο έτος και η δεισιδαιμονία έχει περάσει και στους Ιταλούς -ο Πολίτης δίνει αρκετές παροιμίες από ιταλικές διαλέκτους, π.χ. τη βερονέζικη Quando l’ano vien bisesto, non por bachi e non far nesto (= όταν έρχεται δίσεχτος ο χρόνος, μη θρέφεις κουκούλι και μη βάλεις καταβολάδα).

Αντίστοιχη και η κρητική παροιμία, «Σαν είν’ ο χρόνος βίσσεχτος γάμοι να μη γενούνε, κι αμπέλια μη φυτεύγουνται γιατί ατσιποδιούνε», και πράγματι πολλά ζευγάρια αποφεύγουν να παντρευτούν σε χρόνο δίσεχτο, κάτι που θα πρέπει να επιβεβαιώνεται και από τις στατιστικές (εγώ πάντως σε δίσεχτο χρόνο παντρεύτηκα και παράπονο δεν έχω).

Μεταφορικά, δίσεχτος χρόνος λέγεται κάθε χρονιά, και γενικότερα κάθε χρονική περίοδος γεμάτη συμφορές -λέμε, ας πούμε, τα δίσεκτα χρόνια του πολέμου. Η μεταφορική χρήση υπάρχει ήδη στη δημοτική ποίηση. Θυμόμαστε στο τραγούδι «του νεκρού αδερφού», ότι «Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα / κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι». Σε άλλο τραγούδι, «ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι, μήνες φαρμακωμένοι» (με τον υπέροχο τρόπο της δημοτικής ποίησης να επιτείνει μιαν εικόνα μνημονεύοντας το όλο και τα μέρη του).

Αλλά και στη λόγια ποίηση βρίσκουμε το μοτίβο -ένας δισεχτογεννημένος, που τον αναφέραμε πιο πάνω, ο Γιώργος Σεφέρης, γράφει στην Κίχλη:

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε
να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Με την έννοια αυτή, δίσεχτα χρόνια έχουμε πολλά συναπτά στη χώρα μας και στον κόσμο μας. Αλλά για να μην κλείσουμε το άρθρο δυσοίωνα, ας αλλάξουμε κλίμα με ένα απόσπασμα από μια κωμική όπερα του επίσης δισεκτογεννημένου Τζοακίνο Ροσίνι, το «Siete Turchi…» από την όπερα Ο Τούρκος στην Ιταλία, σε ένα εύθυμο ντουέτο που γίνεται τρίο που γίνεται κουαρτέτο, με τη Μαρία Κάλλας μοναδική στον ρόλο της Φιορίλας.

(κι επειδή κόβεται κάπως απότομα, ακούστε και τα υπόλοιπα).

 

 

 

Posted in όπερα, Επαναλήψεις, Επετειακά, Ημερολογιακά, Λαογραφία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Μηνολόγιον Φεβρουαρίου λοιπόν

Posted by sarant στο 1 Φεβρουαρίου, 2016

Το Μηνολόγιο, που το δημοσιεύω εδώ στις αρχές κάθε μήνα (συνήθως, αλλά όχι πάντα, την πρώτη του μηνός), ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

 

Δε 1 † Ζαχαρίου Παπαντωνίου
Τρ 2 Γενέσιον Γεωργίου Σουρή· επίσης Δημητρίου Μενδελέγεφ και του Περιοδικού Συστήματος αυτού
Τε 3 Προσεδάφισις επί της Σελήνης του πρώτου γηίνου αντικειμένου
Πε 4 † Τελευτή Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Και Δύτου Ανάδυσις
Πα 5 † Ιωάννου Γαβριήλ Εϋνάρδου
Σα 6 Δυστύχημα του αεροδρομίου του Μονάχου
Κυ 7 Καρόλου Ντίκενς
Δε 8 Μάρκου Βαμβακάρη και Νικολάου Ξυλούρη, των γνησίων μελωδών
Τρ 9 † Κοίμησις Διονυσίου Σολωμού
Τε 10 † Νικολάου Καββαδία, βάρδου των ναυτικών
Πε 11 † Καρτεσίου «σκέπτομαι άρα υπάρχω».
Πα 12 Γενέσιον Καρόλου Δαρβίνου
Σα 13 Εφεύρεσις κινηματογραφίας υπό αδελφών Λυμιέρ
Κυ 14 Έρωτος του ανικήτου
Δε 15 Γενέσιον Γαλιλαίου
Τρ 16 Ιστολογίου ίδρυσις· και Δημοκρίτου του Αβδηρίτου
Τε 17 † Θανάτωσις Ιορδάνου Μπρούνο επί της πυράς
Πε 18 Κοίμησις Μιχαήλ Αγγέλου και γενέσιον Νικολάου Καζαντζάκη, Κρητός
Πα 19 Γενέσιον Κοπερνίκου του ανατροπέως
Σα 20 Εφεύρεσις φωνογράφου υπό Θωμά Έδισων. Και Σπειροειδούς Αρχιτέκτονος γενέθλιον
Κυ 21 Παγκόσμια ημέρα μητρικής γλώσσης
Δε 22 † Αμερίκου Βεσπουκίου
Τρ 23 † Ιωάννου Γουτεμβεργίου και της τυπογραφίας εν Ευρώπη. Και ίδρυσις της ΕΠΟΝ
Τε 24 † Τένεση Γουίλιαμς
Πε 25 Γενέσιον Καρόλου Γκολντόνι
Πα 26 Γενέσιον Βίκτωρος Ουγκώ
Σα 27 Ανακάλυψις της δομής του DNA
Κυ 28

Δε 29

† Κήδευσις Κωνσταντίνου Παλαμά – «Ηχήστε οι σάλπιγγες!…»

Γέννησις Ιωακείμ Ροσσίνι του μελωδού και Γεωργίου Σεφέρη του ποιητού

Όπως βλέπετε και όπως ξέρετε, ο φετινός Φλεβάρης είναι διαφορετικός, διότι το 2016 είναι δίσεκτο, κι έτσι ο Φλεβάρης έχει μια μέρα παραπάνω. Ακόμα κι έτσι, όμως, ο Φλεβάρης εξακολουθεί να είναι ο μικρότερος μήνας.

Στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, που το έχουμε δανειστεί, ο Φλεβάρης ήταν ο τελευταίος μήνας του χρόνου -η χρονιά άρχιζε από τον Μάρτιο. Στο τέλος του χρόνου γίνονταν τελετές εξαγνισμού, και από το februum (= κάθαρση) ο μήνας ονομάστηκε Februarius. Από το Φεβράριος > Φεβράρης > Φεβλάρης προέκυψε η δημώδης ονομασία Φλεβάρης, που παρετυμολογικά συνδέεται με τη φλέβα, δηλ. ο Φλεβάρης ανοίγει τις φλέβες του (φλεβίζει) και βρέχει τον κόσμο -εξού και η παροιμία “Ο Φλεβάρης αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει”.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Ημερολογιακά, Λαογραφία, Μηνολόγιο | Με ετικέτα: , , , , | 193 Σχόλια »

Ο Σεφέρης και οι αμαλάκες

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2015

Κατά πάσα πιθανότητα, η τελευταία λέξη του τίτλου θα σας είναι άγνωστη. Ίσως να σκεφτήκατε πως έχει κάποια σχέση με τη συχνότερη ελληνική βρισιά, και σχέση υπάρχει αλλά όχι ετυμολογική ή εγγενής, δηλαδή οι αμαλάκες δεν είναι οι μαλάκες με άλφα στερητικό, δηλαδή οι μη μαλάκες. Τη λέξη την έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο, αλλά θαμμένη σε κάποια σχόλια του άρθρου για τον Σι Μαλάκας, τον προκατακλυσμιαίο (ελληνικής καταγωγής όπως δείχνει τ’ όνομά του) γενάρχη των Φιλιππινέζων, οπότε λίγοι θα τη θυμούνται.

Οι αμαλάκες, καταρχάς, είναι γένους θηλυκού. Η αμαλάκα λοιπόν είναι οπωροφόρο δέντρο της Ινδίας, Phyllanthus emblica το επιστημονικό της όνομα. Η λέξη έχει σανσκριτική ετυμολογία, και το δέντρο με τον καρπό του έχουν κάποια πολιτισμική και θρησκευτική σημασία στα μέρη εκείνα.

Τι σχέση έχει ο Σεφέρης με τις αμαλάκες, θα αναρωτηθείτε. Η λέξη υπάρχει σε ένα σατιρικό στιχούργημα του Σεφέρη, γραμμένο το 1931, που βρέθηκε στα χαρτιά του και σήμερα περιλαμβάνεται στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ένα στιχούργημα που έχει τον τίτλο Ινδικό παραμύθι, και που, όπως θα δείτε, βρίθει από ινδοπρεπείς λέξεις.

Ινδικό παραμύθι

Κάτω απ’ τις κουβαροσουκιές
κάθεται η λωτομάτα
κόβει ντομάτα για σαλάτα
καδάμπες και γαντζιές.

Πώς τραγουδεί τζιντζιριστά
κι οι μπαμπουκαλαμιώνες
με τους αμπανοζιοδεντρώνες
γνέφουνται στα λιμνιά …

Ω, φρίκη! ξάφνου απ’ τους δρυμούς
πηδήσανε οι αρτζούνες!
Με κάτι φλογερές μουτσούνες
και με κακούς σκοπούς

κινήσανε κοπαδιαστά
να βρουν τον άσο κούπα
της κόρης πού ηταν σαν τουλούπα
στου Γάγγη τα νερά …

Μα η διαλεχτή των Νισχιαντχών
αρτζούνες δεν εσκιάχτη
και στο κοπάδι έβγαλε τ’ άχτι
τ’ αψύ των Βινταρμπχών.

Κι όταν εφύγαν μουλωχτά
πέρα στις αμαλάκες
είπε: «Α’ στο διάολο μαλάκες!..»
κι έφαγε ανόρεχτα.

Λονδίνο, 7. 11. 1931

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 59 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (συμπληρωμένο)

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2015

28η Οκτωβρίου σήμερα, και συνεχίζω δημοσιεύματα στο πνεύμα της επετείου, αφού και την Κυριακή αλλά και χτες είχαμε συναφή θεματολογία. Σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που είχα ανεβάσει πριν από τρία χρόνια, για ένα πολύ χαρακτηριστικό επεισόδιο του πολέμου. Τον Δεκέμβριο του 1940, ενώ στα βουνά της Αλβανίας συνεχίζονταν οι μάχες, που είχαν πια πάρει νικηφόρα τροπή για τον ελληνικό στρατό, ο υποδιοικητής της Ασφάλειας Παξινός (αργότερα τον εκτέλεσαν οι Άγγλοι για άνθρωπο των Γερμανών) κάλεσε στην Ασφάλεια αρκετούς αρθρογράφους εφημερίδων και περιοδικών, τους περισσότερους αριστερούς, για να τους επιπλήξει επειδή στα άρθρα τους καλούσαν τον ελληνικό λαό να πολεμήσει το φασισμό -και όχι απλώς και γενικώς τους Ιταλούς.

Στην παλιότερη δημοσίευση είχα παρουσιάσει την εξιστόρηση των γεγονότων από τον Ασημάκη Πανσέληνο, όπως τα περιέγραψε στην απολαυστική αυτοβιογραφία του «Τότε που ζούσαμε». Σήμερα θα προτάξω την εξιστόρηση του ίδιου περιστατικού από τον Κώστα Βάρναλη, όπως τα θυμήθηκε σε χρονογράφημά του μέσα στον Εμφύλιο, στις 27 Οκτωβρίου 1947, στον Ρίζο της Δευτέρας, που ακόμα ήταν νόμιμος (ενώ ο καθημερινός Ριζοσπάστης είχε κλείσει μαζί με τις άλλες εαμικές εφημερίδες από τις αρχές Οκτωβρίου) αν και δεν θα αργούσε να κλείσει (στα τέλη του χρόνου, όταν τέθηκε εκτός νόμου το ΚΚΕ).

Παρουσιάζω επίσης στο τέλος την αναφορά που κάνει στο ίδιο περιστατικό ο Σεφέρης, που περιλαμβάνεται στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του «Χειρόγραφο Σεπ. 41» (τώρα στον τρίτο τόμο των Δοκιμών). Έτσι έχουμε το ίδιο γεγονός ιδωμένο από τρεις μεγάλους λογοτέχνες μας, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές (λίγους μήνες μετά ο Σεφέρης, λίγα χρόνια μετά ο Βάρναλης, πολλά χρόνια μετά ο Πανσέληνος). Παραθέτω επίσης ορισμένες πολύ καίριες σκέψεις του Σεφέρη για την οξεία αντίθεση στην οποία βρέθηκε το τεταρταυγουστιανό καθεστώς, να μάχεται, φασιστικό κι εκείνο, ενάντια σε δυνάμεις φασιστικές.

Βάρναλης

Η βουβή επέτειος – Γιορτή και λαός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »

Ένας ποιητής σε μέρες πολέμου

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2015

Καθώς πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, σκέφτηκα σήμερα, που είναι Κυριακή, μέρα αφιερωμένη στη λογοτεχνία, να βάλω μερικές σελίδες από το ημερολόγιο ενός μεγάλου ποιητή που έζησε από πολύ κοντά τα γεγονότα του πολέμου.

Θα καταλάβατε ίσως, από το επίρρημα, ότι εννοώ τον Γιώργο Σεφέρη ο οποίος, σαν ανώτατος διπλωμάτης που ήταν, παρακολούθησε από κοντά το διπλωματικό παρασκήνιο της περιόδου -και ταυτόχρονα κρατούσε εκτενείς ημερολογιακές σημειώσεις, που έχουν εκδοθεί (Εννοώ τις πολύτομες Μέρες. Ο Σεφέρης κρατούσε και το Πολιτικό ημερολόγιο, σε δύο τόμους, με καταχωρήσεις αυστηρά υπηρεσιακού-πολιτικού χαρακτήρα, αλλά για τους πρώτους μήνες του πολέμου του 1940-41 δεν έχει καμιά καταχώρηση σε αυτό).

Στο Διαδίκτυο υπάρχει η εγγραφή που αφορά την πρώτη μέρα του πολέμου, εδώ μεταφέρω το κείμενο αυτό (έχω κάνει αντιπαραβολή με το πρωτότυπο) καθώς και μερικές ακόμα εγγραφές του Σεφερη από τον Γ’ τόμο του ημερολογίου του.

Φυσικά, ο Σεφέρης στις 28 Οκτωβρίου δεν είχε καιρό και μυαλό να γράψει ημερολόγιο, την εγγραφή την έκανε στις 30 Οκτώβρη. (Παρεμπιπτόντως, οι νεοκαθαρευουσιάνοι αλλά και αρκετοί καλοπροαίρετοι διακινούν έναν «κανόνα» που λέει ότι ή θα πούμε «28 Οκτωβρίου» ή «28 του Οκτώβρη» και ότι ο τύπος «28 Οκτώβρη» είναι ξύλινη κομματοπαγής δημοτική της αριστεράς. Κι όμως ο Σεφέρης, στις ημερολογιακές του καταχωρήσεις, σημειώνει «28 Οκτώβρη»!)

Τετάρτη βράδυ, 30 Οκτώβρη.

Τώρα, μια στιγμή έξω από τη ζάλη, προσπαθώ να σημειώσω όσα θυμάμαι από τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου. Έχω την εντύπωση πως πρόκειται για αναμνήσεις χρόνων:

Νύχτα Σαββάτου προς Κυριακή (26-27). Κατά τη μία μού τηλεφώνησαν την είδηση του «Στέφανι»: Μια συμμορία ελληνική μπήκε στο αλβανικό έδαφος και χτυπήθηκε με τους Ιταλούς κατά τα μέρη της Βίγλιστας. Δύο μπόμπες στην κατοικία του Ιταλού διοικητή στους Αγίους Σαράντα. Οι δράστες, λένε οι Ιταλοί, είναι Έλληνες ή ‘Αγγλοι κατάσκοποι. Ο Νικολούδης είναι στην ιταλική πρεσβεία που έχει δεξίωση, ύστερα από την πρεμιέρα μιας όπερας του Πουτσίνι στο «Βασιλικό». Είπα να τον ειδοποιήσουν αμέσως. Οι διαψεύσεις βγήκαν τη νύχτα, καθαρές και ξάστερες. Ο Νικολούδης μου διηγήθηκε πως ο ίδιος ο σινιόρ Γκράτσι τον οδήγησε στο τηλέφωνο, και, όταν τέλειωσε, τον ρώτησε: «Mauvaises nouvelles?» Τ’ αποκρίθηκε: «Rien d’ extraordinaire», κι έφυγε μετά πέντε λεπτά για να πάει στον πρόεδρο.

Κυριακή πρωί, 27. Στο Υπουργείο Εξωτερικών. Συζητούμε ατέλειωτα και ζυγιάζουμε τις φράσεις της απάντησής μας σε μια νότα γερμανική εξαιρετικά θυμωμένη και πικρόχολη, που διαμαρτύρεται για τη δημοσίευση στις εφημερίδες του λόγου του Churchill προς τους Γάλλους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Ημερολόγια | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2015

Ο τίτλος του άρθρου δεν είναι δικός μου, είναι ο τίτλος της επιφυλλίδας του συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή της Κυριακής που μας πέρασε. Γλωσσικό είναι το ιστολόγιό μας, δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να αφήσω ασχολίαστο το άρθρο του Τ.Θ., αν και δεν θα σταθώ μόνο (ή κυρίως) στη βασιμότητα της «πρότασης» που υποθετικά διατυπώνεται στον τίτλο παρά σε ορισμένα άλλα ζητήματα που θίγει το άρθρο, κάποια από αυτά παρεμπιπτόντως.

Διότι βέβαια, η πρόταση να «επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα» δεν διατυπώνεται στα σοβαρά από τον Τ.Θ. Όπως λέει και ο ίδιος: Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα παιδί μου, κι εγώ, εδώ που τα λέμε, είπα να κάνω λίγη πλάκα. Πράγματι, δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό να επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα: και ο ίδιος ο Τ.Θ. άλλωστε, που αν δεν κάνω λάθος (μια και είναι μεγαλύτερός μου στην ηλικία) διδάχτηκε την καθαρεύουσα στα μαθητικά θρανία, γράφει το κείμενό του στην κοινή νεοελληνική (δηλαδή στη δημοτική), παρεμβάλλοντας μόνο καναδυό κουρελάκια καθαρευουσιάνικα, ακριβώς τη γενική «καθαρευούσης» ή το ευπρεπισμένο «σιδΗρογροθιές». Και να ήθελε να γράψει καθαρεύουσα δεν θα μπορούσε ή έστω θα έπρεπε να κοπιάσει πολύ -και κατά πάσα πιθανότητα όλο και κάποια ελληνικούρα θα του ξέφευγε.

Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό του «γλωσσικού ζητήματος» στην εποχή μας. Σε αντίθεση με τα παλιότερα χρόνια, όπου όταν π.χ. ο Μιστριώτης κατακεραύνωνε τον Ψυχάρη ή ο Φιλήντας ειρωνευόταν τον Χατζιδάκι χρησιμοποιούσαν διακριτές μορφές γλώσσας, στη σημερινή αντιπαράθεση για το γλωσσικό όλοι εκείνοι που συμμετέχουν στην πολεμική, γράφουν στην ίδια Ελληνική, κατανοητή από κάθε επαρκή αναγνώστη, οι δε διαφοροποιήσεις του ενός από τον άλλον γίνονται σε υφολογικό επίπεδο και σε περιορισμένο φάσμα γλωσσικών επιλογών, όπου ο ένας προτιμά λογιότερο και ο άλλος δημωδέστερο τύπο.

Αν λοιπόν η πρόταση του κ. Θεοδωρόπουλου διατυπωνόταν στα σοβαρά, το άρθρο θα τελείωνε κάπου εδώ. Ωστόσο, η επιφυλλίδα του κ. Θ. αποτελεί βάναυση διαστρέβλωση της πραγματικότητας σε αρκετά σημεία, κι έτσι δεν είναι περιττός ο σχολιασμός της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Εφημεριδογραφικά, Εκπαίδευση, Καθαρεύουσα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 292 Σχόλια »