Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γκάζι’

Οι γκαζές της γκαζόζας γκαζώνουν αγκαζέ στο γκαζόν

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2019

Το σημερινό άρθρο το ζητήσατε εσείς. Το περασμένο Σάββατο είχαμε τα Μεζεδάκια της γκαζόζας, με αφορμή τη διάσημη πια ατάκα του βουλευτή Αριστείδη Φωκά, που, όπως δικαιολογήθηκε, έχασε την ονομαστική ψηφοφορία επειδή είχε πιει μια γκαζόζα και αισθάνθηκε την ανάγκη να πάει εκεί που και οι βουλευτές πηγαίνουν μόνοι τους. Στα σχόλια εκείνου του άρθρου αρκετοί γκαζοζολογήσατε και ζητήσατε «μετ’ επιτάσεως» που λέει και το κλισέ να αφιερωθεί άρθρο στη γκαζόζα.

Αμ’ έπος αμ’ έργον λοιπόν.

Το άρθρο περιέχει τοποθέτηση προϊόντος, επειδή μου χρειαζόταν μια εικόνα και δεν έβρισκα καμία χωρίς μάρκα επάνω.

Η γκαζόζα, σύμφωνα με το ΛΚΝ, είναι «εμφιαλωμένο αεριούχο αναψυκτικό». Νομίζω πως ο ορισμός πάσχει, αν δεχτούμε ότι η γκαζόζα πρέπει να έχει γεύση λεμονιού (όχι να περιέχει λεμόνι). Το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας προσδιορίζει «που περιέχει κιτρικό οξύ».

Πράγματι, η γκαζόζα της εικόνας έχει τα εξής συστατικά: Νερό, Ζάχαρη, Διοξείδιο Άνθρακα, Μέσο Οξίνισης: Κιτρικό Οξύ, Αντιοξειδωτικό: Ασκορβικό Οξύ, Συντηρητικό: Σορβικό Κάλιο, Ρυθμιστής Οξύτητας: Κιτρικό Νάτριο, Φυσικές Αρωματικές Ύλες, ενώ η λεμονάδα περιέχει και χυμό λεμονιού.

Μ’ άλλα λόγια, η γκαζόζα δεν είναι λεμονάδα.

Η γκαζόζα είναι λαϊκό αναψυκτικό. Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο, σε μια παλιά ερωτική ταινία (σοφτ) που είχε γυρίσει προδικτατορικά, ο Κώστας Γκουσγκούνης αποδίδει την επιτυχία του στις γυναικες στο γεγονός ότι είναι χουβαρντάς. Και αμέσως μετά εμφανίζεται να πηγαίνει με μια κοπέλα στο ζαχαροπλαστείο και να τη ρωτάει «Να σε κεράσω μια γκαζόζα;». Ο Φρέντι Γερμανός είχε ειρωνευτεί την τόση γαλαντομία (στο «Γράψτο όπως το λέω»).

Ο Μπαμπινιώτης, αλλά και το Χρηστικό Λεξικό, υποστηρίζουν ότι η γκαζόζα ετυμολογείται από το ιταλικό gassosa, θηλυκό του gassoso, αεριώδης ή αεριούχος. H θεωρία αυτή προσκρούει στο ότι στα ιταλικά λέγεται gazzosa, που προφέρεται γκατσόζα.

Νομίζω πως δίκιο έχει το ΛΚΝ, που θεωρεί ότι τη γκαζόζα την πήραμε από το τουρκικό gazoz, το οποίο βέβαια έχει μάλλον γαλλική αρχή (από το eau gazeuse).

Tο απόκομμα που βλέπετε αριστερά, από εφημερίδα του 1901, που μιλάει για «φιάλες γκαζόζ» μάλλον δικαιώνει οριστικά το ΛΚΝ.

Δεν ξέρω αν θα το περιμένατε, όμως βρίσκω τη γκαζόζα 16 φορές σε ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, που του αρέσει να τη χρησιμοποιεί σε εικόνες με λαϊκούς ανθρώπους, π.χ. Στο καφενείο η γκουβερνάντα πίνει τη γκαζόζα της, το μωρό είναι ήσυχο μέσα στο καροτσάκι του. Υπάρχει μια φορά και στον Σεφέρη, στο Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη: Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , | 318 Σχόλια »

Μένης Κουμανταρέας (1931-2014)

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2014

menis-koumandareas-1Βρέθηκε χτες το πρωί νεκρός στο σπίτι του, δολοφονημένος όπως φαίνεται, ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας, ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της γενιάς του.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1931, ο Κουμανταρέας εμφανίστηκε στα γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια» το 1962. (Δεν ήταν μηχανόβιος: τα μηχανάκια του τίτλου είναι τα φλιπεράκια) Ακολούθησαν πολλά σημαντικά πεζά, κυρίως μυθιστορήματα. Από το 1982 ασχολήθηκε αποκλειστικά με το γράψιμο και τις μεταφράσεις. Το 1986 εξέδωσε τη «Φανέλα με  το εννιά», που έγινε ταινία από τον Παντελή Βούλγαρη και τον έκανε ακόμα περισσότερο γνωστό. Μέχρι το τραγικό τέλος παρέμενε συγγραφικά ακμαίος -το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Ο θησαυρός του χρόνου» εκδόθηκε φέτος, ενώ το περσινό, «Θάνατος στο Βαλπαραΐζο», που το έχω διαβάσει, είχε θέμα τις συνομιλίες του ετοιμοθάνατου Έριχ Χόνεκερ με έναν Έλληνα γιατρό.

Για να τιμήσουμε τη μνήμη του, διάλεξα να παρουσιάσω τις πρώτες σελίδες από ένα από τα καλύτερα βιβλία του, το μυθιστόρημα «Βιοτεχνία υαλικών», που εκδόθηκε το 1975 από τις εκδ. Κέδρος και τιμήθηκε την επόμενη χρονιά με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. (Το κείμενο το έχω πάρει από επανέκδοση για μια σειρά του Βήματος, σε επιμέλεια Ελένης Κεχαγιόγλου, που είναι μονοτονισμένη και με διακριτικά εκσυγχρονισμένη την ορθογραφία, σελ. 11-24).

Το μυθιστόρημα, θυμίζω, εκδόθηκε το 1975, όταν το Γκάζι δεν ήταν τόπος νυχτερινής διασκέδασης αλλά εργοστάσιο φωταερίου. Ο Κουμανταρέας δεν είναι συγγραφέας με περίεργο λεξιλόγιο, αλλά δεν ξέρω τι είναι οι ντισές που αναφέρει σε κάποιο σημείο. Όποια ή όποιος μπορεί, ας μας διαφωτίσει. (Τελικά, όπως προκύπτει από τα σχόλια, το ντισές είναι εκλεκτό σατέν ύφασμα, ενώ υπήρχαν και πολυθρόνες τύπου ντισές μπριζέ).

Πριν προχωρήσω στο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κουμανταρέα, παρεμβάλλω (σαν διαφημιστικό διάλειμμα) μια λογοτεχνική είδηση: αύριο Δευτέρα 8.12, στις 5.50 μμ, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50), η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων διοργανώνει εκδήλωση μνήμης για τον αγαπημένο μου Γιώργο Κοτζιούλα. Το ενδιαφέρον πρόγραμμα, εδώ.

ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΥΑΛΙΚΩΝ, απόσπασμα

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ, Η ΜΠΕΜΠΑ ΤΑΝΤΗ κατηφόριζε την Πειραιώς φορτωμένη τιμολόγια και αποδείξεις. Ένιωθε άκεφη και κουρασμένη· θα προτιμούσε να τριγύριζε με τα χέρια ελεύθερα σαν άντρας. Από τότε που κληρονόμησε το μαγαζί του πατέρα της κι αποφάσισε να πάρει σύζυγο και συνεταίρο, έχασε το βάδισμα του νέου κοριτσιού, το στήθος της είχε μεγαλώσει, τα μαλλιά της θαμπώσει.

Το μαγαζί, η μικρή βιοτεχνία υαλικών, στεγαζόταν στο ισόγειο ενός δίπατου σπιτιού, στη συμβολή Πει­ραιώς και Ιεράς Οδού, εκεί όπου παλιότερα ήταν η λαχαναγορά και τώρα ο δήμος είχε φυτέψει ένα παρκάκι. Ακριβώς απέναντι, κάπου τριάντα στρέμματα τοιχισμένα, βρισκόταν το Γκάζι. Μέσα από τους λέ­βητες και τις καμινάδες οι ατμοί ανέβαιναν τυλίγο­ντας το τετράγωνο σε ομίχλη, και το συρματόπλεγμα, γύρω, θύμιζε Κατοχή. Από τότε μάλιστα που στην πύλη φύλαγε βάρδια με τους πολίτες κι ένας φαντάρος, της φαινόταν πως από ώρα σε ώρα ένα κύμα βίας θα ξεσπούσε στην πόλη. Τάχυνε το βήμα της και χωνό­ταν στο μαγαζί.

Τα ρολά μισόκλειστα, αναγκαζόταν να σκύψει, για να περάσει. Κάτω από τη σύναξη των πολυελαίων η Μπέμπα Ταντή αντίκριζε τον άντρα της καθισμένο σ’ ένα γραφείο από φορμάικα, το πρόσωπο σκυμμένο στους λογαριασμούς, τα πόδια μαζεμένα κάτω από την καρέκλα. Τους κροτάφους φώτιζαν ασημένιες τούφες κι ανάμεσα τρεμόπαιζαν κάτι άρρωστες φλεβίτσες. Άφηνε την τσάντα της παράμερα και καθόταν κοντά του. Μιλούσαν για τις τελευταίες παραγγελίες, τοποθετούσαν κατά ημερομηνία τα γραμμάτια, έκλει­ναν ταμείο. Έπειτα κατέβαζαν τα ρολά και με βήμα αργό ξεκινούσαν για το σπίτι. Κατοικούσαν λίγα τε­τράγωνα παρακάτω. Τραβούσαν μέσ’ από τα στενά του Ρουφ, σταματώντας η Μπέμπα να ισιώσει την κάλτσα της, ο Βλάσης ν’ αγοράσει τσιγάρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Λογοτεχνία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 82 Σχόλια »