Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘γκώνω’

Γκώσαμε, ή μια τρύπα στα λεξικά μας

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2019

Τις προάλλες, στην ομάδα «Υπογλώσσια» του Φέισμπουκ, όπου συμμετέχω κι εγώ, κάποιος φίλος έφερε για συζήτηση μιαν οθονιά από συζήτηση, έχοντας υπογραμμίσει τη λέξη «γκώσαμε».

Τη συζητησαμε λοιπόν εκεί, οπότε συνειδητοποίησα πως δεν την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, παρόλο που, γκουγκλίζοντας, βρίσκω πως έχουμε χρησιμοποιήσει μερικές φορές το ρήμα «γκώνω» και ιδίως τον τύπο «γκώσαμε», για παράδειγμα, σε συζήτηση για βιβλία κάποιος σχολίασε: «Όχι άλλο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γκώσαμε πια» ενώ, με άλλη ευκαιρία, κάποιος άλλος έκανε το διαγλωσσικό λογοπαίγνιο «γκώσαμε πια με τα γκόσιπ!»

Όμως ξεκίνησα κάπως από τη μέση, θεωρώντας δεδομένο πως ξέρετε τι σημαίνει η λέξη -ίσως επειδή υποθέτω πως οι περισσότεροι θα την ξέρετε, αν και δεν αποκλείεται να έχετε ακούσει το «γκώσαμε» με τη σημασία του «φτάνει πια», «νισάφι», «μπάστα», «όχι άλλο κάρβουνο», αλλά να μην ξέρετε τι ακριβώς σημαίνει το σχετικό ρήμα.

Και, εδώ που τα λέμε, όλοι σχεδόν που χρησιμοποιούν την περίπου συνώνυμη «νισάφι» δεν ξέρουν -και δεν είναι ανάγκη να ξέρουν- την ετυμολογία της λέξης, ούτε τι σημαίνει η τουρκική λέξη insaf από την οποία προέρχεται το δικό μας νισάφι.

Το ρήμα «γκώνω» το είχα συμπεριλάβει στις Λέξεις που χάνονται, όπου έβαζα λέξεις που δεν συμπεριλαμβάνονταν στα μεγάλα λεξικά μας (τότε ήταν το ΛΚΝ και του Μπαμπινιώτη, το Χρηστικό δεν είχε κυκλοφορήσει το 2011 που βγήκε αυτό το βιβλίο μου). Είχα γράψει τα εξής:

Γκώνω και αγκώνω σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκωσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, αγκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη.

Προκειμένου για γλυκά, το γκώνω είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε ένα διάσημο στίχο από την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει το νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ’ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει».

Μεταφορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 261 Σχόλια »