Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γ. Μπαμπινιώτης’

Κορονοβαλεντινομεζεδάκια

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2021

Αύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου και κανονικά τούτο το Σαββατοκύριακο θα ήταν μια καλή ευκαιρία να γιορτάσουν τα ερωτευμένα ζευγάρια και να ερωτευτούν οι άλλοι, αλλά τα κανονικά δεν είναι για φέτος.

Φέτος αν μένει κανείς στην Αττική ή στη Θεσσαλονίκη δεν θα μπορεί να βγει έξω μετά τις 6 -αλλά και να βγει, πού να πάει; Ενώ, αν τύχει και ο αγαπημένος ή η αγαπημένη σας κατοικεί σε διαφορετικό δήμο θα πρέπει να παρανομήσετε για να τον συναντήσετε (ίσως να γράψω κάτι γι’ αυτόν τον παραλογισμό). Οπότε, ακολουθώντας τη συμβουλή του κ. Σταμπουλίδη, οι ερωτευμένοι ετεροδημότες πρέπει να γιορτάσουν τον Βαλεντίνο μέσω Skype.

Οπότε, κορονοβαλεντίνος φέτος. Και αναλόγως τα μεζεδάκια.

* Και ξεκινάμε με ένα περίεργο περιστατικό από τον Σκάι. Μεταδίδοντας πλάνα από την επίσκεψη του Μεγάλου Ταξιδιώτη στο Ισραήλ, ο υπεύθυνος για τα σουπεράκια έβαλε τη λεζάντα: Κυριάκος Μητσοτάκης – Κάτοικος Γουχάν.

Τυχαία γκάφα, θα πείτε -και πράγματι, δεν αποκλείεται να ήταν έτσι. Ωστόσο, πολλοί θυμήθηκαν ένα άλλο περίεργο σουπεράκι, στα τέλη του περασμένου χρόνου, όταν είχε γραφτεί «εμβολιάζονται ο πρωθυπουργός και η υπέρκομψη Μαρέβα», μια προφανής τρολιά από κάποιον τεχνικό, για την οποία ο Δημ. Καμπουράκης είχε δώσει μια σιβυλλική εξήγηση.

Οπότε, μπορεί και το δεύτερο αυτό συμβάν να μην οφείλεται σε γκάφα, αλλά σε κάποιον ή κάποιους αντιστασιακούς μέσα στον Σκάι.

Πάντως, o Σκάι εκ των υστέρων μοντάρισε το δελτίο ώστε να εξαφανιστεί η ενοχλητική λεζάντα. Αλλά τα ίχνη έμειναν, Όπως έγραψε ο Μαντζουριανός στο Τουίτερ: Σπάνιο φυσικό φαινόμενο κατέγραψε η κάμερα στον αέρα του μεσημεριανού δελτίου του Σκάι. Το λεπτό που διαρκεί 52 δευτερόλεπτα! Προσοχή στο ρολόι κάτω δεξιά. Στο 00:00,800 του βίντεο γυρίζει σε 14:30. Στο 00:52,120 γυρίζει σε 14:31. Μπορείτε να το δείτε, εδώ.

* Τη βδομάδα που μας πέρασε, είχαμε και την Παγκόσμια ημέρα της ελληνικής γλώσσας, στις 9 Φεβρουαρίου, μια ημερομηνία που επιλέχτηκε με τη συμβολή του ιστολογίου, όπως έχω ξαναπεί.

Βέβαια, με την ευκαιρία αυτή ακούστηκαν διάφορες λερναιότητες -βεβαια, όπως είδαμε σε πρόσφατο άρθρο, μύθοι για τη γλώσσα διακινούνται και ανεξάρτητα από ευκαιρίες.

Για παράδειγμα, σε μια διημερίδα (διαδικτυακή) που έγινε με την ευκαιρία της Παγκόσμιας ημέρας, ο Σάββας Αναστασιάδης, βουλευτής ΝΔ, έκανε έκκληση για διάσωση (!) της ελληνικής γλώσσας, διοτι «Είναι η γλώσσα της σύγχρονης πληροφορικής που οι τόνοι της είναι μουσικά σημεία, που δεν έχει όρια και οδηγεί το πνεύμα»

Μπράβο στον βορειοελλαδίτη βουλευτή, που κατάφερε μέσα σε μια πρόταση να συμπυκνώσει 3-4 από τους μύθους του Λερναίου!

* Μιλώντας πάντοτε για γλώσσα, βλέπουμε ότι η εκστρατεία του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη για περιορισμό της διείσδυσης αγγλικών δανείων δεν είναι ελληνική πατέντα.

Bλεπουμε εδώ αναφορά Μπρεξιταρισμένων προς τη βρετανική κυβέρνηση, με την οποία ζητείται να αφαιρεθούν οι γαλλικές φράσεις Dieu et mon droit και Honi soit qui mal y pense από τα νέα βρετανικά διαβατήρια που θα εκδοθούν μετά το Μπρέξιτ.

Όπως σωστά επισημαίνουν κάποιοι, οι μισές περίπου λέξεις της αναφοράς έχουν γαλλική ετυμολογία -να τις αφαιρέσουν κι αυτές; (Είδαμε σε πρόσφατο άρθρο ότι κάπου το 28% ενός δείγματος 80.000 αγγλικών λέξεων έχει γαλλική προέλευση).

* Αλλά δόξα Μπαμπινιώτη ζήλεψε και ο σουλτάνος Ερντογάν.

Όπως διαβάσαμε μέσα στη βδομάδα, «Με την αίσθηση πως κάθε τι ελληνικό θα πρέπει να εξαλειφθεί από προσώπου γης, ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και οι συν αυτώ, επιχειρούν να αντικαταστήσουν τις λέξεις αστροναύτης (astronot στην τουρκική) και κοσμοναύτης (kozmonot στην τουρκική) με άλλες λέξεις, τουρκικής ρίζας».

Στην πραγματικότητα, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο Ερντογάν δεν θέλει να εξαλείψει την ελληνική λέξη «αστροναύτης» αλλά την ελληνογενή τουρκική λέξη astronot, δάνειο από τα γαλλικά. Και όχι επειδή είναι ελληνικής προέλευσης, αλλά επειδή δεν είναι τουρκική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Γλωσσικά δάνεια, Επιγραφές, Εκδηλώσεις, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 255 Σχόλια »

Η μεταγραφή των ξένων κύριων ονομάτων και η φενάκη της αντιστρεψιμότητας (άρθρο του Νίκου Λίγγρη)

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2021

Σήμερα θα βάλω ένα εκτενές αλλά πολύ καλογραμμένο άρθρο του Νίκου Λίγγρη, που κακώς δεν το είχα (ανα)δημοσιεύσει στο ιστολόγιο εδώ και τόσα χρόνια -αφού έχει γραφτεί το μακρινό 2008, φυσικά στο φόρουμ της Λεξιλογίας. Τον τελευταίο καιρό συζητήσαμε μερικές φορές για το ζήτημα αυτό, και θα το ξανασυζητήσουμε άλλωστε, οπότε σκέφτηκα ότι θα σας ενδιαφέρει.

Το ζήτημα είναι πώς να μεταγράφουμε τα ξένα κύρια ονόματα. Όσο πιο απλά γίνεται (όπως ήδη κάνουμε με τις απλές λέξεις;) ή με τον παραδοσιακό τρόπο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει την αντιστρεψιμότητα; Στο ζήτημα αυτό, οι ειδικοί δεν ομοφωνούν. Ενώ όλοι οι λεξικογράφοι και οι μελετητές γράφουν απλά τα ξένα δάνεια, δηλαδή βόλεϊ, πάρτι, τρένο κτλ. στα τοπωνύμια και στα κύρια ονόματα υπάρχουν διχογνωμίες. Κάποιοι επιμένουν στον παραδοσιακό τρόπο (Χόλλυγουντ). Κάποιοι, όπως ο Πάπυρος, απλοποιούν τα διπλά σύμφωνα αλλά κρατάνε τα η, ω, υ: Χόλυγουντ. Κάποιοι τα γράγουν όλα απλά, Χόλιγουντ. Οπότε, Σέξπιρ ή Σαίξπηρ; Χόλλυγουντ, Χόλυγουντ ή Χόλιγουντ; Αυτό θα συζητήσουμε εδώ.

Τι δεν θα συζητήσουμε σήμερα; α) Δεν θα συζητήσουμε για το πώς (πρέπει να) μεταγράφονται τα κύρια ονόματα αν έχουμε περισσότερες από μία απόψεις για την προφορά τους -δηλαδή δεν θα συζητήσουμε αν πρέπει να γράφουμε Κιούμπρικ ή Κούμπρικ, Γιοχάνεσμπουργκ ή Τζοχάνεσμπεργκ, Βαλέσα ή Βαουένσα. β) Δεν θα συζητήσουμε για τα εξελληνισμένα τοπωνύμια (πχ Βρυξέλλες, δεν θα τις γράψουμε Βριξέλες).

Ο Λίγγρης στο άρθρο του σχολιάζει, παράγραφο προς παράγραφο, ένα παλαιό άρθρο του Μπαμπινιώτη. Νομίζω ότι η συζήτηση διατηρεί και σήμερα την επικαιρότητά της παρόλο που θα διαβάσουμε ένα άρθρο του 2008 που σχολιάζει ένα άλλο άρθρο του 1997. Αυτό που ίσως έχει αλλάξει σήμερα να είναι μια ευρύτερη αποδοχή των απλογραφημένων ονομάτων πχ Χόλιγουντ, Σέξπιρ.

Η δική μου προτίμηση, πλέον, είναι στην απλογράφηση. Η αντιστρεψιμότητα εξασφαλίζεται με το να γράφεις, την πρώτη φορά, το όνομα στα ξένα, δηλ. Ροσίνι (Rossini). Θα δεχόμουν το υ, αλλά μονο όταν αποδίδει το γαλλικό u, γερμανικό ü. Δηλαδή Ντύσελντορφ, Ζυλ (Jules) αλλά όχι Σαρκοζύ.

Το άρθρο των Λίγγρη/Μπαμπινιώτη (από εδώ, χωρίς το προοίμιο).

Ξέρω, το έχουμε ξεσκίσει το θέμα και άκρη δεν έχουμε βρει. Είπα να το ξαναπιάσω από μια διαφορετική σκοπιά, αφού πληροφορήθηκα ότι πέθανε τη Δευτέρα ο γιος του Ζεράρ Ντεπαρντιέ, ο Γκιγιόμ, και μέσα στην τραγικότητα της είδησης εγώ έκανα σκέψεις για το άγχος του μεταφραστή μπροστά στο Guillaume: Γκιγιόμ σαν τον Ντεπαρντιέ, Γκιγιώμ σαν τον Απολλιναίρ (το Γκιγιώμ πάει με το Απολλιναίρ και όχι με το Απολινέρ) ή Γουλιέλμος σαν τον της Ωβέρνης;

Είπα λοιπόν, μετά από την είδηση για τα σχολικά βιβλία, να δω τι διδάσκουν στους μαθητές. Άνοιξα στην τύχη ένα τεύχος της Ιστορίας του νεότερου και σύγχρονου κόσμου Γ’ Γενικού Λυκείου (εδώ, σελ. 97-138) και βρίσκω:
Κέλογκ (όχι των κορνφλέικς, τον άλλο που συνυπέγραψε με τον Γάλλο Μπριάν το σύμφωνο που στην ελληνική Βικιπαιδεία αναφέρεται ως «Σύμφωνο *Μπράϊαντ-Κέλογκ» — σαν δεν ντρέπονται λιγάκι). Και Μουσολίνι και Πικάσο και Βρετανία. Εντάξει, σκέφτομαι, δεν παίζουν τα διπλά σύμφωνα. Για φωνήεντα πέφτω στον Τσάμπερλαιν, τον Πεταίν και τον Κέυνς. Μάλιστα, σκέφτομαι, κρατάνε τα φωνήεντα. Ύστερα είδα Ντε Γκολ και Τσόρτσιλ και Μπάστερ Κίτον, αντί για Ντε Γκωλ, Τσώρτσιλ και Κήτον, οπότε σκέφτηκα ότι ακολουθούν τις προτάσεις της γραμματικής του Τριανταφυλλίδη (όχι ω και η — θα τις ξαναδούμε παρακάτω). Στο επόμενο PDF είδα Μποντλέρ και Βερλέν και μπερδεύτηκα.

Απορία: οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων παίρνουν κάποιες οδηγίες ως προς τη μεταγραφή των ξένων κύριων ονομάτων; Κυκλοφορούν αυτές οι οδηγίες για να τις μάθουμε κι εμείς;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γλωσσικά δάνεια, Γλώσσες, Μεταγραφή ξένων ονομάτων, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Οι γλωσσολόγοι που χτυπάνε καμπανάκι και άλλες λερναιότητες

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2021

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες δημοσιεύτηκε στη βρετανική Γκάρντιαν ένα άρθρο της Έλενα Σμιθ στο οποίο παρουσιάζεται η εκστρατεία τού καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη εναντίον τού (κατ’ αυτόν) κατακλυσμού αγγλικών λέξεων που δέχεται η ελληνική γλώσσα.

Το άρθρο αυτό συζητήθηκε αρκετά στα κοινωνικά μέσα και αναδημοσιεύτηκε μεταφρασμένο από πολλούς ιστότοπους. Δεν έτυχε να το συζητήσουμε στο ιστολόγιο, κυρίως επειδή είχαμε ήδη συζητήσει την εκστρατεία αυτή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα («Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;«), κρίνοντας τις αυθεντικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη και όχι τον τρόπο που εκφράστηκαν μέσα από ένα ξενόγλωσσο άρθρο, που ήταν και κάπως προχειρογραμμένο εδώ που τα λέμε (ας πούμε, χρησιμοποιούσε τον ίδιο όρο, Greenglish, για να περιγράψει αφενός αυτό που λέμε εμείς γκρίκλις, και αφετέρου τη χρήση αγγλισμών στην ελληνική γλώσσα).

Όπως όμως ήταν αναμενόμενο, το άρθρο της Γκάρντιαν έδωσε έναυσμα να γίνουν αρκετές συζητήσεις και να γραφτούν και άλλα άρθρα. Και ένα από αυτά, τα δευτερογενή άρθρα, θα συζητήσουμε σήμερα. Ένα ενυπόγραφο άρθρο που δημοσιεύτηκε την Κυριακή που μας πέρασε στο Πρώτο Θέμα και που είδα να αναδημοσιεύεται αρκετά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το άρθρο, που το υπογράφει η Νεφέλη Λυγερού, είναι ένα ανακάτεμα από αλήθειες, μισές αλήθειες, πλάνες και ξεκάθαρα ψέματα, μερικά από τα οποία είναι παρμένα κατευθείαν από το Λερναίο κείμενο και τις παραφυάδες του. Ακόμα, παρουσιάζεται σαν μια συρραφή από παραγράφους λίγο-πολύ άσχετες η μία με την άλλη, ενώ και κάποιες παράγραφοι είναι συρραφές άσχετων προτάσεων. Έτσι, θα χρειαστεί να το παραθέσω ολόκληρο και να απαντήσω παράγραφο προς παράγραφο.

Κάποιοι θα πουν ότι κλέβω εκκλησία, δηλαδή ότι διαλέγω να απαντήσω σε έναν εύκολο αντίπαλο. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση και ανασκευή σε ένα άρθρο που (όπως εκτιμώ) αναδημοσιεύτηκε αρκετά και που ανακατεύει αλήθειες και ψέματα. Διότι τα κομμάτια που αληθεύουν, εφόσον μάλιστα είναι ζωντανά στη μνήμη του αναγνώστη, δανείζουν κύρος και στα ψέματα.

Ξεκινάω λοιπόν. Το άρθρο το βρίσκετε εδώ (όποιος έχει καιρό για χάσιμο μπορεί να ρίξει μια ματιά και στα σχόλια των αναγνωστών). Εγω σχολιάζω παράγραφο προς παράγραφο. Βάζω τα δικά μου με πλάγια. Για να μην υπάρχει μπέρδεμα, σε ένα σημείο όπου το πρωτότυπο άρθρο έχει πλάγια (λόγια του Ελύτη) τα κάνω όρθια.

Προτάσσεται στο άρθρο μια σύνοψη, που αποτελεί το δίδαγμα που καλείται να αποκομίσει ο αναγνώστης -ή όποιος βαριέται ή δεν έχει την απαραίτητη συγκέντρωση για να διαβάσει όλο το άρθρο:

Οι σύγχρονοι Έλληνες χρησιμοποιούν μόλις 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους από τον θησαυρό των 7 εκατομμυρίων που έχει η ελληνική γλώσσα –  Greeklish και ξενόφερτοι όροι διαβρώνουν και υποβαθμίζουν την ελληνική γλώσσα

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει μια πλάνη (300 λέξεις) και ένα κατάφωρο ψέμα (7 εκατομμύρια). Η δεύτερη πρόταση, μια ακόμα αρκετά διαδεδομένη πλάνη. Έτσι, το ψέμα (7 εκατ.) που εισάγεται παρεμπιπτόντως αποκτά το κύρος δεδομένου, όπως θα λέγαμε π.χ. «από τους 52 νομούς που έχει η Ελλάδα» ή «από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ». Αλλά θα απαντήσω στα σημεία αυτά πιο κάτω.

Πρώτο Θέμα: Ο όρος «πανδημία» αναδείχθηκε σε λέξη του 2020 από το λεξικό MerriamWebster. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, όμως, δεν πρόκειται να χάσει ούτε και φέτος τα πρωτεία. Πρόκειται για μία λέξη με αρχαιοελληνική προέλευση (από το παν+δήμος), η οποία υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και συνολικά από 54 ακόμα, τις οποίες ομιλούν συνολικά περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα.

Νίκος Σαραντάκος: Λίγα έχω να παρατηρήσω στην εισαγωγή. Επισημαίνω πάντως ότι λέξη του 2020 αναδείχτηκε ο όρος pandemic, όχι ο όρος «πανδημία».

ΠΘ: Η επιρροή της ελληνικής γλώσσας στην υφήλιο είναι γνωστή και αναγνωρισμένη, καθώς έχει αφήσει το ανεξίτηλο στίγμα της στην Ιστορία και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο αμέτρητος πλούτος της αποτυπώνεται σε περίπου 7.000.000 λέξεις. Οπως έχει γράψει και ο Οδυσσέας Ελύτης, «Δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία ελληνική, όπως εξελίχθηκε από την αρχαία, που έφτασε να είναι το μεγάλο καμάρι μας και το μεγάλο μας στήριγμα… Τήν γλώσσαν μού έδωκαν ελληνικήν».

ΝΣ: Εδώ υπάρχει ένα κατάφωρο ψέμα σφηνωμένο ανάμεσα σε μια πομφόλυγα (πρώτη πρόταση) και σε ένα παράθεμα. Έτσι το ψέμα αποκτά κύρος. Διότι είναι χοντρό ψέμα ότι η ελληνική έχει «περίπου» 7 εκατ. λέξεις.Θα θυμάστε ότι στο Λερναίο κείμενο αναφέρεται ότι η ελληνική έχει 5 εκατ. λέξεις ενώ σε άλλες παραφυάδες δηλώνονται 6 εκατομμύρια. Προφανώς η κ. Λυγερού θέλησε να κάνει ρελάνς και να γράψει 7. Στην πραγματικότητα, οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής που σώζονται είναι περίπου 200.000, ενω για την «όλη» ελληνική ο καθηγητής Χ. Χαραλαμπάκης έχει κάνει την εκτίμηση των 700.000 λέξεων -που τη βρίσκω γενναιόδωρη.

Περαιτέρω, το παράθεμα από τον Ελύτη είναι συρραφή. Η πρωτη πρόταση είναι από τον λόγο του στη Στοκχόλμη κατά την απονομή του Νόμπελ, ενώ η άλλη δεν είναι από το ίδιο κείμενο με παράλειψη κάποιου τμήματος, όπως δηλώνουν οι τρεις τελείες, αλλά από εντελώς άλλο, προγενέστερο, από το Άξιον Εστί! Και βέβαια, δεν έγραψε έτσι ο Ελύτης, δεν ήταν Κύπριος ούτε πίστευε στην οξυγόνωση του εγκεφάλου να ντιντινίζει νι παντού: Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, έγραψε. Παρακαλείται η κ. Λυγερού να έρθει να πάρει τα τρία παραπανίσια νι που της έπεσαν.

ΠΘ: Ας σημειωθεί ότι τα 2/3 της αγγλικής γλώσσας αποτελούνται από λέξεις προερχόμενες από τις κλασικές γλώσσες (ελληνική και λατινική). Οι Ελληνες άλλωστε ήταν αυτοί που επινόησαν τα φωνήεντα. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι δεν είναι μονάχα ο  διακεκριμένος καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Γεώργιος Μπαμπινιώτης που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της. Στο πλευρό του συντάσσονται αρκετοί διακεκριμένοι γλωσσολόγοι, οι οποίοι διαβλέπουν ότι αυτή απειλείται από την εισβολή των ξένων λέξεων.

ΝΣ: Αυτή η παράγραφος αποτελεί συρραφή τριών άσχετων προτάσεων, που συνδέονται μεταξύ τους με το ζόρι και καταχρηστικά. Ο πρώτος ισχυρισμός, ότι τα 2/3 των λέξεων της αγγλικής, έχει ελληνική ή λατινική προέλευση, επαναλαμβάνεται συχνά αλλά δεν φαίνεται να αληθεύει. Σε ανάλυση των 80.000 λημμάτων του SOD βρέθηκαν: 28% λέξεις γαλλικής προέλευσης, 28% λατινικά, συμπεριλαμβανομένων των νεολατινικών, 25% γερμανικές γλώσσες, 5,3% ελληνικά. Άρα, δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός για τα 2/3. Περαιτέρω, η από κοινού αναφορά ελληνικών και λατινικών κρύβει την πολύ μεγαλύτερη συμβολή της λατινικής.

Ότι οι Έλληνες επινόησαν τα φωνήεντα είναι ακριβές, αλλά άσχετο.

Ως προς την τρίτη πρόταση, ποιοι είναι άραγε οι «διακεκριμένοι γλωσσολόγοι» που κρούουν τον κώδωνα μαζί με τον Μπαμπινιώτη; Εγώ δεν έχω δει κανέναν άλλον, και ξέρω πολλούς γλωσσολόγους.

ΠΘ: Οι σύγχρονοι Ελληνες έχουν υποβαθμίσει αισθητά την ποιότητα της γλώσσας τους. Κοινώς, το καθημερινό λεξιλόγιο του μέσου Ελληνα έχει φτωχύνει, ενώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα στους κόλπους της νεολαίας. Εκεί γίνεται καθημερινή χρήση ξένων όρων, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχοι ελληνικοί. Η ανθεκτικότητα που σηματοδότησε τη μακρά Ιστορία των Ελλήνων κινδυνεύει να διαβρωθεί από μια επίθεση αγγλικών όρων που κυριαρχούν τώρα στην καθημερινή ζωή.

ΝΣ: Ούτε ορίζεται τι σημαίνει «υποβάθμιση της ποιότητας της γλώσσας», ούτε αποδεικνύεται ότι το λεξιλόγιο του μέσου Έλληνα έχει φτωχύνει. Το μόνο τεκμήριο που παρέχεται είναι η (ας δεχτούμε ότι ισχύει) αυξημένη χρήση δάνειων όρων. Αλλά βέβαια, με τον δανεισμό το λεξιλόγιο πλουτίζει, δεν φτωχαίνει. Η αρθρογράφος δεν καταλαβαίνει ότι αντιφάσκει -ενώ μόλις υποστήριξε (έστω και με φουσκωμένα νούμερα) ότι χάρη στον δανεισμό πλουτίστηκε το λεξιλόγιο της αγγλικής γλώσσας, παραπονιέται ότι εξαιτίας του δανεισμού φτωχαίνει το λεξιλόγιο της ελληνικής!

ΠΘ: Πόσο μάλλον όταν στο Διαδίκτυο έχουν επικρατήσει τα λεγόμενα greeklish (ελληνικά γραμμένα με αγγλικούς χαρακτήρες). Κατά πολλούς γλωσσολόγους, η συνήθεια αυτή πλήττει ανεπανόρθωτα την ορθογραφία και κινδυνεύει να οδηγήσει στην απώλεια ή, τουλάχιστον, στην υποβάθμιση της ελληνικής γλώσσας. Ο έγκριτος «Guardian» αναρωτιέται σε δημοσίευμά του πώς είναι δυνατόν οι Ελληνες, που έχουν μία λέξη για τα πάντα, να τείνουν να απολέσουν αυτόν τον θησαυρό τους. Ούτε λίγο, ούτε πολύ αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων στην καθημερινή ζωή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον εκβαρβαρισμό και την αλλοτρίωση της ελληνικής.

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι πολλοί μεν αλλά μη κατονομαζόμενοι γλωσσολόγοι! Πόσο πολλοί είναι; Ο εξης ένας, ο Μπαμπινιώτης -ή μάλλον κανένας, διότι και ο Μπαμπινιώτης, που πράγματι έχει ταχθεί κατά των γκρίκλις, δεν μιλάει ούτε για «ανεπανόρθωτο» πλήγμα ούτε για «απώλεια».

Κι έπειτα, ποιοι αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων; Οι γλωσσολόγοι; οι Έλληνες; η Γκάρντιαν; Η ασάφεια είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των γλωσσικών μύθων -να μη δηλώνεται καθαρά ποιος λέει και ποιος κάνει το κάθε τι.

ΠΘ: Τα «Συλλυπητήρια» έχουν αντικατασταθεί από το RIP. Αυτό είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα παραδείγματα ότι οι Ελληνες έχουν πιο φτωχό λεξιλόγιο. Τουλάχιστον ένα 5% των αγγλικών λέξεων έχει ενσωματωθεί στην ελληνική γλώσσα. Αν και δεν φαίνεται ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, σημαίνει ότι 3.000 αγγλικές λέξεις έχουν παρεισφρήσει στην ελληνική γλώσσα.

ΝΣ: Τρία πουλάκια κάθονται. Καταρχάς, τα «συλλυπητήρια» ΔΕΝ έχουν αντικατασταθεί από το RIP (Rest In Peace) όπως μπορεί να δει κανείς στο Φέισμπουκ όπου κάθε φορά που κάποιος αναγγέλλει τον θάνατο προσφιλούς του συγγενούς από κάτω βλέπουμε αμέτρητα «συλλυπητήρια» (κάποτε ειλικρινή, θερμά, από βάθους καρδίας κτλ.) και κανένα RIP. Kαι δεν μπορεί ο ένας όρος να αντικαταστήσει τον άλλον διότι χρησιμοποιούνται σε διαφορετική περίσταση -το RIP το γράφουν όταν αναγγέλλουν τον θάνατο κάποιου, και συνήθως κάποιου που δεν είναι συγγενής αλλά δημόσιο πρόσωπο, π.χ. ένας αγαπημένος καλλιτέχνης. Και δεν έχει αντικαταστήσει αλλά στέκει πλάι σε αντίστοιχους ελληνικούς όρους όπως «Αιωνία του η μνήμη», «Ας είναι ελαφρύ το χώμα» ή «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη» (το κατά λέξη αντίστοιχο).

Kαι βέβαια, αυτο καθόλου δεν δείχνει ότι το λεξιλόγιο των Ελλήνων φτώχυνε -πώς μπορεί να φτωχαίνει όταν προστίθεται ένας όρος;

Όσο για το δεύτερο μισό της παραγράφου, δεν ξέρω τι νόημα βγάζετε εσείς. Η κ. Λυγερού φαίνεται να λέει ότι το 5% των αγγλικών λέξεων, δηλ. 3000 αγγλικές λέξεις έχουν «παρεισφρήσει» (λες και είναι κάτι αυτόχρημα κακό!) στην ελληνική γλώσσα. Πού βρήκε όμως ότι η αγγλική έχει μόνο 60.000 λέξεις; Δεν έχει δει το Oxford English Dictionary; Όσο για τον αριθμό των 3000, ομολογώ πως δεν ξέρω πόσα είναι τα αγγλικά δάνεια της ελληνικής, ουτε είναι εύκολο να τραβήξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο δάνειο και στον περιστασιακό αγγλισμό. Ας πούμε, τι είναι το «φέικ νιουζ»; Δάνειο ή αγγλισμός; Μάλλον δάνειο, πλέον. Για να γίνει σωστά αυτή η δουλειά, πρέπει να πάρουμε σώματα κειμένων. Δεν γίνεται στο πόδι.

Αν ομως ισχύει η πληροφορία της κ. Λυγερού ότι έχουμε 3.000 λέξεις αγγλικής προέλευσης, προς τι ο συναγερμός; Δεν μας είπε στην αρχή του άρθρου της ότι η ελληνική έχει 7 εκατομμύρια λέξεις; Τι ψυχή έχουν οι αγγλοφερμένες τρεις χιλιαδούλες; Αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1/2000 του λεξιλογίου, δηλαδή σταγόνα στον ωκεανό. Δεν το λέτε και στον Μπαμπινιώτη, κυρία Λυγερού μας, να σταματήσει να σκίζει τα ρούχα του;

ΠΘ: Οι γλωσσολόγοι προειδοποιούν ότι με την πάροδο του χρόνου το ποσοστό των αγγλισμών θα αυξηθεί. Κι ενώ ο Κωνσταντίνος Καβάφης χρησιμοποιούσε στα έργα του περίπου 3.500 διαφορετικές λέξεις και ο Ελύτης σχεδόν 8.000 λέξεις, οι νεοέλληνες εμφανίζουν ιδιαίτερα αδύναμο λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα πολλές λέξεις να περνάνε στη λήθη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά μέσον όρο κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους!

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι Ανώνυμοι Γλωσσολόγοι! Βέβαια, εδώ θα συμφωνήσω μαζί τους, ότι πράγματι στο κοντινό μέλλον αναμένεται να αυξηθεί το «ποσοστό των αγγλισμών» (ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος). Ως προς το λεξιλόγιο του Καβάφη και του Ελύτη, δεν ξερω από ποια εργασία έχει αντλήσει τα στοιχεία της η κ. Λυγερού -αλλά δεν τα αμφισβητώ. Θα αμφισβητήσω όμως εντονότατα την ουρανομήκη μπαρούφα ότι «κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους» -και μάλιστα «κατά μέσο όρο», που σημαίνει ότι αν ο ειδήμονας της παρέας έχει 500 λέξεις τότε ο σκράπας της παρέας θα έχει ίσως 100. Αλλά θα αφήσω να απαντήσει στην κ. Λυγερού ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος το 2008 είχε γράψει: «Ο νέος που κατηγορούμε για τις 500 λέξεις δεν είναι ο ίδιος αυτός που γράφει μια κανονική έκθεση στο σχολείο, που συναγωνίζεται χιλιάδες άλλων νέων στις εισαγωγικές εξετάσεις ή που εξετάζεται προφορικά σε διάφορα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερες, μερικές χιλιάδες εναλλασσόμενων λέξεων;»

ΠΘ: Παρά την πληθώρα των πτυχίων, οι νέοι πάσχουν από λεξιπενία και σημασιολογική ένδεια. Επιδεινώνεται δηλαδή μια κατάσταση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού στον ελληνόφωνο κόσμο, τη στιγμή που η ελληνική γλώσσα έχει περίπου 100.000 ενεργές λέξεις και 300.000 σημασίες. Ενας μέσος Ελληνας, όμως, γνωρίζει μόνο λίγες χιλιάδες λέξεις.

ΝΣ: Αναπόδεικτες οι κατηγορίες για λεξιπενία και σημασιολογιή ένδεια, όπως και για επιδείνωση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού. Αλλά σοκάρομαι βλέποντας την κ. Λυγερού να ξεφουσκώνει τη φούσκα των 7.000.000 λέξεων και να μας αφήνει  μόλις με 100.000 «ενεργές» λέξεις. Πού πήγαν οι 6.900.000 λέξεις μας; Πώς έγιναν «ανενεργές»;

Από την άλλη, μας λέει ότι «ο μέσος Έλληνας» γνωρίζει «λίγες χιλιάδες λέξεις» -μετράει και αυτούς που «χρησιμοποιούν μόνο 300»; Και πού βασίζεται ο αριθμός αυτός; Αν ισχύει ο ισχυρισμός της κ. Λυγερού, αυτό σημαίνει ότι αν δώσουμε σε έναν «μέσο Έλληνα» το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, που έχει 75.000 λήμματα, ο μέσος Έλληνας θα γνωρίζει περίπου ένα λήμμα στα 15 του λεξικού; Ποιος το πιστεύει αυτό; (Δεν λέμε να χρησιμοποιεί τη λέξη, αλλά να τη γνωρίζει. Πολλοί δεν έχει χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τη λέξη ‘αφαλάτωση’ αλλά ξέρουν τι σημαίνει).

ΠΘ: Υπάρχει και ο αντίλογος ότι η νεοελληνική δεν είναι αμιγής γλώσσα, με την έννοια ότι και στο απώτερο παρελθόν ενσωμάτωσε στον κορμό της έναν αριθμό τουρκικών λέξεων, κατά την περίοδο όπου η Ελλάδα τελούσε υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μπορεί άραγε η ελληνική γλώσσα να ανταποκριθεί στις νέες έννοιες, στα νέα αντικείμενα, στις νέες πραγματικότητες του 21ου αιώνα και μάλιστα με την αμεσότητα και την ταχύτητα που απαιτεί η ανάγκη επικοινωνίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης;

ΝΣ: Πάλι τρία πουλάκια κάθονται. Ποια γλώσσα είναι αμιγής; Από πού κι ως πού είναι «απώτερο» παρελθόν η Τουρκοκρατία; Μόλις τώρα γιορτάζουμε τα 200 χρόνια της επανάστασης -ενώ πολλές περιοχές της Ελλάδας ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το 1912. Και μόνο τα τουρκικά δάνεια καθιστούν «μη αμιγή» τη γλώσσα; Τα λατινικά, τα ιταλικά-βενετσιάνικα, τα σλάβικα, τα αλβανικά, τα γαλλικά δάνεια είναι εντάξει; Και σε τι «αντιλέγει» τάχα η ύπαρξη τουρκικών δανείων; Και τι σχέση έχει το πρώτο σκέλος της παραγράφου με το δεύτερο;

ΠΘ: Εκθεση της UNESCO προειδοποιεί ότι 2.500 χιλιάδες γλώσσες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Υπάρχουν στη Γη περίπου 6.900 γλώσσες και κάθε δύο εβδομάδες πεθαίνει μία, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ. Οι γλώσσες που απειλούνται μιλιούνται κυρίως από μειονότητες στις ανεπτυγμένες χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Αυστραλίας. Το 1992 ένας εξέχων Αμερικανός γλωσσολόγος προέβλεψε ότι μέχρι το 2100 το 90% των γλωσσών του κόσμου θα έχει πάψει να υφίσταται. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει επ’ ουδενί με εξαφάνιση, αλλά αυξάνεται ο διεθνής προβληματισμός για το πόσο λαβωμένη θα τν βρει ο επόμενος αιώνας…

ΝΣ: Πάλι καλά που αναγνωρίζει η αρθρογράφος ότι δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση η γλώσσα!

Νομίζω ότι από τον σημείο προς σημείο σχολιασμό καταδείχτηκαν τα ψέματα, οι μισές αλήθειες και οι πλάνες του άρθρου, ανάκατα, όπως είπα, με αλήθειες.

Σε περίπτωση που η κ. Λυγερού θέλει να απαντήσει, ευχαρίστως θα δημοσιεύσω την απάντησή της. Θα την παρακαλέσω, στην περίπτωση αυτή, να μας αναφέρει μερικούς ακόμα από τους πολλούς μη κατονομαζόμενους γλωσσολόγους που διαρκώς αναφέρει.

Θα περίμενα όμως να σχολιάσει το άρθρο της κ. Λυγερού και ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος, όπως έχουμε δει, έχει έντονη παρουσία στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και τις τελευταίες εβδομάδες έσπευσε να απαντήσει και στον φίλο Παντελή Μπουκάλα, και στον Τάκη Θεοδωρόπουλο, αλλά και στον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη.

Θα περίμενα λοιπόν από τον κ. Μπαμπινιώτη να απαντήσει και να διαψεύσει τις λερναιότητες του άρθρου της κ. Λυγερού: Όχι, δεν έχει 7 εκατομμύρια λέξεις η ελληνική γλώσσα. Όχι, δεν χρησιμοποιούν 300 λέξεις κατά μέσο όρο οι Έλληνες ή έστω κάποιοι Έλληνες. Θα περίμενα, αλλά μου φαίνεται πως θα περιμένω πολύ..

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 215 Σχόλια »

Φωνάζει ο μπούλης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2021

Τι κάνεις όταν ένας άνθρωπος με τον οποίο έχεις επανειλημμένα διαφωνήσει επικρίνει κάποιον άλλον με τον οποίο επίσης έχεις επανειλημμένα διαφωνήσει;

Παραγγέλνεις καφέ, ή, όπως το θέλει και το μιμίδιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίρνεις ποπ κορν. Ή, γράφεις άρθρο όπως θα κάνω εγώ σήμερα.

Σπεύδω όμως να διευκρινίσω ότι ο «μπούλης» του τίτλου δεν αφορά κανέναν από τους δύο.

Λοιπόν, γράφοντας για το γνωστό επεισόδιο του ξυλοδαρμού του σταθμάρχη στο μετρό από τους δυο ανήλικους, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, τις προάλλες στην Καθημερινή, έριξε και μια μπηχτή στον Γ. Μπαμπινιώτη:

Την Ελληνίδα μάνα την έπνιξε το δίκιο. … «Τους έκανε μπούλινγκ ο παλιάνθρωπος». Κύριε Μπαμπινιώτη, ερευνήσατε πάραυτα για την ελληνική απόδοση. Δεν είναι δυνατόν η Ελληνίδα μάνα να χρησιμοποιεί τα «ξένα» για να εκφραστεί.

Ειρωνικά το λέει ο Τακης Θ., τρολάρει θα λέγαμε τον Μπαμπινιώτη και τις πρόσφατες ντιρεχτίβες του για το πώς πρέπει να λέμε το λοκντάουν, το ντελίβερι και άλλες λέξεις της επικαιρότητας.

Ωστόσο, το bullying έχει αποδοθεί στα ελληνικά. Οι υπηρεσίες της ΕΕ χρησιμοποιούν τον όρο «εκφοβισμός», συχνά «σχολικός εκφοβισμός» για το school bullying  αλλά και «κυβερνοεκφοβισμός» για το cyber bullying. Ο όρος έχει περάσει και στην ελληνική νομοθεσία.

Αλλά κάθε λέξη έχει την αξία της και τη θέση της. Το καλό μας κοστούμι είναι θαυμάσιο για ορισμένες επίσημες περιστάσεις, αλλά μέσα στο σπίτι θέλουμε κάτι πιο ευκολοφόρετο, κι όταν βγαίνουμε για τρέξιμο προτιμάμε φόρμες. Το να υπάρχουν περισσότερες από μία λέξεις για το ίδιο πράγμα, σε διαφορετικά επίπεδα ύφους, δεν είναι κακο, αντίθετα είναι πλούτος για τη γλώσσα, είναι καλό πλάι στην επίσημη απόδοση, τη θεσμική, να υπάρχει και η ανεπίσημη, η λαϊκή. Σε ενα νομοσχέδιο θα γράψεις «Λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού» (έτσι ήταν διατυπωμένο ένα άρθρο σε πρόσφατο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο), αλλά όταν κάποιος σε κατατρέχει θα παραπονεθείς «Μου κάνεις μπούλινγκ!»

Μπορεί κανείς να πει ότι δεν είναι πολύ πετυχημένη η ελληνική απόδοση. Πράγματι, όταν είχαμε πριν απο 6 χρόνια ασχοληθεί πάλι με το θέμα, τότε με την τραγική ιστορία του παλικαριού από την Κρήτη, του Βαγγέλη Γιακουμάκη, είχα γράψει:

Η επίσημη απόδοση του bullying στην ορολογία της ΕΕ είναι «(σχολικός) εκφοβισμός». Ο όρος κοντεύει να καθιερωθεί, αλλά δεν τον βρίσκω ικανοποιητικόν. Ο όρος εκφοβισμός κατά τη γνώμη μου παραπέμπει σχεδόν αποκλειστικά σε λεκτικές απειλές, όχι σε λοιδορίες, οργανωμένη πρόγκα ή χειροδικία, που όλα αυτά μπορεί να τα έχει το μπούλινγκ. Θα προτιμούσα τον εκφοβισμό να τον κρατήσω για απόδοση του intimidation, και ένα άλλο μειονέκτημα του όρου ίσως είναι ότι ο δράστης, ο bully, θα έπρεπε να αποκληθεί «εκφοβιστής», που κάπως με ξενίζει.

Οι αντιρρήσεις μου έχουν κάποια βάση, αλλά είναι πολύ συνηθισμένο, όταν μεταφέρεις στη γλώσσα σου έναν όρο που έχει παραχθεί σε άλλη γλώσσα, να παθαίνεις «ορολογική ανασφάλεια». Εξάλλου, στα 6 χρόνια που μεσολάβησαν ο όρος «εκφοβισμός» έχει κερδίσει έδαφος, ενώ βλέπω ότι και το ουσιαστικό «εκφοβιστής» (για τον δράστη του μπούλινγκ) έχει αρχίσει να λέγεται: Γιατί ένα παιδί γίνεται εκφοβιστής.

Ωστόσο, πείσθηκα ότι μας χρειάζεται ένας φρέσκος όρος για τον δράστη του εκφοβισμού, και όχι να χρησιμοποιήσουμε το «τραμπούκος» από έναν φίλο που επισήμανε μια καίρια διαφορά ανάμεσα στον bully και στον τραμπούκο: για τον bully ο εκφοβισμός είναι διασκέδαση και αυτοσκοπός, για τον τραμπουκο είναι μέσο, εργαλείο. Κι έτσι έχει πάψει να με ξενίζει ο εκφοβιστής.

Βέβαια, η συζήτηση αυτή γίνεται έχοντας πάντοτε κατά νου πως ο λόγιος όρος που πλάσαμε (και που, έστω, έχει καθιερωθεί), θα παραμείνει να χρησιμοποιείται σε ορισμένα μονο επίπεδα ύφους. Ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας, σε στιγμές φόρτισης κατά πάσα πιθανότητα το μπούλινγκ θα χρησιμοποιήσουμε, όχι τον εκφοβισμό. Είναι πιο ζωντανός όρος. «Μην κάνετε μπούλινγκ στο παιδί» θα φωνάξει κάποιος που βλέπει δυο νταήδες (να άλλη μια λέξη) να έχουν στριμώξει έναν μικρότερο. Αν χρειαστεί να γράψουμε ένα γράμμα στον διευθυντή του σχολείου, ας πούμε, μπορεί να γράψουμε «εκφοβισμός» -αν και δεν αποκλείεται να βάλουμε σε παρένθεση «μπούλινγκ» (η «bullying») για να είμαστε σίγουροι πως θα μας καταλάβει.

Ο νταής είναι ακριβής αντιστοιχία, καλύτερη από τον τραμπούκο, αλλά ίσως η απόδοση «εκφοβιστής» να είναι προτιμότερη -μπορείς να πεις «αυτός είναι ο εκφοβιστής του γιου μου» και ταιριάζει περισσότερο από το «ο νταής του γιου μου». Κι επειδή και κορίτσια μπορεί να κάνουν μπούλινγκ, η εκφοβίστρια σχηματίζεται πανεύκολα -ενώ η νταού μόνο στην Πεντέλη υπάρχει.

Πάντως, εδώ και αρκετά χρόνια έχει εμφανιστεί στην καθομιλουμένη, στα σχολεία, ο όρος «μπούλης» για το bully, παρολο που υπάρχει εδώ και αιώνες ο μπούλης με τη σημασία αρχικά του μικρού παιδιού και στη συνέχεια του πλαδαρού έφηβου ή ενήλικα.

Αυτός ο μπούλης, ο παλιός, προέρχεται από το μπέμπης –> μπεμπούλης –> μπούλης. Και βέβαια αυτή είναι η μόνη σημασία που αναγνωρίζεται στα λεξικά, τουλάχιστον προς το παρόν. Ωστόσο, στα σώματα  κειμένων βλέπω κάμποσες αναφορές σε «μπούληδες» με τη σημασία των εκφοβιστών, π.χ. Οι μπούληδες στα σχολεία και τα θύματά τους.

Εχει γούστο ότι οι δυο λέξεις, διότι διαφορετικές λέξεις είναι ο μπούλης ο αυτόχθων από τον εισαγόμενο, έχουν σχεδόν αντίθετες σημασίες -κι αυτή η συγκατοίκηση δεν είναι κάτι που μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον.

Δεν αποκλείεται ο νεότερος μπούλης να εκτοπίσει τον παλαιότερο, και να καθιερωθεί και ρήμα «μπουλίζω», που καταγράφεται από το 2015 στο slang.gr, όπως βεβαια και ο μπούλης με τη σημασία του bully.

Προς το παρόν βέβαια, αν πιστέψω ένα γκάλοπ που έκανα στο Τουίτερ, η παραδοσιακή σημασια επικρατεί. Ψήφισαν πάνω από 520 και το 80% όταν ακούει «μπούλης» καταλαβαίνει τον πλαδαρό κτλ., το 7% καταλαβαίνει τον εκφοβιστή, ενώ το 13% καταλαβαίνει είτε το ένα είτε το άλλο, αναλόγως συμφραζομένων.

Που βέβαια, το αναλόγως συμφραζομένων δεν είναι πάντα αρκετό. Όταν λέμε «Φωνάζει ο μπούλης» τι εννοούμε; Φωνάζει ο μπουλης για να φοβίσει το θύμα του ή φωνάζει ο μπούλης επειδή δυο παλιόπαιδα (οι μπούληδες) τον στρίμωξαν;

Υποψιάζομαι όμως ότι οι απαντήσεις θα ήταν διαφορετικές αν η ηλικία των ερωτηθέντων ήταν νεότερη -διότι, αν και δεν το έχω ψάξει, οι περισσότεροι που με παρακολουθούν στο Τουίτερ είναι λυκόπουλα της ηλικίας μου (σειρά με τον Λέοντα Σγουρό, που έλεγε κάποιος).

Και μια τελευταία παρατήρηση. Είπαν κάποιοι ότι τους ενοχλεί το «μπούλινγκ» και προτιμούν «μπούλιινγκ». Αλλά όταν μιλάμε αγγλικά, ασφαλώς και θα πούμε bullying. Όταν ομως μιλάμε ελληνικά, θα πούμε μπούλινγκ. Μην αρχίσουμε τώρα και προφέρουμε γαλλοπρεπώς το αμπραγιάζ και το μοντάζ!

ΥΓ Θυμίζω, αύριο στις 4 μ.μ. όλοι στις τηλεοράσεις σας, στο κανάλι της Βουλής, στο ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Αναστασιου Ο λόγος της γραφής, Ιδού και το τρέιλερ (ρυμουλκούμενο κατά Μπαμπινιώτην):

https://vimeo.com/502605043

Posted in Αργκό, Γλωσσικά δάνεια, Εκπαίδευση, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , | 190 Σχόλια »

Αιώνιοι φοιτητές, ένας ακόμα μύθος

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2021

Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες θριαμβολογούν ότι το νομοσχέδιο το οποίο, κατά παγκόσμια μάλλον πρωτοτυπία παρουσιάστηκε πρόσφατα από κοινού από τους υπουργούς Παιδείας, και Δημόσιας Τάξης (αναφέρω τον παλαιό τίτλο γιατί τον βρίσκω απείρως πιο ταιριαστό στον σημερινό υπουργό) πρόκειται επιτέλους να απαλλάξει την ανώτατη εκπαίδευση από τους «αιώνιους φοιτητές» -να τους «εκκαθαρίσει».

Κατά τη γνώμη μου, και όχι μόνο τη δική μου γνώμη, οι «αιώνιοι φοιτητές» είναι ένα σκιάχτρο, ένα ανύπαρκτο πρόβλημα, που ελάχιστα ή ίσως καθόλου δεν επιβαρύνουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ο μόνος λόγος που προστέθηκε η σχετική διάταξη στο νομοσχέδιο (ενώ τα ΑΕΙ δεν τη ζήτησαν), είναι για να δοθεί ανέξοδα μια εντύπωση πυγμής στην εκλογική βάση του κυβερνώντος κόμματος σε μια περίοδο που οι επιπτώσεις της πανδημίας φαίνεται πως θα είναι πολύ σοβαρότερες από τις προσδοκώμενες και ότι θα διαρκέσουν πολύ περισσότερο.

Mε τον ορο «αιώνιοι φοιτητές» εννοούνται οι φοιτητές που καθυστερούν να πάρουν πτυχίο επί πολλά χρόνια. Φυσικά ο όρος είναι -σκόπιμα- υπερβολικός. Πάντως, αν τελικά το νομοσχέδιο ψηφιστεί ως έχει, η αιωνιότητα δεν διαρκεί και τόσο πολύ, αφού για τις περισσότερες σχολές (τις σχολές τετραετούς φοίτησης) θα διαγράφονται στο εξής όποιοι φοιτητές ξεπεράσουν τα έξι έτη σπουδών. Άρα, η αιωνιότητα, στην προκειμένη περίπτωση αρχίζει μόλις από τα εφτά χρόνια -κάπως τσουρούτικη τη βρίσκω.

Πόσοι είναι οι «αιώνιοι» φοιτητές δεν το ξέρουμε. Με στοιχεια του Σεπτεμβρίου 2020 υπήρχαν 235.000 φοιτητές που είχαν ξεπεράσει την κανονική διάρκεια σπουδών της σχολής τους έναντι 190000 που είχαν έτη σπουδών λιγότερα από τα προβλεπόμενα, αλλά αυτό δεν μας λέει πολλά πράγματα διότι από τις 235.000 οι περισσότεροι κατά πάσα πιθανότητα είναι φοιτητές με 1-2 χρόνια καθυστέρησης. Επίσης, στον αριθμό αυτό θα περιλαμβάνονται ασφαλώς και πολλοί που έχουν οριστικά εγκαταλείψει τις σπουδές τους, ίσως και τον μάταιο τούτο κόσμο, διότι οι κατάλογοι των εγγεγραμμένων φοιτητών δεν εκκαθαρίζονται τακτικά (είχε γίνει νομίζω μια εκκαθάριση το 2007).

Ο φοιτητής που έχει καθυστερήσει 4 ή 5 ή 6 χρόνια να πάρει πτυχίο, και που εμπίπτει στις περί διαγραφής διατάξεις του νομοσχεδίου, μπορεί να έχει πολύ βάσιμους λόγους για την καθυστέρηση αυτή. Μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, οικονομικά προβλήματα που τον αναγκάζουν να εργαστεί, άλλα σοβαρά προσωπικά προβλήματα. Έχει αναφερθεί ότι το νομοσχέδιο θα έχει πρόβλεψη για τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν μπόρεσα να βρω τις συγκεκριμένες προβλέψεις στα ρεπορτάζ του Τύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , , | 177 Σχόλια »

Βρίθουν τα προβλήματα;

Posted by sarant στο 8 Ιανουαρίου, 2021

Σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, αλλά το καθιερωμένο κάθε χρόνο λαπαθιωτικό θέμα θα το βάλουμε μεθαύριο Κυριακή, που συνηθίζεται να έχουμε λογοτεχνικό υλικό. Για σήμερα θα εξοφλήσω μιαν οφειλή, αν και όχι από τις πολυκαιρισμένες -ένα φρέσκο χρέος.

Θα σχολιάσω μια γλωσσική αντιδικία, που εκτυλίχθηκε μέσα στις γιορτές. Είναι αλήθεια πως το θέμα το έχουμε σχολιάσει ήδη στο ιστολόγιο, αλλά επειδή ήμουν μακριά από τα κιτάπια μου δεν μπορούσα να γράψω το άρθρο νωρίτερα.

Λοιπόν, στις 16 Δεκεμβρίου, από τις στήλες της Καθημερινής, ο φίλος συγγραφέας Παντελής Μπουκάλας, στην ταχτική του επιφυλλίδα, αναφέρθηκε σε ένα ζήτημα που είχε φευγαλέα απασχολήσει την παραγλωσσοπολιτική επικαιρότητα, δηλαδή τις λέξεις επιδειξίας και επιδειξιομανης και τη λεξικογραφική τους αντιμετώπιση. Η επιφυλλίδα του Μπουκάλα είναι εδώ, αλλά εμάς θα μας απασχολήσει μόνο η κατακλείδα της:

…λάθη ξεφεύγουν και στον γραπτό λόγο, και μάλιστα γλωσσολόγων-«λογοθετών». Ο κ. Γ. Μπαμπινιώτης κατήγγειλε προχθές διά του φέισμπουκ τους «“εραστές τής γλωσσικής πλάκας”, που βρίθουν στη χώρα μας». Πρώτος ο ίδιος, φυσικά, θα διόρθωνε τον εαυτό του: «Η χώρα μας βρίθει εραστών…». Της βιασύνης τα παιδιά έχουν τον ίδιο νουνό: το Λάθος.

Εγραψε λοιπόν ο κ. Μπαμπινιωτης «οι εραστές της γλωσσικής πλάκας βρίθουν στη χώρα μας» και ο Μπουκάλας επισημαίνει το λαθάκι:

Σύμφωνα με όλα τα λεξικά, και με το λεξικό Μπαμπινιώτη (εικόνα), το ρήμα «βρίθω» είναι μεταβατικό και σημαίνει «είμαι γεμάτος από κάτι». Συντάσσεται με γενική ή με από + αιτιατική. Το λεξικό Μπαμπινιώτη, στην 5η του έκδοση, δίνει τις εξής παραδειγματικές φράσεις: η Ιστορία βρίθει παραδειγμάτων μεγάλων ανδρών με άδοξο τέλος // το μουσείο βρίθει από πίνακες μεγάλων ζωγράφων // το κείμενο βρίθει λαθών.

Με βάση το λεξικό Μπαμπινιώτη (αλλά και όλα τα άλλα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας), δεν είναι σωστό αυτό που έγραψε στο Φέισμπουκ ο κ. Μπαμπινιώτης, ότι «οι εραστές βρίθουν στη χώρα μας». Θα έπρεπε να διαλέξει ένα άλλο ρήμα, π.χ. «αφθονώ»: οι εραστές αφθονούν στη χώρα μας ή, όπως υπέδειξε ο Μπουκάλας: «η χώρα μας βρίθει εραστών…»

Αυτή η αμετάβατη χρήση του «βρίθω» με τη σημασία «αφθονώ» δεν υπάρχει σε κανένα από τα τέσσερα μεγάλα λεξικά μας, και δεν είναι καν τόσο συχνή ώστε να λεξικογραφηθεί (ενδεχομένως ως «καταχρηστική», όπως πχ η μεταβατική χρήση του «επικοινωνώ»). Πάντως, αν γκουγκλισετε, θα δείτε ότι υπάρχουν και άλλες εμφανίσεις του αμετάβατου «βρίθω» (σταχυολόγηση από το 2012 σε παλιό άρθρο της Λεξιλογίας).

Οπως εξηγεί ο Νίκος Λίγγρης σε εκείνο το άρθρο: Να πώς γίνεται το λάθος:
Από το Πρώτο Θέμα, ένας τίτλος είναι «Βρίθουν οι παραλίες της Κρήτης από παράνομους μασέρ» (φοβερή είδηση) και ένα άλλος έρχεται και κάνει το λάθος: «Βρίθουν οι χασισοφυτείες στην Κρήτη».

Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς, είχαμε την απάντηση του κ. Γ. Μπαμπινιώτη. Διπλή απάντηση, αφού στο ίδιο άρθρο (υπό τύπον επιστολής προς τον διευθυντή) απαντά και σε άλλη επιφυλλίδα του Τάκη Θεοδωρόπουλου.

Εδώ αντιγράφω τα κομμάτια της επιστολής του κ. Μπαμπινιώτη που αφορούν τον Π. Μπουκάλα, ενώ δίπλα σε εικόνα δημοσιεύω μια περίληψη που δημοσίευσε ο κ. καθηγητής στο Φέισμπουκ.

Αλλο ζήτημα είναι –και έρχομαι σ’ αυτό διότι έχει γλωσσικό ενδιαφέρον– αν και ο κ. Παντελής Μπουκάλας στο ίδιο άρθρο, από κεκτημένη ταχύτητα ως εξαίρετος επιμελητής κειμένων συνηθισμένος στις διορθώσεις, διορθώνει… λαθεμένα και μια σωστή φράση σε δικό μου κείμενο «“οι εραστές τής γλωσσικής πλάκας” που βρίθουν στην χώρα μας» (την ήθελε: «Η χώρα μας βρίθει εραστών…»), εγκαλώντας με μάλιστα για βιασύνη («Καθημερινή» 16 Δεκ.). Ωστόσο, αυτός που βιάστηκε «να διορθώσει» είναι ο ίδιος ο κ. Μπουκάλας. Δεν φαίνεται να γνωρίζει ότι η Ελληνική (και γενικότερα η γλώσσα) επιτρέπει να χρησιμοποιούμε κατά περίπτωση ένα μεταβατικό ρήμα (ρήμα με συμπλήρωμα) και ως αμετάβατο (ρήμα χωρίς συμπλήρωμα). Κρίμα που ο κ. Μπουκάλας, με την άλλη του ιδιότητα, του συγγραφέα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι συχνά με πολλά ρήματα μπορούμε συχνά «ορθώς και νομίμως» να χρησιμοποιήσουμε ένα μεταβατικό ρήμα ως αμετάβατο, αναβαθμίζοντας το αντικείμενο σε λειτουργία υποκειμένου, ακριβώς για να το προβάλουμε λεκτικά («λειτουργική προοπτική της πρότασης»). Δεν απαιτώ, βεβαίως, να γνωρίζει ο κ. Μπουκάλας αυτό που γράφουμε με τον συνάδελφο Χρίστο Κλαίρη στη μεγάλη (1160 σελίδων) «Γραμματική τής Νέας Ελληνικής. Δομολειτουργική – επικοινωνιακή» (2011) ότι «Τα περισσότερα ρήματα τής Νέας Ελληνικής εμφανίζουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα και τις δύο χρήσεις [μεταβατική και αμετάβατη]» (σελ. 611). Αλλά θα έπρεπε ίσως να γνωρίζει, αφού εισχωρεί στα βαθιά της γλώσσας μας, τι έχει πει πολύ πριν από μάς (από το 1946) ο μεγάλος εκπαιδευτικός-γλωσσολόγος Αχιλλέας Τζάρτζανος στη «Νεοελληνική Σύνταξη της Κοινής Δημοτικής» (1946, τόμ. Α΄ σελ. 234 κ.εξ.): «πλείστα ενεργητικά μεταβατικά ρήματα […] από μεταβατικά γίνονται αμετάβατα». Δίνει δε ο Τζάρτζανος πλήθος παραδειγμάτων: π.χ. «ο τσοπάνης βόσκει πρόβατα –τα πρόβατα βόσκουν στο βουνό, σκορπώ τα χρήματα – τα πρόβατα σκορπούν στα χωράφια, στεγνώνω τα ρούχα στον ήλιο – τα ρούχα στεγνώνουν στον ήλιο κ.ά.». Θα μπορούσα να μιλήσω και για τα περίφημα «εργαστικά ρήματα» («έσπασε τη λάμπα» – «η λάμπα έσπασε»), αλλά θα μάς πήγαινε πολύ μακριά. Ωστόσο, σπεύδω και με αυτή την ευκαιρία να δηλώσω ειλικρινώς –όπως το έχω κάνει συχνά σε δημόσιες συνεντεύξεις μου– ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου γλωσσικά αλάνθαστο παρά τις 12.500 σελίδες που έχω γράψει για τις λέξεις της γλώσσας μας στα εννέα (9) λεξικά μου. Ο κ. Μπουκάλας μάλλον διεκδικεί το αλάθητο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφημεριδογραφικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 195 Σχόλια »

Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2020

Πλησιάζουν τα περίεργα Χριστούγεννα της φετινής σημαδεμένης χρονιάς, κι αυτά σημαδεμένα, και δύσκολα βρίσκει κανείς θέμα συζήτησης άλλο από τον εγκλεισμό και τα προβλήματα που προκαλεί, οικονομικά και ψυχολογικά, τον καθημερινό αριθμό των θυμάτων, που πολύ αργά μειώνεται, το εμβόλιο που προβάλλεται ως πανάκεια.

Από αυτη την άποψη, είναι παραπάνω από καλοδεχούμενη η συζήτηση που ξεκίνησε για τον κίνδυνο που (υποτίθεται ότι) αντιπροσωπεύουν για τη γλώσσα μας οι ξένες λέξεις, ιδίως τα αγγλικά δάνεια, κι ας ξεκίνησε η συζήτηση από τη δυσαρέσκεια του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη για όρους όπως λοκντάουν, ντελίβερι ή click away, δηλαδή όρους που τους έφερε στο προσκήνιο ή και τους γέννησε η πανδημία. Με το να συζητάμε κάτι γλωσσικό, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι βρισκόμαστε σε πιο ανέφελους καιρούς.

Ειδικά για τον όρο click away συζητήσαμε προχτές, οπότε και ανέφερα, αν και χωρίς να σχολιάσω, το κυριακάτικο άρθρο του Γ. Μπαμπινιώτη στην Καθημερινή, στο οποίο ο καθηγητής απαντά σε σχετικά άρθρα του Π. Μανδραβέλη και του Τ. Θεοδωρόπουλου, οι οποίοι είχαν διαφωνήσει με την εκστρατεία του, και εκθέτει τις γενικοτερες απόψεις του εναντίον της «γλωσσικής αγγλοκρατίας» προσάπτοντας «γλωσσική ακηδία» σε όσους δείχνουν ανεκτικότητα ή μοιρολατρία σε αυτή την εισροή ξένων όρων.

Ακολούθησε ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, ενός σωματείου που κατά καιρούς έχει πάρει συντηρητικότατες θέσεις σε ζητήματα σχετικά με το γλωσσικό. Η ΠΕΦ καταγγελλει «την άκριτη υιοθέτηση αμετάφραστων ξενικών όρων σε ποικίλες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, με συνέπεια να νοθεύεται το γλωσσικό αίσθημα και βαθμιαία να μετατρέπεται η γλώσσα της καθημερινότητας σε ένα υβριδικό, αγγλοελληνικό ιδίωμα».

Φέρνουν τα εξής παραδείγματα: Βλέπουμε έτσι λέξεις που συνδέονται με το γλωσσικό αίσθημα πλατιών λαϊκών στρωμάτων, όπως π.χ. οι σχετιζόμενες με τον τομέα του αθλητισμού, να μετατρέπονται σε αγγλικές, όπως «Super League», αντί «Πρωτάθλημα Α΄ Εθνικής Κατηγορίας», Football League, αντί «Πρωτάθλημα Β΄ Εθνικής Κατηγορίας» κ.ο.κ. Το ίδιο συμβαίνει στον χώρο της πολιτικής, όπου τα «hot spots» τείνουν σχεδόν ολοσχερώς να αντικαταστήσουν τα «Κέντρα Φιλοξενίας», το «debate» την «τηλεμαχία», το «win win» το «αμοιβαίο όφελος» κ.λπ. Στον χώρο της οικονομίας, τα POS και τα Black Friday, τα takeaway, clickaway, e-shops, delivery κ.τ.τ. αποτελούν την κορυφή ενός ραγδαία διογκούμενου παγόβουνου.

Η ΠΕΦ θεωρεί επιτακτική ανάγκη τη «δημιουργία ενός επίσημου επιτελικού οργάνου, στελεχωμένου από πνευματικούς ανθρώπους που αποδεδειγμένα γνωρίζουν και μεριμνούν για τη γλωσσική και πολιτισμική μας παράδοση, οι οποίοι θα είναι σε θέση να δίνουν ανά πάσα στιγμή λύση στα προβλήματα που θέτει επί τάπητος η ανάγκη χρήσης νεολογισμών σε κάθε τομέα της καθημερινής δραστηριότητας. Οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να αναλάβουν και το έργο της σταδιακής αποκατάστασης των όρων που σήμερα έχουν αντικατασταθεί από ξενικούς«.

Τέλος, η ΠΕΦ υποστηρίζει ότι «επιβάλλεται να κατοχυρωθεί στο νέο σύνταγμα η προστασία της ελληνικής γλώσσας, με την ίδια στοργική μέριμνα η οποία προβλέπεται για την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας του τόπου», παρόλο που την προηγούμενη φορά που υπήρξε συνταγματική προστασία της επίσημης γλωσσικής ποικιλίας, στο Σύνταγμα του 1911, αυτό οδήγησε σε διώξεις δημοτικιστών και σε καθήλωση της πνευματικής ζωής και, κατά τη γνώμη πολλών όπως του Γ. Σεφέρη, έβλαψε τη διδασκαλία της γλώσσας και τη διάπλαση γλωσσικού αισθήματος.

Δεν συμφωνώ με την ανακοίνωση του συνδέσμου των φιλολόγων. Καταρχάς, δεν τεκμηριώνεται η βαριά κατηγορία ότι η γλώσσα της καθημερινότητας έχει μετατραπεί σε «αγγλοελληνικό υβριδικό ιδίωμα», που αν την καλοσκεφτούμε θα σήμαινε ότι και ένας Άγγλος, χωρίς να έχει μελετήσει την ελληνική, μπορεί να την καταλάβει μέσες-άκρες ακριβώς επειδή τόσο πολλοί οροι θα του είναι οικείοι.

Ούτε γίνεται παραπομπή σε κάποια μελέτη που να δείχνει ότι ο αριθμός των εισαγόμενων «αμετάφραστων ξενικών όρων» έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Κάποια από τα παραδείγματά τους, όπως η μετατροπή της Α’ Εθνικής Κατηγορίας σε Super League δεν είναι πρόσφατα (είναι όρος του 2006!), ενώ σε άλλες περιπτώσεις (hot spot, win win κτλ.) δεν αντικατέστησε ο ξένος όρος τον ελληνικό, όπως υποστηρίζει η ανακοίνωση, αλλά ο ξένος όρος προηγήθηκε και ο ελληνικός που προτάθηκε δεν κατάφερε να τον εκτοπίσει. Είναι εντυπωσιακό ότι φιλόλογοι, επιστήμονες άνθρωποι, κάνουν μια ανακοίνωση χωρίς να στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, σε κάποια έρευνα -απλώς σε εμπειρικές, καφενειακές θα έλεγα, παρατηρήσεις.

Ως προς την πρόταση για ίδρυση επιτελικού οργάνου, η ΠΕΦ παραβιάζει ανοιχτές πόρτες. Τέτοια όργανα υπάρχουν και συνεργάζονται στο Ελληνικό Δίκτυο Ορολογίας, με συμμετοχή και των μεταφραστικών υπηρεσιών των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Αλλά η τυποποίηση της ορολογίας είναι δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση, όπως θα διαπιστώσει όποιος επιχειρήσει να ασχοληθεί μαζί της (το λέω εκ πείρας).

Την πρόταση της ΠΕΦ την επικρότησε ο κ. Μπαμπινιώτης, σε νέα του ανάρτηση: Χαιρετίζω την πρωτοβουλία τής Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ) να παρέμβει δημόσια και να εκφράσει την γνώμη της για τον καταιγισμό ξένων λέξεων που πλήττει τελευταία την γλώσσα μας κατά προκλητικό τρόπο. Διότι είναι πρόκληση γλωσσική το Black Friday, το click away, τα delivery με courier, το lockdown, τα rapid test (tests, συγγνώμη) και η επερχόμενη χριστουγεννιάτικη ευχή που θα μάς απευθυνθεί από πολλά καταστήματα, το Merry Christmas (έχετε δίκιο να φοβάστε, αγαπητέ μου αξεπέραστε δάσκαλε τής γελοιογραφίας, κ. Κώστα Μητρόπουλε ότι μπορεί και να μού επιφέρει λιποθυμία η εκτόξευση αγγλιστί τής συγκεκριμένης ευχής αντί τού «Καλά Χριστούγεννα» [γελοιογραφία στα Νέα]).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Ορολογία | Με ετικέτα: , , , | 227 Σχόλια »

Πώς να το λέμε το click-away;

Posted by sarant στο 15 Δεκεμβρίου, 2020

Χτες άρχισε να εφαρμόζεται το μέτρο των αγορών με click-away, ή με προαγορά και παραλαβή από τον εξωτερικό χώρο του καταστήματος, όπως είναι το επίσημο μακρινάρι, αλλά η λέξη συζητιέται εδώ και κάμποσο καιρό, από τότε που έπεσε η σχετική ιδέα. Την έχουμε μάλιστα συμπεριλάβει και στην ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς, που άρχισε χτες, και μπορώ να σας εκμυστηρευτώ πως η λέξη αυτή αποτέλεσε σημείο τριβής στην εφορευτική επιτροπή -το 50% των μελών υποστήριζε ότι είναι πολύ πρόσφατος όρος, αλλά το άλλο 50% θεωρούσε ότι πρόκειται για αυθεντικό νεολογισμό. Τελικά, το στρίψιμο της ηλεδεκάρας αποφάσισε να μπει κι αυτή η λέξη στην ψηφοφορία.

Η λέξη συζητιέται, έγραψα. Αφενός, επί της ουσίας. Αν δηλαδή είναι εύκολο στην πρακτική εφαρμογή του αυτό το μέτρο, τόσο από την πλευρά του εμπόρου όσο και από του πελάτη -αν έχετε εμπειρία, θα μας το πείτε στα σχόλια. Όμως συζητήθηκε, αφετέρου, και η ιδια η λέξη, καθώς πολλοί αναρωτήθηκαν πώς μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά, ιδίως σε σχέση με την εκστρατεία που έχει πρόσφατα ξεκινήσει ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης κατά της συρροής ξένων όρων.

Πράγματι, ο κ. καθηγητής, αφού πρώτα θέλησε να εξελληνίσει τα delivery και take-away (αγνοώντας ότι το τελευταίο έχει προ πολλού καθιερωθεί ως ‘πακέτο’), στις 26 Νοεμβρίου εγραψε στη σελίδα του στο Φέισμπουκ:

«Και τώρα “click away”. Καλά να πάθετε…»

Όσοι «κατάπιαν» το take away, τώρα «καπάκι» θα καταπιούν και το click away! Τους take και τους σήκωσε το take away, τώρα τους click και τους πάτησε το click away! Και ποιος ξέρει τι τους περιμένει λίγο πιο away. […] ​

Εμείς (οι ταπεινοί τής γλώσσας μας) θα λέμε «για το σπίτι» το take away και «(παραγγελία) για έξω» το click away. […]​

Βλέπουμε ότι αρχικά είχε προτείνει την απόδοση «παραγγελία για έξω».

Σε επόμενη ανάρτηση εξετάζει το θέμα πιο σοβαρά και αλλάζει και άποψη:

Τώρα προτείνει το «παράδοση εκτός» (ενν. καταστήματος) ή το «παραλαβή εκτός» (ενν. καταστήματος) διότι έτσι «ίσως γλυτώσουμε το click away που ελάχιστοι καταλαβαίνουν τι σημαίνει».

Τα επιχειρήματά του τα βλέπετε αναλυτικά αριστερά (στο ίδιο σημείωμα είχε και την πρόταση να αποδοθεί ο κούριερ ως ταχυδιανομέας, αλλά έκοψα το σχετικό απόσπασμα μια και δεν μας ενδιαφέρει εδώ).

Σε τρίτο του άρθρο, προχτές στην Καθημερινή, ο κ. Μπαμπινιώτης απαντά σε σχετικά άρθρα του Π. Μανδραβέλη και του Τ. Θεοδωρόπουλου, οι οποίοι είχαν διαφωνήσει με την εκστρατεία του και εκθέτει τις γενικοτερες απόψεις του εναντίον της «γλωσσικής αγγλοκρατίας» προσάπτοντας «γλωσσική ακηδία» σε όσους δείχνουν ανεκτικότητα ή μοιρολατρία σε αυτή την εισροή ξένων όρων.

Αυτό το άρθρο του κ. Μπ. το παρέθεσα για λόγους πληρότητας της τεκμηρίωσης, αλλά επειδή πιάνει γενικότερο και πολύ ενδιαφέρον θέμα δεν θα το σχολιάσω, τουλάχιστον σήμερα. Σήμερα θα περιοριστώ στον όρο click-away, αν και έχω επίγνωση του ότι η συζήτηση δεν είναι εύκολο να περιοριστεί. Πάντως αξίζει να δούμε σε επόμενο άρθρο το θέμα των ξενισμών ίσως με άξονα το άρθρο του κ. Μπαμπινιωτη περί ακηδίας, ίσως και με βάση μια πρόσφατη συνέντευξη του Φοίβου Παναγιωτίδη, που πάντως έχει ευρύτερο θέμα.

Θέλω όμως να πω περισσότερα για αυτόν τον νέο όρο. Η διαδικασία είναι σε γενικές γραμμές γνωστή. Ο πελάτης παραγγέλνει από το Διαδίκτυο ή και τηλεφωνικά, πληρώνει το είδος που αγόρασε ηλεκτρονικά, συμφωνεί ημέρα και ώρα παράδοσης και πηγαίνει τη συγκεκριμένη μέρα στον ειδικό χώρο που έχει διευθετηθεί ανάλογα έξω από το κατάστημα και παραλαμβάνει το είδος που αγόρασε. Σε σύγκριση με τις ηλεκτρονικές αγορές όπου η παράδοση/παραλαβή γίνεται με φροντίδα του πωλητή, η διαφορά είναι ότι η παραλαβή/παράδοση εδώ μετακυλίεται στον πελάτη, γίνεται με φροντίδα του πελάτη,  Ετσι αποφεύγεται η συμφόρηση στις μεταφορικές εταιρείες, και επιταχυνεται η παράδοση/παραλαβή (αλλά βέβαια αν υποθέσουμε ότι όλοι κάνουν τις αγορές τους με τον νέο αυτό τρόπο, θα έχουμε νέα συμφόρηση στα ραντεβού παραλαβης ή συνωστισμό έξω απο το κατάστημα). Υποθέτω θα υπάρχει κάποια πρόβλεψη για το πώς γίνεται η επιστροφή των αγορών σε περίπτωση που ο πελάτης δεν είναι ικανοποιημένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Νεολογισμοί, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , | 215 Σχόλια »

Υπέρ Μπαμπινιώτου

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2020

Με μια μικρή δόση υπερβολής, θα μπορούσα να πω ότι χρωστάω χάρη στην κ. Αφροδίτη Μάνου, που μου έδωσε την αφορμή να γράψω ετούτο εδώ το άρθρο. Όμως εδώ σταματάει η προσπάθεια να μιμηθώ το «Υπέρ αδυνάτου» του Λυσία -δεν ταιριάζει άλλωστε στον κ. Μπαμπινιώτη, στυλοβάτη της πνευματικής μας ζωής, ο ρόλος του αδύνατου.

Ωστόσο, ο τίτλος στο σημερινό άρθρο είναι ακριβής. Πολλές φορές έχω επικρίνει τις γλωσσικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη, σήμερα όμως θα τον υπερασπιστώ σε μιαν εντελώς άδικη επίθεση που δέχτηκε πρόσφατα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την Αφροδίτη Μάνου. Το αστείο είναι ότι η επίθεση της κ. Μάνου είχε αφορμή το γνωστό πρόσφατο σημείωμα του κ. Μπαμπινιώτη σχετικά με την ελληνική απόδοση κάποιων όρων, το οποίο είχα κι εγώ σχολιάσει μάλλον αρνητικά πριν από 2-3 εβδομάδες. Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Πριν από 2-3 μέρες, η κ. Μάνου δημοσίεψε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ το εξής σύντομο κείμενο:

«O κ. Μπαμπινιώτης δεν κατάργησε το ωμέγα απ’ τα ελληνικά; Δεν κατάργησε το πολυτονικό; Δεν μετάλλαξε τη γλώσσα μας, έτσι που να μην τη μαθαίνει κανείς; Δεν την άφησε ανοχύρωτη σε κάθε επέμβαση και παραμόρφωση; Τώρα παραπονιέται για το Take away;»

Δεν είναι σαφές αν η κ. Μάνου διαφωνεί με την πρόταση του κ. Μπαμπινιώτη για το take away, πάντως φαίνεται να το θεωρεί ζήτημα ήσσονος σημασίας μπροστά στα όσα υποτίθεται ότι έχει πάθει η γλώσσα μας, υποτίθεται εξαιτίας του κ. Μπαμπινιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή, Γλωσσοδιορθωτές, Μακεδονικό, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , , | 257 Σχόλια »

Λοκνταουνιασμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2020

Και πώς αλλιώς να τα έλεγα, δηλαδή; Η χώρα έχει μπει σε λοκντάουν, απαγορευτικό κατά Μπαμπινιώτη, καραντίνα, εγκλεισμό, λουκέτο. Και τα μέτρα, που αρχικά είχαν παρθεί για τρεις εβδομάδες, αναμένεται να παραταθούν αφενός και να γίνουν αυστηρότερα αφετέρου, μια παταγώδης αποτυχία της διαχείρισης της πανδημίας από την κυβέρνηση, που αν -όπως υπάρχει ο φόβος- επεκταθούν μέχρι την περίοδο των Χριστουγέννων θα δώσει τη χαριστική βολή στην αγορά.

Αλλά αυτά τα συζητήσαμε χτες και θα τα συζητήσουμε ξανά. Σήμερα έχουμε μεζεδάκια, με ό,τι γλωσσικό αξιοπερίεργο ψάρεψα εγώ μέσα στη βδομάδα ή μου στείλατε εσείς.

Και βέβαια κάποια από τα μεζεδάκια έχουν πιο άμεση σχέση με το λοκντάουν, που ασφαλώς θα δώσει αφορμή να εκδηλωθεί και το ανώνυμο χιούμορ. Όπως αυτή η επιγραφή σε καφετέρια, που μου έστειλε φίλος.

Παρά το βορειοϊδιωματικό άρωμα των επεξηγήσεων (ίσως βέβαια ο φίλος μας ο Δημόσιος Χώρος να έχει αντιρρήσεις ως προς την ορθότητα της αποτύπωσης) η καφετέρια δεν βρίσκεται, ας πούμε, στην Άρτα αλλά στο κέντρο της Αθήνας.

* Ένα αριθμητικό λαθάκι σε μια νεκρολογία του Δημήτρη Φατούρου, που τον χάσαμε τις προηγούμενες μέρες στα 92 του χρόνια -μακάρι να τα φτάσουμε.

Στην πρώτη του μορφή, το άρθρο ανέφερε ότι ο εκλιπών πέθανε σε ηλικία 82 ετών. Αυτό διορθώθηκε μετά -όχι όμως παντού, αφού έμεινε ένα σημείο το οποίο αναφέρει:

Η αλήθεια είναι ότι ο Δημήτρης Φατούρος έζησε δέκα ζωές σε αυτά τα 82 του χρόνια: αρχιτέκτονας, ζωγράφος, καθηγητής Πανεπιστημίου, συγγραφέας (και ποιητής).

.

* Κι άλλη μια πανδημική επιγραφή, που τη στέλνει φίλος. Δεν μπορώ να εγγυηθώ για τη γνησιότητά της, αν και γνήσια μού φαίνεται.

Είναι οι γνωστές επιγραφές που μπαίνουν στις θέσεις που πρέπει να μένουν κενές ώστε να μην υπάρχει συγχρωτισμός.

Η εξωτική γλώσσα της πρώτης πρότασης θα έμενε άγνωστη σε έναν κόσμο χωρίς Διαδίκτυο (αν και σε εναν κόσμο χωρίς Διαδικτυο δεν θα είχαμε καν δει τη φωτογραφία) αλλά τώρα με τη βοήθεια του Γκουγκλ βρίσκουμε πως είναι ινδονησιακά.

Φ

Posted in Αστερίξ, Επιγραφές, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μιμίδια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 400 Σχόλια »

Το ταχυφαγείο κάνει τροφοδιανομή

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2020

Μπορεί η υφήλιος να κρατάει την ανάσα της περιμένοντας να ενσωματωθούν τα αποτελέσματα του Πέρα Ουισκόνσιν και της Κάτω Πενσυλβανίας, αλλά στον μικρόκοσμο των ελληνικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης συζητιέται επίσης ένα καινούργιο φιρμάνι του καθηγητή κ. Γ. Μπαμπινιώτη σχετικό με την ορολογία της πανδημίας. Κι επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν θα μπορούσαμε να το αφήσουμε ασχολίαστο.

Ο κ. καθηγητής σε τακτική βάση δημοσιεύσει σύντομα γλωσσικά σημειώματα στον «τοίχο» του στο Φέισμπουκ με τα οποία παρεμβαίνει στη γλωσσική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων -και πολύ καλά κάνει που εκμεταλλεύεται τις πρωτόγνωρες δυνατότητες των νέων μέσων για να απευθυνθεί σε πολύ ευρύτερο κοινό. Κι άλλες φορές έχουμε εδώ συζητήσει τέτοιες παρεμβάσεις του. Την τελευταία, τη χαρακτήρισα «φιρμάνι», που είναι βέβαια όρος μειωτικός και ειρωνικός, αλλά νομίζω όχι αδικαιολόγητος -θα μπορούσα επίσης να πω «ουκάζιο» (ίσως υπάρχει έδαφος για ένα αρθράκι σχετικό με την ορολογία αυτή, όπου και ο φετφάς).

Αλλά ας δούμε περί τίνος πρόκειται. Ο κ. Μπαμπινιώτης προχτές δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το κειμενάκι που βλέπετε στην εικόνα, που το συνόδεψε με την εξής εισαγωγή:

Μάς … take away και μάς σήκωσε με τον κορωνοϊό να καλπάζει και να οδηγούμαστε όλο και περισσότερο ως διατροφική διέξοδο σε… delivery, ενώ συγχρόνως βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από lockdown, γενικό ή mini lockdown. Έλεος (ή «ήμαρτον» που λένε κάποιοι)!
Κι εγώ («στον κόσμο μου», εννοώ … τον γλωσσολογικό) μέσα στην πανδημιακή αντάρα να παρακινώ (… «τέτοια ώρα τέτοια λόγια») τους εναπομείναντες γλωσσικά ευαίσθητους να θρηνολογούμε τουλάχιστον Ελληνικά! Αυτό κι αν είναι «γλωσσική αποκοτιά» εκ μέρους μου…

Όπως βλέπετε, μετά την καλογραμμένη εισαγωγή, ο κ. Μπαμπινιώτης προτείνει τρεις ελληνογενείς όρους για την απόδοση τριών αγγλικών (και διεθνών) όρων που ακούγονται καθημερινά τώρα με την πανδημία. Συγκεκριμένα, προτείνει:

απαγορευτικό για το lockdown

τροφοδιανομή για το delivery

για το σπίτι για το takeaway

Μόνο ο πρώτος από τους τρεις όρους είναι γέννημα-θρέμμα της πανδημικής περιόδου. Οι άλλοι δυο υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια στην καθημερινότητά μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολλά από τα μέτρα περιορισμού αφορούν την εστίαση [και γι’ αυτόν τον όρο χρωστάς άρθρο, ακούγεται μια φωνούλα από το βάθος] άρα και αυτούς τους όρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσοδιορθωτές, Ορολογία, Πανδημικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 308 Σχόλια »

Εσείς λαμβάνατε απουσίες όταν πηγαίνατε σχολείο;

Posted by sarant στο 6 Οκτωβρίου, 2020

Χτες είχαμε ένα άρθρο για τις καταλήψεις στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το σημερινό άρθρο έχει κι αυτό την αφετηρία του στις μαθητικές καταλήψεις, ή μάλλον στην αντιμετώπισή τους από το Υπουργείο Παιδείας, ωστόσο είναι άρθρο κατά βάση γλωσσικό.

Διαβάζω την πρόσφατη απόφαση της κ. Κεραμέως (εδώ το ρεπορτάζ και εδώ η δημοσίευση στο ΦΕΚ) και στέκομαι στο εξής:

Μαθητές που παρεμποδίζουν τη διεξαγωγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν στη σύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση και λαμβάνουν απουσίες για όσες διδακτικές ώρες προβλέπει το ωρολόγιο πρόγραμμα της ημέρας.

Θα σχολιάσω κατά βάση γλωσσικά (εμείς εδώ λεξιλογούμε…) αλλά δεν συμφωνώ ούτε επί της ουσίας. Αν υποτεθεί ότι «η παρεμπόδιση της διεξαγωγής της εκπαιδευτικής διαδικασίας» και εν προκειμένω η κατάληψη είναι παράπτωμα, υπάρχουν προβλέψεις για να τιμωρηθεί, το ίδιο κι αν υποτεθεί ότι είναι ποινικό αδίκημα. Η απαγόρευση συμμετοχής στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση δεν είναι μια από αυτές τις ποινές και δεν προβλέπεται πουθενά. Το παράπτωμα δεν θεραπεύεται με παράτυπες και αντισυνταγματικές πρόνοιες.

Και βέβαια, η ανεκδιήγητη αυτή απόφαση της κ. Κεραμέως προσκρούει σε μια σειρά αρχές του δικαίου. Πώς θα εμποδιστεί η πρόσβαση των «καταληψιών» στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση; Προφανώς, με τη δημιουργία αρχείου μαθητών που συμμετέχουν στην κατάληψη, αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δηλαδή.

Αυτό σημαίνει όμως ότι θα πρέπει να ξεκινήσει μια νέα, μη προβλεπόμενη μορφή αρχειοθέτησης των στοιχείων των μαθητών που μετέχουν στην κατάληψη, δηλαδή ένα νέο σύστημα αρχειοθέτησης για το οποίο δεν υπάρχει νομική βάση κατά τον GDPR. Και πώς θα καταρτιστεί το αρχείο αυτό; Θα κληθούν να καταδώσουν οι καθηγητές; Θα βλέπουν τους δέκα μαθητές που είναι στην πύλη του λυκείου; Δεν θα υποσκάψει αυτό για πάντα τη σχέση δασκάλου-μαθητή;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ευπρεπισμός, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , , , , | 215 Σχόλια »

Αυτοπροστατευόμενα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2020

Τα μεζεδάκια της προηγούμενης εβδομάδας ήταν περιορισμένα από τα μέτρα περιορισμού που επιβάλλονταν σε διάφορες περιοχές της χώρας, τούτα εδώ είναι αυτοπροστατευόμενα, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του προχτεσινού διαγγέλματος του πρωθυπουργού.

Eίπε λοιπόν ο πρωθυπουργός ότι το δίλημμα είναι «αυτοπροστασία ή καραντίνα». Θα μπορούσαμε να σχολιάσουμε αρκετά το περιεχόμενο του μηνύματός του, αλλά όχι σήμερα, σήμερα κάνουμε γλωσσικά και ευτράπελα σχόλια, όχι συζήτηση επί της ουσίας.  Οπότε, από την αυτοπροστασία δανειζόμαστε τον τίτλο του σημερινού βδομαδιάτικου άρθρου μας, κι έτσι έχουμε «αυτοπροστατευόμενα μεζεδάκια».

* Κι επειδή ο πρωθυπουργός ξεκίνησε το διάγγελμα λέγοντας ότι βρισκόμαστε «σε μια κρίσιμη καμπή της μάχης με την πανδημία», ενώ κατά σύμπτωση ο ανιψιός του πρωθυπουργού, που είναι και δήμαρχος Αθηναίων, επέρριψε τις ευθύνες για την κακή κατάσταση του γκαζόν της Ομόνοιας στις κάμπιες που το έφαγαν, πολλοί φωτοσοπιστές στα σόσιαλ άρπαξαν την ευκαιρία και παρώδησαν το σουπεράκι της ΕΡΤ μετατρέποντας την καμπή σε κάμπια όπως εδώ. Κι έτσι, είμαστε σε μια κρίσιμη κάμπια (Και μια κάμπια τόση, με το συμπάθειο, θα μπορούσαμε να πούμε).

Να θυμίσουμε ότι η κάμπια στα αρχαία ή στην καθαρεύουσα λέγεται «κάμπη» και πιθανώς συνδέεται με το ρήμα «κάμπτω», απ’ όπου παράγεται και η καμπή -αλλά αυτό αξίζει ίσως να αναπτυχθεί σε ξεχωριστό άρθρο.

* Κατά τα άλλα, και επειδή αυτή η κυβέρνηση περισσότερο από τις προηγούμενες δείχνει να κινείται με βάση τις συμβουλές επικοινωνιολόγων και για τα μικρά και για τα μεγάλα, αναρωτιέμαι τι να σκέφτηκαν οι επικοινωνιολόγοι του πρωθυπουργού όταν τον συμβούλεψαν να φορέσει πένθιμη μοβ γραβάτα για το διάγγελμά του;

* Mεγάλη γκάφα των ΕΛΤΑ. Ήταν να εκδοθούν γραμματόσημα για τα 2500 χρόνια των Θερμοπυλών και της Σαλαμίνας, αλλά τελικά «για τεχνικούς λόγους» κυκλοφόρησε μόνο το σχετικό με τη Σαλαμίνα.

Οι τεχνικοί λόγοι ήταν ότι στο γραμματόσημο για τις Θερμοπύλες, που είχε το επίγραμμα του Σιμωνίδη, υπήρχαν όχι ένα αλλά δύο ορθογραφικά λάθη στο αρχαίο περσικό κείμενο, τα οποία δεν τα πρόσεξε κανείς ανευθυνοϋπεύθυνος του οργανισμού, αλλά εντοπίστηκαν (υποθέτω από πολλούς πολίτες και πάντως στο ιστολόγιο σε σχόλιο μέσα στη βδομάδα) μόλις τα ΕΛΤΑ έδωσαν στον Τύπο εικόνες των νέων γραμματοσήμων 2-3 μέρες πριν από την προγραμματισμένη κυκλοφορία.

Όπως βλέπετε, το «κείνων» έγινε «κοινων» -έτσι όπως είναι άτονο, θα το πούμε «κοινών» άραγε;- ενώ η τελευταία λέξη, το «πειθόμενοι» απέκτησε ωμέγα αντί για όμικρον έτσι που να φαντάζει πιο αρχοντική -το όμικρον είναι για την πλέμπα.

Ντροπή τους, μια δουλειά είχε να κάνει κάποιος και όπως φαίνεται δεν την έκανε. Αλλά να περάσει από τόσα μάτια (ή δεν πέρασε από τόσα μάτια;) και να μην το δουν; Τέτοιο κάζο δεν θυμάμαι τα τελευταία κάμποσα χρόνια στα ΕΛΤΑ, και πέρα από το πλήγμα στο γόητρο του οργανισμού φαντάζομαι ότι θα υπάρχει και όχι αμελητέα οικονομική ζημία αφού το γραμματόσημο είχε τυπωθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Επιγραφές, Κύπρος, Λογοπαίγνια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Ορθογραφικά, Παρίσι | Με ετικέτα: , , , , , , | 515 Σχόλια »

Πρέπει άραγε να τηρούμε ευλαβικά τις οδηγίες του ΕΟΔΥ;

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2020

Αν σκεφτήκατε οτι στο σημερινό άρθρο θα συζητήσω κάποιες από τις πρόσφατες οδηγίες του ΕΟΔΥ, ισως για το κλείσιμο των εστιατορίων, μπαρ κτλ. στις 12, και μάλιστα με τη διάθεση να τις αμφισβητήσω, αφού διατυπώνω ερώτημα, πέφτετε έξω.

Σας παραπλάνησε ο τίτλος, και παραδέχομαι πως εσκεμμένα τον διατύπωσα έτσι, για γούστο.

Όχι, δεν είναι ο ΕΟΔΥ το θέμα μου ούτε η πανδημία. Το σημερινό άρθρο έχει θέμα καθαρά γλωσσικό, όσο κι αν δεν του φαίνεται. Οπότε, ας εξηγηθώ.

Έναυσμα μού δίνει ένα πρόσφατο σημείωμα του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Τελευταία, νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, ο καθηγητής χρησιμοποιεί το Φέισμπουκ για να εκφράζει τις απόψεις του για γλωσσικά φαινόμενα και θέματα, συνήθως αποδοκιμάζοντας τη μία ή την άλλη χρήση. Θα πείτε ότι αυτό είναι μάλλον παράδοξη στάση από γλωσσολόγο (είναι σαν να βλέπεις έναν μετεωρολόγο να αποδοκιμάζει τους ισχυρούς βορειοανατολικούς ανέμους) αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Λοιπόν, πρόσφατα ο κ. Μπαμπινιώτης απεύθυνε έκκληση σε σχέση με την κατ’ αυτόν σωστή χρήση του επιρρήματος «ευλαβικά».

O καθηγητής προτάσσει την εξής εισαγωγή:

Σεβαστείτε το «ευλαβικά»!

Ένα επίρρημα, το ευλαβικά, υποφέρει γλωσσικά. Λυπηθείτε το! Δεν είναι «διά πᾶσαν χρήσιν…». Δεν σημαίνει «προσεκτικά», ούτε «επακριβώς» ούτε «επιμελώς»! Σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό». Κι έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται.

και στη συνέχεια αναπτύσσει τις σκέψεις του μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο.

Μας λέει ότι ακούγονται φράσεις όπως «Τηρούμε ευλαβικά τις αποστάσεις» ή «Προσέχουμε ευλαβικά τις οδηγίες», στις οποίες χρησιμοποιούμε το «ευλαβικά» σχεδόν σαν να σημαίνει «προσεκτικά», «επακριβώς», «επιμελώς», ενώ σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό» (δική του η έμφαση).

Μπορεί να το χρησιμοποίησε μεταφορικά ο κ. Τσιόδρας, λέει, για να τονίσει ότι η τήρηση των μέτρων προφύλαξης πρέπει να γίνεται σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι ιερό, αφού εχει σχέση με την προστασία της υγείας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το χρησιμοποιούμε με άλλη, διαφορετική σημασία! (Και πάλι δική του η έμφαση).

Και αφού παραθέσει την ετυμολογία (κουτσουρεμένη, όπως θα δούμε) της λέξης «ευλαβής», καταλήγει στο συμπέρασμα: Ας ευλαβούμεθα την σημασία μιας λέξης με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνία μας, το ευλαβικά.

Θα σχολιάσω την παραπάνω άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »