Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Γ. Μπαμπινιώτης’

Πρέπει άραγε να τηρούμε ευλαβικά τις οδηγίες του ΕΟΔΥ;

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2020

Αν σκεφτήκατε οτι στο σημερινό άρθρο θα συζητήσω κάποιες από τις πρόσφατες οδηγίες του ΕΟΔΥ, ισως για το κλείσιμο των εστιατορίων, μπαρ κτλ. στις 12, και μάλιστα με τη διάθεση να τις αμφισβητήσω, αφού διατυπώνω ερώτημα, πέφτετε έξω.

Σας παραπλάνησε ο τίτλος, και παραδέχομαι πως εσκεμμένα τον διατύπωσα έτσι, για γούστο.

Όχι, δεν είναι ο ΕΟΔΥ το θέμα μου ούτε η πανδημία. Το σημερινό άρθρο έχει θέμα καθαρά γλωσσικό, όσο κι αν δεν του φαίνεται. Οπότε, ας εξηγηθώ.

Έναυσμα μού δίνει ένα πρόσφατο σημείωμα του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Τελευταία, νομίζω το έχω ξανασχολιάσει, ο καθηγητής χρησιμοποιεί το Φέισμπουκ για να εκφράζει τις απόψεις του για γλωσσικά φαινόμενα και θέματα, συνήθως αποδοκιμάζοντας τη μία ή την άλλη χρήση. Θα πείτε ότι αυτό είναι μάλλον παράδοξη στάση από γλωσσολόγο (είναι σαν να βλέπεις έναν μετεωρολόγο να αποδοκιμάζει τους ισχυρούς βορειοανατολικούς ανέμους) αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας.

Λοιπόν, πρόσφατα ο κ. Μπαμπινιώτης απεύθυνε έκκληση σε σχέση με την κατ’ αυτόν σωστή χρήση του επιρρήματος «ευλαβικά».

O καθηγητής προτάσσει την εξής εισαγωγή:

Σεβαστείτε το «ευλαβικά»!

Ένα επίρρημα, το ευλαβικά, υποφέρει γλωσσικά. Λυπηθείτε το! Δεν είναι «διά πᾶσαν χρήσιν…». Δεν σημαίνει «προσεκτικά», ούτε «επακριβώς» ούτε «επιμελώς»! Σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό». Κι έτσι πρέπει να χρησιμοποιείται.

και στη συνέχεια αναπτύσσει τις σκέψεις του μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο.

Μας λέει ότι ακούγονται φράσεις όπως «Τηρούμε ευλαβικά τις αποστάσεις» ή «Προσέχουμε ευλαβικά τις οδηγίες», στις οποίες χρησιμοποιούμε το «ευλαβικά» σχεδόν σαν να σημαίνει «προσεκτικά», «επακριβώς», «επιμελώς», ενώ σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό» (δική του η έμφαση).

Μπορεί να το χρησιμοποίησε μεταφορικά ο κ. Τσιόδρας, λέει, για να τονίσει ότι η τήρηση των μέτρων προφύλαξης πρέπει να γίνεται σαν να υπερασπιζόμαστε κάτι ιερό, αφού εχει σχέση με την προστασία της υγείας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να το χρησιμοποιούμε με άλλη, διαφορετική σημασία! (Και πάλι δική του η έμφαση).

Και αφού παραθέσει την ετυμολογία (κουτσουρεμένη, όπως θα δούμε) της λέξης «ευλαβής», καταλήγει στο συμπέρασμα: Ας ευλαβούμεθα την σημασία μιας λέξης με ιδιαίτερη βαρύτητα στην επικοινωνία μας, το ευλαβικά.

Θα σχολιάσω την παραπάνω άποψη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Η πληθυσμιακή έκρηξη των συνοριοφυλάκων -ή, οι «προσεκτικοί ομιλητές» σε νέες περιπέτειες

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2020

Τον τελευταίο καιρό είχαμε αρκετούς σύντομους ή ακόμα και μονολεκτικούς τίτλους, αλλά με το σημερινό μακρινάρι ξεφεύγουμε από τη λακωνική τάση. Φυσικά, το πρώτο μισό του τίτλου κάνει λογοπαίγνιο με τον τίτλο της γνωστής ταινίας του Δήμου Αβδελιώδη, την Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων, μόνο που εδώ έχουμε συνοριοφύλακες, έναν τύπο που ο καθηγητής Μπαμπινιώτης πρόσφατα αποδοκίμασε, μαζί με ορισμένους άλλους.

Μ’ άλλα λόγια, θα σχολιάσουμε ένα πρόσφατο σημείωμα του Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ, που το βλέπετε αριστερά, καταρχάς την εισαγωγή του κ. καθηγητή και μετά το ορθογώνιο πλαίσιο στο οποίο αναλύει εκτενέστερα τα επιχειρήματά του.

Λέει λοιπόν ο κ. Μπαμπινιώτης:

συνορο-φύλακας ΟΧΙ συνορΙο-φύλακας
εποχ-ικός ΟΧΙ εποχ-Ιακός
πληθυσμ-ικός ΟΧΙ πληθυσμ-Ιακός
ερασμ-ική (προφορά) ΟΧΙ ερασμ-Ιακή

Οι λέξεις αυτές, παρά την περισσότερο ή λιγότερο ευρεία χρήση τους, παραβαίνουν τους κανόνες τής παραγωγής και τής σύνθεσης τής Ελληνικής. Οι «προσεκτικοί ομιλητές» είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούν τους τύπους που σχηματίζονται κατά τους κανόνες τής γλώσσας μας.

Kαι εξηγεί παρακάτω με ποιο τρόπο ο κάθε ένας τύπος από αυτούς «παραβαίνει τους κανόνες» παραγωγής και σύνθεσης της ελληνικής.

Εγώ από την πλευρα μου υποστηρίζω ότι δεν είναι η γενετική μορφολογία το αποκλειστικό κριτήριο για να δεχτούμε έναν τύπο, πρέπει επίσης να πάρουμε υπόψη τον νόμο της αναλογίας, την αποδοχή του τύπου από τους φυσικούς ομιλητές και από τη λεξικογραφική κοινότητα, και, βέβαια, την παρουσία των σχετικών τύπων στα σώματα κειμένων, τόσο αυτών που αποδοκιμάζονται όσο και εκείνων που αντιπροτείνονται, με άλλα λόγια τη χρήση τους, διότι η χρήση φτιάχνει τους κανόνες, όσο κι αν ο κ. Μπαμπινιώτης θεωρεί ότι υπάρχει «παράβαση των κανόνων» ανεξάρτητα από «την περισσότερο ή λιγότερο ευρεία χρήση» ενός τύπου.

Με την απλή προσφυγή στο γκουγκλ, που είναι ικανοποιητικός τρόπος για αδρομερείς εκτιμήσεις, βλέπουμε ότι οι τύποι που αποδοκιμάζονται από τον κ. καθηγητή είναι εξίσου, περισσότερο ή πολύ περισσότερο διαδεδομένοι από αυτούς που επιδοκιμάζονται ως «σωστοί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Λαθολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 175 Σχόλια »

Από τη Στοά του Βιβλίου στη Στοά του Μουσακά (άρθρο του Χάρη Γολέμη)

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2020

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του Χάρη Γολέμη, που δημοσιεύτηκε στην Εποχή, την καλή αριστερή κυριακάτικη εφημερίδα, που αξίζει να την αγοράζετε. Δεν το αναδημοσιεύω για να γλιτώσω για μια μέρα την αγγαρεία του καθημερινού άρθρου, αλλά επειδή η είδηση που μεταφέρει ο αρθρογράφος με ενδιαφέρει πολύ. Στο τέλος θα βάλω και κάποια δικά μου σχόλια.

ΑΠΟ τη ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ στη ΣΤΟΑ του ΜΟΥΣΑΚΑ

του Χάρη Γολέμη

Προ ημερών βρέθηκα με ένα φίλο στο Πόλις Αρτ Καφέ, το πολιτιστικό καφενείο που βρίσκεται στην ταράτσα της Στοάς του Βιβλίου στο οποίο από το 1996 μέχρι σήμερα μπορούσε κανείς να απολαύσει τον καφέ και το ποτό του σε ένα ήσυχο περιβάλλον, και ορισμένες φορές να παρακολουθήσει παρουσιάσεις βιβλίων και άλλες εκδηλώσεις τόσο στο εσωτερικό του όσο και στο μεγάλο προαύλιο χώρο. Προς μεγάλη μας έκπληξη και στενοχώρια οι δύο κυρίες που σερβίριζαν εκείνη την ημέρα μας ενημέρωσαν ότι το Πόλις θα κλείσει τον Αύγουστο. Όχι γιατί δεν πάνε καλά οι δουλειές του, αλλά γιατί η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία στην οποία ανήκει η Στοά του Βιβλίου το υποχρεώνει, όπως και τα άλλα καταστήματα που στεγάζονται εκεί συμπεριλαμβανομένων των βιβλιοπωλείων, να της αδειάσει τη γωνιά προκειμένου όλος ο χώρος της στοάς να μετατραπεί σε food hall, όπως ονομάζεται στην πολυεθνική αγοραία αργκό ένα σύνολο συστεγαζόμενων καταστημάτων πώλησης τροφίμων και εστίασης.

Ίσως είμαι από τους τελευταίους που μαθαίνω αυτή την εξέλιξη, δεδομένου ότι, όπως διάβασα στο διαδίκτυο, ήδη από τον Ιούλιο του 2019 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία και η εταιρεία Legendary Food είχαν υπογράψει σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η πρώτη ενοικίασε στη δεύτερη τη Στοά του Βιβλίου για 37 (!) χρόνια με ετήσιο μίσθωμα 1,2 εκατομμύρια ευρώ. Μάλιστα, το επιχειρηματικό σχέδιο παρουσιάστηκε σε κοινή συνέντευξη τύπου που έδωσαν τον Οκτώβριο του 2019 ο πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ και πρώην υπουργός Παιδείας, κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης, και ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΓΑΙΑ Επώνυμα Τυποποιημένα Προϊόντα Αγρινίου και τσέο της Legendary Food, κ. Άρης Κεφαλογιάννης, ένα από τους γόνους της γνωστής πολιτικής οικογένειας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Βιβλία | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »

Ως – σαν και δημοτική γλώσσα (μια συνεργασία του Πέτρου Π.)

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2020

Ο φίλος του ιστολογίου Πέτρος Π. μού έστειλε μια μελέτη του για τη γλώσσα, από την οποία διάλεξε ένα απόσπασμα με αρκετή αυτοτέλεια που μπορεί να δημοσιευτεί ως άρθρο στο ιστολόγιο. Το θέμα είναι η δημοτικη και η (νεο)καθαρεύουσα, με ειδική αναφορά στο δίλημμα «ως» ή «σαν».

Παρόμοια επιχειρήματα έχω κι εγώ αναπτύξει στο ιστολόγιο, τα έχει γράψει και ο φίλος Γιάννης Χάρης στη στήλη του, αλλά ασφαλώς είναι χρήσιμο να επαναλαμβάνονται κάποια πράγματα τονισμένα από διαφορετική οπτική γωνία.

Δίνω τον λόγο στον Πέτρο Π. και στο τέλος λέω κι εγώ δυο πράγματα.

Ως – σαν και δημοτική γλώσσα

Αν και η καθαρεύουσα υπήρξε αντίπαλος της δημοτικής γλώσσας για περίπου ενάμιση αιώνα από την ίδρυση του (νεο)ελληνικού κράτους, ο σύγχρονος καθαρευουσιανισμός είναι πιο επικίνδυνος γιατί σε διάκριση με την καθαρεύουσα που ήταν μια γλώσσα απέναντι στην δημοτική, αυτός, η νέα καθαρεύουσα, τουλάχιστον μέχρι το σημερινό στάδιο εξέλιξής της, είναι ένα εχθρικό γλωσσικό ρεύμα που δρα μέσα στους κόλπους της δημοτικής, με τυπικά αναγνωρισμένη επίσημη γλώσσα την δημοτική.

Και γιατί ακόμη δρα σε διαφορετικό έδαφος. Παλιά πολλοί δημοτικιστές και κυρίως η αριστερά έλεγαν πως η καθαρεύουσα επιβάλλεται για να μείνει αμόρφωτος ο λαός. Ο λαός πράγματι όσο λιγότερο μορφωμένος ήτανε τόσο πιο ξένη αισθανόταν την καθαρεύουσα. Ταυτόχρονα όμως αυτή δεν μπορούσε να διεισδύσει και να επιδράσει στην λαϊκή γλώσσα. Σήμερα που η γενική παιδεία έχει διαδοθεί και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ κυριαρχούν, το τι διδάσκεται στα  σχολεία και το πώς μιλάει η τηλεόραση παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην διαμόρφωση του γλωσσικού αισθήματος και αν αυτή η διδασκαλία και τα τηλεοπτικά ακούσματα περιέχουν στοιχεία ξένα προς την δημοτική και ακόμη ξένα προς την ελληνική γλώσσα γενικά, και πολύ περισσότερο όταν τα στοιχεία αυτά πληθαίνουν, συντελούν στην παραφθορά της λαϊκής γλώσσας, στην αποξένωση του λαού από την ίδια του την γλώσσα. Σήμερα που η τηλεόραση κυριαρχεί σαν το βασικό μέσο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, έχει γίνει ο κύριος μαζικός προπαγανδιστής του συμφέροντος, των επιδιώξεων και των γούστων της κυρίαρχης τάξης όχι μόνον ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τον τρόπο έκφρασης γενικά και της γλωσσικής έκφρασης ειδικά.

Εδώ θα εξεταστεί η χρήση ενός μονάχα διττού λεκτικού όρου, του ως/σαν, στο πεδίο που και οι δυο μορφές του διεκδικούν την ίδια χρήση. Ποσοτικά, στο σύνολο των λέξεων, η βαρύτητα του όρου φαίνεται απειροελάχιστη. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Από ποσοτική άποψη σημασία έχει η μέση συχνότητα χρήσης του και θα ήταν χρήσιμο να γινόταν μια εκτίμηση αυτής. Από ποιοτική άποψη σημασία έχουν άλλα στοιχεία που ξεκινούν από την γλώσσα και πηγαίνουν πέρα απ’ αυτήν. Και αυτά τα στοιχεία εδώ υπάρχουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Νεοκαθαρεύουσα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Και πάλι για το κτίριο και την ορθογραφία του

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2019

Συμφωνα με ένα παλιό ανέκδοτο, της εποχής που ο κόσμος ακόμα φορούσε καπέλα, κάποιος φιλάργυρος είχε ένα καπέλο και το είχε κρατήσει καμιά τριανταριά χρόνια. Όταν τέλος πάντων είχε παλιώσει τόσο που ήταν αδύνατο να φορεθεί, το παίρνει απόφαση να αγοράσει καινούργιο. Πηγαίνει λοιπόν στο ίδιο κατάστημα που είχε αγοράσει και το παλιό πριν τριάντα χρόνια, και λέει: – Θα ήθελα άλλο ένα καπέλο!

Κάπως έτσι κι εδώ, αφού το σημερινό άρθρο το τιτλοφορώ «και πάλι» για το κτίριο, ενώ για την ορθογραφία της λέξης κτίριο έχουμε γράψει πριν από δέκα συναπτά έτη -οι νεότεροι μπορεί και να μην έχουν υπόψη τους το άρθρο. Αλλά δεν θα επαναλάβω το παλιό εκείνο άρθρο, απλώς θα ξαναγράψω για το ίδιο θέμα.

Έναυσμα για την επανάληψη αυτή είναι μια συζήτηση που έγινε (ή μάλλον που δεν έγινε) το περασμένο Σάββατο, στο συνέδριο της ΕΛΕΤΟ. Το συνέδριο έκλεισε, όπως είναι καθιερωμένο, με μια συζήτηση με πάνελ. Ένας από τους ομιλητές αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως στην ορθογραφία της λέξης «κτίριο» παραπονούμενος ότι ο τίτλος ενός φυλλαδίου που είχε εκδοθεί από κάποια δημοσια αρχή ήταν «Το σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου» στην πρώτη έκδοση αλλά «Το σύνδρομο του άρρωστου κτηρίου» στην πρόσφατη επανέκδοση.

Από άλλα μέλη του πάνελ δόθηκε η απάντηση ότι το κτίριο δεν μπορεί να γράφεται με ι, διότι δεν ετυμολογείται από το «κτίζω». Προέρχεται είτε από το «οικητήριο» είτε από το «ευκτήριο», οπότε πρέπει να γραφτεί με η. Με δυο λόγια, η άποψη Μπαμπινιώτη, που τη μεταφέρω για μεγαλύτερη πληρότητα εδώ:

Το ρήμα ‘κτίζω’ δεν μπορεί να δώσει παράγωγα με ανύπαρκτη κατάληξη –ριο! Δεν μπορούμε δηλαδή να έχουμε κτί-ριο. Το ‘κτίζω’ θα μπορούσε μόνο να δώσει ‘κτιστήριο’ (πρβλ. φροντίζω – φροντιστήριο) τύπος που ούτε κι αυτός μαρτυρείται να υπάρχει. Άρα η λέξη έχει διαφορετική ετυμολογική προέλευση και, επομένως, διαφορετική ορθογραφία. Παράγεται είτε από το ‘οικητήριον’ (οικώ> οικητήριο > κτήριο) είτε από το ‘ευκτήριον’ (οίκημα)· είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, η γραφή με –η (κτήριο) είναι η μόνη σωστή.

Επειδή είχε δοθεί η εντύπωση ότι η γραφή «κτίριο» είναι μια ανορθογραφία -ενώ πρόκειται για τη γραφή που υιοθετείται απο τη σχολική ορθογραφία, από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής και από τους περισσότερους μελετητές- ζήτησα τον λόγο, αλλά ο καθηγητής Θ. Τάσιος, που διεύθυνε τη συζήτηση, απέφυγε να μου τον δώσει, έχοντας πικρή πείρα από τις ατέρμονες και παθιασμένες συζητήσεις περί ορθογραφίας (ήδη από κάποιο έδρανο του βάθους είχε ακουστεί η μοιραία λέξη «ορθοπ*δικός»). Δικαίωμά του βεβαίως, αλλά έτσι δεν ακούστηκε η άλτερα παρς και δόθηκε στρεβλή εικόνα.

Ευτυχώς ομως έχω τούτο εδώ το ιστολόγιο, οπότε μπορώ να εκθέσω την άποψη που δεν μπόρεσα να πω, και μάλιστα να την εκθέσω αναλυτικά, χωρίς περιορισμό χρόνου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 118 Σχόλια »

Ησχολείτο, ασχολείτο, ασχολούταν, ασχολούνταν ή ασχολιόταν;

Posted by sarant στο 13 Νοεμβρίου, 2019

To σημερινό άρθρο ασχολείται με ένα θέμα που το έχουμε εξετάσει κι άλλες φορές στο ιστολόγιο, αν και δεν του έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο: εννοώ τους πιθανούς τύπους του τρίτου προσώπου του μεσοπαθητικού παρατατικού, που είναι μια περιοχή της γλώσσας μας ακόμα ρευστή, που δεν έχει κατασταλάξει: η μπίλια όχι μόνο δεν έχει ακόμα καθίσει κάπου αλλά γυρίζει τρελά, μια και οι πιθανοί τύποι ανάμεσα στους οποίους έχει κανείς να διαλέξει δεν είναι δύο ή τρεις, αλλά πέντε, που τους παρουσιάζω εδώ πηγαίνοντας από τον λογιότερο στον δημωδέστερο:

ησχολείτο, ασχολείτο, ασχολούταν, ασχολούνταν, ασχολιόταν

Το πεντάλημμα αυτό μας έχει απασχολήσει και άλλοτε και θα μας απασχολήσει κι άλλη φορά, αλλά το έναυσμα για το σημερινό άρθρο μού το έδωσε μια ανακοίνωση του κ. Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ (Προσωποδίκτυο το λέει ο ίδιος), ανακοίνωση που συνίσταται στην εικόνα που βλέπετε συν το εξής συνοδευτικό κείμενο:

Με ρωτούν φίλοι/ακολουθούντες το προσωποδίκτυό (ΦΒ) μου για μερικούς γραμματικούς τύπους που ακούν στην Τηλεόραση ή διαβάζουν στον Τύπο και που τους ενοχλούν ακουστικά / οπτικά, αν είναι σωστοί. Απάντηση: εμπιστευτείτε το αφτί σας! Αν δεν σάς ενοχλεί ένας τύπος (τον ξέρετε οι ίδιοι, τον ακούτε να χρησιμοποιείται ιδίως από προσεκτικούς ομιλητές), μη τον φοβάστε (ότι δήθεν είναι από την καθαρεύουσα, δεν είναι σε κάποιους δήθεν κανόνες τής δημοτικής κ.λπ.). Χρησιμοποιήστε τον!

Βλέπουμε ότι ο κ. Μπαμπινιώτης εκφράζει σαφή προτίμηση για το λογιότερο άκρο της κλίμακας που παρουσίασα πιο πάνω, για τους τύπους σε -είτο, με ή χωρίς αύξηση.

Τον τύπο σε -ούνταν τον θεωρεί «παράκαμψη» του προβλήματος, αφού χρησιμοποιεί το γ’ πληθυντικό αντί του γ’ ενικού, ενώ τους τύπους σε -ούταν τους θεωρεί προκλητικούς και τους υπογραμμίζει, βάζει θαυμαστικά και γενικά εκφράζει εύγλωττα τον αποτροπιασμό του.

Κι έτσι, καταλαβαίνουμε ότι την πολύ σωστή κατά τα άλλα συμβουλή του «Εμπιστευτείτε το αυτί σας» δεν πρέπει να την πάρουμε τοις μετρητοίς αφού κι ο ίδιος φροντίζει να προσδιορίσει ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε να χρησιμοποιούμε τύπους που τους έχουμε ακούσει «από προσεκτικούς ομιλητές» -είναι δε προσεκτικοί ομιλητές όσοι ακολουθούν τα χούγια του κ. Μπαμπινιώτη· ο Σεφέρης πάντως, δεν ήταν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Να βγάλουμε μιαν αυτοφωτογραφία με την καινούργια μου δέλτο;

Posted by sarant στο 27 Αυγούστου, 2019

Πριν απο δέκα μέρες, στο Βήμα της Κυριακής, ο Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε ένα άρθρο για τους νεολογισμούς της ελληνικής, άρθρο ενταγμένο αν κατάλαβα καλά σε μια σειρά άρθρων με τίτλο «Τα ελληνικά του 21ου αιώνα». Το θέμα του άρθρου ενδιαφέρει πάρα πολύ το ιστολόγιο, οπότε το αναδημοσιεύω εδώ, ακόμα περισσότερο αφού προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχει δημοσιευτεί στον ιστότοπο του Βήματος. Εγώ το πήρα από τη σελίδα του Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Μετά το άρθρο παραθέτω μερικά δικά μου σχόλια.

Στο μεγαλύτερο μέρος του άρθρου ο Γ.Μπ. κάνει μια επισκόπηση για τους νεολογισμούς που φάνηκαν τα τελευταία χρόνια ενώ στο τέλος διατυπώνει ορισμένες σκέψεις και συστάσεις. Οι παρατηρήσεις μου αφορούν κυρίως αυτό το δεύτερο μέρος. Το άρθρο πάντως αξίζει να διαβαστεί, κι ας είναι εκτενές.

Ο τίτλος του άρθρου του κ. Μπαμπινιώτη είναι «To GPS και ο εντοπιστής θέσεως». Εδώ στο ιστολόγιο έβαλα δικό μου τιτλο, παίζοντας με κάποιες από τις προτάσεις του καθηγητή.

To GPS και ο εντοπιστής θέσεως

Νέες λέξεις, ελληνικές και εισαγόμενες, αναγκαίες και ευπρόσδεκτες.
Ο παραγωγικότερος λεξικογράφος μας καταγράφει τον καταιγισμό νεολογισμών του 21ου αιώνα και μας παροτρύνει να μιλάμε ελληνικά
Επιμέλεια αφιερώματος: ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ

Κατακλυζόμαστε από όγκους πληροφοριών, δηλ. από έννοιες που χρειάζονται τα «σχήματά» τους, τις λέξεις. Αρα κατακλυζόμαστε από λέξεις. Οσο η ζωή μας αλλάζει σε διάφορα επίπεδα (τεχνολογία, επιστήμη, καθημερινή ζωή, επικοινωνία, κοινωνία κ.λπ.) άλλο τόσο αλλάζουν και οι ανάγκες επικοινωνίας, άλλο τόσο αλλάζει η γλώσσα μας, κυρίως και εμφανώς στο λεξιλόγιο, λιγότερο και ανεπαισθήτως στη γραμματική και τη σύνταξη. Αυτό σημαίνει ότι ως ομιλητές τής γλώσσας, αναλογα με τις ανάγκες μας συχνά και με τις γλωσσικές μας προτιμήσεις, οδηγούμεθα να κατακτούμε αστό το λεξιλόγιο, λιγότερο ή περισσότερο. Σημαίνει ακόμη ότι οι καταγραφείς τής γλώσσας, οι λεξικογράφοι, οφείλουν να παρακολουθούν τα συμβαίνοντα στη γλώσσα και όχι άκριτα, βιαστικά, βεβιασμένα και επιδεικτικά, αλλά με κριτήρια, με σύνεση και φειδώ να αποτυπώνουν τις νέες λέξεις, τους νεολογισμοός, περιγράφοντας τη χρήση και προσδιορίζοντας προσεκτικά τις σημασίες τους. Ο σοφός γέρων των Παρισίων, ο Αδαμάντιος Κοραής, μάς έχει προειδοποιήσει εγκαίρως ότι η γλώσσα πρέπει «να ανακαινίζεται με ευλάβειαν και ησυχίαν, καθώς ανακαινίζονται τα ιερά των θεών, και όχι με την θορυβώδη και τυραννικήν αυθάδειαν, με την οποίαν υψώθη της Βαβέλ ο πύργος»!

Πληροφορική, οικονομία, ευζωία

Η πληροφορική, που έχει από καιρό μπει στη ζωή μας, τείνει να επιβάλει πλήθος νέων λέξεων. Μερικά παραδείγματα άβαταρ («ψηφιακή εικόνα ή αναπαράσταση με την οποία ο χρήστης παρουσιάζει τον εαυτό του στο Διαδίκτυο»), το εμπορικό σήμα βάιμπερ («εφαρμογή που επιτρέπει στους χρήστες την ανταλλαγή κλήσεων, μηνυμάτων, φωτογραφιών, βίντεο κ.ά.»), βάιραλ («αρχείο που διαδίδεται και γίνεται σύντομα πολύ δημοφιλές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης»), βάιρους, βίρτσουαλ, γκουγκλ και γκουγκλάρω, γουάι-φάι («σύστημα ασύρματης σύνδεσης συσκευών στο Διαδίκτυο»), γουέμπ, ες-εμ-ες, η-μπάνκινγκ, κρασάρει (ο Η/Υ), κλικάρω, λάικ, λινκ, πι-ντι-εφ, πι-σι, σκάιπ, σόσιαλμίντια, σπαμ, στικ και στικάκι, τάμπλετ, τζι-πι-ες, τουίτερ, τρολ και τρολάρω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 234 Σχόλια »

Προσεκτικοί ομιλητές, αυτολογοκρισία και το στοίχημα του Πασκάλ

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2019

Στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβουμε εν μέρει ένα παλιότερο, όχι επειδή θέλω να ξεκουραστώ από το μαγγανοπήγαδο της καθημερινής ιστογραφίας αλλά διότι προστέθηκαν νέα στοιχεία στη συζήτηση.

Στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια ανέκυψε χτες, για πέμπτη ή δέκατη φορά, το… ακανθώδες ερώτημα αν «το σωστό» είναι να λέμε «αυτό αφορά τον τάδε» ή «αυτό αφορά στον τάδε». Έτσι γίνεται όταν συζητάμε στα ιστολόγια, τα φόρουμ και τα κοινωνικά μέσα, αφού το κοινό που απαρτίζει την ομήγυρη ανανεώνεται και μεταβάλλεται κι έτσι τα ίδια ερωτήματα, παρόλο που έχουν συζητηθεί ήδη, τίθενται ξανά και ξανά.

Το θέμα το έχουμε συζητήσει και εδώ, στο ιστολόγιο -και ως απάντηση στην ερώτηση παρέθεσα το περσινό μας άρθρο.

Μια φίλη, που είναι μάχιμη φιλόλογος, σχολίασε ως εξής:

Συμφωνώ απολύτως με την απρόθετη χρήση – και επίσης ταιριάζει περισσότερο στο γλωσσικό μου αισθητήριο. Αλλά έχω το εξής πρόβλημα: κρίνομαι ως φιλόλογος και στο μυαλό πολλών, αν με ακούσουν να λέω «αφορά το», θα χαρακτηριστώ αστοιχείωτη. Αυτό με «υποχρεώνει» να χρησιμοποιώ το «αφορά στο», ώστε να είμαι «σωστή» σε κάθε περίπτωση.

Και συνόδεψε το σχόλιό της με μια λυπημένη φατσούλα 😦 για να δείξει ότι δεν το κάνει με χαρά της αυτό.

Η φίλη μας δηλαδή παραδέχτηκε ότι ενώ εκείνη θεωρεί σωστή και στρωτή τη σύνταξη «αυτό αφορά την τάξη μας», επειδή είναι φιλόλογος και φοβάται μήπως άλλοι (γονείς μαθητών; συνάδελφοι; ο διευθυντής;) τη χαρακτηρίσουν αστοιχείωτη, εξαναγκάζεται να χρησιμοποιεί τη σύνταξη «αυτό αφορά στην τάξη μας» για να έχει τα νώτα της καλυμμένα (αυτήν ακριβώς τη διατύπωση χρησιμοποίησε στη συνέχεια της συζήτησης.

Το βρίσκω ανθρώπινο από μέρους της αλλά εξοργιστικό που αναγκάζεται σε μια τέτοια γλωσσική αυτολογοκρισία και στρέβλωση.

Της έγραψα: Αχ, σας καταλαβαίνω, αλλά είναι σωστό να κάνουμε το χατίρι των ηλιθίων; (Διότι ηλίθιος είναι όποιος κακοχαρακτηρίσει φιλόλογο επειδή γράφει «αφορά το τάδε θέμα» αντί για «αφορά στο τάδε θέμα»).

Τη δική μου θέση την ξέρετε. Θεωρώ εξίσου αποδεκτούς τους δύο τύπους και προσωπικά χρησιμοποιώ τον απρόθετο («αφορά το») πάντοτε. Άλλοι (λιγότεροι προς το παρόν) χρησιμοποιούν πάντοτε τον εμπρόθετο τύπο, κάποιοι χρησιμοποιούν πότε τον ένα και πότε τον άλλον ενώ κάποιοι κάνουν και διάκριση ανάλογα με τις σημασίες του ρήματος.

Το βέβαιο είναι ότι πριν από 25 χρόνια ο απρόθετος τύπος (αφορά το) ήταν ακόμα πιο συχνός απ’ό,τι είναι σήμερα. Την αύξηση της χρήσης του εμπρόθετου τύπου μπορούμε να την αποδώσουμε σε σημαντικό βαθμό στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη.

Στο λεξικό αυτό, σημειώνεται, σε ειδικό πλαίσιο και με μαύρα στοιχεία:

Η χρήση αφορά σε είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Επαναλήψεις, Εκπαίδευση, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 90 Σχόλια »

Το αφήγημα του κ. Μπαμπινιώτη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2019

Ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε πρόσφατα στον ιστότοπό του, αλλά και στην προσωπική σελίδα του στο Φέισμπουκ, ένα σχετικά σύντομο σχόλιο για τη λέξη «αφήγημα». Το παραθέτω ολόκληρο:

Όχι άλλα αφηγήματα!

Το αφήγημα (από το αφηγούμαι) «η έκθεση ή εξιστόρηση πραγματικών ή φανταστικών γεγονότων σε γραπτό συνήθ. λόγο» (ορισμός στο λεξικό μου) έφτασε να γίνει «ψωμοτύρι» στη γλώσσα των ασχολουμένων με την πολιτική (πολιτικών, δημοσιογράφων, πολιτειολόγων, αναλυτών κ.ά.). Χρησιμοποιείται με τις σημασίες «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» συνήθως με αρνητική χροιά, στο πλαίσιο μιας χρήσιμης (και επιδιωκόμενης συχνά) πολυσημίας που την περιβάλλουν μια αχλύς αοριστίας και μια αίγλη δήθεν γλωσσικής κουλτούρας.

Οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν (στη γλώσσα χρησιμοποιούνται νεολογισμοί) αλλά υπάρχουν και «όρια χρήσεως» μιας λέξης ως νεολογισμού, ώστε να μη περιπίπτει σε λέξη-φάντασμα, κενή δηλωτικότητας με οιονεί κρυπτική περιβολή.

Ο κ. Μπαμπινιώτης δεν είναι απλώς ο πιο προβεβλημένος γλωσσολόγος μας, είναι επίσης ο υπεύθυνος του πιο καλοπουλημένου λεξικού μας, οπότε οι γνώμες του, ειδικά για λεξικογραφικά θέματα, πάντοτε αξίζουν προσοχή. Εδώ φαίνεται να θεωρεί καταχρηστική την επέκταση της σημασίας της λέξης «αφήγημα» στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο, μιας σημασίας που δεν την έχει καταγράψει στο λεξικό του.

Παρόλο που υποστηρίζει πως οι νεολογισμοί δεν βλάπτουν, όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Μπαμπινιώτης κατακεραυνώνει νεολογισμούς -ή, τέλος πάντων, όρους που ο ίδιος θεωρεί νεολογισμούς. Θα θυμάστε ότι πριν από μερικά χρόνια είχε ξεσπαθώσει ενάντια στον «παραπλανητικό», όπως αν θυμάμαι καλά τον έλεγε, όρο «γενόσημα» (κάτι αναφέρω στο τέλος του άρθρου αυτού) ενώ πολύ πρόσφατα είχε σχεδόν χλευάσει τη χρήση της λέξης «απεύθυνση«. Άλλες φορές βέβαια καμαρώνει (και με το δίκιο του) για πετυχημένους νεολογισμούς που ο ίδιος έχει εισηγηθεί πολυμέσα, ας πούμε), οπότε ίσως να ενοχλείται μόνο από νεολογισμούς που δεν έχει προτείνει ο ίδιος.

Θα συμφωνήσουμε σε ένα πράγμα με τον κ. Μπαμπινιώτη. Ότι στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο είναι πολύ συχνή η χρήση της λ. «αφήγημα» με αυτή τη νεότερη σημασία. Γκουγκλίζοντας τη λέξη, βρίσκω, ας πούμε ότι τις τελευταίες μέρες ο αντιπολιτευόμενος Τύπος ανέφερε ότι η κυβέρνηση «αναζητεί ισχυρό πολιτικό αφήγημα» ενόψει των εκλογών ενώ ο υπουργός Ν. Παππάς υποστήριξε ότι η Νέα Δημοκρατία και ο φιλικός της Τύπος «χτίζουν το αφήγημα που θα δικαιολογεί την επιβολή τέταρτου μνημονίου».

Ωστόσο, η συμφωνία μου με τον κ. Μπαμπινιώτη σταματάει εδώ. Στα υπόλοιπα διαφωνώ, και στο ύφος και επί της ουσίας.

Καταρχάς, στο σύντομο σημείωμά του ο κ. Μπ. δεν δείχνει μεγάλη λεξικογραφική επιμέλεια. Το «αφήγημα» με την έννοια που χρησιμοποιείται στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο δεν σημαίνει γενικώς και αορίστως «θέση, απόψεις, ισχυρισμός, λεγόμενα/λεχθέντα κ.λπ.» όπως γράφει.

Για αντιδιαστολή, ιδού πώς πραγματεύεται το ΜΗΛΝΕΓ, το ηλεκτρονικό λεξικό των εκδόσεων Πατάκη, τη δεύτερη σημασία της λέξης «αφήγημα»:

2) (στη σύγχρονη γλώσσα των πολιτικών και δημοσιογράφων)

Παρουσίαση της πραγματικότητας κατά μία ορισμένη εκδοχή, ερμηνεία είτε υπόθεση, εικασία, σενάριο σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις

Κατέρρευσε το αφήγημα για την οικονομία
Χρειάζεται ένα νέο και πειστικό αφήγημα
Μου φαίνεται ότι ο ορισμός είναι εύστοχος και δεν νομίζω πως στις παραπάνω φράσεις υπάρχει «αχλύς αοριστίας» ή ότι η λέξη είναι «κενή δηλωτικότητας».
Όπως σημειώνει και το ΜΗΛΝΕΓ, η σημασία αυτή είναι μεταφραστικό σημασιολογικό δάνειο από το αγγλικό narrative. Με τον ορισμό του Merriam-Webster:
: a way of presenting or understanding a situation or series of events that reflects and promotes a particular point of view or set of values
The rise of the Tea Party and the weakness of the Obama economy have fueled a Republican narrative about Big Government as a threat to liberty
Βλέπουμε, θαρρώ, ποια είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «αφήγημα» και σε «θέση, απόψεις, ισχυρισμούς». Το αφήγημα είναι ένας υποκειμενικός τρόπος παρουσίασης μιας κατάστασης. Τα γεγονότα που το απαρτίζουν είναι πραγματικά, αλλά το αφήγημα επιλέγει να φωτίσει κάποιες σχέσεις ανάμεσά τους και να αποσιωπήσει κάποιες άλλες, κατά τρόπο που να προωθεί την άποψη του πομπού του.
Πότε μπήκε στη γλώσσα μας το αφήγημα με αυτή τη σημασία; Ευτυχώς που έχουμε τα γλωσσικά φόρουμ -οι λεξικογράφοι θα πρέπει να τους είναι ευγνώμονες- και ειδικότερα τη Λεξιλογία κι έτσι μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις πρώτες συζητήσεις για τον νεολογισμό. Στις αρχές του 2011 καταγράφεται αγανακτισμένο άρθρο του Λ. Παπαδόπουλου στα Νέα για την κατάχρηση της λέξης «αφήγηση». Πράγματι, στην αρχή άλλοι έλεγαν «αφήγηση» και άλλοι «αφήγημα». Τελικά επικράτησε το «αφήγημα» και το 2012 ο Ν. Λίγγρης σημειώνει σε νέο σημείωμα:

Στον παλιότερο τίτλο του Βήματος («Το νέο αφήγημα του Γιώργου») ή τον πιο πρόσφατο («Για ένα νέο εθνικό αφήγημα») ή στο χρυσοχοΐδειο «Γυρίζουμε σελίδα γράφοντας ένα νέο αναπτυξιακό αφήγημα» (αυτό που σήμερα αφηγείται ο κ. Χατζηδάκης) έχουμε μια σημασία του αφηγήματος που δεν θα βρείτε στα ελληνικά λεξικά. Αλλά και στα αγγλικά λεξικά δύσκολα θα βρείτε κάτι για το αντίστοιχο αγγλικό narrative. Η έρευνα έβγαλε μόνο ένα εύρημα στο ODE:

a representation of a particular situation or process in such a way as to reflect or conform to an overarching set of aims or values: the coalition’s carefully constructed narrative about its sensitivity to recession victims

Και ο Λίγγρης, που το ερεύνησε, βρίσκει μια από τις πρώτες ανευρέσεις της λέξης στα πρακτικά της Βουλής το 2004 (από τον βουλευτή Δημήτρη Γαλαμάτη):

Αγαπητοί συνάδελφοι, κλείνοντας με αυτές τις δύο επισημάνσεις, θα ήθελα να υπογραμμίσω πως η Κυβέρνηση Καραμανλή με σίγουρα και σταθερά βήματα σκιαγραφεί ένα νέο αφήγημα για τον τόπο μας. Ένα νέο αφήγημα για το οποίο λαχταρά ο ελληνικός λαός και το απέδειξε στις εκλογές του Μαρτίου, στις ευρωεκλογές, το αποδεικνύει και στις τελευταίες μετρήσεις της κοινής γνώμης. Ένα νέο αφήγημα για τις γενιές που έρχονται, που αφορά μια Ελλάδα με δυνατούς πολιτικούς, χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις, που φέρουν οι ίδιοι την ευθύνη της απόφασης, μια Ελλάδα με ανάπτυξη παντού και για όλους, μια πατρίδα που να παράγει και να δημιουργεί, που να κερδίζει το στοίχημα του ανταγωνισμού και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά.

Ο Λίγγρης έχει καταγράψει και μια από τις πρώτες ενστάσεις για την κατάχρηση της νέας σημασίας, από τον φίλο Παντελή Μπουκάλα το 2010:

Μια χαρά λέξη είναι το αφήγημα, στον οικείο του τόπο εννοείται. Πάει να γίνει της μόδας ωστόσο η χρήση του (να, και η κ. Διαμαντοπούλου δήλωσε ότι «το ΠΑΣΟΚ έχει αφήγημα για τη χώρα»). Κι αν η παραγωγή μιμητών συνεχιστεί αμείωτη, στο τέλος θα διστάζουμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη ακόμα κι εκεί που είναι αναντικατάστατη, στην κριτική της λογοτεχνίας ή στην ιστοριογραφία (απ’ όπου υποθέτω ότι αντλήθηκε, αν δεν αποτελεί αυτόματη μετάφραση του αγγλικού «story»). Το καινούργιο κοσκινάκι, το «αφήγημα», ίσως έρχεται να πάρει τη θέση του παλιού, της «φιλοσοφίας», που το έφθειρε η κατάχρηση. Για χρόνια άκουγες να μιλούν για τη «φιλοσοφία» τους τόσοι Αριστοτέληδες, Πλάτωνες, Επίκουροι και Επίκτητοι (πολιτικοί, σκηνοθέτες, προπονητές, τραγουδιστές, ποινικολόγοι, δημοσιογράφοι κ.ο.κ.) ώστε κατέληγες να πιστεύεις ότι η μετεμψύχωση είναι γεγονός.

Ελπίζω να μην σας κούρασα πολύ με αυτή την εκτενή επισκόπηση. Είδαμε νομίζω ότι το αφήγημα με αυτή τη σημασία δεν είναι μια παροδική λέξη του συρμού αφού μετράει τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια χρήσης, αν και αναμφισβήτητα έχει γίνει κλισέ. Σε μερικά χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα θα πάψει να είναι κλισέ αλλά θα τολμήσω (παρά τα όσα έχω πει για την επισφάλεια των προβλέψεων σε θέματα γλώσσας) να διατυπώσω την πρόβλεψη ότι η σημασία έχει έρθει για να μείνει, ότι δεν θα πάψει να χρησιμοποιείται ακόμα κι όταν πάψει να είναι κλισέ.

Όπως είδαμε, κι άλλοι είχαν εκφράσει πριν από τον κ. Μπαμπινιώτη, την ενόχλησή τους για την κατάχρηση της λέξης «αφήγημα» στον πολιτικό-δημοσιογραφικό λόγο. Πρέπει όμως να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: άλλο είναι η ενόχληση που νιώθουμε όταν ακούμε να χρησιμοποιείται κατά κόρον μια λέξη (ή μια φράση), να γίνεται της μόδας, να γίνεται κλισέ, σαν το αφήγημα, το διακύβευμα, τη φιλοσοφία, το ύφος και το ήθος, τον πολιτικό πολιτισμό μας και άλλα πολλά (κάποτε πρέπει να βάλουμε ένα άρθρο για να μαζέψουμε τις κλισεδούρες της νέας εσοδείας) και άλλο είναι η διαφωνία με τη χρήση του όρου συνολικά.

Το βρίσκω θεμιτό να ενοχλείται κανείς από τον συρμό και από την συχνή επανάληψη ενός κλισέ, επανάληψη που οφείλεται είτε στην τεμπελιά του συντάκτη που δεν θέλει να κουράσει το μυαλό του και παίρνει έτοιμες λύσεις από το ράφι με τα κλισέ, είτε και στην επιθυμία του να εντυπωσιάσει, να δείξει ότι ανήκει κι αυτός στο κλαμπ των εκλεκτών που χρησιμοποιούν τους όρους της μόδας. Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως είναι αποδοκιμαστέα συνολικά (και πώς θα μπορούσε να είναι;) η χρήση της λέξης.

Κι έπειτα, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως η χρήση της λέξης είναι απόλυτα λανθασμένη (βάλτε εισαγωγικά εδώ), αυτά τα πράγματα πρέπει να τα σκοτώνεις όσο είναι μικρά, που λέει και το ανέκδοτο. Το 2010 είχε νόημα να διαμαρτύρεται κανείς για την επέκταση της σημασίας της λ. «αφήγημα». Δέκα χρόνια μετά, είναι μάταιο, η σημασία έχει πια καθιερωθεί -διότι η γλώσσα δεν υπακούει σε εκκλήσεις προσωπικοτήτων, είναι πράγμα κομμουνιστικό και διαμορφώνεται από κοινού απ’ όλους μας.

Και θα κλείσω με μια παρατήρηση που την έχω διατυπώσει ξανά και την επαναλαμβάνω εδώ κοπιπαστηδόν. Πολλοί, και ανάμεσά τους και ο κ. Μπαμπινιώτης, έχουν κατ’ επανάληψη θρηνήσει για την υποτιθεμενη «λεξιπενία», τη νόσο από την οποία δήθεν πάσχουν οι νεότεροι ιδίως ομιλητές της γλώσσας μας. Αναρωτιέμαι αν συμβιβάζεται ο θρήνος για τη λεξιπενία με την αποδοκιμασία των νεολογισμών -που δεν είναι ίδιον του κ. Μπαμπινιώτη μόνο, αφού χαρακτηρίζει πολλούς γλωσσανησυχούντες σχολιαστές οι οποίοι γεμίζουν τις στήλες αναγνωστών της Καθημερινής και διαμαρτύρονται, ο ένας για τον όρο «δημοφιλία», ο αλλος για τον όρο «γενόσημα», ο τρίτος ο καλύτερος για την απεύθυνση, ο διπλανός για το «διακύβευμα», ο παραδιπλανός για τη «γυναικοκτονία» και ο στερνός για το «αφήγημα».

Βέβαια, για τον κ. Μπαμπινιώτη οι λόγοι είναι και πολιτικοί. Πολύ πρόσφατα, όταν απέρριπτε την εντελώς υπαρκτή και από δεκαετίες πολλές καθιερωμένη λέξη «απεύθυνση» είχε ειρωνευτεί το «λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες)». Και είναι θλιβερό που, εδώ και αρκετό καιρό, έχει υποτάξει την επιστημονική του ακεραιότητα στις πολιτικές του θέσεις ή βλέψεις.

Προσθήκη: Στο σχόλιο 96 διευκρινίζεται ότι στη νέα έκδοση του ΛΝΕΓ (Λεξικού Μπαμπινιώτη) θα προστεθεί δεύτερη σημασία στο λήμμα αφήγημα (δείτε το σχόλιο).

Posted in Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , | 185 Σχόλια »

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Ο κ. Μπαμπινιώτης γνωματεύει για την «απεύθυνση»

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνέχεια του προχτεσινού μας, στο οποίο είχαμε διερωτηθεί αν υπάρχει η λέξη «απεύθυνση». Ο λόγος για τον οποίο επανέρχομαι τόσο γρήγορα στο ίδιο θέμα είναι, όπως βλέπετε στον τίτλο, ότι τοποθετήθηκε σχετικά ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, υποστηρίζοντας στο άρθρο του ορισμένα πράγματα που χρειάζονται σχολιασμό -εννοώ γενικότερα θέματα δεοντολογίας και λεξικογραφίας.

Με την ευκαιρία, ενσωματώνω και ορισμένα στοιχεία για την ιστορία της λέξης, που δεν υπήρχαν στο προηγούμενο άρθρο.

Λοιπόν, προχτές το βράδυ ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε στο protagon.gr άρθρο με τίτλο «Τι είναι αυτό το ‘απεύθυνση’ κ. Μπαμπινιώτη;» Θα μεταφέρω εδώ τα πιο ουσιαστικά τμήματα του άρθρου:

Και ξαφνικά χτυπάνε τα τηλέφωνα. Λέμε στη γλώσσα μας απεύθυνση, που είπε ο Πρωθυπουργός μιλώντας για «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Υπάρχει τέτοια λέξη και δεν την ξέρουμε; Και χα, χα, χα …. Σοβαροί, εγγράμματοι δημοσιογράφοι, επιστήμονες, εκπαιδευτικοί, ακροατές, τηλεθεατές αντιδρούν στο άκουσμα τής λέξης. Η απεύθυνση προσκρούει στο γλωσσικό τους αίσθημα. Και τι θέλει να πει… ο ποιητής, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός μας, με την «απεύθυνση ενός πλατιού καλέσματος»; Μπράβο, λέω! Απορίες για κάτι σημαντικό και ουσιαστικό, για τη γλώσσα μας. Επιτέλους. Έστω κι αν το απεύθυνση θυμίζει —και συνδέεται πράγματι ετυμολογικά— με το απευθυσμένον (έντερο). Και τα δύο ανάγονται ετυμολογικά στο ευθύς: ευθύνω – απευθύνω (αρχική σημασία «καθιστώ κάτι ευθύ, ισιώνω») – απευθυσμένο (το ορθόν τμήμα τού παχέος εντέρου) και απεύθυνση (;)
H λέξη ἀπεύθυνσις δεν είναι μεν συχνή, αλλά ούτε και νέα∙ χρησιμοποιήθηκε με άλλη σημασία ήδη τον έβδομο μ.Χ. αιώνα στα Ιατρικά τού Παύλου Αιγινήτη (Ἐπιτομῆς ἰατρικῆς βιβλία ζ΄, 6. 92). Στο Λεξικό τής Αρχαίας, στο Liddell-Scott, στο λήμμα ἀπεύθυνσις μαθαίνουμε ότι η λέξη σημαίνει «adjustment, setting” ή όπως αποδίδεται στο ελληνικό Συμπλήρωμα τού Liddell-Scott (από τον Παναγιώτη Γεωργούντζο) «τακτοποίησις, διόρθωσις, προσαρμογή», στο δε εξίσου έγκυρο Σύγχρονο Λεξικό τής Αρχαίας Ελληνικής τού Franco Montanari, το ίδιο λήμμα αποδίδεται ως «διευθέτηση, τακτοποίηση».
Βεβαίως, ένας πρωθυπουργός δεν έχει σχέση με Γράμματα, λέξεις και λεξικά. Θα άκουσε ο άνθρωπος τη λέξη απεύθυνση που (χωρίς καμιά σχέση με την παλιά) πλάστηκε με νέα σημασία. Κάπου στο λεξιλόγιο τής αριστερής διανόησης με την τάση της προς νεολογισμούς και καινολεξίες (που ενίοτε καταλήγουν σε κενολεξίες). Ίσως το βρήκε και σε λεξικά που σπεύδουν να υιοθετήσουν και να επικυρώσουν ό,τι εμφανίζεται (με περιορισμένη έστω συχνότητα) στο Google. Πάντως δεν το βρήκε στα δικά μας λεξικά: στο λεξικό τού Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, στού Κριαρά, στο λεξικό τού Παπύρου, στού Δημητράκου, στων Τεγόπουλου-Φυτράκη, στού Σταματάκου, στής Πρωίας, στο δικό μου λεξικό, όλοι έχουμε λήμμα απευθύνω (ακολουθούμενο από το λήμμα απευθυσμένο!). Τα μεν παλαιότερα από αυτά τα λεξικά δεν γνώριζαν ίσως τη λέξη (γιατί δεν υπήρχε ακόμη), ενώ τα νεότερα θεωρήσαμε προφανώς πρώιμο να υιοθετήσουμε τέτοια λέξη προτού εμφανίσει ευρύτερη χρήση και αποδοχή.
Και το ότι εμφανίζεται σε αναζητήσεις στο Google με κάποιες χιλιάδες; Αυτές δεν δεσμεύουν τον λεξικογράφο, όταν δεν εκτιμά τη χρήση του ως ευρεία και όταν μάλιστα (όπως αποδείχθηκε στην πράξη) τόσοι έγκυροι ομιλητές τής γλώσσας αντιδρούν αυθόρμητα με αρνητικό τρόπο, εκπλήσσονται και σατιρίζουν ακόμη μια τέτοια χρήση.
Βεβαίως, ως τύπος (μορφολογικά/γραμματικά) δεν ξενίζει η λέξη: κατά τα διευθύνω – διεύθυνση και κατευθύνω – κατεύθυνση (αυτά τα δύο υπάρχουν), μπορεί να πλασθεί και τύπος απευθύνω – απεύθυνση. Και ένας τέτοιος νεολογισμός φαίνεται πως άρχισε όντως δειλά-δειλά να χρησιμοποιείται τελευταία, ως το ουσιαστικό τού απευθύνομαι, με τη σημασία «το να απευθύνεις / να απευθύνεσαι». Είναι ευρύτερα αποδεκτός ο νεολογισμός αυτός; Oχι. Ηχεί ακόμη ξένος και παράξενος στα αφτιά των ομιλητών τής γλώσσας μας —ίσως και λόγω συνειρμού προς το απευθυσμένο (όρθό έντερο). «Τι είναι πάλι τούτο;» αναρωτιούνται πολλοί. Ωστὀσο, ψάχνοντας στο Διαδίκτυο —το είπα ήδη—, διαπιστώνεις ότι κάποιοι το χρησιμοποιούν. Κάποιοι κάνουν απεύθυνση ή απευθύνσεις. Εγώ και ως ομιλητής και ως λεξικογράφος θα το απέφευγα ακόμη, ακριβώς για να μην ενοχλώ τους συνομιλητές ή τους αναγνώστες μου. Αν καθιερωθεί, θα το υιοθετήσω και ως κύριο λήμμα τού λεξικού μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 187 Σχόλια »

Υπέρ το δέον και υπέρ του δέοντος

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2019

Τις προάλλες, σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, συζητούσαμε για το usus norma loquendi, ότι η χρήση φτιάχνει τους κανόνες της γλώσσας.

Και μια φίλη ρώτησε:

Δηλαδή θα δεχτούμε για σωστό και το «υπέρ του δέοντος», που το χρησιμοποιούν οι περισσότεροι αντί για το «υπέρ το δέον»;

Η αλήθεια είναι ότι η χρήση της έκφρασης «υπέρ του δέοντος» με τη σημασία «περισσότερο από όσο πρέπει» είναι συχνή, αν και δεν νομίζω πως αυτή η «λανθασμένη» (βάλτε πολλά εισαγωγικά) χρήση είναι η επικρατέστερη. Είναι επίσης αλήθεια ότι το μπέρδεμα αυτό συγκαταλέγεται στα «συνήθη γλωσσικά λάθη» που επισημαίνονται, καταγγέλλονται ή αποδοκιμάζονται σε διάφορα λαθολόγια που φιλοδοξούν να διδάξουν τα «σωστά ελληνικά» και σε συναφή άρθρα.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν αυτές οι φράσεις.

Το δέον είναι το ουδέτερο μετοχής του αρχαίου ρήματος δέω, με τη σημασία του απροσώπου δει (χρειάζεται). Ο δέων (η δέουσα, το δέον) είναι ο αναγκαίος, ο απαιτούμενος, αυτός που ταιριάζει. Δεν μίλησε με τον δέοντα σεβασμό. Αντιμετώπισε το θέμα με τη δέουσα προσοχή. Πρέπει να ληφθούν τα δέοντα μέτρα.

Το ουδέτερο, στον πληθυντικό, χρησιμοποιείται καμιά φορά και ουσιαστικοποιημένο -τα δέοντα. Έπραξε τα δέοντα. Ένας παλιομοδίτικος χαιρετισμός ήταν «τα δέοντα στην κυρία σας», όπως θα λέγαμε «τα σέβη μου στην κυρία σας». Αμφιβάλλω αν κάποιος σημερινός νέος (με την ευρύτατη έννοια του όρου, κάτω από τα σαράντα ας πούμε) λέει, στα σοβαρά «τα δέοντα στη μητέρα σου», ας πούμε. Εγώ το λέω καμιά φορά για πλάκα.

Με το δέον έχουμε τη φράση «υπέρ το δέον», που σημαίνει «παραπάνω απ’ όσο πρέπει», σε υπερβολικό βαθμό. Η φράση καλύτερα να χρησιμοποιείται επιρρηματικά, δηλαδή να προσδιορίζει επίθετο, πχ Υπήρξε υπέρ το δέον αυστηρός με τον γιο του. (Μπορεί να συνταχθεί και με ουσιαστικό, όπως π.χ. η υπέρ το δέον εμπορευματοποίηση, αλλά δεν στέκεται πολύ καλά σε όλες τις φράσεις με ουσιαστικά. Πολύ πιο στρωτό το απλό: η υπέρμετρη/υπερβολική εμπορευματοποίηση. Δείτε λίγο περισσότερα σε παλιά συζήτηση στη Λεξιλογία).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , , , | 315 Σχόλια »

Φλωρεντιανά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 13 Οκτωβρίου, 2018

Φλωρεντιανά, αλλά όχι από τη Φλωρεντία -πού τέτοια τύχη! Θα ταξιδεύω βέβαια τούτο το σαββατοκύριακο αλλά θα πάω απλώς λίγο παρακάτω. Αλλά τότε γιατί «φλωρεντιανά» τα μεζεδάκια; Δεν έβρισκα τίτλο και πρόσεξα ότι σήμερα είναι του Αγίου Φλωρεντίου, να γιατί.

Παρεμπιπτόντως, το όνομα Φλωρέντιος υπάρχει και σήμερα. Το ξέρω επειδή στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ έχει ξεκινήσει εδώ και λίγο καιρό μια προσπάθεια καταγραφής των ελληνικών ονομάτων, που κάποια στιγμή θα την παρουσιάσουμε κι εδώ, και ο σχετικός κατάλογος, για τα αντρικά ονόματα, έχει ξεπεράσει τα 1000 ονόματα.

* Και ξεκινάμε με γλωσσικά μουστάκια. Σε ρεπορτάζ από δίκη, διαβάζουμε:

Η πρώην διευθύντρια της Β’ Διεύθυνσης της ΕΥΠ, Ο. Β, της οποίας η υπογραφή βρίσκεται στις ψεύτικες αποδείξεις, κατά την κατάθεσή της ήταν ξεκάθαρη. Δήλωσε ότι οι αποδείξεις είναι προφανέστατα πλαστές, ενώ ερωτηθείς σχετικά είπε ότι και εκείνη στοχοποιήθηκε από τη δημοσιοποίηση αυτών,

Αλλά η κυρία διευθύντρια, αφού ρωτήθηκε, είναι ερωτηθείσα, όχι ερωτηθείς. Θα μου πείτε ότι αυτά τα έχουν έτοιμα και τα βάζουν χωρίς να σκέφτονται.

* Και συνεχίζουμε με ένα γερό πιάτο ιταλικό, αν και όχι από τη Φλωρεντία, μα πολύ νοτιότερα, από την Κατάνια, σιτσιλιάνικο λοιπόν.

Φίλος μού στέλνει το μενού της φωτογραφίας, από εστιατόριο της Κατάνιας, μεταφρασμένο, ας πούμε, στα ελληνικά. Νομίζω ότι κάπου το έχω δει κι ελπίζω να μην το έχω παρουσιάσει ξανά, πάντως η φωτογραφία είναι πρόσφατη.

Από τα ορντέβρ καταλαβαίνουμε την παρμιγιάνα μελανζάνης, όχι όμως τα καλάκια, ενώ τα καταπληκτικά κάτι άλλο θα κρύβουν.

Ακολουθούν οι κανόνες πάστα και μετά το υπέροχο κρέας κρέατος, ενώ το γλυκό αποδεικνύεται το κλου της βραδιάς με τις τρόφιμες ταρέτες και τα σιτηρά πισταχίου.

Από περιέργεια γκούγκλισα το «κρέας κρέατος» και είδα ότι γκουγκλίζεται. Μερικά γαλλικά κρεατάδικα (όπως αυτό), που αυτοχαρακτηρίζονται Meat bar στα αγγλικά στην ιστοσελίδα τους, έχουν στα ελληνικά, αν αλλάξετε τη γλώσσα από επάνω δεξιά, τον χαρακτηρισμό «Κρέας κρέατος»!

Ή αλλιώς, το μεταφραστήρι κάπου φαλτσάρισε.

* Γενικομανία στο ρεπορτάζ για ένα τραγικό συμβάν:

Η άτυχη γυναίκα μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Θριάσιο Νοσοκομείο και παρά τις προσπάθειες των γιατρών χθες το απόγευμα υπέκυψε των βαρύτατων τραυματισμών που είχε υποστεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επιγραφές, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Ονόματα, Ρατσισμός | Με ετικέτα: , , , , , , , | 204 Σχόλια »

Αφορά το ή αφορά στο;

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αφορά ένα γλωσσικό ερώτημα που διατυπώνεται συχνά τα τελευταία χρόνια, και στο οποίο, περιέργως, δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο ιστολόγιο. Αντί όμως να γράψω εγώ τη γνώμη μου για το δίλημμα του τίτλου, θα αναδημοσιεύσω ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου μου του Γιάννη Χάρη, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά πριν από δυο βδομάδες στη σαββατιάτικη στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών -και στη συνέχεια θα γράψω και μερικά δικά μου σχόλια για το θέμα.

Έγραψε λοιπον ο Γιάννης Χάρης:

Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), «Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές» (η εικόνα είναι παρμένη από το ιστολόγιο του Γ. Χάρη)

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική […] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι […] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν […] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα…). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν […] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 248 Σχόλια »