Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘δίσεχτος χρόνος’

Μία μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, και πάλι

Posted by sarant στο 29 Φεβρουαρίου, 2016

Για ευνόητους λόγους, σήμερα επαναλαμβάνω το άρθρο που είχα δημοσιέψει τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια. Αλλά για να μην παραπονιέστε ότι τεμπελιάζω, έχω αλλάξει και προσθέσει πολλά, ιδίως λαογραφικά.

Η σημερινή μέρα, 29 Φεβρουαρίου, δεν είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες, είναι ξεχωριστή, αφού έρχεται μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, όταν έχουμε δίσεχτη χρονιά όπως φέτος, κι έτσι ο Φλεβάρης έχει 29 μέρες αντί για 28 που είναι το συνηθισμένο του.

Ο λόγος που γίνεται αυτή η αναστάτωση είναι πως το ηλιακό έτος δεν διαρκεί ακριβώς 365 μέρες, όσο και το ημερολογιακό, αλλά λίγο περισσότερο, 365 μέρες και 6 ώρες περίπου. Έτσι, κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία μέρα, την 29η Φεβρουαρίου, για να μαζέψει τα μπόσικα και να εναρμονίσει το ημερολόγιο, πράγμα πολύ πραχτικό αφού 6 ώρες επί 4= 24 ώρες. Αυτή η πρόσθετη μέρα είναι η σημερινή, αφού το 2016 είναι κι αυτό δίσεκτο έτος.

Στα αγγλικά το δίσεκτο έτος λέγεται leap year και η πρόσθετη μέρα λέγεται leap day. Στα ελληνικά θα την πούμε εμβόλιμη μέρα.

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στις 29 Φεβρουαρίου λέγονται στα αγγλικά leapers, ή τουλάχιστον έτσι βρήκα κάπου -στα ελληνικά δεν ξέρω αν υπάρχει όρος. Τα παιδιά αυτά έχουν γενέθλια μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια και για μια φίλη μου, που γιορτάζει σήμερα τα γενέθλιά της, λέμε στα αστεία ότι έχει μόλις γίνει 15 χρονών.

Πιο διάσημοι «δισεκτογεννημένοι» (ας το πω έτσι) είναι ο Τζοακίνο Ροσίνι (γενν. 1792), που με το μέτρο της φίλης μου θα ήταν ένας ευσταλής μεσήλικας 56 χρονών, ο νεαρός Γιώργος Σεφέρης (γενν. 1900, δείτε και παρακάτω) και ο έφηβος πατριάρχης Βαρθολομαίος (γενν. 1940).

Η εκκλησία γιορτάζει σήμερα τον άγιο Κασσιανό, αλλά όχι την Κασσιανή, που έχει δική της μέρα, κανονική μέσα στη χρονιά -πονηρές οι γυναίκες. Αλλά το θέμα δεν είναι και τόσο απλό, το είχαμε συζητήσει πριν από τέσσερα χρόνια αυτό (δείτε τα σχόλια) και φαίνεται πως οι γνώμες διίστανται. Για ποιο λόγο ο Κασσιανός έπεσε σε δυσμένεια και του δώσανε τσουρούτικη γιορτή, δεν το ξέρω, αν ξέρει κανείς θετικά ας πει. (Σύμφωνα με ένα εύθυμο άρθρο του Χρ. Χρηστοβασίλη, στον Άγιο Κασσιανό, προστάτη των τεμπέληδων, δόθηκε τσουρούτικη μέρα, επειδή έμπασε έναν δικηγόρο στον Παράδεισο!)

Λέγαμε πιο πάνω ότι η πρόσθετη μέρα θεσπίστηκε για να αντισταθμίσει την εξάωρη διαφορά που έχει το ηλιακό έτος από το ημερολογιακό έτος, αλλά βέβαια στη ζωή τα μεγέθη δεν είναι αλφαδιασμένα: η διαφορά που λέγαμε δεν είναι ακριβώς 6 ώρες, αλλά 5 ώρες και 49 λεπτά περίπου, οπότε με την προσθήκη μιας μέρας κάθε τέσσερα χρόνια υπεραντισταθμίζουμε, και για να εξουδετερωθεί αυτό το σφαλματάκι οι χρονιές που διαιρούνται διά του 100 δεν είναι δίσεκτες ΕΚΤΟΣ αν διαιρούνται διά του 400: το 2000 ήταν δίσεκτο, αλλά το 2100 δεν θα είναι. Με άλλα λόγια, όπως λέγαμε χαριτολογώντας παλιότερα, αν κάποιος σας δανειστεί λεφτά και σας υποσχεθεί πως θα σας πληρώσει στις 29.2.2100 μην το δεχτείτε.

Όπως επίσης είπαμε στην προηγούμενη συζήτησή μας, το 1900 δεν ήταν δίσεκτο έτος, αλλά αυτό ίσχυε για το Γρηγοριανό ημερολόγιο, το «νέο» ημερολόγιο. Όμως στα μέρη τα δικά μας είχαμε ως το 1923 το παλιό ημερολόγιο, το Ιουλιανό, στο οποίο το 1900 ήταν δίσεκτο. Άρα ο Σεφέρης (και δεκάδες άλλα όχι τόσο διάσημα ρωμιόπουλα) γεννήθηκε σε μιαν ανύπαρκτη για τους δυτικούς ημερομηνία.

Ενώ εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν έχουμε πει τίποτα για τη λέξη «δίσεκτος». Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι η λέξη είναι σύνθετη, δις+έκτος, αλλά τι να σημαίνει αυτό τάχα; Η λέξη είναι μεταφραστικό δάνειο από το λατινικό bisextus, που θα πει «[αυτός που έχει] δυο φορές την έκτη ημέρα». Οι Ρωμαίοι στα δίσεκτα χρόνια τους επαναλάμβαναν την έκτη μέρα πριν από τις καλένδες του Μαρτίου, που ήταν η «δις έκτη» και έτσι ονομάστηκαν τα αντίστοιχα έτη, και από εκεί και το ελληνικό ως μεταφραστικό δάνειο.

Υπάρχει στα ελληνικά και τύπος «βίσεχτος» (π.χ. στα κρητικά), που όμως δεν είναι ανάγκη να σκεφτούμε πως προέρχεται κατευθείαν από τα λατινικά αφού η εναλλαγή αρκτικού δ-β είναι συχνή (π.χ. βιβάρι-διβάρι, διχάλη-βιχάλη).

Ο δίσεχτος χρόνος θεωρείται γρουσούζικος και αυτή η δεισιδαιμονία είναι πολύ παλιά. Στις Παροιμίες του Ν. Πολίτη βρίσκω ότι ήδη στον Αμμιανό Μαρκελίνο αναφέρεται πως θεωρούσαν απαίσια μέρα την εμβόλιμη του Φεβρουαρίου αλλά και όλο το δίσεκτο έτος και η δεισιδαιμονία έχει περάσει και στους Ιταλούς -ο Πολίτης δίνει αρκετές παροιμίες από ιταλικές διαλέκτους, π.χ. τη βερονέζικη Quando l’ano vien bisesto, non por bachi e non far nesto (= όταν έρχεται δίσεχτος ο χρόνος, μη θρέφεις κουκούλι και μη βάλεις καταβολάδα).

Αντίστοιχη και η κρητική παροιμία, «Σαν είν’ ο χρόνος βίσσεχτος γάμοι να μη γενούνε, κι αμπέλια μη φυτεύγουνται γιατί ατσιποδιούνε», και πράγματι πολλά ζευγάρια αποφεύγουν να παντρευτούν σε χρόνο δίσεχτο, κάτι που θα πρέπει να επιβεβαιώνεται και από τις στατιστικές (εγώ πάντως σε δίσεχτο χρόνο παντρεύτηκα και παράπονο δεν έχω).

Μεταφορικά, δίσεχτος χρόνος λέγεται κάθε χρονιά, και γενικότερα κάθε χρονική περίοδος γεμάτη συμφορές -λέμε, ας πούμε, τα δίσεκτα χρόνια του πολέμου. Η μεταφορική χρήση υπάρχει ήδη στη δημοτική ποίηση. Θυμόμαστε στο τραγούδι «του νεκρού αδερφού», ότι «Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα / κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι». Σε άλλο τραγούδι, «ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι, μήνες φαρμακωμένοι» (με τον υπέροχο τρόπο της δημοτικής ποίησης να επιτείνει μιαν εικόνα μνημονεύοντας το όλο και τα μέρη του).

Αλλά και στη λόγια ποίηση βρίσκουμε το μοτίβο -ένας δισεχτογεννημένος, που τον αναφέραμε πιο πάνω, ο Γιώργος Σεφέρης, γράφει στην Κίχλη:

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε
να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Με την έννοια αυτή, δίσεχτα χρόνια έχουμε πολλά συναπτά στη χώρα μας και στον κόσμο μας. Αλλά για να μην κλείσουμε το άρθρο δυσοίωνα, ας αλλάξουμε κλίμα με ένα απόσπασμα από μια κωμική όπερα του επίσης δισεκτογεννημένου Τζοακίνο Ροσίνι, το «Siete Turchi…» από την όπερα Ο Τούρκος στην Ιταλία, σε ένα εύθυμο ντουέτο που γίνεται τρίο που γίνεται κουαρτέτο, με τη Μαρία Κάλλας μοναδική στον ρόλο της Φιορίλας.

(κι επειδή κόβεται κάπως απότομα, ακούστε και τα υπόλοιπα).

 

 

 

Posted in όπερα, Επαναλήψεις, Επετειακά, Ημερολογιακά, Λαογραφία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 118 Σχόλια »