Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δαμασκηνός Στουδίτης’

Πόσο μάλλον ή πόσω μάλλον;

Posted by sarant στο 18 Μαρτίου, 2015

Τις προάλλες, ρώτησε ένας φίλος από το Φέισμπουκ:

Αυτό το ωμέγα στο «πόσω μάλλον», που βλέπω κάθε τόσο εδώ κι εκεί, είναι ικανό να με διαλύσει. Πόθεν;

Το συζητήσαμε εκεί, αλλά επειδή το θέμα έχει ίσως ευρύτερο ενδιαφέρον καλό είναι να το κουβεντιάσουμε κι εδώ. Μάλιστα, παραδέχομαι ότι κακώς δεν είχα ως τώρα γράψει άρθρο, όμως έχω μια καλή δικαιολογία: υπήρχαν στο Διαδίκτυο δύο πολύ καλά άρθρα του φίλου Τιπούκειτου, οπότε η ανάγκη να γράψω κι εγώ δεν ήταν και τόσο επείγουσα. Επειδή τα παλιά εκείνα άρθρα (από το 2007, παναπεί πολύ παλιό με τα ιντερνετικά μέτρα) είχαν καλύψει πολύ καλά το θέμα δεν σκοπεύω να πω τίποτα καινούργιο, πιο πολύ να ανακεφαλαιώσω τα επιχειρήματα. Έχω αντλήσει φυσικά υλικό από τα δύο παλιά άρθρα (το πρώτο και το δεύτερο, εδώ).

Η έκφραση «πόσο μάλλον» σημαίνει «πολύ περισσότερο, ακόμα περισσότερο»: Ανέκαθεν ήταν οικονόμος, πόσο μάλλον τώρα που έχει και οικογενειακές υποχρεώσεις. Είναι έκφραση που χρησιμοποιείται πολύ, αφού έχει ενταχθεί αρμονικά στην καθομιλουμένη. Η γραφή «πόσω μάλλον» για την οποία διαμαρτυρήθηκε ο φίλος μου και που έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια, είναι μπαμπινιωτισμός. Πριν κυκλοφορήσει το λεξικό Μπαμπινιώτη στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ελάχιστοι έγραφαν «πόσω μάλλον». Στα μεταπολεμικά τουλάχιστον χρόνια, είχε επικρατήσει σχεδόν ολοκληρωτικά η γραφή «πόσο μάλλον».

Επειδή για τους ημιμαθείς των μέσων ενημέρωσης το λεξικό Μπαμπινιώτη προσέλαβε, μέσα στην Ηλίθια Δεκαπενταετία, το κύρος γλωσσικού ευαγγελίου, και επειδή το ωμέγα έχει, πώς να το κάνουμε, μια βυζαντινοπρεπή αρχοντιά (είναι, στο κάτω κάτω, μέγα!), πολλοί υιοθέτησαν τον ανυπόφορο αυτό γλωσσικό ακκισμό (ο χαρακτηρισμός είναι του φίλου Τιπούκειτου), είτε επειδή πίστευαν ότι έτσι γίνονται «προσεκτικοί» χρήστες της ελληνικής είτε για να ξεχωρίσουν από την πλέμπα. Πάντως, ο ακκισμός παραμένει, ευτυχώς, μειοψηφικός, όπως δείχνει το γκουγκλ, ενώ από τα μεγάλα λεξικά μας, μόνο ο Μπαμπινιώτης προτιμά τον τύπο «πόσω μάλλον» ενώ το ΛΚΝ και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας καταγράφουν μόνο τον τ. «πόσο μάλλον».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λεξικογραφικά, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 79 Σχόλια »

Δύσπεπτη ομελέτα

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2013

Το άρθρο του πρωθυπουργού στην προχτεσινή Καθημερινή έφερε στο προσκήνιο και στις κουβέντες μας μια παροιμία που συχνά ακούγεται από και για τους πολιτικούς, ότι «δεν γίνεται ομελέτα χωρίς να σπάσεις αβγά», παροιμία που φιλοδοξεί να συνοψίσει το προφίλ αποφασιστικότητας και πυγμής που προσπαθεί να υιοθετήσει ο κ. Σαμαράς. Βέβαια, αν στην διαπροσωπική επικοινωνία έχουμε τη «γλώσσα του σώματος» που φανερώνει τις μύχιες διαθέσεις μας, έστω κι αν με τα λόγια λέμε το αντίθετο, έτσι και στη γραπτή επικοινωνία θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως υπάρχει η «γλώσσα της στίξης», που και από αυτήν μπορούν να βγουν κάποια συμπεράσματα. Και το άρθρο του πρωθυπουργού, που μέσα σε 840 λέξεις όλες κι όλες καταφέρνει να χρησιμοποιήσει 10 φορές θαυμαστικά, 17 φορές εισαγωγικά και 8 φορές αποσιωπητικά (αν μέτρησε σωστά ο Γεωργακόπουλος), δίνει την εντύπωση ότι πίσω από την πρόσοψη της πυγμής κρύβεται αρκετός εκνευρισμός, ίσως και πανικός, αφού κι ο ίδιος ο κειμενογράφος δείχνει να αμφιβάλλει για την ισχύ των ισχνών επιχειρημάτων του, αλλιώς δεν θα χρησιμοποιούσε τόσο σπάταλα τα δεκανίκια της στίξης -σαν τον κουτοπόνηρο μάγειρα που ρίχνει με τις φούχτες τα μπαχαρικά στο φαγητό του για να κρύψει την ευτέλεια των υλικών και τη δική του απειρία. Όμως εμείς εδώ δεν επικοινωνιολογούμε, αλλά λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο θα το αφιερώσουμε στην ομελέτα και στην παροιμία με τ’ αβγά που πρέπει να σπάσουν.

Η ομελέτα βέβαια θα μας απασχολήσει κυρίως από γλωσσική και φρασεολογική άποψη -συνταγές μην περιμένετε από μένα, αν και πρόκειται για ένα από τα (όχι πολλά) φαγητά που ξέρω να φτιάχνω. Η λέξη ομελέτα λοιπόν είναι δάνειο στα ελληνικά από το γαλλικό omelette, λέξη που έχει γίνει διεθνής, αφού τη βρίσκουμε σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Βέβαια, επειδή δεν θέλει και πολλή φιλοσοφία να χτυπήσεις αβγά και να τηγανίσεις το μίγμα, παντού υπήρχαν παρόμοια φαγητά που είχαν άλλα ονόματα -πιο κάτω θα δούμε και τα ελληνικά- αλλά χάρη στην αίγλη της γαλλικής κουζίνας η γαλλική λέξη επιβλήθηκε σχεδόν παντού, με αξιοσημείωτη εξαίρεση τα ισπανικά, όπου το tortilla (τορτίγια) άντεξε.

Η γαλλική λέξη, πάλι, έχει περάσει από σαράντα κύματα, κι αν σας πω ότι η ομελέτα είναι (ετυμολογικό) ξαδερφάκι της λαμαρίνας θα με κοιτάξετε δύσπιστα, κι όμως είναι έτσι. Το γαλλικό omelette, σύμφωνα με την εκδοχή που δέχονται όλα τα λεξικά, προέρχεται από έναν τύπο amelette, ίδιας σημασίας, ο οποίος μάλλον προέκυψε με αντιμετάθεση από έναν αμάρτυρο *alemette, και αυτός με αλλαγή επιθήματος από το alumelle, alemelle, το οποίο ανάγεται, με κακό χωρισμό του άρθρου (la lemelle -> l’alemelle) από το lamelle, που είναι η λάμα, το έλασμα, από το λατινικό lamella (έλασμα, μικρό πιάτο), υποκοριστικό του λατ. lamina (έλασμα). Η ομοιότητα της ομελέτας, που είναι χαρακτηριστικά επίπεδη, με το πιάτο, έδωσε στα παλαιά γαλλικά τη μεταφορική αρχικά σημασία που τελικά επικράτησε.

Όσο για την παροιμία, ότι «δεν γίνεται ομελέτα χωρίς να σπάσουν αβγά», που έχει βέβαια την έννοια ότι για κάθε σημαντικό επίτευγμα χρειάζονται και κάποιες θυσίες, ότι το κάθε τι έχει το τίμημά του, τη δανειστήκαμε μάλλον από τα αγγλικά μετά τον πόλεμο, αλλά σύμφωνα με τα λεξικά η έκφραση έχει γαλλική την απώτερη αρχή της’ δεν αποκλείω να την έχουμε δανειστεί και από τα γαλλικά απευθείας, αλλά χρειάζεται ψάξιμο στα σώματα κειμένων για ν’ αποφανθούμε με βεβαιότητα. Πάντως, δεν είναι καθαυτό λαϊκή παροιμία, περισσότερο χρησιμοποιείται στον δημοσιογραφικό και πολιτικό λόγο, αφού αποτελεί αγαπημένη φράση των πολιτικών, που ξεχνάνε βέβαια να διευκρινίσουν ότι τ’ αυγά που θα σπάσουν δεν θα είναι δικά τους αλλά του κοσμάκη, ενώ την ομελέτα θα τη σερβίρουν κατά προτεραιότητα στην άρχουσα τάξη και στους ημετέρους τους.

Πολύ συγγενική με την ομελέτα είναι η επτανησιακή στραπατσάδα (βενετικό δάνειο, από την ίδια ρίζα απ’ όπου προέρχεται και το πανελλήνιο «στραπάτσο»), ενώ στην Πελοπόννησο και αλλού υπάρχει ο καγιανάς ή καϊγανάς (από τα τουρκικά). Και στα δυο φαγητά πρωταγωνιστεί, πλάι στ’ αβγά, η ντομάτα. Η στραπατσάδα έχει και τυρί φέτα, ενώ ο καγιανάς συχνά έχει παστό χοιρινό, αλλά ασφαλώς θα υπάρχουν πολλές παραλλαγές. Η πανελλήνια λέξη που είχαμε πριν από την ομελέτα, και που ακόμα χρησιμοποιείται, για το φαγητό που φτιάχνεται από χτυπημένα τηγανισμένα αβγά, είναι το σφουγγάτο. Η λέξη ετυμολογείται από τον σπόγγο, σφόγγο, επειδή η υφή του σφουγγάτου θυμίζει σφουγγάρι. Η λέξη υπάρχει τουλάχιστον από τα μεσαιωνικά χρόνια -στον Πτωχοπρόδρομο βρίσκουμε σφουγγάτα αλλά και διπλοσφουγγάτα. Σε ένα μεταγενέστερο κείμενο, του Δαμασκηνού Στουδίτη (του 16ου αιώνα), έχουμε και τον ορισμό του σφουγγάτου σε γλώσσα πολύ όμοια με τη σημερινή: το δε σφουγγάτον ηξεύρετε τι είναι; αυγά συντετριμμένα και τηγανισμένα με κρομμύδια και άλλα μυρωδικά. Ότι το σφουγγάτο μπορούσε να είναι και εκλεκτό έδεσμα, μας το δηλώνει παροιμία «τι ξέρει ο βλάχος από σφουγγάτο;», που τη βρίσκουμε και με πολλές άλλες παραλλαγές και άλλα εδέσματα, και που τη λέμε για να δείξουμε ότι κάποιοι είναι ανίκανοι να εκτιμήσουν την ποιότητα.

Υπάρχει και μια άλλη παροιμία, ή ίσως παροιμιόμυθος, που θα μπορούσε να την πει κανείς και σε σχέση με την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σήμερα: «Ακριβά τα σφουγγάτα του», που λέγεται όταν κάποιος πληρώνει πολλαπλάσιο το όφελος που άντλησε. Η παροιμία έχει βέβαια παλιώσει, αλλά ακόμα ακούγεται, και έχει την αρχή της στον εξής μύθο: Κάποτε, ένα παιδί άφησε μέσα στον ναό του Αγίου Γεωργίου ένα αφουγγάτο, τάμα στον άγιο. Τέσσερις περαστικοί έμποροι που μπήκαν λίγο πιο μετά στον ναό το είδαν και δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό, έτσι όπως μοσκοβολούσε ζεστό ακόμα. Κάθισαν λοιπόν και το έφαγαν, και για να δικαιολογήσουν την ιερόσυλη πράξη τους είπαν ότι έτσι κι αλλιώς ο Άγιος δεν θα το έτρωγε και ότι σε αντάλλαγμα θα του άναβαν. Όταν όμως έφαγαν και σηκώθηκαν να φύγουν, διαπίστωσαν με τρόμο ότι έχουν κολλήσει στα μάρμαρα και δεν μπορούν να σηκωθούν. Παρακάλεσαν λοιπόν τον Άγιο, κι ύστερα έριξαν ένα φλουρί στο παγκάρι, αλλά και πάλι δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν, και μόνο όταν άφησαν ένα φλουρί ο καθένας τους μπόρεσαν επιτέλους να σηκωθούν και να βγουν απ’ το ναό. Και βγαίνοντας σοφότεροι είπαν: «Αη Γιώργη, ακριβά τα πουλάς τα σφουγγάτα σου, κι άλλη φορά δεν θα ξαναγοράσουμε από σένα».

Και τούτα εδώ τα σφουγγάτα που θέλει να μας μαγειρέψει ο μάγειρος-πρωθυπουργός, μπορεί να στοιχίσουν ακριβά -είτε στον ίδιο, είτε στη χώρα. Γιατί μπορεί να είναι νόστιμο και θρεπτικό φαγητό η ομελέτα, αλλά θέλει και τον τρόπο της. Ακόμα κι αν δεν είναι κανένα πιάτο υψηλής γαστρονομίας, αφού, είπαμε, κι ένας ερασιτέχνης σαν κι εμένα την κουτσοκαταφέρνει, για να φτιάξεις ομελέτα δεν χρειάζεται μόνο να σπάσεις αβγά, πρέπει να έχεις φροντίσει για λάδι, να έχεις ένα μπολ για να χτυπήσεις τ’ αβγά, με δυο λόγια να έχεις κάνει μια στοιχειώδη προετοιμασία -κάτι που οφθαλμοφανώς δεν έχουν κάνει οι μαθητευόμενοι μάγ(ειρ)οι που έχουν τα ηνία της κυβέρνησης στα χέρια τους, που με τους χειρισμούς τους μοιάζουν σαν να ρίχνουν τα τσόφλια στο τηγάνι και τα αβγά στο πάτωμα, ή σαν να σπάνε τ’ αβγά πετώντας τα στον τοίχο ή στο κεφάλι των εταίρων τους, με αποτέλεσμα όχι απλώς να έχουν σπάσει τ’ αβγά, αλλά να κινδυνεύει να σπάσει και το ίδιο το κυβερνητικό σκεύος και να πάρει φωτιά όλη η κουζίνα. Μένει να δούμε ποιος θα πληρώσει τελικά την ομελέτα.

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 81 Σχόλια »

Τα σπριντ των σπρεντ

Posted by sarant στο 27 Δεκεμβρίου, 2010

Επειδή σε λίγη ώρα φεύγω και θα λείψω για μερικές μέρες, δεν θα μπορέσω να απαντήσω σε τυχόν σχόλια, εκτός ίσως από τα πολύ πρώτα. Έχετε τις θερμότερες ευχές μου για καλές γιορτές και καλώς εχόντων των πραγμάτων θα τα πούμε λίγο πριν από την πρωτοχρονιά.

Ευχαρίστως ομολογώ ότι τον τίτλο τον έχω κλέψει από σχετικά πρόσφατο άρθρο του Στάθη Σταυρόπουλου στην Ελευθεροτυπία, που παντρεύει επιδέξια τις δυο αυτές λέξεις, που μοναχά κατά ένα γράμμα διαφέρουν και που θα βρίσκονταν κοντά-κοντά στο λεξικό, αν είχαν τα λεξικά μας συμπεριλάβει τη νεότερη απ’ αυτές, το σπρεντ.

Βέβαια, κι οι δυο λέξεις είναι δάνεια, όχι αυτόχθονες ελληνικές. Το σπριντ πρέπει να μπήκε στη γλώσσα μας στη δεκαετία του 1950, από την αθλητική δημοσιογραφία, ενώ το σπρεντ, που ποτέ να μην έμπαινε, ακούστηκε από πέρσι τόσο έντονα με τη σημασία που μας έχει κάτσει βραχνάς. Διότι παλιότερα, σπρεντ λέγαν κάτι νόστιμους ή τέλος πάντων αθώους πολτούς, που τους άλειβες στο ψωμί, μεζέδες, αλοιφές που τις λέγαμε. Αυτό θα πει άλλωστε το αγγλικό ρήμα spread, απλώνω ή αλείβω. Και αυτό το άπλωμα είναι και η βασική έννοια που βρίσκεται πίσω από το σπρεντ στην ορολογία της οικονομικής, διότι σπρεντ είναι η διαφορά από μια τιμή βάσης –και στην προκείμενη περίπτωση η διαφορά με την οποία δανείζεται ένα ευρωπαϊκό κράτος σε σύγκριση με τα γερμανικά επιτόκια που είναι το σημείο αναφοράς. Και τα σπρεντ, ως γνωστόν, έχουν ξεκινήσει ξέφρενο σπριντ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γενικά γλωσσικά, Ιστορίες λέξεων, Κουίζ, Λεξικογραφικά, Πρώιμα νέα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , | 42 Σχόλια »