Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δεκαπενταύγουστος’

Ιστολογικά κεσάτια 2019

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2019

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, όσο κι αν η κρίση έχει αναγκάσει πολύ κόσμο να στερηθεί τις διακοπές του. Και φέτος η κίνηση στο ιστολόγιο έχει μειωθεί αυτές τις μέρες, λογικό είναι.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρώς ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο ενδέκατος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω -και θα θυμίσω ότι τα τρία πρώτα χρόνια του ιστολογίου δεν είχαμε δεκαπενταυγουστιάτικο άρθρο.

Τα κεσάτια στον τίτλο είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Τρεις πραματευτάδες Χιώτες παρουσιαστήκανε στον Όθωνα το Βασιλέα.
     Αφού είπανε το ’να και τ’ άλλο, […] ο Βασιλέας, που μόνη γλώσσα του είχε να μιλεί τις ελληνικούρες που είχε πρωτομάθει από τον Φίλιππο Ιωάννου […], γυρίζει στον έναν από τους τρεις Χιώτες μ’ εκείνο το συνηθισμένο σοβαρό του και ρωτάει:
     ― Πώς προχωρεί το εμπόριον;
     ― Κεσάτια, Μεγαλειότατε! λέει ο Χιώτης.
     Ο Όθωνας απορεί· πρώτη φορά ακούει αυτή τη λέξη. Κοιτάζει αυτόν που μίλησε στα μάτια και ξαναρωτάει:
     ― Τι σημαίνει η λέξις κεσάτια;
     Ο Χιώτης απορεί κι αυτός, μα ο άλλος Χιώτης, πιο έξυπνος, πετιέται κι απαντάει:
     ― Δεν έχει νταραβέρι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας, με την ίδια πάντα σοβαρότη του, γυρίζει και σ’ αυτόν:
     ― Και η λέξις νταραβέρι, τι σημαίνει;
     Μα ώσπου ν’ απαντήσει ο δεύτερος, ο τρίτος Χιώτης δεν αργεί και λέει:
     ― Αλισιβερίσι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας δεν έκαμε άλλο ρώτημα. Και φύγαν οι τρεις φίλοι χαρούμενοι που φωτίσανε το Βασιλέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 111 Σχόλια »

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2015

Ξέρουμε ότι ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει άφθονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα (του τα ζητούσαν άλλωστε και οι εφημερίδες) και άλλα τόσα πασχαλινά, όμως και στο καλοκαιρινό Πάσχα, εννοώ τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, έχει αφιερώσει ένα διήγημα, που θα το παρουσιάσω σήμερα: τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου, γραμμένο το 1906 και αρχικά δημοσιευμένο στο πρωτοποριακό περιοδικό Παναθήναια του Κ. Μιχαηλίδη.

Ο Ρεμβασμός υπάρχει στο Διαδίκτυο, τόσο σε πολυτονικό όσο και σε μονοτονικό με φριχτά λάθη. Εδώ τον ανεβάζω από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, αλλά μονοτονισμένον, όχι όμως με το χέρι παρά με αυτόματο μηχανάκι, που κρατάει τους τόνους στα μονοσύλλαβα -κι έτσι θα μπορέσουν να διαβάσουν το κείμενο κι όσοι μπαίνουν από κινητό ή ταμπλέτα.

Ο ήρωας του διηγήματος, ο πρώην μεγαλοκτηματίας Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας πρέπει να είναι υπαρκτό πρόσωπο -για τον ίδιον και τα χτήματά του γίνεται λόγος, αν θυμάμαι καλά, και σε άλλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, τα Φραγκλέικα. Νομίζω μάλιστα (αλλά δεν μπορώ να το ελέγξω τώρα) ότι απόγονός του είναι ο Ιωάννης Φραγκούλας που έδωσε πριν από μερικές δεκαετίες τέσσερις τόμους με σκιαθίτικα μελετήματα.

Να προσεχτεί ότι ο γερο-Φραγκούλας, ο «αξιότιμος πρεσβύτης» που καπνίζει το τσιμπούκι του με τον «ηλέκτρινον μαμέν» του, δηλαδή το κεχριμπαρένιο (ήλεκτρον) επιστόμιο (τουρκ. ιmame) δεν ήταν «και πολύ γέρων»: ίσαμε πενηνταπέντε χρονών -πάνω κάτω δηλαδή όσο κι ο νικοκύρης του ιστολογίου (αλλά εγώ δεν καπνίζω πια). Και ο Παπαδιαμάντης όμως, όταν δημοσιεύτηκε το διήγημα, στην ίδια ηλικία βρισκόταν, ακριβώς στα 55.

Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

Ανάμεσα εις συντρίμματα καί ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων εν μέσω αγριοσυκών, μορεών μέ ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν πρός μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν τής νήσου, όπου τήν νύκτα επόμενον ήτο νά βγαίνουν καί πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τόν ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις τήν ερημίαν, θρηνούσαι τό πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των εις τόν επάνω κόσμον ― εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος τής Παναγίας τής Πρέκλας. Δέν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δέν υπήρχε στέγη καί άσυλον, εις όλον τό οροπέδιον εκείνο, παρά τήν απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε, καί εις τό προαύλιον τού ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών τήν ξυλείαν, όσην ηδυνήθη νά εύρη, καί τινας λίθους από τά τόσα τριγύρω ερείπια, διά νά στεγάζεται προχείρως εκεί καί καπνίζη ακατακρίτως τό τσιμπούκι του, μέ τόν ηλέκτρινον μαμέν, έξω τού ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επετειακά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 42 Σχόλια »

Του εθνικού μας ποιητού Βαρνάλη

Posted by sarant στο 15 Αύγουστος, 2014

Σήμερα είναι της Παναγίας, είπα να βάλω κάτι λογοτεχνικό. Ύστερα θυμήθηκα μιαν ιστορία που μου είχε διηγηθεί ο πατέρας μου.

Ήταν λέει στη Μακρόνησο, και γινόταν ο επίσημος γιορτασμός του Πάσχα. Και αφού έγιναν οι συνήθεις ομιλίες, πετάχτηκε κι ένας φαντάρος και είπε: Και τώρα θα σας απαγγείλω το ποίημα «Οι πόνοι της Παναγίας, του εθνικού μας ποιητού Βαρνάλη». Κι όπως επίτηδες παρατόνισε το όνομα του Βάρναλη και ευπρέπισε τον τίτλο, ακούστηκε στη Μακρόνησο το ποίημα:

Οι πόνοι της Παναγιάς

Μια λιόλουστη μέρα του χειμώνα η Παναγιά, στενεμένη από τους πόνους, αφήνει το σπιτικό της και βγαίνει στον κάμπο τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας.
Κάθεται χάμου στο πράσινο χορτάρι, που το φωτίζουνε δω κι εκεί άγριες βιολέτες, κυκλάμινα, κρόκοι· και σφίγγοντας την κοιλιά της με τα δυο της χέρια κλαίει και δέρνεται, κουνώντας τ’ άμαθο κορμί της δεξιά κι αριστερά, όπως οι μοιρολογίστρες της Ανατολής.
Σπιτάκι μου — στανάχωρο, και κάμαρά μου, — χαμηλή!
Πόνοι μού σφάζουν το κορμί, μα την ψυχή μου πιο πολλοί.
Πήρα το δρόμο το δρομί στον κάμπο να καθίσω.
Αντρούλη μου, σα δε με βρεις με την καρδιά σου την καλή,
5 ο πόνος, που με κυνηγά, θε να με φέρει πίσω.

Ω χώμα, που τραγουδιστά σε πίνει ο πεύκος ο βαθύς,
όσο που μπάρσαμο πικρό στα φύλλα του να σουρωθείς,
μέσα σου χώνομαι κι εγώ, τα σπλάχνα γλύκανέ μου.
Αχ, χάιδεψέ μου τα μαλλιά της κεφαλής μου της ξανθής,
10 πάρε τη σκέψη μου πολύ μακριά, πνοή του ανέμου!

Σαν καρδερίνα του Μαρτιού με τα φτερά τ’ αστραφτερά,
που σε βαθιά τριανταφυλλιά, πλάι σε τρεχάμενα νερά,
μ’ άχερα, λάσπη και μαλλί ζεστή φωλιά κρεμάει,
την κούνια σου, παιδάκι μου, με ξύλα φκιάνω ευωδερά
15 και βάνω προσκεφάλι σου τον ήλιο του Ανθομάη.

Ονείρατα, που γαλανά στο μισοξύπνι τ’ αυγινό
από τα μάτια τα γλαρά σαν τον αφρό, σαν τον αχνό
περνάτε μια και χάνεστε, σκήμα χωρίς και θώρι,
ελάτε κι άλλη μια φορά, πείτε μου να μην το ξεχνώ,
20 πως το παιδί, που καρτερώ, το πρώτο, θα ’ν’ αγόρι.

(Εδώ η Παναγιά μιλά για το όραμα του Αγγέλου).

Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,
κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·
κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·
κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς —
25 πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι;

Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,
η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·
κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο
—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—
30 ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω.

Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;
Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!
Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!
Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή – βραδύ,
35 πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη.

…………………………………………………………….

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
40 που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις.

Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
45 Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
50 που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
55 Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…
— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
60 την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ποιήματα της ελληνικής ποίησης -με μια δόση υπερβολής θα λέγαμε πως και μόνο αυτό να είχε γράψει, θα έπαιρνε μια θέση στο ελληνικό Πάνθεον. Πώς μπόρεσε -άντρας αυτός- να πιάσει τόσο καλά τα αισθήματα της μάνας -και άθεος να γράψει έτσι για τη Μάνα του Χριστού;

Το ποίημα είναι παρμένο από τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Αλλά και στην άλλη μεγάλη ποιητική σύνθεση του Βάρναλη, στο Φως που καίει, υπάρχει ένα «δίδυμο» ποίημα:

Η μάνα του Χριστού

Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

5 Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κι εγώ λαχταρήσει
10 (ήταν όνειρο κι έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι…
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι…
15 νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
20 ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

25 Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ’φτανε μέλι
και πολλή φύτρα θ’ άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
30 για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
35 Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
40 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ’ όνομά σου!

45 Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ’ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου κι οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
50 σα ρωτήσανε: «Ποιός ο Χριστός;» τί ’πες «Νά με»!
Αχ! Δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!

Όπως αναλύει ο Γιάννης Δάλλας στην υποδειγματική του έκδοση, το ποίημα μαρτυράει και την εξοικείωση του Βάρναλη με την εκκλησιαστικήν υμνογραφία. Για παράδειγμα, ο Δάλλας παραλληλίζει τη στροφή

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
40 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

με το Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου: Η δάμαλις τον μόσχον / εν ξύλω κρεμασθέντα / ηλάλαξεν ορώσα και με τον ύμνο του Ρωμανού του Μελωδού «και μαστοίς σοι τοις εμοίς γάλα παρέσχον».

Αλλά ας γυρίσουμε στην ιστορία του πατέρα μου, με τον «εθνικόν ποιητήν Βαρνάλη». Καθώς δεν είναι από πρώτο χέρι, ούτε από δεύτερο, δεν εγγυώμαι ότι συνέβη, μάλιστα έχω κάποιες αμφιβολίες. Θα μπορούσε να έχει συμβεί περίπου έτσι, μπορεί όμως να είναι απλώς ένας μπεντροβάτος παρηγορητικός μύθος των ηττημένων, μια μικρή νίκη για να παρηγορήσει τη μεγάλην ήττα.

Κάτι τέτοιο άλλωστε μπορεί να συμβαίνει και για μιαν άλλη ιστορία, που μου την είχε πει ο παππούς μου, ότι, λέει, τον Απρίλη του 1952, λίγες μέρες μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη, ή ίσως το 1953 στην πρώτη επέτειο της εκτέλεσής του, κάποιος ακροατής ζήτησε από την εκπομπή του ΕΙΡ που έπαιζε επιθυμίες των ακροατών, να παιχτεί κάποιο ρέκβιεμ ή πένθιμο εμβατήριο «εις μνήμην του πολυφιλήτου Νικολάου Μπελογιάννη». Μπορεί κι αυτό να έγινε, μπορεί να ήταν ιστορία παρηγοριάς…

 

Posted in Βάρναλης, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 78 Σχόλια »

Το λένε χιλιάδες πουλιά

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2014

Αύριο έχουμε Δεκαπενταύγουστο, της Παναγίας, και γιορτάζει πολύς κόσμος: ο Παναγιώτης και η Παναγιώτα, βέβαια, αλλά και η Δέσποινα, καθώς και μερικά σπανιότερα ονόματα που δεν ξέρω αν συνδέονται όλα με την Παναγία (Καθολική, Γεθσημανή, Κρουστάλλω, Σιμέλα). Και βέβαια, γιορτάζει και η Μαρία, το συχνότερο γυναικείο όνομα, οπότε λέω να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στις Μαρίες του ιστολογίου και του καθενός μας -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ιστολόγιο δεν εύχεται επίσης χρόνια πολλά και σ’ όλες και σ’ όλους που γιορτάζουν επίσης σήμερα, πολύ περισσότερο που έχουμε εκλεκτούς Πάνους στο ιστολόγιο, με κεφαλαία και με πεζά. Νομίζω ότι σήμερα γιορτάζει και ο Μάριος, παρόλο που ετυμολογικά δεν συνδέεται με τη Μαρία.

Θα μου πείτε πως η γιορτή είναι αύριο, και βέβαια δίκιο θα’χετε, αλλά αύριο είναι αργία, ίσως να αναπαυθεί και ο ιστολόγος (ή ίσως βάλει μιαν επανάληψη), καλύτερα να δώσουμε από σήμερα το δώρο, να φτουρήσει, να το δουν περισσότεροι. Θα μου πείτε επίσης ότι δεν γιορτάζει μόνο αύριο η Μαρία, αλλά και άλλες φορές μέσα στον χρόνο, κυρίως στις 21 Νοεμβρίου που είναι τα Ισόβια της Θεοτόκου, όπως έλεγε κάποιος τα Εισόδια. Μάλιστα υπάρχει και καταμερισμός, αφού οι παντρεμένες Μαρίες γιορτάζουν αύριο και οι ανύπαντρες τον Νοέμβρη, αν τα θυμάμαι καλά, όμως σε πολλά μέρη, ας πούμε στην Κρήτη, το έχουν ανάποδα και γιορτάζουν αύριο τις ανύπαντρες. Τέλος πάντων, αυτό είναι και θέμα οικογενειακής παράδοσης, οπότε περιμένω διευκρινίσεις για το θέμα από τις επισκέπτριες.

Το όνομα Μαρία, λέει το λεξικό, είναι εβραϊκής προέλευσης, από το Marjam, που αποδόθηκε από τους Εβδομήκοντα, όταν μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη, ως «Μαριάμ». Πιθανή σημασία του Μαριάμ, λέει το λεξικό, «πικρή, ανυπότακτη», αν και σύμφωνα με άλλη άποψη το όνομα συνδέεται με αιγυπτιακή ρίζα που σημαίνει «δυνατή, εύφορη, γόνιμη». Πρακτικό αυτό, έχουμε δίπορτη ερμηνεία. Ο Μάριος, που είπαμε παραπάνω, έχει υποθέτω λατινική την αρχή, άρα δεν συνδέεται με τη Μαρία ετυμολογικά.

Το όνομα Μαρία είναι το συχνότερο γυναικείο όνομα, παλιότερα με μεγάλη διαφορά -αν και τον τελευταίο καιρό επειδή θεωρείται μπανάλ μπροστά στη Φαίδρα και στη Νεφέλη πρέπει να έχει αρκετά υποχωρήσει στις μικρές ηλικίες. Τώρα τελευταία ακούς συχνά να το συνδυάζουν και με άλλα ονόματα -έκανε μεγάλη ζημιά ο Ελύτης με τη Μαρία Νεφέλη. Σε μερικές χώρες οι καθολικοί, που συνηθίζουν τα πολλαπλά βαφτιστικά ονόματα, δίνουν σχεδόν πάντα κι ένα Μαρία στα κορίτσια τους -για παράδειγμα, όσες Πορτογαλέζες έχω γνωρίσει όλες λέγονταν (και) Μαρία, άσχετο αν αρχικά μού τις σύστησαν Ζάιντα, Τερέζα ή Λουίζα. Μάλιστα, το «Μαρία» μπορεί να το έχει σαν δεύτερο όνομα και άντρας -πρόχειρα να θυμίσω τον Έριχ Μαρία Ρέμαρκ, τον Κλάους Μαρία Μπραντάουερ και τον (σκατά στα μούτρα του) Ζαν-Μαρί Λεπέν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Ονόματα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 182 Σχόλια »