Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δημήτρης Μαρτίνος’

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2018

Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα καινούργιο διήγημα του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, που ταιριάζει και με την εποχή, αφού είναι θαλασσινό, αν και δεν περιγράφει τη ναυτική ή τη νησιώτικη ζωή. Θα ταίριαζε περισσότερο αν το είχα βάλει πριν από δεκαπέντε μέρες που μου το έστειλε ο Δημήτρης, είχα όμως δεσμεύσει τις επόμενες Κυριακές. Το λέω αυτό επειδή «κολοκυθομέλτεμο», παναπεί ξεθυμασμένο, είναι το μελτέμι του Ιούνη. Τον Ιούλιο δυναμώνουν.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης μου έστειλε και γλωσσάρι μαζί, οπότε εγώ λίγα πράγματα έχω να κάνω. Του δίνω λοιπόν το λόγο για την εισαγωγή:

Ἄρχισα νὰ γράφω τὸ διήγημα στὶς ἕντεκα τοῦ Ἰούνη, ἀγναντεύοντας τὸ κολοκυθομέλτεμο ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου στὰ Θερμιά. Ὅταν τὸ τέλειωσα, μετὰ ἀπὸ δυό μέρες, τὸ μελτέμι εἶχε ξεψυχίσει.Ἔτσι εἶναι τὸ μελτέμι τῆς ἐποχῆς τοῦ κολοκυθιοῦ· χωρὶς ἔνταση, σὰν τὰ κολοκύθια· καὶ σὰν τὰ κολοκυθόγατα ποὺ γεννιοῦνται κι αὐτὰ τὸν Ἰούνη, ἀδύνατα καὶ λιγοζωισμένα.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας εἶναι προϊόντα τῆς φαντασίας μου.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

κύριος Νῖκος: τὸ ἀφεντικό· διευθύνων σύμβουλος τῆς Alex Medical Greece.

Λεονάρδος: διευθυντὴς τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς  Alex Medical Greece.

Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης: διευθυντὴς μάρκετινγκ τῆς  Alex Medical Greece.

Παῦλος Γεωργίου: διευθυντὴς στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece.

Ἴνγκε: Σουηδέζα φίλη τοῦ Λεονάρδου.

Γεράσιμος: παπποῦς τοῦ Νίκου, αἰγυπτιώτης μὲ κεφαλονίτικες ρίζες.

Γιάννης: πατέρας τοῦ Νίκου, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ· πέθανε τὸ ᾿45 στὴν Αἴγυπτο.

Ἄννα: μητέρα τοῦ Νίκου, κόρη τοῦ Γεράσιμου.

Μποῦτρος: μπατζανάκης τοῦ Γεράσιμου, Αἰγύπτιος.

 

Στὸ τέλος ὑπάρχει γλωσσάρι.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Πῶς βρέθηκε στὸ φλάιμπριτζ νὰ τιμονεύει τὸ δεκαπεντάμετρο κρούιζερ ποὺ πάλευε μὲ τὸ κολοκυθομέλτεμο τοῦ Ἰούνη εἶναι μεγάλη ἱστορία. Ἂς ὄψεται, ὁ κύριος Νῖκος, τ᾿ ἀφεντικό· ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀμερικάνικες σαπουνόπερες -ἔκαναν θραύση τὴ δεκαετία τοῦ ὀγδόντα – ἤθελε νὰ κάνει μίτινγκ μὲ τὰ στελέχη του ἐν πλῷ. Τὸ εἶχαν συζητήσει λίγες μέρες πρὶν στὸ γραφεῖο του.

«Θὰ πᾶς στὸ νησὶ γιὰ τὸ τριήμερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» τὸν ρώτησε κι ὅταν τοῦ ἀπάντησε καταφατικά, συνέχισε «θὰ περάσω νὰ σὲ πάρω γυρίζοντας ἀπὸ τὴ Μύκονο μὲ τὸ σκάφος· θὰ εἶναι κι ὁ Χρῆστος ὁ Ἀδαμαντιάδης μαζὶ μας καὶ θὰ κάνουμε μίτινγκ γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τοῦ τμήματός σου.»

Ὁ Λεονάρδος, εἶχε ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδοντατρία καὶ ἦταν τὸ νεαρότερο στέλεχός της.

Γεννημένος στὴ Σύρα τὸ πενηνταπέντε, εἶχε τελειώσει τὸ Φυσικὸ τῆς Ἀθήνας καὶ εἶχε ἐξειδικευτεῖ στὰ Ἠλεκτρονικά. Τὸ καλοκαίρι τοῦ ἑβδομηνταοχτώ, λίγο πρίν τελειώσει τὴ σχολὴ –  χρώσταγε μερικὰ μαθήματα καὶ τὴν πτυχιακή του – γνώρισε στὸ νησὶ τὴν Ἴνγκε ἀπὸ τὴ Σουηδία. Ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, μὲ κορμὶ ἀγαλματένιο, ἔγινε ἀμέσως ὁ στόχος τῶν ἀρσενικῶν τοῦ μπάρ· κι ὅλοι φάγανε τὰ μοῦτρα τους. Ὁ Λεονάρδος – στὸ σπίτι τὸν λέγανε Λινάρδο, στὸ Πανεπιστήμιο κάτι τροτσκιστές φίλοι του τὸν φώναζαν Λέον, ἐνῶ στὰ καλοκαιρινά του νταραβέρια μὲ τὶς τουρίστριες χρησιμοποιοῦσε τὸ Λεονάρντο γιὰ νὰ τονίσει τὴ δυτικὴ  καταγωγή του, ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα τὴν καλλιτεχνική του φύση καὶ τὴν ἀναμφισβήτητη εὐφυΐα του – ἔβαλε σὲ ἐνέργεια τὰ μεγάλα μέσα. Ἀργά, κατὰ τὶς δύο, ἔφυγε, χωρὶς νὰ τὴν πλησιάσει καθόλου, πῆγε στὸ σπίτι του, ἔβαλε στὸ σακβουαγιὰζ τὸ μπαγλαμά του κι ἕνα μπουκάλι οὖζο καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Φραγκοσυριανή, μιὰ μερακλίδικη συριανή ψαρόβαρκα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του γιὰ τὰ ψαρέματά του. Τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ ἀραξοβόλι της καὶ τὴν ἔδεσε στὸ μόλο, μπροστὰ στὸ μπάρ. Κάθησε στὴν πρύμη, πῆρε τὸ μπαγλαμαδάκι κι ἄρχισε νὰ τὸ κελαηδᾶ. Κατὰ τὶς τρεῖς, τὴν ὥρα ποὺ ἄδειαζε τὸ μπάρ, βγῆκε ἡ θεά. Πλησίασε στὴν ἄκρη τοῦ μόλου, κάθησε πάνω στὴ δέστρα καὶ τὸν ἄκουγε νὰ παίζει. Μόλις τέλειωσε τὸ σκοπό ποὺ ἔπαιζε ὁ Λεονάρδος, σηκώθηκε πῆγε στὴν πλώρη, τῆς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὴν κοίταξε στὰ μάτια κι αὐτὴ πήδηξε στὴ βάρκα χωρίς δεύτερη κουβέντα· μόνο τὰ ὀνόματά τους εἶπαν:

«Λεονάρντο».

«Ἴνγκε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 78 Σχόλια »

Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού εστειλε ένα καινούργιο διήγημά του -το παρουσιάζω σημερα με χαρά, όχι μόνο επειδή το βρίσκω αξιόλογο αλλά και επειδή, όπως θα δείτε από τον πρόλογο, το έναυσμα για να γραφτεί το διήγημα δόθηκε από σχόλιο εδώ στο ιστολόγιο. Πολύ χαίρομαι.

Δεν θα πω πολλά, παραθέτω το διήγημα οπως ακριβώς μού το έστειλε ο Δημητρης. Αν ήταν άλλος θα το μονοτόνιζα, αλλά οι φίλοι έχουν προνόμια. Να πω μόνο δυο λόγια για την ορθογραφία του τίτλου. Πρόκειται βέβαια για παρατσούκλι για κάποιον που χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «Ξέρω γω» (κατάφαση, όχι ερώτηση). Βλέπω ότι στο slang.gr το γράφουν «Ξερωγώς«. Νομίζω πως η επιλογή του Δημήτρη είναι σωστή. Ναι μεν το παρατσούκλι προέρχεται «εκ συναρπαγής» από τη φράση «Ξέρω γω» αλλά υπερισχύει να αποτυπωθεί σωστά το «τέρμα» της λέξης και η νέα ελληνική δεν εχει τέρμα αρσενικών ουσιαστικών σε -ώς. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε Βασίλης και όχι Βασίλεις (όπως ήθελε ο Γ. Χατζιδάκις με το επιχείρημα ότι παράγεται από το Βασίλειος).

Δίνω τον λόγο στον Δημήτρη:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ διήγημα αὐτὸ ἦταν ἔνα σχόλιο τοῦ Ἄγγελου στὸ διήγημα τοῦ Κοτζιούλα «Ναυαγοὶ στὸν Πειραιά»:

«Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά…σε όλη την Κατοχή…Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…»

(σχ.28)

Ἂν καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, οἱ συνθῆκες ποὺ περιγράφω εἶναι ὅπως τὶς ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν τὴν Κατοχὴ μὲ ὄλες τὶς συνέπειές της.

 

 Ὁ Ξερωγὸς

«Μόλις βγεῖς ἀπὸ τὸν κάβο κρατήσου γιαλό1, δυὸ καϊκιὲς2 ἀπὸ τὰ βράχια. Μὴ φοβᾶσαι, τὰ νερὰ εἶναι καθαρά· δὲν ἔχουνε ξέρες. Τώρα ποὺ γρεγάρησε3 μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀέρα, τὸν κατεβάζουν οἱ στεριές· ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι στρωτή, ταξιδεύεται. Τράβα μὲ τὴ μηχανὴ στὶς μισὲς στροφές, ἴσαμε τρία μίλια κατά τὸ βοριὰ καὶ μετὰ σημάδεψε τὸ νοτινὸ κάβο τοῦ ἀπέναντι νησιοῦ· κάνε καὶ τὸ φλόκο4 γιὰ νὰ σὲ κρατάει ἀπὸ τὸ μπότζι5. Θὰ τὸ περάσεις τὸ μπουγάζι6 ἀχολομάνιστα.»

Μὲ ὕφος ποὺ δὲ σήκωνε ἀντίλογο ὁ Γιώργης ὁ Ξερωγὸς ἐξηγοῦσε στὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ πῶς νὰ περάσει τὸ μπουγάζι μὲ τὸ φρέσκο μελτέμι. Ρούφηξε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸν καφέ του κι ἔκλεισε τὴν κουβέντα μὲ τήν ἀγαπημένη του ἐπωδό:

«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω! Ξέρω ᾿γώ!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κατοχή, Ναυτικά | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »

Λειψή Μεγαλοβδομάδα (μαρτυρία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 44 χρόνια από τις 17 Νοεμβρίου 1973, τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο.

Το ιστολόγιο παρουσιάζει με συγκίνηση ένα αφήγημα του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου για τις μέρες εκείνες. Πιο σωστά, μια μαρτυρία -μια και ο Δημήτρης συμμετείχε στην εξέγερση, όντας τότε τεταρτοετής φοιτητής στη σχολή Χημικών Μηχανικών.

Δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα, δινω τον λόγο στον Δημήτρη και χαίρομαι που οι συζητήσεις στο ιστολόγιο ενδέχεται να τον παρακίνησαν να γράψει -διότι το αφήγημα γράφτηκε πριν από λίγες μέρες.

Εἶχα σκεφτεῖ κι ἄλλες φορὲς νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο, ἀλλὰ δὲν τ᾿ ἀποφάσιζα. Ἄλλωστε ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ κι ἀπὸ πολλούς. Παλιότερα, τέτοιες μέρες, οἱ ἐφημερίδες γέμιζαν μὲ ἀφιερώματα, φωτογραφίες, ἀφηγήσεις τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ πολιτικὲς ἀναλύσεις τῶν γεγονότων. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν -οἱ ἀναλυτές- τὴν μετέπειτα πολιτική τους πορεία. Χώρια οἱ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς καὶ οἱ ταινίες ποὺ γυρίστηκαν.

Συνήθως τὰ ἐπετειακὰ γράφονται σὲ κάποια «στρογγυλὴ» χρονικὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸ γεγονός· δεκάχρονα, εἰκοσάχρονα, εἰκοσιπεντάχρονα καὶ τὰ σχετικά. Αὐτὴ τὴ δικαιολογία ἔβρισκα κι ἐγώ, τὶς λίγες φορὲς ποὺ  σκεφτόμουν σοβαρὰ νὰ γράψω κάτι, καὶ τ᾿ ἄφηνα γιὰ κάποιαν ἄλλη, «στρογγυλὴν» ἐπέτειο καὶ πάντα τὸ ξεχνοῦσα.

Φέτος ὅμως τ᾿ ἀποφάσισα, κι ἂς μὴν εἶναι εἶναι «στρογγυλὴ» ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τότε· ἐξ ἄλλου, τὰ σαραντατέσσερα εἶναι «ἕνα καντάρι1  χρόνια» πού ᾿λεγε κι ὁ πατέρας μου.

Μὴν περιμένετε τίποτα περισπούδαστες πολιτικοκοινωνικὲς ἀναλύσεις, οὔτε περιγραφές ἡρωικῶν πράξεων. Μιὰ προσωπικὴ ματιὰ στὰ γεγονότα θὰ δώσω· αὐτὰ ποὺ ἔτυχε νὰ ζήσω, ὅσο πιὸ ἀληθινὰ μπορῶ.   

14-15/11/2017

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ ΛΕΙΨΗ

Ἐκεῖνες οἱ μέρες τοῦ Νοέμβρη ἔχουν καταγραφεῖ στὸ μυαλό μου σὰν μιὰ Μεγαλοβδομάδα· μιὰ Μεγαλοβδομάδα λειψή, χωρὶς Βάγια καὶ χωρὶς Ἀνάσταση. Δὲν ξέρω ἂν φταῖνε γι᾿ αὐτὸ οἱ Πασχαλιάτικες παιδικές μου μνῆμες ἀπ᾿ τὸ χωριό -τὸ σπίτι μας ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ ζούσαμε ὅλες τὶς ὧρες τῆς Μεγαλοβδομάδας μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς μυρωδιές της- μαζὶ μὲ τὸν γλυκὸ καιρὸ ἐκείνου τοῦ Νοέμβρη πού ᾿μοιαζε ἀνοιξιάτικος. Μεγάλη πάντως ἦταν· τοὐλάχιστον γιὰ μένα καὶ γι᾿ ἄλλους πολλούς ποὺ βρεθήκαμε ἐκεῖ καὶ τὰ ζήσαμε ἀπὸ πρῶτο χέρι.

ΤΕΤΑΡΤΗ

Ἡ δική μας Μεγαλοβδομάδα ξεκίνησε τὴν Τετάρτη, στὶς δεκατέσσερις τοῦ Νοέμβρη. Ἀπὸ τὸ πρωὶ εἴχαμε γενικὲς συνελεύσεις σὲ ὅλες τὶς σχολὲς τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν προκύρηξη φοιτητικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκλογὴ ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Χούντα ἔκανε τὴν ἀπόπειρα τῆς δῆθεν φιλελευθεροποίησης μὲ τὴν κυβέρνηση τοῦ Μαρκεζίνη. Ἐκεῖνες τὶς μέρες, μάλιστα, εἶχαν πάρει προσωρινὸ ἀπολυτήριο ἀπ᾿ τὸ στρατὸ οἱ συνδικαλιστὲς φοιτητές· αὐτοὶ ποὺ πῆγαν φαντάροι τὸν προηγούμενο χειμώνα, ἐπειδὴ τοὺς ἔκοψαν τὴν ἀναβολή. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, τελειώνοντας οἱ γενικὲς συνελεύσεις, εἴχαμε βγεῖ καὶ κουβεντιάζαμε μπουλούκια-μπουλούκια στὴν αὐλή· μερικοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ φεύγουν, ὅταν, ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Πατησίων, μπουκάρισε μιὰ μεγάλη ὁμάδα φοιτητῶν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο. Αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν συνελεύσεις, ἐπειδὴ βρῆκαν κλειστὲς τὶς πόρτες τῶν σχολῶν τους καὶ ἦρθαν στὸ Πολυτεχνεῖο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 154 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Η θερμιώτικη ντοπιολαλιά (συνεργασία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα μια συνεργασία του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά, δηλαδή τη ντοπιολαλιά της Κύθνου.Έχω ξαναγράψει ότι κάθε νησί αποτελεί, από μια άποψη, ένα ιδιαίτερο γλωσσικό οικοσύστημα κι έτσι, παρόλο που ασφαλώς υπάρχουν πολύ μεγάλες ομοιότητες ανάμεσα στις ντοπιολαλιές των κυκλαδονησιών, ωστόσο θα υπάρχουν και πολλές ιδιομορφίες.

Ο Δημήτρης έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σχεδόν τέλεια (ίσως θα μπορούσε να δώσει παραδειγματικές φράσεις σε όλα τα λήμματα). Προτάσσει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή για τη θερμιώτικη ντοπιολαλιά και ακολουθούν 22 λήμματα, πολλά από τα οποία τα έχει ήδη αναπτύξει εκτενέστερα στο slang.gr

Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο δημοσιεύεται σε πολυτονικό, όπως προτιμάει ο Δημήτρης αν και δεν βλέπω τι προσφέρει αυτό -μάλλον δυσκολεύει κάποιους που μας διαβάζουν από ταμπλέτες.

Εγώ δεν είχα να προσθέσω σχεδόν τίποτα, το κείμενο είναι πολύ καλογραμμένο. Ωστόσο, για τα τέσσερα πρώτα λήμματα προσθέτω τι αναφέρει σχετικά το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας (διότι το τμήμα που έχει εκδοθεί καλύπτει μόνο τα πρώτα λήμματα, από Α έως ΔΙ).Κάνω και καναδυό ακόμα παρατηρήσεις, πάντα σε αγκύλες. Και βέβαια, δεν χρησιμοποιώ πολυτονικό]

Αν άλλοι φίλοι παρακινηθούν να γράψουν ανάλογα άρθρα για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας τους, είναι καλοδεχούμενα!

Η ΘΕΡΜΙΩΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναβίωση δύο παλαιότερων ἄρθρων γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῆς Ἀμοργοῦ (πρώτο και δεύτερο), σκέφτηκα νὰ γράψω κάτι γιὰ τὴν ντοπιολαλιὰ τῶν Θερμιῶν ἤ τῆς Κύθνου, ὅπως εἶναι ἡ ἐπίσημη ὀνομασία τοῦ νησιοῦ.

Ζητῶ, ἐκ προοιμίου, τὴν ἐπιείκειά σας, ἐπειδὴ δὲν ἔχω κάποιαν ἐπιστημονικὴ  γνώση τοῦ ἀντικειμένου. Παρουσιάζω κάποιες λέξεις τῆς ντοπιολαλιᾶς ποὺ, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἔχουν ἐνδιαφέρον. Πρὲπει νὰ τονίσω πὼς δὲν ἔκανα κάποιαν ἐπιτόπια ἔρευνα. Ἔγραψα γιὰ κάποιες λέξεις, ὅπως τὶς θυμᾶμαι νὰ τὶς λένε πρόσωπα τοῦ οἰκογενειακοῦ μου περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὑρύτερου περιβάλλοντος τοῦ χωριοῦ μου, τῆς Δρυοπίδας ἤ Σύλλακα.

Τὸ νησί ἔχει δύο κύριους οἰκισμούς ποὺ παλιότερα, πρίν τὴν διοικητικὴ μεταρρύθμιση καὶ τὴν δημιουργία ἑνιαίου δήμου, ἦταν ἕδρες τῶν δύο κοινοτήτων τοῦ Νησιοῦ: Τὴ Χώρα, ἤ Μεσσαριὰ ποὺ ὀνομάστηκε Κύθνος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ τὸ Χωριὸ ἢ Σύλλακα ποὺ ὀνομάστηκε Δρυοπίδα.

Παλιότερα ὑπῆρχε ἔντονος ἀνταγωνισμὸς ἀνάμεσα στὰ δυὸ χωριὰ ποὺ ἔφτανε στὰ ὅρια τῆς ἀντιπαλότητας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἦταν πολλὲς οἱ ἐπαφὲς μεταξύ τους, πράγμα ποὺ φαίνεται καὶ στὴν ντοπιολαλιά, ὅπου ὑπάρχουν κοινὲς λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ἀλλὰ καὶ διαφορές.

Θὰ παραθέσω λίγα ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὶς ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε ἡ Θερμιώτικη ντοπιολαλιά. Ἡ ἱστορικὴ πορεία τῶν Θερμιῶν, κατὰ τὴν τελευταία χιλιετία, ὁπότε διαμορφώθηκε ἡ ντοπιολαλιά, εἶναι πάνω κάτω ἡ ἴδια  μὲ αὐτὴν τῶν ὑπολοίπων νησιῶν τῶν Κυκλάδων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Κυκλάδες, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 123 Σχόλια »

Για το Μανώλη μας δεν ξέρω (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2017

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος, που κι άλλες φορές έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο διηγήματά του που περιγράφουν τη ζωή στα Θερμιά -την Κύθνο δηλαδή.

Όπως λέει στις σημειώσεις στο τέλος του άρθρου, το διήγημα είναι καθαρή μυθοπλασία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα δικά του.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και γλωσσάρι, επίσης καταρτισμένο από τον Δημήτρη, που για χάρη του έκανα τα στραβά μάτια και άφησα και το πολυτονικό που προτιμάει.

Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Φάβα αποκριάτικα (του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2017

Καθώς βρίσκομαι εκτός έδρας αυτές τις μέρες, λογάριαζα για σήμερα να βάλω σε επανάληψη κάποιο παλιότερο άρθρο, μια βολική λύση στην οποία καταφεύγω αριά και πού, όταν δεν προφταίνω να γράψω φρέσκο άρθρο. Σαν από μηχανής θεός όμως, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού έστειλε ένα αποκριάτικο αφήγημά του, μια παλιά ιστορία που συνέβη προπολεμικά στα Θερμιά, στην Κύθνο παναπεί.

Κατόπιν εορτής, θα πείτε, και θα’χετε δίκιο. Κι εγώ έτσι σκέφτηκα στην αρχή και είπα να αφήσω το διήγημα κατά μέρος και να το βάλω του χρόνου τέτοιον περίπου καιρό. Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε -και ήταν μαθηματικά βέβαιο πως αν το ανέβαλλα για του χρόνου θα το ξεχνούσα ως τότε. Οπότε, το βάζω τώρα που ακόμα το αποκριάτικο κλίμα δεν έχει εντελώς ξεχαστεί, πολύ περισσότερο αφού μου λύνει το πρόβλημα του άρθρου που δεν είχα να ανεβάσω.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσουμε ότι η εναλλαγή φ και θ δεν είναι σπάνια σε διάφορα ιδιώματα. Έτσι, πέρα από το θυλάκι -> φυλάκι του διηγήματος, έχουμε το θηκάρι -> φηκάρι ή το θηλί -> φηλί (ιδίως στην έκφρ. «είναι φηλί κλειδί» δηλ. αχώριστοι σύντροφοι). Όσο για την εμμονική προσήλωση της χήρας στην απόλυτη καθαριότητα, μού θύμισε τη νοικοκυρά στο παπαδιαμαντικό «Για τα ονόματα».

Κατ’ εξαίρεση αφήνω την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πολυτονικού συμπεριλαμβανομένου.

ΦΑΒΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ

«Φάβα άποκριάτικα; Ποῦ ἀκούστηκε; Παλάβωσες καημένε;»

Ὅλα τά ‘χε δεῖ καὶ τά ‘χε ἀκούσει ἡ Ἁνεζιὼ*, εἴκοσι χρόνια τώρα παντρεμένη μὲ τὸν Πατέστο τὸν Τσαμπουνιάρη. Ἐτοῦτο δὲν τὸ περίμενε. Ἐκεῖνος, ἀτάραχος, ξετυλίγοντας τὸ σπάγγο ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι* τῆς τσαμπούνας, ἀποκρίθηκε:

«Γιατὶ, δὲν εἶν’ ἀποκριάτικο φαΐ ἡ φάβα; Τὸ λέει καὶ τὸ τραγοῦδι» κι ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ σ’ ἕνα δικό του σκοπό:

«Τὶ νά ‘χαμε, τὶ νά ‘χαμε ἕνα κουπάκι φάβα
κι ἕνα μουνάκι τρυφερὸ γιὰ νὰ μᾶς φεύγ’ ἡ καύλα».

Ἡ κουβέντα εἶχε ἀρχίσει μέρες, βδομάδες πρίν. Μόλις μπῆκε τὸ Τριώδιο. Ἀπὸ τότε ἡ Ἁνεζιὼ τὸν ἔψελνε, κάθε μέρα σχεδὸν, γιατὶ ἤξερε τὸ χούι του. Νὰ ντύνεται μούσκαρος* τὴν Τυρινὴ Κυριακὴ καὶ νὰ γελᾶ τὸ χωριὸ μὲ τὰ πονηρὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε καὶ τὰ καμώματά του.

«Τὸ νοῦ σου καημένε, μὴν ἀρχίσεις πάλι τὰ μασκαραλίκια σου ἀποκριάτικα γιατὶ ἔχουμε κόρες τσῆ παντρειᾶς!»

«Τί λὲς ρὲ γυναίκα; Ὁ γέρο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, ποὺ δὲ μιλεῖ ἀθρώπου ὁλοχρονικῆς τοῦ χρόνου, τὴν Ἀποκριὰ βάνει τσὶ προβιές ξεβράκωτος καὶ  ξεσκεπάζεται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ κάθε τρίστρατο» ἀπάντησ’ ὁ Πατέστος*.

«Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κόρες ἀνύπαντρες, τσὲ πάντρεψε» τὸν ἀποστόμωσε ἡ Ἁνεζιώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Το περίπτερο (Δημήτρης Μαρτίνος)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2016

Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος είχε δημοσιεύσει εδώ, σε συνεχόμενα σχόλια, πριν από μερικές μέρες, το αφήγημά του «Το γριπάκι», όπου περιγράφει ιστορίες από νεανικά καλοκαίρια στα Θερμιά. Του ζήτησα να μου το στείλει ολόκληρο να το βάλω κάποια στιγμή το καλοκαίρι, κι έτσι έγινε, και μαζί μού έστειλε κι ένα μικρότερο, το Περίπτερο, που το παρουσιάζω σήμερα.

Μια και ο Δημήτρης είναι παλιός συνάδελφος, και είναι και μεγαλύτερός μου, από σεβασμό δεν αλλάζω το πολυτονικό που διαλέγει να χρησιμοποιεί, παρόλο που η γλώσσα του είναι καθαρή, στρωτή νεοελληνική, δηλαδή δεν έχει ανάγκη τα αλεξαντριανά σκουληκάκια σε τίποτα. (Τελικά, ο φίλος μας ο Στάζιμπος μού έστειλε μονοτονισμένο το κείμενο και το βάζω στο τέλος για όσους διαβάζουν από κινητές συσκευές και έχουν πρόβλημα με τους τονισμένους χαρακτήρες).

Νησιώτικο το αφήγημα και ψαράδικο, έχει και την ανάλογη ορολογία. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε στο τέλος λέω δυο πράγματα.

 

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης τοῦ ᾿79, τελευταῖο Σαββατοκύριακο. Μὲ δυὸ φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, γιὰ τὰ Θερμιὰ μὲ τὸ Ἅγιος Γεώργιος, τὸ πρῶτο, τὸ μικρὸ φερυμπὼτ τοῦ Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικὸς στὸ βαπόρι ἕνας ᾿ξάδερφος καὶ μᾶς προσκαλεῖ γιὰ καφὲ στὸ σαλόνι τῆς πρώτης θέσης. Μετὰ τὰ γενικὰ ἡ κουβέντα γυρίζει στὸ ψάρεμα.

-«Τί γίνεται ρὲ ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» μὲ ρωτάει.

-«Νὰ σοῦ πῶ», τοῦ ἀπαντῶ. «Ἔχω βρεῖ ἕνα περίπτερο κάτω ἀπ᾿ τὸ Φανάρι. Θὰ περάσω τ᾿ ἀπόγεμα νὰ πάρω δυὸ σαργούς, ἴσαμ᾿ ἑνάμισι κιλὸ κι οἱ δυὸ μαζί.»

-«Καλὰ, δεμένα τά ᾿χεις;» ξαναρωτάει ὁ ᾿ξάδερφος.

-«Αὔριο τ᾿ ἀπόγεμα ποὺ θὰ γυρίζουμε θὰ σοῦ πῶ», τοῦ ξαναλέω.

Δὲν συνήθιζα νὰ κάνω «δηλώσεις» τέτοιου εἴδους πρὶν ἀπὸ τὸ ψάρεμα, γιατὶ εἶχα ἀρκετὴ πεῖρα ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ξέρω πὼς δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ ἀβέβαιο. Ἐκτὸς αὐτὰ ποὺ λέγαν οἱ παλιοί: «τὰ ψάρια στὸ γιαλό, τὸ τσουκάλι στὴ φωτιὰ» ἢ «τοῦ κυνηγοῦ καὶ τοῦ ψαρᾶ τὸ πιάτο δέκα φορὲς εἶν᾿ ἀδειανὸ καὶ μιὰ φορὰ γεμᾶτο» εἶχα καὶ ὁ ἴδιος «πικρὰν πεῖραν». Δὲν ξεχνοῦσα τὸ κάζο ποὺ εἴχαμε πάθει λίγα  χρόνια πρίν. Ἐκεῖ κατὰ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70 εἴχαμε φτιάξει στὸ Μέριχα μιὰ παρέα νεανική, φοιτητὲς οἱ περισσότεροι, τὴν περίφημη «κουσέρβα». Τ᾿ ὄνομα τὸ «κλέψαμε» ἀπὸ τοὺς ψαράδες ποὺ ὀνόμαζαν ἔτσι τοὺς περιστασιακοὺς συνεταιρισμοὺς ποὺ ἔκαναν, ὅποτε μαζεύονταν γιὰ νὰ κάνουν ψαρέματα ποὺ ἤθελαν πολλὰ χέρια ἢ πολλὰ σκάφη.

Βασικές μας ἀσχολίες τὸ ψαροντούφεκο καὶ τὸ «καμάκι». Τὸ ψαροντούφεκο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διασκέδαση ποὺ μᾶς ἔδινε,  τροφοδοτοῦσε  τὶς βραδινές μας κρασοκατανύξεις μὲ λαχταριστοὺς θαλασσινοὺς μεζέδες.  Συνήθως ὅ,τι πιάναμε  τὰ πηγαίναμε στὶς ταβέρνες τῆς κυρα-Ρήνης ἤ τῆς Καλλιόπης ποὺ μᾶς τά ᾿φτιαχναν καὶ παίρναμε ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τὶς σαλάτες καὶ τὸ κρασί. Ἔτσι τὴ βγάζαμε πολὺ φτηνά, γιατὶ τὰ λεφτά μας ἦταν λιγοστά. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὸ ρεφενὲ τὸν πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στὴν ἡλικία, οἰκογενειάρχες, ἐργαζὸμενοι, πιὸ ἄνετοι οἰκονομικὰ ἀπὸ ἐμᾶς τὸ φοιτηταριό, ποὺ γουστάρανε τὴν παρέα μας καὶ συχνὰ μᾶς συντρόφευαν σ᾿ αὐτὲς τὶς κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ἀκολουθοῦσε γλέντι, μὲ κασέτες  τὶς περισσότερες φορές, ἐνῶ, πιὸ σπάνια, σὲ  εἰδικὲς περιπτώσεις, παίρναμε  τὰ βιολιά. Τὰ γλέντια αὐτὰ κρατοῦσαν μέχρι τὸ πρωὶ συνήθως καὶ ξενυχτούσαμε ὅλο το Μέριχα μὲ τὶς φωνές, τοὺς χοροὺς καὶ τὰ τραγούδια μας. Κανένας ὅμως δὲ μᾶς γκρίνιαζε, γιατὶ χαιρόταν ποὺ ἐμεῖς οἱ «ἀξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ πίναμε καφὲ στὸν καφενὲ τοῦ Μάρκου κοντὰ στὴ θάλασσα, πέρασε ὁ Μανώλας μὲ τὸ παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιὸς ψαράς, παραγαδιάρης καὶ «φουσεκάς». Παρ᾿ ὅλο πού ᾿χε γιὸ πιὸ μεγάλον ἀπὸ μᾶς, γούσταρε τὴν παρέα μας καὶ πάντα εἶχε ἕτοιμο τὸ καλαμποῦρι γιὰ νὰ μᾶς πειράξει, συνήθως γιὰ τὶς τουρίστριες πού, ὅπως εἴπαμε, ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς βασικές μας ἀσχολίες. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως μᾶς ζύγωσε μὲ ὕφος συνωμοτικὸ καὶ μᾶς εἶπε μὲ χαμηλὴ φωνή:

«Ρὲ σεῖς, ἔχω σκοτώσει κάτι ψάρια ἐκειδὰ στὴν ξέρα τοῦ Μπιλίνου, ἀπὸ τὴ μέσα μεριά, στὸ μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα ποὺ βγήκανε στὸν ἀφρό, ὅμως τὰ πιὸ πολλὰ βουλιάξανε. Άντέτε νὰ τὰ μαζέψετε, δὲν εἶναι βαθιὰ, πεντέξι ὀργιές. Ὅμως τὸ νοῦ σας, τσιμουδιὰ σὲ κανέναν!»

Στὸ λεπτὸ πάρθηκε ἡ ἀπόφαση καὶ κανονίστηκε ποιοὶ θὰ πήγαιναν. Ἐγὼ εἶχα κάποια δουλειὰ καὶ δὲ θὰ πήγαινα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς, ἐκτὸς ἀπ᾿  τὴ δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κιόλας γιατὶ μοῦ ᾿χε πεῖ ὁ Δημήτρης, ὁ γιὸς τοῦ Μανώλα, πὼς μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε βουτήξει γιὰ σκοτωμένα ψάρια, ἦρθε μούρη μὲ μούρη μ᾿ ἕνα σκυλόψαρο ποὺ εἶχε πάει νὰ τὰ φάει.  Ἔτσι ἀποφασίστηκε νὰ μὴν πάει ὁλόκληρη ἡ παρέα γιὰ νὰ μὴν ἁπλώσει πολὺ τὸ πράμα καὶ μαθευτεῖ. Ἐξ ἄλλου τὰ ψάρια περίμεναν ἐκεῖ, σκοτωμένα, κι οὔτε κυνῆγι ἤθελαν, οὔτε ντουφέκισμα.

Ὅπως κι ἔγινε. Ὅσοι πῆγαν μάζεψαν τὰ ψάρια στὸ ἅψε-σβῆσε καὶ μετὰ ἄρχισαν νὰ τὰ τρυποῦν μὲ τὸ καμάκι πάνω στὴ βάρκα. Σὲ λίγη σχετικὰ ὥρα  γύρισαν στὸ λιμάνι, ὅπου εἶχε μαζευτεῖ καὶ ἡ ὑπόλοιπη παρέα μαζὶ μὲ τοὺς συνηθισμένους περίεργους. Καθὼς  τοὺς εἶδαν νὰ γυρίζουν νωρὶς ἄρχισαν τὰ σχόλια τοῦ τύπου «νηστικοὶ θὰ μείνουμε ἀπόψε»  ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ξέρανε τί ἔτρεχε ἀκριβῶς. Μόλις ὅμως εἴδανε τὰ ψάρια μείνανε μὲ τὸ στὸμα ἀνοιχτό. Ἕνας εἶπε μάλιστα: «Γιὰ δὲς ἀστεῖα-ἀστεῖα οἱ μαλάκες!», φράση ποὺ ἔμεινε παροιμιώδης γιὰ τὴν παρέα καὶ τὴ θυμόμαστε ἀκόμα, ὅποτε βρισκόμαστε ὅσοι ἔχουμε ἀπομείνει.

Τὸ βράδυ ἀκολούθησε ψαροφαγία καὶ οἰνοποσία, ὅπου καὶ ἀποφασίστηκε μεγάλη ἐξόρμηση γιὰ τὴν ἄλλη μέρα. Θὰ πήγαινε ὅλη ἡ ὁμάδα σὲ πλήρη σύνθεση καὶ μάλιστα μὲ δυὸ βάρκες,  ἐπειδὴ δὲ χωρούσαμε σὲ μιά. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Κώστας, ποὺ δὲν ἤξερε τὸ μυστικὸ τῆς τελευταίας ψαριᾶς, προσφέρθηκε νὰ κάνει τὸ μάγειρα: «Ρὲ σεῖς δὲν ἐρχόσαστε αὔριο στὸ σπίτι μου, στὴν Πισκοπή; Θὰ πάρω τὸ καζάνι τοῦ πανηγυριοῦ ὰπὸ τὸν Ἅι-Βλάση καὶ θὰ φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας τὴν ποσότητα τῶν ψαριῶν ποὺ εἶχε πιάσει ἡ μισὴ ὁμάδα σὲ λίγη ὥρα, ἦταν σίγουρος πὼς τὴν ἑπομένη, ποὺ θά ᾿μαστε ὅλοι καὶ μάλιστα ἀπὸ νωρίς, θὰ σηκώναμε ὅλη τὴ θάλασσα. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ἄλλη μέρα φορτώθηκε τὸ καζάνι (ποὺ μέσα του βράζανε ὁλάκερο ἀρνὶ ἢ κατσίκι στὰ πανηγύρια), καθάρισε καὶ μισὸ τσουβάλι πατάτες καὶ κρεμμύδια γιὰ την κακκαβιὰ καὶ μᾶς περίμενε νὰ φέρουμε τὰ ψάρια. Κι ὁ διάολος τά ᾿φερε ὅλα στραβὰ τὴ μέρα ἐκείνη.Ὄχι μόνο δὲν πιάσαμε τὰ ψάρια τῆς προηγούμενης μέρας, ἀλλὰ οὔτε αὐτὰ ποὺ πιάναμε τὶς πιὸ πολλὲς φορές. Ἔτσι τὸ βράδυ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καζούρα, φάγαμε μπριζόλες καὶ πατάτες τηγανητές. Ὅσο γιὰ τὰ κρεμμύδια, βάλαμε ὅσα μπορέσαμε στὴ σαλάτα καὶ τὰ ὑπόλοιπα μείνανε γιὰ κατάπλασμα!

Ὁ ξάδερφος, ἄν καὶ ἔλειπε ὅταν ἔγιναν αὐτὰ ποὺ γράφω παραπάνω, τὴν ἤξερε τὴν ἱστορία γιατὶ  ἄκουγε νὰ τὴ λέμε συχνὰ ὅποτε μαζευόμαστε. Ἄν καὶ μεγαλύτερός μας, ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τὸν περίγυρο τῆς παρέας κι  ὅποτε ξεμπαρκάριζε καὶ βρισκόταν  στὸ νησὶ  ἐρχόταν στὰ γλέντια μας. Δὲν εἶπε  τίποτα, μονάχα μὲ κοίταξε μ᾿ ἕνα αἰνιγματικὸ χαμόγελο σὰ νὰ μοῦ ᾿λεγε: «Καλά, αὐτὰ ποὺ λὲς μᾶς τά ᾿παν κι ἄλλοι»  καὶ φύλαξε τὸ δούλεμα γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἐγὼ πάλι, δὲν ξέρω γιατί, εἶχα μιὰ σιγουριὰ ὅτι τὰ ψάρια θά ᾿ταν ἐκεῖ νὰ μὲ περιμένουν.Ὄχι χωρὶς λόγο βέβαια. Πρὶν ἀπὸ κανα μήνα εἶχα ἀνακαλύψει, κάτω ἀπὸ τὸ Φανάρι, στὴ μπούκα τοῦ λιμανιοῦ, μιὰ τρύπα γεμάτη σαργούς. Τὴν πρώτη φορὰ εἶχα χτυπήσει ἕναν γὺρω στὰ τρία τέταρτα. Ξαναπῆγα ἄλλα δυὸ Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στὸ νησί). Τὴ μιὰ φορὰ πῆρα ἕναν καὶ τὴν ἄλλη δυό: ἕναν στὸν πηγαιμὸ (ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Μέριχα πρὸς τὴν Πισκοπὴ) κι ἕναν στὸ γυρισμὸ στὴ βάρκα (τὴ φουντάριζα λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Φανάρι). Ὅλα τὰ ψάρια ἦταν μεγάλα, πάνω ἀπὸ μισόκιλο. Τὸ Φανάρι ἦταν τότε φοβερὸς ψαρότοπος. Ὁ βυθὸς πανέμορφος, γεμᾶτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στὸ βυθὸ ἀπὸ τὴ μανία τῆς θάλασσας ποὺ σφυροκοπάει τὸν κάβο χιλιάδες, ἑκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορὲς εἶχα μείνει νὰ κοιτάζω ἔκπληκτος τὸν πλοῦτο τῶν ψαριῶν, χωρὶς τελικὰ νὰ πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στεῖρες, συναγρίδες ὅλα μαζὶ σ᾿ ἕνα μαγικὸ μπαλέτο τοῦ βυθοῦ καὶ νὰ μὴν ξέρεις ποῦ νὰ πρωτοβουτήξεις. Στὸ τέλος, ὅταν τ᾿ ἀποφάσιζες νὰ βουτήξεις, τά ᾿βλεπες νὰ σκορπίζουν σιγὰ σιγὰ καὶ νὰ κατηφορίζουν στὸ γαλάζιο χάος. Ἡ τρύπα ἐκείνη ὅμως ἦταν ἀλλιώτικη. Οἱ σαργοὶ τριγύριζαν ἀπ᾿ ἔξω καὶ μόλις βούταγα ἔμπαιναν μέσα καὶ τριγύρναγαν στὸ βάθος της. Φακὸ δὲν εἶχα (τότε τὰ ψάρια ἦταν πιὸ ἀπονήρευτα καὶ δὲν χρειαζόταν).  Ἔβαζα μέσα τὸ κεφάλι καὶ μόλις συνήθιζαν τὰ μάτια στὸ μισοσκόταδο ἔβλεπα τὶς ἀσημένιες σιλουέτες καὶ ντουφέκιζα. Τότε δὲν ἤξερα τί γίνεται. Σήμερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, εἶμαι σίγουρος πὼς κάπου ἐκεῖ στὸ βάθος τῆς τρύπας, στὰ σκοτεινά, θαλάμιαζε ἕνας μεγάλος ροφός. Γι᾿ αὐτὸ «κοπάδιαζαν» ἐκεῖ οἱ σαργοί, ἀναγκάζοντάς με νὰ τὴν ὀνοματίσω «περίπτερο».

Τὸ ἀπόγευμα συναντηθήκαμε μὲ τὴν παρέα στὸ μόλο, μπροστὰ στὴ βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρὰ Θεοῦ, μὲ μιὰν ἀραιὴ συννεφιά. Ἡ γλύκα τῆς ἀρχῆς τοῦ φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στὸν τόπο σταμάτησα τὴ βάρκα κι οὔτε ποὺ φουντάραμε τὸ σίδερο. Ἔτσι κι ἀλλιῶς οἱ ἄλλοι δυὸ εἶχαν ἔρθει γιὰ παρέα καὶ θά ᾿μεναν στὴ βάρκα.

Τότε δὲν εἶχαν βγεῖ ἀκόμα τὰ καινούργια ψαροντούφεκα μὲ τὶς μακριὲς λεπτὲς βέργες ποὺ καταλήγουν σὲ αἰχμή, τὶς ταϊτιέν, καὶ ψάρευα μὲ τρίαινα. Δὲν ξέρω γιατί, ἴσως κάτι μέσα μου, αὐτὸ τὸ ἔνστικτο τοῦ κυνηγοῦ τὸ ἀρχέγονο, μ᾿ ἔκανε νὰ ξεβιδώσω τὴν τρίαινα καὶ νὰ βάλω τὴ δελφινιέρα. Μόλις ἔπεσα στὴ θάλασσα εἶδα ἀμέσως τὰ γνωστὰ σημάδια τῆς τρύπας. Τὴν εἶχα μάθει πιὰ τόσο καλὰ ποὺ σταμάτησα τὴ βάρκα σχεδὸν ἀπὸ πάνω. Πῆρα δυὸ-τρεῖς βαθειὲς ἀνάσες καὶ βούτησα. Μόλις ἔφτασα στὴν τρύπα καὶ κοίταξα μέσα ἦταν πιὸ σκοτεινὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες φορές. Ὁ φθινοπωριάτικος ἥλιος μὲ τὴν ἀραιὴ συννεφιὰ δὲ φώτιζε καὶ τόσο καλά. Γρήγορα ὅμως τὰ μάτια μου συνήθισαν καὶ ξεχώρισαν μιὰ κίνηση στὸ βάθος. Χωρὶς ἀργοπορία σημάδεψα πρὸς τὰ ᾿κεῖ,  ντουφέκισα κι ἀμέσως τράβηξα τὸ κορδὸνι τῆς βέργας. Ἡ βέργα ὅμως δὲν ἐρχόταν. Γιὰ κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μὴπως τὸ ψάρι ποὺ χτύπησα  ἦταν ροφὸς κι εἶχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπὸν μέσα στὴν τρύπα, ὅσο πιὸ βαθιὰ χωροῦσα καὶ κατάφερα νὰ πιάσω τὴ βέργα. Μὲ δυὸ-τρία ἀπότομα κουνήματα κατάφερα νὰ τὴν ξεμπλέξω καὶ τὸτε τί νὰ δῶ: δυὸ μεγάλοι σαργοί, ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στὴ βέργα!

Ἀνέβαινα κρατώντας μὲ τὰ δυό μου χέρια τὴ βέργα ὰπὸ τὶς ἄκρες της καὶ τὰ ψάρια ἀνάμεσα. Ἔτσι ξεμπρόβαλα μέσα ἀπὸ τὸ νερὸ μὲ τὰ χέρια στὴν ἀνάταση καὶ μιὰ κραυγὴ θριάμβου ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὶς φωνὲς τῶν δυὸ φίλων ἀπὸ τὴ βάρκα.

Δημήτρης  Στεφ. Μαρτῖνος

 

Λεξιλογικά-φρασεολογικά

Να πω δυο πράγματα λεξιλογικά, παρόλο που το ψάρεμα δεν είναι καθόλου το φόρτε μου -ουσιαστικά δεν έχω ψαρέψει ποτέ.

* Ο συγγραφέας παραθέτει τη γνωστή παροιμία για «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο». Να προσθέσω κι άλλες δύο που τις βρίσκω στα Κεφαλονίτικα γνωμικά του Λουκάτου, ο οποίος έχει και την παραπάνω.

«Του κυνηγού και του ψαρά, έρμο είναι το σπίτι του», αλλά και:

«Το ψάρι θέλει πομονή και το κυνήγι πείσμα», μια ακόμα από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο μοτίβο, που εδώ φαίνεται εξαιρετικά εύστοχη.

* φουσεκάς, ο ψαράς που δουλεύει με δυναμίτη (φουσέκι)

* κουσέρβα, μια πολύ ενδιαφέρουσα λέξη που είναι δάνειο από τα βενετικά -και βέβαια, από την ίδια ρίζα, αλλά από τα γαλλικά, έχουμε δανειστεί την πολύ πιο κοινή κονσέρβα.

Κουσέρβα στο αφήγημα του Δημήτρη είναι οι περιστασιακοί συνεταιρισμοί που έκαναν οι ψαράδες όταν μια αλιευτική εξόρμηση χρειαζόταν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη. Η σημασία αυτή πράγματι υπάρχει, αλλά η λέξη έχει και μια δεύτερη σημασία, τα πλοία που πηγαίνουν μαζί ή το ένα πίσω απ’ το άλλο.

Ο όρος υπάρχει στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, όπου ο ναυτικός μπαρμπα-Στεφανής, αγανακτισμένος από το εκλογικό ψηστήρι που του κάνει ο κυρ Μανώλης, εξεγείρεται και αρχίζει να του τα ψέλνει, χρησιμοποιώντας αρμαθιά ναυτικούς όρους, και λέει, ανάμεσα στα άλλα: «Για καμιά τσομπανοφλοέρα με πήρες και μου κόλλησες στα νερά, σαν να σου κατέβηκε να σε τραβήξω γιουντέκι ή ν’ αρμενίσουμε κουσέρβα;»

Αλλά και στο διήγημα «Για τα ονόματα», ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει δυο φιλους που παίρνουν γραμμή τα σπίτια όσων γιορτάζουν για να δεχτούν κεράσματα: συνήθιζον οι δύο να πηγαίνουν «κονσέρβα», ως έλεγαν, δηλ. ως δύο συμπλέοντα πλοία, να φέρουν γύραν εις όλας τας οικίας όσαι εώρταζον

Μονοτονική μορφή

ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Σεπτέμβρης του ’79, τελευταίο Σαββατοκύριακο. Με δυο φίλους ταξιδεύουμε, Σάββατο πρωί, για τα Θερμιά με το Άγιος Γεώργιος, το πρώτο, το μικρό φερυμπώτ του Βεντούρη. Δεύτερος μηχανικός στο βαπόρι ένας ’ξάδερφος και μας προσκαλεί για καφέ στο σαλόνι της πρώτης θέσης. Μετά τα γενικά η κουβέντα γυρίζει στο ψάρεμα.

 

-«Τι γίνεται ρε ψηλέ, πιάνεις κανένα ψάρι;» με ρωτάει.

-«Να σου πω» του απαντώ. «Έχω βρει ένα περίπτερο κάτω απ’ το Φανάρι. Θα περάσω τ’ απόγεμα να πάρω δυο σαργούς, ίσαμ’ ενάμισι κιλό κι οι δυο μαζί.»

-«Καλά δεμένα τα ’χεις;» ξαναρωτάει ο ’ξάδερφος.

-«Αύριο τ’ απόγεμα που θα γυρίζουμε θα σου πω» του ξαναλέω.

Δεν συνήθιζα να κάνω «δηλώσεις» τέτοιου είδους πριν από το ψάρεμα, γιατί είχα αρκετή πείρα ο ίδιος για να ξέρω πως δεν υπάρχει τίποτα πιο αβέβαιο. Εκτός αυτά που λέγαν οι παλιοί: «τα ψάρια στο γιαλό, το τσουκάλι στη φωτιά» ή «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο» είχα και ο ίδιος «πικράν πείραν». Δεν ξεχνούσα το κάζο που είχαμε πάθει λίγα χρόνια πριν. Εκεί κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχαμε φτιάξει στο Μέριχα μια παρέα νεανική, φοιτητές οι περισσότεροι, την περίφημη «κουσέρβα». Τ’ όνομα το «κλέψαμε» από τους ψαράδες που ονόμαζαν έτσι τους περιστασιακούς συνεταιρισμούς που έκαναν, όποτε μαζεύονταν για να κάνουν ψαρέματα που ήθελαν πολλά χέρια ή πολλά σκάφη.

Βασικές μας ασχολίες το ψαροντούφεκο και το «καμάκι». Το ψαροντούφεκο, εκτός από τη διασκέδαση που μας έδινε, τροφοδοτούσε τις βραδυνές μας κρασοκατανύξεις με λαχταριστούς θαλασσινούς μεζέδες. Συνήθως ό,τι πιάναμε τα πηγαίναμε στις ταβέρνες της κυρα-Ρήνης ή της Καλλιόπης που μας τα ’φτιαχναν και παίρναμε από το μαγαζί τις σαλάτες και το κρασί. Έτσι τη βγάζαμε πολύ φτηνά, γιατί τα λεφτά μας ήταν λιγοστά. Τις πιο πολλές φορές το ρεφενέ τον πλήρωναν κάποιοι φίλοι, μεγαλύτεροι στην ηλικία, οικογενειάρχες, εργαζόμενοι, πιο άνετοι οικονομικά από εμάς το φοιτηταριό, που γουστάρανε την παρέα μας και συχνά μας συντρόφευαν σ’ αυτές τις κρασοκατανύξεις.

Συνήθως ακολουθούσε γλέντι, με κασέτες τις περισσότερες φορές, ενώ πιο σπάνια, σε ειδικές περιπτώσεις, παίρναμε τα βιολιά. Τα γλέντια αυτά κρατούσαν μέχρι το πρωί συνήθως και ξενυχτούσαμε όλο το Μέριχα με τις φωνές, τους χορούς και τα τραγούδια μας. Κανένας όμως δε μας γκρίνιαζε, γιατί χαιρόταν που εμείς οι «αξύριστοι μαλλιάδες» γλεντούσαμε Θερμιώτικα.

Μια μέρα, εκεί που πίναμε καφέ στον καφενέ του Μάρκου κοντά στη θάλασσα, πέρασε ο Μανώλας με το παραγάδι παραμάσχαλα. Παλιός ψαράς, παραγαδιάρης και «φουσεκάς». Παρ’ όλο που ’χε γιό πιο μεγάλον από μας, γούσταρε την παρέα μας και πάντα είχε έτοιμο το καλαμπούρι για να μας πειράξει, συνήθως για τις τουρίστριες που, όπως είπαμε, ήταν μια από τις βασικές μας ασχολίες. Αυτή τη φορά όμως μας ζύγωσε με ύφος συνωμοτικό και μας είπε με χαμηλή φωνή:

«Ρε σεις, έχω σκοτώσει κάτι ψάρια εκειδά στη ξέρα του Μπιλίνου, από τη μέσα μεριά, στο μπουγαζάκι. Μάζεψα κάτι λίγα που βγήκανε στον αφρό, όμως τα πιο πολλά βουλιάξανε. Αντέτε να τα μαζέψετε, δεν είναι βαθειά, πεντέξι οργιές. Όμως το νου σας, τσιμουδιά σε κανέναν!»

Στο λεπτό πάρθηκε η απόφαση και κανονίστηκε ποιοι θα πήγαιναν. Εγώ είχα κάποια δουλειά και δε θα πήγαινα. Η αλήθεια είναι πως, εκτός απ’ τη δουλειά, ψιλοφοβόμουνα κι’ όλας γιατί μού ’χε πει ο Δημήτρης, ο γιός του Μανώλα, πως μια φορά που είχε βουτήξει για σκοτωμένα ψάρια, ήρθε μούρη με μούρη μ’ ένα σκυλόψαρο που είχε πάει να τα φάει. Έτσι αποφασίστηκε να μην πάει ολόκληρη η παρέα για να μην απλώσει πολύ το πράμα και μαθευτεί. Εξ άλλου τα ψάρια περίμεναν εκεί, σκοτωμένα κι ούτε κυνήγι ήθελαν, ούτε ντουφέκισμα.

Όπως κι έγινε. Όσοι πήγαν μάζεψαν τα ψάρια στο άψε-σβύσε και μετά άρχισαν να τα τρυπούν με το καμάκι πάνω στη βάρκα. Σε λίγη σχετικά ώρα γύρισαν στο λιμάνι, όπου είχε μαζευτεί και η υπόλοιπη παρέα μαζί με τους συνηθισμένους περίεργους. Καθώς τους είδαν να γυρίζουν νωρίς άρχισαν τα σχόλια του τύπου «νηστικοί θα μείνουμε απόψε» από εκείνους που δεν ξέρανε τι έτρεχε ακριβώς. Μόλις όμως είδανε τα ψάρια μείνανε με το στόμα ανοιχτό. Ένας είπε μάλιστα: «Για δες αστεία-αστεία οι μαλάκες!», φράση που έμεινε παροιμιώδης για την παρέα και τη θυμόμαστε ακόμα, όποτε βρισκόμαστε όσοι έχουμε απομείνει.

Το βράδυ ακολούθησε ψαροφαγία και οινοποσία, όπου και αποφασίστηκε μεγάλη εξόρμηση για την άλλη μέρα. Θα πήγαινε όλη η ομάδα σε πλήρη σύνθεση και μάλιστα με δυο βάρκες, επειδή δε χωρούσαμε σε μια. Ακούγοντας αυτά ο Κώστας, που δεν ήξερε το μυστικό της τελευταίας ψαριάς, προσφέρθηκε να κάνει το μάγειρα: «Ρε σεις δεν ερχόσαστε αύριο στο σπίτι μου, στη Πισκοπή; Θα πάρω το καζάνι του πανηγυριού από τον Άι-Βλάση και θα φτιάξουμε κακκαβιά!» Βλέποντας την ποσότητα των ψαριών που είχε πιάσει η μισή ομάδα σε λίγη ώρα, ήταν σίγουρος πως την επομένη, που θα ’μαστε όλοι και μάλιστα από νωρίς, θα σηκώναμε όλη τη θάλασσα. Γι’ αυτό την άλλη μέρα φορτώθηκε το καζάνι (που μέσα του βράζανε ολάκερο αρνί ή κατσίκι στα πανηγύρια), καθάρισε και μισό τσουβάλι πατάτες και κρεμμύδια για την κακκαβιά και μας περίμενε να φέρουμε τα ψάρια. Κι ο διάολος τα ’φερε όλα στραβά τη μέρα εκείνη. Όχι μόνο δεν πιάσαμε τα ψάρια της προηγούμενης μέρας, αλλά ούτε αυτά που πιάναμε τις πιο πολλές φορές. Έτσι το βράδυ, εκτός από την καζούρα, φάγαμε μπριζόλες και πατάτες τηγανητές. Όσο για τα κρεμμύδια, βάλαμε όσα μπορέσαμε στη σαλάτα και τα υπόλοιπα μείνανε για κατάπλασμα!

Ο ξάδερφος, αν και έλειπε όταν έγιναν αυτά που γράφω παραπάνω, την ήξερε την ιστορία γιατί άκουγε να τη λέμε συχνά όποτε μαζευόμαστε. Αν και μεγαλύτερός μας, ήταν κι αυτός ένας από τον περίγυρο της παρέας κι όποτε ξεμπαρκάριζε και βρισκόταν στο νησί ερχόταν στα γλέντια μας. Δε είπε τίποτα, μονάχα με κοίταξε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο σα να μού ’λεγε: «Καλά αυτά που λες μας τα ’παν κι άλλοι» και φύλαξε το δούλεμα για το ταξίδι της επιστροφής.

Εγώ πάλι, δεν ξέρω γιατί, είχα μια σιγουριά ότι τα ψάρια θα ’ταν εκεί να με περιμένουν. Όχι χωρίς λόγο βέβαια. Πριν από κανα μήνα είχα ανακαλύψει, κάτω από το Φανάρι στη μπούκα του λιμανιού, μια τρύπα γεμάτη σαργούς. Την πρώτη φορά είχα χτυπήσει έναν γύρω στα τρία τέταρτα. Ξαναπήγα άλλα δυο Σάββατα (τότε πήγαινα κάθε Σαββατοκύριακο στο νησί). Τη μια φορά πήρα έναν και την άλλη δυο: έναν στο πηγαιμό (από τη μεριά του Μέριχα προς τη Πισκοπή) κι έναν στο γυρισμό στη βάρκα (τη φουντάριζα λίγο πριν από το Φανάρι). Όλα τα ψάρια ήταν μεγάλα, πάνω από μισόκιλο. Το Φανάρι ήταν τότε φοβερός ψαρότοπος. Ο βυθός πανέμορφος, γεμάτος μεγάλες πέτρες σωριασμένες στο βυθό από τη μανία της θάλασσας που σφυροκοπάει τον κάβο χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια. Κάποιες φορές είχα μείνει να κοιτάζω έκπληκτος τον πλούτο των ψαριών, χωρίς τελικά να πιάνω τίποτα. Σαργοί, ροφοί, στήρες, συναγρίδες όλα μαζί σ’ ένα μαγικό μπαλέτο του βυθού και να μην ξέρεις πού να πρωτοβουτήξεις. Στο τέλος, όταν τ’ αποφάσιζες να βουτήξεις, τα ’βλεπες να σκορπίζουν σιγά-σιγά και να κατηφορίζουν στο γαλάζιο χάος. Η τρύπα εκείνη όμως ήταν αλλιώτικη. Οι σαργοί τριγύριζαν απ’ έξω και μόλις βούταγα έμπαιναν μέσα και τριγύρναγαν στο βάθος της. Φακό δεν είχα (τότε τα ψάρια ήταν πιο απονήρευτα και δεν χρειαζόταν). Έβαζα μέσα το κεφάλι και μόλις συνήθιζαν τα μάτια στο μισοσκόταδο έβλεπα τις ασημένιες σιλουέτες και ντουφέκιζα. Τότε δεν ήξερα τι γίνεται. Σήμερα όμως, μετά από τόσα χρόνια ψαροντούφεκο, είμαι σίγουρος πως κάπου εκεί στο βάθος της τρύπας, στα σκοτεινά, θαλάμιαζε ένας μεγάλος ροφός. Γι’ αυτό «κοπάδιαζαν» εκεί οι σαργοί, αναγκάζοντάς με να την ονοματίσω «περίπτερο».

Το απόγευμα συναντηθήκαμε με την παρέα στο μόλο, μπροστά στη βάρκα μου. Μπονάτσα, χαρά Θεού με μιαν αραιή συννεφιά. Η γλύκα της αρχής του φθινοπώρου. Μόλις φτάσαμε στον τόπο σταμάτησα τη βάρκα κι ούτε που φουντάραμε το σίδερο. Έτσι κι αλλιώς οι άλλοι δυο είχαν έρθει για παρέα και θα ’μεναν στη βάρκα.

Τότε δεν είχαν βγει ακόμα τα καινούργια ψαροντούφεκα με τις μακριές λεπτές βέργες που καταλήγουν σε αιχμή, τις ταϊτιέν και ψάρευα με τρίαινα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι μέσα μου, αυτό το ένστικτο του κυνηγού το αρχέγονο, μ’ έκανε να ξεβιδώσω την τρίαινα και να βάλω τη δελφινιέρα. Μόλις έπεσα στη θάλασσα είδα αμέσως τα γνωστά σημάδια της τρύπας. Την είχα μάθει πια τόσο καλά που σταμάτησα τη βάρκα σχεδόν από πάνω. Πήρα δυο-τρεις βαθειές ανάσες και βούτησα. Μόλις έφτασα στην τρύπα και κοίταξα μέσα ήταν πιο σκοτεινά από τις άλλες φορές. Ο φθινοπωριάτικος ήλιος με την αραιή συννεφιά δε φώτιζε και τόσο καλά. Γρήγορα όμως τα μάτια μου συνήθισαν και ξεχώρισαν μια κίνηση στο βάθος. Χωρίς αργοπορία σημάδεψα προς τα ’κει, ντουφέκισα κι αμέσως τράβηξα το κορδόνι της βέργας. Η βέργα όμως δεν ερχόταν. Για κάποια δευτερόλεπτα σκέφτηκα μήπως το ψάρι που χτύπησα ήταν ροφός κι είχε «βραχώσει». Χώθηκα λοιπόν μέσα στην τρύπα, όσο πιο βαθειά χωρούσα και κατάφερα να πιάσω τη βέργα. Με δυο-τρία απότομα κουνήματα κατάφερα να την ξεμπλέξω και τότε τι να δω: δυο μεγάλοι σαργοί, ο ένας δίπλα στον άλλον, περασμένοι «σουβλάκι» στη βέργα!

Ανέβαινα κρατώντας με τα δυο μου χέρια τη βέργα από τις άκρες της και τα ψάρια ανάμεσα. Έτσι ξεμπρόβαλα μέσα από το νερό με τα χέρια στην ανάταση και μια κραυγή θριάμβου που ενώθηκε με τις φωνές των δυο φίλων από τη βάρκα.

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »