Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δημόκριτος’

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος

Posted by sarant στο 8 Δεκεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή έκτη, και είναι η τελευταία του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας, παναπεί πλησιάζουμε προς το τέλος. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Στο τέλος του άρθρου λέω το ανέκδοτο με τα φλιτζάνια για αριστερόχειρες, που το αναφέρει ο παππούς μου σ’ ένα ποίημά του και που μπορεί να μην το ξέρουν κάποιοι.

mimis_jpeg_χχsmallΌσο περνούσαν τα χρόνια γινόταν ένας καλοσυνάτος και ευχάρι­στος ηλικιωμένος. Σ’ αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους που όταν γεράσουν αρχίζουν να λένε είτε βλακείες είτε κακίες και γενι­κώς πράγματα ανούσια και πληκτικά, ο ποιητής πέτυχε να γίνει αυτό που ο Δημόκριτος θεωρούσε ως ιδανική κατάληξη του ανθρώπινου βίου: γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος, δηλαδή καλοσυνάτος γέρος που λέει πάντα ενδιαφέροντα πράγματα. Πραγματικά η συνα­ναστροφή μαζί του ήταν αληθινή απόλαυση. Είχε καθιερώσει στα οικογενειακά τραπεζώματα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρο­νιάς να διαβάζει κάποιο διήγημα του Παπαδιαμάντη εις επήκοον της ομήγυρης, ενώ στις συνεστιάσεις της Λεσβιακής Παροικίας οπωσδή­ποτε θα τον καλούσαν να απαγγείλει ποιήματά του.

Τόσο στο Τολό και στο Ξυλόκαστρο, όπου μονίμως και εναλλάξ παραθέριζε, όσο και στην Αίγινα στη συμπεθέρα και στο πολυπληθές συγγενολόι της, ήταν πολύ αγαπητός και η παρέα του περιζήτητη. Οι γνωστοί και φίλοι που απέκτησε εκείνη την περίοδο ανήκαν στις πιο διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Στο Ξυλόκαστρο γνωρίστηκε με τον γλύπτη Χάρη Σακελλαρίου, ο οποίος του έκανε και ένα πολύ πετυχημένο πορτρέτο, αλλά και με το χασάπη και αυτοσχέδιο ποιητή Γιάννη Αθανασόπουλο, που έγραψε ένα κάπως αφελές στιχούργη­μα, αφιερωμένο στη γνωριμία τους. Ο Νίκος σ’ ανταπόδοση έγραψε το παρακάτω ποίημα, που το χάρισε στο φίλο του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Ανέκδοτα, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , | 150 Comments »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2012

Για τη σημερινή επίσκεψη δεν θέλω να γράψω, και ευτυχώς η ρουτίνα του ιστολογίου (σήμερα είναι μέρα που βάζω κομμάτια από το βιβλίο του πατέρα μου) με απαλλάσσει από την όποια υποχρέωση. Πάντως, αν θέλετε να δείτε ορισμένα λεξιλογικά του θέματος, έχω ένα παλιό άρθρο.

Tο σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Επειδή έχω παραλείψει μερικά ενδιάμεσα, να πω ότι βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να φύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη. Οπότε, πατέρας και γιος ξεκινάνε, φυσικά με τα πόδια. Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 48 Comments »

Σπουδή επί του γήρατος

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2010

Άρθρο του πατέρα μου, Δημ. Σαραντάκου, από τη σημερινή εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης.
 
Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πολύ κακό πράγμα τα γηρατειά και με το δίκιο τους εδώ που τα λέμε. Σκεφτείτε τι τραβούσαν οι άνθρωποι όταν τους παίρνανε τα χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν ούτε γυαλιά πρεσβυωπίας, ούτε τεχνητές μασέλες, ούτε ακουστικά βαρηκοΐας. Αφού σε μερικούς τόπους, όπως η Κέα, επιχωριάζανε πρακτικές «ευθανασίας» των γέρων, κατάλοιπο της προϊστορικής εποχής, όταν ο ανήμπορος άνθρωπος αποτελούσε δυσβάστακτο βάρος για την κοινότητα, ιδίως σε νομαδικούς πληθυσμούς.

Αν νικούσε ο Χίτλερ, αυτή η πολιτική θα είχε γίνει προ πολλού νόμος στην Ενωμένη Εθνικοσοσιαλιστική Ευρώπη. Ήδη τον καιρό του πολέμου είχαν εφαρμόσει δοκιμαστικά τέτοιαν ευθανασία σε «άτομα με ειδικές ανάγκες». Τι θα τους εμπόδιζε να την εφαρμόσουν και σε γέρους; Το κακό είναι πως ο ίδιος αυτοκτόνησε στο «άνθος» της ηλικίας του, μόλις 56 χρονών.

Βέβαια, τότε «γέρους» λέγανε τους 40άρηδες και 50άρηδες. «Δεν ήτο όλως διόλου γέρων, τεσσαράκοντα ετών άνθρωπος…» γράφει στα «Φραγκλέικα» ο Παπαδιαμάντης και ο Κολοκοτρώνης όταν πολιορκούσε την Τριπολιτσά ή όταν κατάστρεφε τα στρατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια, ήταν 50άρης κι όμως τον λέγανε ο «γέρος του Μωριά».

Τώρα όμως με την παράταση του προσδόκιμου ορίου ζωής, γέμισε ο κόσμος με γερόντια. Ποτέ ίσως στα περασμένα χρόνια δεν υπήρχαν τόσοι 80άρηδες και βάλε. Για όσους βάζουν το χρήμα και το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, αυτό είναι σκέτη συμφορά. Και δυστυχώς τέτοιοι τύποι καθορίζουν την κοινωνική πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι οποίες απλώς εξαγγέλλουν και υπόσχονται.

Για τους τύπους αυτούς (οι οποίοι, σημειωτέον, αμείβονται πλουσιοπαρόχως) είναι σχεδόν απαράδεκτο να συνταξιοδοτούν τα ταμεία ασφαλισμένους, επί 20 και πάνω χρόνια, από τότε δηλαδή που τους πήρε το όριο ηλικίας, και να επιβαρύνονται με τις αναπόφευκτες δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων, που μετά τα 60 αυξάνονται κατακόρυφα.

Κάνουν πως ξεχνούν πως τα λεφτά που δίνουν τα ταμεία σε συντάξεις και περίθαλψη είναι λεφτά των ίδιων των ασφαλισμένων, που επί 35 χρόνια τους τα παρακρατούσαν από την αμοιβή τους. Και τα οποία λεφτά κατασπατάλησαν και διασπάθισαν οι διοικήσεις των ταμείων.

Μια που δεν είναι λοιπόν εφικτή η λύση της αναγκαστικής ευθανασίας, θα πρέπει να βρεθούν άλλες, πιο ήπιες και πολιτισμένες, λύσεις αξιοποίησης των γέρων. Να τους ανατεθούν κάποια καθήκοντα, που θα μπορούσαν να τα αναλάβουν ικανοποιητικά: να φυλάνε και να απασχολούν τα εγγόνια τους, να αποδελτιώνουν και να αρχειοθετούν έγγραφα και άλλα παρόμοια. Βέβαια θα έπρεπε να υπάρχει κάποια «σχολή» που να προετοιμάζει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν δημιουργικά την τρίτη (και τέταρτη) περίοδο της ηλικίας τους. Να τους μπάζει στον μαγικό κόσμο της Πληροφορικής, να τους ενθαρρύνει να κάνουν παρέες, να τους πείθει με ένα λόγο, πως δεν είναι καταδικασμένοι να περνούν τις μέρες τους άπρακτοι στα καφενεία, σαν τον γέρο εκείνον του Καβάφη.

Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος

Σκυμμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος

Με μιαν εφημερίδα μπρός του, χωρίς συντροφιά…

Ο Δημόκριτος, που πέρασε τα 100, τέτοιου είδους «εκπαίδευση» ήθελε για τους γέρους, όταν έλεγε πως ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος πρέπει γερνώντας να γίνει «γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος» ήγουν να είναι καλοσυνάτος και να λέει ενδιαφέροντα πράγματα. Γιατί κακά τα ψέματα. Οι περισσότεροι γέροι λένε ή βλακείες ή κακίες. Ο ίδιος ο Δημόκριτος άλλωστε λέει κάπου: «νεκρόν ιατρεύειν ή γέροντα νουθετείν, ταυτόν εστί».

Και έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος της «σπουδής για το γήρας» που επιχειρώ. Νομίζω πως όπως υπάρχει όριο ηλικίας, μέχρι το οποίο μπορεί κανείς να εργάζεται σε μιαν υπηρεσία, θα έπρεπε να μπει ανάλογο όριο ηλικίας, πέρα από το οποίο δε θα μπορεί κανείς να ασχολείται με την πολιτική και άλλο, ακόμα πιο περιορισμένο όριο, πέρα από το οποίο δε θα μπορεί κανείς να διοικεί οτιδήποτε: από Κοινότητα ή Δήμο μέχρι Οργανισμό και Υπουργείο.

Γιατί είναι τουλάχιστον παράλογο, για να μην το χαρακτηρίσω ανήθικο, να μη σ’ αφήνουν μετά τα 65 σου χρόνια να δουλέψεις σαν υπάλληλος σε ένα Δήμο ή σε ένα Υπουργείο, αλλά να μπορείς να το διοικείς σαν Δήμαρχος ή σαν Υπουργός 70 και πάνω χρονών. Για να μη μιλήσω για τους υπέργηρους δεσποτάδες που θέλουν στα 70 και στα 80 τους να διοικούν μητροπόλεις.

Ο γέρος των 70 και των 80 έχει συσσωρεύσει πολύτιμη πείρα και πάμπολλες γνώσεις, που θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμες στην κοινότητα. Δεν μπορεί όμως να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της διοίκησης. Αυτές χρειάζονται 40άρηδες και 50άρηδες. Μόνο σ’ αυτή την ηλικία οι άνθρωποι αποδίδουν.

Όπως προαναφέρω, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης ήταν 52 χρονώ στα Δερβενάκια. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε αυτοκράτορας στα 30 του χρόνια και πέθανε 51. Ο Λένιν πέθανε στα 54 χρόνια του, αφού στο μεταξύ πρόλαβε να κάνει την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αλλά και ο Μάο, μπορεί να πέθανε 83 χρονών, στη Μεγάλη Πορεία όμως ήταν 35άρης και στο Πεκίνο μπήκε θριαμβευτής 55 χρονών. Για να μη μιλήσω για τους Ροβεσπιέρους, τους Δαντών, τους Σαιν Ζυστ, αλλά και για τον Γκεβάρα, τον Σιενφουέγκος και τον Κάστρο, που όλοι τους, στην ακμή της δράσης τους ήταν 30άρηδες.

Ας περιοριστούμε λοιπόν οι γέροι στο τιμητικό καθήκον του συμβούλου και του αφηγητή και ας αφήσουμε τη διοίκηση στους νεώτερους, οπωσδήποτε κάτω των 60. Μεταχειρίζομαι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο γιατί, για όσους δεν το ξέρουν, έχω περάσει τα 80.

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , | 8 Comments »