Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δημόκριτος’

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 13 – Ήταν Έλληνας διανοητής ο Πλάτων;

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2018

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά τούτη τη φορά η δημοσίευση μετατεθηκε κατά δυο μερες.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Έχουμε πια περάσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που έχει εργοβιογραφικά σκιαγραφήματα διανοητών. (Θυμίζω πως δεν δημοσιεύω ολόκληρο το βιβλίο αλλά επιλεγμένα κεφάλαια).

Ο σημερινός τίτλος θέτει ένα ερώτημα που, οπως αναγνωρίζει και ο πατέρας μου, μπορει να ακουστεί βλάσφημο. Ας πούμε ότι τον επέλεξα για να τραβήξω την προσοχή, αντί για έναν ουδέτερο τίτλο, οπως «Πλάτων».

Πλάτων. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ανήκε σε επιφανή αριστοκρατική αθηναϊκή οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Αρίστων, ο οποίος καταγόταν από το γένος του Κόδρου, και μητέρα του η Περικτιόνη, η οποία καταγόταν από το γένος του νομοθέτη Σόλωνα. Η Περικτιόνη ήταν αδελφή του Χαρμίδη και ανιψιά του Κριτία, που και οι δύο ανήκαν στους Τριάκοντα Τυράννους. Αδελφοί του Πλάτωνα ήταν ο Αδείμαντος και ο Γλαύκων. Ο ίδιος λεγόταν Αριστοκλής, αλλά αργότερα ονομάστηκε Πλάτων, γιατί είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Γνώρισε τον Σωκράτη σε ηλικία 20 ετών και έμεινε κοντά του μέχρι τον θάνατο του μεγάλου δασκάλου (399 π.Χ.). Ο άδικος θάνατος του Σωκράτη αποτέλεσε το κίνητρο που τον έσπρωξε να καταπολεμήσει τον χαρακτήρα και τις λειτουργίες της αθηναϊκής δημοκρατίας, και να προτείνει με το έργο Πολιτεία την υποκατάστασή της με άλλο πολίτευμα.

Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη για λίγο καιρό κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στον συμμαθητή του τον Ευκλείδη. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, και για δέκα χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με τον μαθηματικό Θεόδωρο, και τέλος στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τους Πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Μετά πέρασε στη Σικελία. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε τον αδελφό του τον Δίωνα, με τον οποίον συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, και γι’ αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην επιστροφή του πιάστηκε στα ανοιχτά της Αίγινας, μεταφέρθηκε στο νησί και κινδύνεψε να πουληθεί ως δούλος αλλά τον εξαγόρασε ο Κυρηναίος φίλος του, ο Αννίκερις.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα άνοιξε το 387 π.Χ. φιλοσοφική σχολή κοντά στο ιερό του Ακάδημου, που γι’ αυτό ονομάστηκε Ακαδημία. Η σχολή συνέχισε να λειτουργεί και η ακτινοβολία της ήταν μεγάλη ώς τις αρχές του πρώτου αιώνα π. Χ., αλλά κατά το τέλος της ελληνιστικής εποχής είχε μετατραπεί σε Σκεπτική σχολή.

Για δεύτερη φορά ταξίδεψε στην αυλή των Συρακουσών, και με τον φίλο του τον Δίωνα προσπάθησαν να προσηλυτίσουν στις ιδέες τους τον νέο ηγεμόνα Διονύσιο Β΄. Η προσπάθεια απέτυχε και ο Πλάτων γύρισε στην Αθήνα. Για τρίτη φορά πήγε στη Σικελία το 361 π.Χ., με σκοπό να συμφιλιώσει τον Δίωνα με τον Διονύσιο. Και πάλι, όχι μόνο απέτυχε, αλλά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του Πυθαγόρειου Αρχύτα, ενώ ο Δίων δολοφονήθηκε το 353 π.Χ.. Έτσι ο Πλάτων έχασε τον άνθρωπο στον οποίο στήριξε τις ελπίδες του για την επιβολή των πολιτικών του ιδεών. Από τότε και μέχρι τον θάνατό του ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων.

Τα έργα του Πλάτωνος είναι 36 και όλα, εκτός από την Απολογία, διαλογικά. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. Τίμαιος, Γοργίας, Πρωταγόρας κλπ. Τρεις μόνο διάλογοι, το Συμπόσιο, η Πολιτεία και οι Νόμοι, τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σε όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους κάτω από το πρόσωπο του δασκάλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής. Το σύνολο του πλατωνικού έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους με βάση τη χρονολογική σειρά:

α) Περίοδος νεότητας (400-387 π.Χ.): Απολογία, Κρίτων, Χαρμίδης, Πρωταγόρας, Λάχης, Ευθύφρων, Ιππίας Μείζων, Ιππίας Ελάσσων, Ίων, Λύσις.

β) Περίοδος ωριμότητας (386-367 π.Χ.): Μενέξενος, Κρατύλος, Ευθύδημος, Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης, Φαίδων, Φαίδρος, Πολιτεία, Συμπόσιον, Θεαίτητος.

γ) Περίοδος γήρατος (366-348 π.Χ.): Σοφιστής, Πολιτικός, Φίληβος, Κριτίας, Τίμαιος, Νόμοι, Έβδομη επιστολή.

Η πλατωνική φιλοσοφία είναι δυϊστική, χωρίζοντας τον κόσμο σε μία υλική και μία ιδεατή σφαίρα ύπαρξης. Αυτό γίνεται με την εισαγωγή της θεωρίας των ιδεών, οι οποίες κατά τον Πλάτωνα είναι τα αιώνια αρχέτυπα των αισθητών, υλικών πραγμάτων, υπερβατικά σχήματα τα οποία γίνονται αντιληπτά μόνο με τη λογική και όχι με τις αισθήσεις. Τα αισθητά αντικείμενα τα θεωρεί κατώτερα, υλικά και φθαρτά είδωλα των ιδεών, οι οποίες τα μορφοποιούν. Έτσι π.χ. κάθε άλογο είναι υλικό στιγμιότυπο, ή αντανάκλαση, της άυλης ιδέας «άλογο», η οποία συγκεντρώνει τα αναλλοίωτα και κοινά χαρακτηριστικά όλων των αλόγων (αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη ή η ομορφιά έχουν επίσης τις δικές τους αρχετυπικές ιδέες).

Ο Πλάτων λοιπόν αναγνωρίζει δύο διαφορετικούς κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε αδιάκοπη ροή κατά τον Ηράκλειτο, και τον νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλαδή τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και υποδείγματα τα οποία συντηρούν τη μορφή των υποκείμενων υλικών σωμάτων. Πρόκειται δηλαδή για ένα δυϊστικό, ιεραρχικό μεταφυσικό σύστημα.

Ο Πλάτων ανέπτυξε συστηματικά τις διδασκαλίες του Πυθαγορισμού, δίνοντας μεγάλη σημασία, όπως και ο Πυθαγόρας, στα μαθηματικά, τα οποία έβλεπε ως «παράθυρο» στον κόσμο των ιδεών, αφού ασχολούνται με άυλες και αναλλοίωτες έννοιες οι οποίες διαμορφώνουν τον κόσμο. Κατηγορήθηκε ότι με τη θεωρία των ιδεών αποκάλυπτε «τα μυστικά των Μυστηρίων» στα οποία προφανώς ήταν μυημένος.

Η γνωσιολογία του ήταν καθαρά ορθολογική, καθώς πίστευε ότι μόνο με τον νου μπορούν να προσεγγιστούν οι ιδέες, και άρα η πραγματική, βαθύτερη φύση του κόσμου. Η εμπειρία των αισθήσεων για τον Πλάτωνα ήταν από αβέβαιη έως ψευδής, ενώ αντιθέτως η λογική διερεύνηση αποκάλυπτε έμφυτη γνώση, ενόραση των ανάλογων υπερβατικών ιδεών, η οποία προϋπήρχε με λανθάνουσα μορφή στον νου λόγω της θείας καταγωγής της ψυχής πριν την ενσάρκωσή της. Υψηλότερη ιδέα θεωρούσε την ιδέα του Αγαθού, από την οποία απέρρεαν όλες οι άλλες.

Στην ψυχή ο Πλάτωνας διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι’ αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείον να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ’ αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από τη σωστή ανάπτυξη των αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία και των τριών τους μαζί.

Επειδή και η πόλη αποτελεί μία αντανάκλαση του ανθρώπου, διακρίνει και σ’ αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλαδή η αρμονία, που κατορθώνεται όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα.

Ο Πλάτων δεν αναφέρει πουθενά στα γραπτά του τον Δημόκριτο ή τους άλλους ατομικούς φιλοσόφους, μολονότι έπρεπε να γνωρίζει καλά την ατομική θεωρία, αφού σε ορισμένους διαλόγους (κυρίως στον Τίμαιο και τους Νόμους) καταπολεμούνται απόψεις οι οποίες ανήκουν στους ατομικούς. Σύμφωνα μάλιστα με μία πληροφορία, ο Πλάτων θέλησε να κάψει όσα βιβλία του Δημόκριτου μπόρεσε να συγκεντρώσει, τον συγκράτησαν όμως την τελευταία στιγμή οι Πυθαγόρειοι Αμύκλας και Κλεινίας, με το επιχείρημα ότι τα βιβλία του Δημόκριτου υπήρχαν ήδη στα χέρια πολλών.

Παρά τη μεγάλη διαφορά που χωρίζει το πλατωνικό σύστημα από το ατομικό, υπάρχουν σημεία στα οποία οι δύο θεωρίες παραδόξως συγκλίνουν. Έτσι, ο Πλάτων δανείστηκε από τον Δημόκριτο την έννοια της ιδέας, η οποία αποτελεί το κέντρο του πλατωνικού συστήματος. Απλώς απέκοψε την ταύτιση της μορφής με τα υλικά σώματα και την ανύψωσε σε έναν ξεχωριστό και αληθέστερο κατά τη γνώμη του κόσμο. Αλλά και η πλατωνική αντίληψη της μαθηματικής δομής των στοιχείων της φύσης, αποτελεί συνδυασμό της ατομικής θεωρίας και της πυθαγόρειας αριθμολογίας: η έννοια των ατμήτων επιπέδων φαίνεται να αντλεί την έμπνευσή της κατευθείαν από την ατομική έννοια των ατμήτων ελάχιστων μεγεθών. Η επίδραση του Πλάτωνα στην εξέλιξη των φιλοσοφικών θεωριών υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη. Όλοι σχεδόν οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι επηρεάστηκαν από αυτόν, είτε αποδεχόμενοι τις απόψεις του είτε απορρίπτοντάς τες. Ο μαθητής του ο Αριστοτέλης διαμόρφωσε ένα τμήμα του έργου του ως απάντηση στον πλατωνισμό.

Στα τέλη του 5ου αιώνα, μαζί με το τέλος του Χρυσού Αιώνα της Αθήνας, σημειώνεται μια σοβαρή τομή στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Η τομή αυτή λέγεται Σωκράτης. Ο Πλάτων υπήρξε ο διασημότερος μαθητής του, αλλά όπως προανέφερα δεν είμαστε βέβαιοι αν απέδωσε με πιστότητα και ειλικρίνεια τις ιδέες του δασκάλου του. Άλλωστε από τα μέσα του 19ου αιώνα τέθηκε το ερώτημα.

Η επίδραση της σωκρατικής διδασκαλίας, σε συνδυασμό με τη συναισθηματική φόρτιση, είχαν επηρεάσει τη σκέψη του Πλάτωνα κατά τη συγγραφή των διαλόγων αυτών, όπως είναι εύλογο και όντως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τους ίδιους τους διαλόγους. Είναι εξάλλου γνωστό, και μας επιτρέπει ο ίδιος ο Πλάτων να αντιληφθούμε, ότι ο θάνατος του Σωκράτη ήταν το συγκλονιστικότερο γεγονός της ζωής του έως τότε, ίσως και ολόκληρης της ζωής του ώς το τέλος της. Ένα ανεξιλέωτο έγκλημα των Αθηναίων, για το οποίο ο ίδιος ποτέ δεν τους συγχώρησε, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε στην Έβδομη επιστολή του. Υπό το κράτος αυτών των συναισθημάτων και σε χρόνο περισσότερο από μια δεκαετία γράφει τους δέκα πρώτους διαλόγους, που η έρευνα δέχεται ως «σωκρατικούς». Μετά, όπως είναι φυσικό, απαλλάσσεται από τη συναισθηματική φόρτιση που του προκάλεσε ο θάνατος του Δασκάλου, αλλά και από την επιρροή της σωκρατικής διδασκαλίας.

Ήταν έλληνας διανοητής ο Πλάτων;

Το ερώτημα εκ πρώτης όψεως μοιάζει βλάσφημο. Ο θείος Πλάτων, από τα μεγαλύτερα μυαλά που γέννησε αυτός ο τόπος, και να αμφισβητείται η ελληνικότητα του;

Κατ’ αρχήν βεβαίως κανείς δεν αμφισβήτησε την ελληνικότητά της καταγωγής του. Γόνος παλαιότατης και επιφανέστατης αθηναϊκής οικογένειας, ήταν χωρίς αμφιβολία Έλλην εξ Ελλήνων. Το ερώτημα δεν αναφέρεται στην καταγωγή του αλλά στο περιεχόμενο της φιλοσοφίας του. Θα μπορούσε να μπει διαφορετικά: η πλατωνική φιλοσοφία έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος;

Ας θυμηθούμε τα πέντε χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος:

– Η αγάπη για το ωραίο.
– Το μέτρον.
– Η ευθύτητα και η παρρησία.
– Ο ανθρωπισμός.
– Ο έρως της ελευθερίας.

Χωρίς αμφιβολία το πρώτο χαρακτηρίζει, αν όχι τη φιλοσοφία, οπωσδήποτε όμως το ύφος και την τεχνική του Πλάτωνα. Η πλατωνική καλλιέπεια είναι αναμφισβήτητη. Η υψηλή λογοτεχνική αξία των πλατωνικών κειμένων είναι το μεγαλύτερό τους προσόν. Αλλά και το ωραίο, αυτό καθεαυτό, δεν τον αφήνει ασυγκίνητο. Η περιγραφή του κάλλους του νεαρού Χαρμίδη στον Φαίδρο είναι απαράμιλλη.

Για το μέτρον επίσης, μπορούμε να πούμε πως ο Πλάτων το τηρεί με συνέπεια. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, από το έργο του λείπουν οι υπερβολές και οι περιττολογίες.

Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει πάντα και παντού με την ευθύτητα. Ο Πλάτων, αντίθετα από τους περισσότερους έλληνες φιλοσόφους και ποιητές, δεν είναι ευθύς στα θέματα που εξετάζει. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον έρωτα, όπως τον αντιμετωπίζει στο Συμπόσιο και στον Φαίδρο. Για τον Πλάτωνα η μεγαλύτερη και δυνατότερη συγκίνηση που νιώθει στη ζωή του ο άνθρωπος, ντύνεται με περίπλοκες μυστικιστικές έννοιες. Γίνεται θεία δωρεά που προϋπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή, πριν αυτή φυλακιστεί στο φθαρτό της σώμα. Πόσο διαφορετικά (και πόσο πιο ανθρώπινα) περιγράφει τον έρωτα ο Όμηρος, μιλώντας π.χ. για τον Έκτορα και την Ανδρομάχη, ή ακόμα περισσότερο η Σαπφώ, στα αθάνατα ποιήματά της, υποδείγματα της ελληνικής ευθύτητας.

Όσο για τον ανθρωπισμό, ο Πλάτων απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τις αρχές του ελληνικού πνεύματος. Δυσπιστεί στον άνθρωπο, δεν τον έχει ικανό για μεγάλα έργα. Εκ των προτέρων τον αποκλείει από την κατανόηση της βαθύτερης ουσίας του κόσμου. Είναι δεμένος με την πλάτη στον τοίχο μιας σπηλιάς. κι όσα βλέπει να διαδραματίζονται στον απέναντι τοίχο. είναι οι αντανακλάσεις όσων γίνονται στην πραγματικότητα, όχι η ίδια η πραγματικότητα, που θα μείνει για πάντα έξω από τον έλεγχο του.

Ο Πλάτων πιστεύει πως μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα στοιχείο κακό, που μόνο η θεία χάρη θα μπορούσε να το εξαλείψει, αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια. Για τον Πλάτωνα το ανθρώπινο σώμα είναι η φυλακή και το βάρος της ψυχής. Όλα αυτά ηχούν σ’ εμάς οικεία, γιατί μεσολάβησαν δυο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμού, αλλά βρίσκονται πολύ μακριά από τον ελληνικό ανθρωπισμό, που ήθελε τον άνθρωπο μέτρο των πάντων, και που πίστευε πως τίποτα δεν είναι τόσο θαυμαστό όσο ο άνθρωπος.

Ο Πλάτων δεν υπήρξε πολίτης με την έννοα που έδιναν στον όρο οι σύγχρονοί του, και όπως υπήρξε ο δάσκαλός του. Όπως φαίνεται δεν έλαβε ποτέ μέρος σε εκστρατεία, δεν πήρε δημόσια αξιώματα, δεν συμμετείχε στην Εκκλησία του Δήμου. Ουσιαστικά αποστρεφόταν τη Δημοκρατία και δεν πίστευε στην ελευθερία. Η κοινωνία που προτείνει στην Πολιτεία ή στους Νόμους είναι μια ταξική κοινωνία, με πολλά δάνεια στοιχεία από την αιγυπτιακή και τη σπαρτιατική. Οι άνθρωποι στην πλατωνική κοινωνία είναι απόλυτα διαστρωματωμένοι και έχουν αυστηρά καθορισμένα καθήκοντα, άφθονες υποχρεώσεις και ελάχιστα δικαιώματα. Ουσιαστικά ζουν σε περιβάλλον στρατώνα, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι με δική τους πρωτοβουλία, δεν ορίζουν την περιουσία τους, δεν εκλέγουν ούτε ελέγχουν τους άρχοντες τους, δεν κατέχουν ούτε καν τα παιδιά τους, τα οποία η Πολιτεία εκπαιδεύει όπως αυτή θέλει και έχει το δικαίωμα να τα θανατώνει όταν κρίνει ότι μπορεί να γίνουν βάρος της.

Στην Πολιτεία που προτείνει, και όπου «θα κυβερνούν οι φιλόσοφοι», θα υπάρχει ένα ειδικό σώμα ασφαλείας (που το ονομάζει χαρακτηριστικά «Νυκτερινόν Ξύλλογον») το οποίο με τους κατασκόπους του θα παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους. Αν κάποιος καταγγελθεί ότι επιδιώκει να μάθει κάτι πέραν των όσων τού έχει καθορίσει η ταξική του προέλευση, ή ότι γενικώς παραβιάζει τους σιδερένιους νόμους, τα όργανα του «Ξυλλόγου» θα τον συλλαμβάνουν και θα τον στέλνουν για πέντε χρόνια στο «Σωφρονιστήριον», σε αυστηρή απομόνωση και συνεχή αναμόρφωση, «επί νουθετήσει τε και τη της ψυχής σωτηρία». Αν στο διάστημα αυτό ανανήψει, έχει καλώς: διαφορετικά, μετά τα πέντε χρόνια θα θανατώνεται. Για τους υπότροπους, τους άθεους ή τους «μιαρούς ασεβείς», η ποινή θα είναι η άμεση θανάτωση και η εγκατάλειψη των πτωμάτων τους άταφων εκτός των ορίων της πολιτείας.

Δείγμα του αυταρχισμού και της μισαλλοδοξίας του Πλάτωνα είναι και η προαναφερθείσα απόπειρά του να κάψει τα βιβλία του μεγάλου Αβδηρίτη.

Ο Νίτσε ονόμασε τον Πλάτωνα «προϋπάρξαντα χριστιανό» και ο Ένγκελς τον θεωρεί τον μεγάλο πρόδρομο του χριστιανισμού. Ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της πλατωνικής φιλοσοφίας του 1ου αιώνα, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ελληνόφωνος Εβραίος, για τον οποίο έλεγαν «ή Φίλων πλατωνίζει ή Πλάτων φιλωνίζει», αναπτύσσει τόσο πολλές χριστιανικές ιδέες στη φιλοσοφία του, (όπως το ότι ο Θεός είναι ο Λόγος και πλήθος άλλα), ώστε πολλοί θεολόγοι του Μεσαίωνα τον θεωρούσαν χριστιανό και κάποιοι είχαν επινοήσει μια (πλαστή όπως αποδείχτηκε) αλληλογραφία του με τον Παύλο.

Ο Πλάτων δεχόταν την αθανασία της ψυχής, που οι περισσότεροι έλληνες φιλόσοφοι (και ο Αριστοτέλης) τη θεωρούσαν φθαρτό συστατικό του σώματος. Πίστευε πως ο άνθρωπος κουβαλά κάποιο είδος προπατορικού αμαρτήματος (σύλληψη αδιανόητη για το σύνολο των ελλήνων διανοητών), απεχθανόταν την υλικότητα του σώματος και τις αδυναμίες που αυτή συνεπάγεται, προέτρεπε την περιφρόνηση του σώματος και κήρυσσε τον ασκητισμό και την αφιέρωση των ανθρώπων σε μιαν επίμονη, αδιάκοπη μελέτη του θανάτου και προετοιμασία τους γι’ αυτόν. Πόσο αλλόκοτα ηχούσαν αυτά στα αυτιά των Ελλήνων, φαίνεται από μια περικοπή του Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια, όπου ο μαθητής, αναφερόμενος σαφώς στον δάσκαλό του, διδάσκει πως ο άνθρωπος με τον θάνατό του χάνεται οριστικά και αμετάκλητα, και ότι ο πλούτος, η καλή εμφάνιση, η καλή οικογένεια και μια λογική διάρκεια της ζωής είναι προϋποθέσεις της ευτυχίας.

Ο Πλάτων προσπάθησε να εφαρμόσει τις θεωρίες του στην πράξη αλλά στην κυρίως Ελλάδα δεν βρήκε απήχηση ούτε καν στη Σπάρτη, την οποία τόσο θαύμαζε. Εκτιμώντας τις πολιτικές απόψεις του Δίωνα, τυράννου των Συρακουσών, κατέφυγε στην αυλή του, αλλά γρήγορα απογοητεύτηκε και γύρισε πίσω. Ξαναπήγε στις Συρακούσες όταν την εξουσία πήρε ο θαυμαστής του, ο Διονύσιος Β΄, αλλά και πάλι γύρισε στην Αθήνα απογοητευμένος. Οι βασιλείς δεν εννοούσαν να φιλοσοφήσουν ούτε να αφήσουν τους φιλόσοφους να βασιλέψουν.

Ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης, κήρυκας της απόλυτης και απεριόριστης ελευθερίας, αντιμετώπισε τον Πλάτωνα με το χαρακτηριστικό του χιούμορ και την σατιρική του διάθεση. Πλήθος σχετικά ανέκδοτα έχουν φτάσει ώς εμάς.

Όταν ο Πλάτων έδωσε τον περίφημο ορισμό του ανθρώπου «Ζώον δίπουν άπτερον», ο Διογένης μάδησε έναν πετεινό και τον εμφάνισε στην αγορά λέγοντας: «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος».  Ύστερα από αυτό ο Πλάτωνας προσέθεσε στον ορισμό και το «πλατώνυχον».

Περιγελώντας την αγάπη της πολυτέλειας που είχε ο (θεωρητικά ασκητικός) Πλάτων, μπήκε μια μέρα σπίτι του και με τα ξυπόλητα (και βρόμικα) πόδια του πατούσε στα χαλιά, λέγοντας:  «Πατώ τον του Πλάτωνος τύφον» (δηλαδή τη βλακεία, την έπαρση του Πλάτωνα).

Ο Πλάτων, θέλοντας να του ανταποδώσει τα συνεχή πειράγματα, όταν τον είδε κάποτε να πλένει λάχανα για να τα φάει, του είπε ειρωνικά: «Αν πήγαινες με τον Διονύσιο, δεν θα έπλενες τώρα λάχανα». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Κι εσύ αν έτρωγες λάχανα, δεν θα χρειαζόταν να κολακεύεις τον Διονύσιο» του είπε αμέσως. (Πλάτων θεασάμενος αὐτὸν λάχανα πλύνοντα, προσελθὼν ἡσυχῆ εἴποι αὐτῷ, εἰ Διονύσιον ἐθεράπευες, οὐκ ἂν λάχανα ἔπλυνες· τὸν δ’ ἀποκρίνασθαι ὁμοίως ἡσυχῆ, καὶ σὺ εἰ λάχανα ἔπλυνες,  οὐκ ἂν Διονύσιον ἐθεράπευες).

Advertisements

Posted in Αρχαίοι, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 11 – Δημόκριτος ο Αβδηρίτης

Posted by sarant στο 24 Απρίλιος, 2018

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Έχουμε πια περάσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που έχει εργοβιογραφικά σκιαγραφήματα διανοητών. (Θυμίζω πως δεν δημοσιεύω ολόκληρο το βιβλίο αλλά επιλεγμένα κεφάλαια).

Δημόκριτος ο Αβδηρίτης

Ο δεύτερος μεγάλος «γενικός» φιλόσοφος της αρχαιότητας [έχει προηγηθεί βιογραφικό σκαρίφημα του Ηράκλειτου] είναι χωρίς αμφιβολία ο Δημόκριτος. Εννέα χρόνια νεότερος από τον Σωκράτη, ο Δημόκριτος γεννήθηκε το 460 π.Χ. στα Άβδηρα της Θράκης, που ήταν ιωνική αποικία (των Κλαζομενών) και η τρίτη πλουσιότερη πόλη της Αθηναϊκής Συμμαχίας, αφού έδινε ετήσιο φόρο 15 τάλαντα. Ο πλούτος των Αβδήρων οφειλόταν στη μεγάλη γεωργική παραγωγή τους και στο γεγονός ότι το λιμάνι τους ήταν η εμπορική πύλη της Θράκης. Φαίνεται πως γι’ αυτόν τον λόγο οι λοιποί Έλληνες, και προπάντων οι Αθηναίοι, ζήλευαν τους Αβδηρίτες, γιατί η αρχαία ανεκδοτολογία τούς παρουσιάζει σαν ανόητους και γελοίους.

Ο Δημόκριτος ήταν το τρίτο παιδί μιας πολύ πλούσιας οικογένειας. Ο πατέρας του, για το όνομα του οποίου δεν είμαστε βέβαιοι, αφού άλλοι τον αναφέρουν ως Ηγησίστρατο, άλλοι ως Αθηνόκριτο και κάποιοι ως Δαμάσιππο, ήταν κάτι σαν τραπεζίτης στα Άβδηρα, και λέγεται ότι φιλοξένησε στο σπίτι του τον Ξέρξη, όταν το 480 ο Μέγας Βασιλεύς, βαδίζοντας εναντίον της Ελλάδας, είχε στρατοπεδεύσει στα Άβδηρα για να ξεκουράσει τον στρατό του. Σύμφωνα δε με ορισμένους συγγραφείς, ο νεαρός Δημόκριτος πήρε τα πρώτα μαθήματα θεολογίας και αστρονομίας από κάποιους χαλδαίους μάγους της ακολουθίας του πέρση μονάρχη. Αυτό βεβαίως είναι μύθος, που πλάστηκε με σκοπό να συνδέσει την ελληνική φιλοσοφία με τα δόγματα της Ανατολής, γιατί ο Δημόκριτος γεννήθηκε πολλά χρόνια μετά το πέρασμα του Ξέρξη από τα Άβδηρα.

Από τη νεανική του ηλικία ο Δημόκριτος έδειξε την κλίση του προς τη μελέτη και την έρευνα της φύσης. Χαρακτηριστικό είναι το ανέκδοτο που παραδίδει ο Διογένης Λαέρτιος, και το οποίο φανερώνει τον βαθμό αφοσίωσης του Δημοκρίτου στον στοχασμό: «ήταν τόσο φιλόπονος και μελετηρός, ώστε έφτιαξε ένα δωμάτιο στον κήπο του σπιτιού του και κλείστηκε εκεί μέσα διαβάζοντας συνεχώς, χωρίς να βγει έξω παρά μόνο μια φορά, όταν ο πατέρας του ήταν να θυσιάσει ένα βόδι, που το έδεσε έξω από το δωμάτιό του, και σαν ήρθε η ώρα της θυσίας, τον έβγαλε για να την παρακολουθήσει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , | 121 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 4 – Η ελληνική θρησκεία

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από λίγο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα παρουσιάζω το τρίτο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ελληνική θρησκεία».

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Οι Έλληνες και οι υπερφυσικές δυνάμεις

Όπως γράφω στο πρώτο κεφάλαιο, οι Έλληνες της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου, παρά την αναμφισβήτητη πρόοδό τους σε πολλούς τομείς και παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκαν ανάμεσά τους τόσο μεγάλα και τολμηρά πνεύματα, δεν έπαυαν να είναι άνθρωποι πρωτόγονοι, με την έννοια ότι έβλεπαν με δέος τις εκρήξεις οργής της φύσης, τις οποίες έσπευδαν να αποδώσουν σε θεϊκές ενέργειες. Αυτό κάνει ακόμα μεγαλύτερη τη δόξα των αρχαίων φιλοσόφων, που είχαν την περιέργεια να ερευνήσουν τα μυστικά της φύσης και την παρρησία να διακηρύξουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους, έστω κι αν αυτό σήμαινε να κατηγορηθούν ως άθεοι.

Το σύνολο σχεδόν των ελλήνων διανοητών υπέρτατη αρχή δεν θεωρούσε τους θεούς αλλά την Ανάγκη. Η αντίληψη αυτή για την υποταγή των θεών στην αναγκαιότητα, διαμετρικά αντίθετη με την ιουδαϊκή σύλληψη για έναν παντοδύναμο και ανεξέλεγκτο θεό, «ποιητήν των πάντων», αποτέλεσε μιαν από τις αιτίες που οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι θεμελιωτές της χριστιανικής δογματικής, στάθηκαν τόσο εχθρικοί απέναντι στην ελληνική σκέψη.

Σύμφωνα με την ιουδαϊκή αντίληψη, που πέρασε και στον χριστιανισμό, ο Θεός δεν έπλασε μόνο τον κόσμο αλλά και τον άνθρωπο, και μάλιστα «κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του». Οι έλληνες σοφοί είχαν την αντίθετη ακριβώς άποψη. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος υποστήριζε ότι πράγματι οι άνθρωποι έπλασαν τους θεούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Σε τρία αποσπάσματα του αναπτύσσει τη σκέψη του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Θρησκεία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , | 58 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 3 – Η κατανόηση του φυσικού κόσμου

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2018

Πριν από λίγο καιρό άρχισα τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά επειδή χτες είχαμε το Μηνολόγιο η δημοσίευση μετατέθηκε κατά μία ημέρα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα παρουσιάζω το δεύτερο μισό από το πρώτο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ελληνική σκέψη» (Για κάποιον περίεργο τεχνικό λόγο, τα αρχαία αποσπάσματα εμφανίζονται σαν λινκ -όμως δεν παραπέμπουν πουθενά).

Η κατανόηση του φυσικού κόσμου

Μελετώντας την αρχαία ελληνική κοινωνία και τον πολιτισμό της, μας κάνει εντύπωση πόσο δεμένος με τη φύση ήταν ο αρχαίος Έλληνας. Όλες οι πνευματικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, ακόμα και πολιτικές εκδηλώσεις, ήταν συνάρτηση του αδιάκοπου κύκλου της ζωής στη φύση. Οι Έλληνες ήταν αληθινά παιδιά της γης τους, αυτόχθονες με την αρχική σημασία της λέξης.

Ήταν λοιπόν επόμενο να ενδιαφερθούν και να αναζητήσουν να βρουν τα μυστικά του φυσικού κόσμου μέσα στον οποίο ζούσαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βιβλία των περισσότερων από τους σοφούς του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα έχουν τον τίτλο «περί φύσεως». Η φύση έγινε για τους πρώτους ίωνες φιλοσόφους αντικείμενο επιστημονικού προβληματισμού, με σκοπό τη βαθύτερη κατανόησή της. Η ίδια η λέξη ετυμολογείται από το ρήμα φύω, δηλαδή γεννώ. Όπως γράφει και ο Αριστοτέλης, «από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία, οι περισσότεροι θεώρησαν ότι από τη φύση προέρχεται η αρχή όλων» [τῶν δὴ πρώτων φιλοσοφησάντων οἱ πλεῖστοι τὰς ἐν ὕλης εἴδει μόνας ᾠήθησαν ἀρχὰς εἶναι πάντων· Μεταφυσικά 983β.6].

Ο Ηρόδοτος παρατηρεί εύστοχα ότι αυτό που ξεχωρίζει τον Έλληνα από τον βάρβαρο είναι ότι προτιμά τη γνώση από την άλογη πίστη.

Η φιλομάθεια. Η ελευθερία για τον Έλληνα ήταν στενά δεμένη με τη γνώση και την πληροφόρηση. Θεωρούσε αναπαλλοτρίωτο δικαίωμά του τη συμμετοχή του στη γνώση και την πληροφόρηση, ως θεμέλιο της ελευθερίας του. Ο μεγάλος Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έδινε τεράστια σημασία στη γνώση. «Προτιμώ να βρω την απόδειξη ενός ζητήματος παρά να ανεβώ στο θρόνο της Περσίας» [ἔλεγε βούλεσθαι μᾶλλον μίαν εὑρεῖν αἰτιολογίαν τὴν Περ-
σῶν οἱ βασιλείαν γενέσθαι] λέει κάπου, κι αλλού πάλι τονίζει πως «ούτε λόγω σωματικής αλκής ούτε λόγω περιουσίας ευτυχούν οι άνθρωποι, αλλά μόνον όταν έχουν «ορθοφροσύνην και πολυφροσύνην».[οὔτε σώμασιν οὔτε χρήμασιν εὐδαιμονοῦσιν ἄνθρωποι, ἀλλ’ ὀρθοσύνηι καὶ πολυφροσύνηι.].

Η γνώση απελευθερώνει, όχι μόνο από κάθε είδους δεσμά αλλά και από τον φόβο. Είναι γνωστή από τον Πλούταρχο η παρακάτω ιστορία: Το καλοκαίρι του 430 π.Χ., στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Περικλής ετοίμαζε μια ναυτική εκστρατεία, όταν έγινε έκλειψη σελήνης, οιωνός πολύ κακός για τις αντιλήψεις της εποχής. Οι ναύτες με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να αποπλεύσουν. Ο Περικλής, στον οποίον ο στενός φίλος του Αναξαγόρας είχε ερμηνεύσει το φαινόμενο των εκλείψεων, το εξήγησε στους ναύτες, και μάλιστα «πειραματικά»: σκέπασε το φως ενός λύχνου με τον μανδύα του και τους ρώτησε αν αυτή η πράξη του τους φοβίζει. Όταν εκείνοι απάντησαν όχι, τους εξήγησε ότι και η έκλειψη της σελήνης έχει ανάλογη αιτία. Οι ναύτες, λευτερωμένοι από τον φόβο, ξεκίνησαν για την εκστρατεία.

Ο μεγάλος Ιπποκράτης, ο πατέρας της ιατρικής, συνέβαλε πολύ στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τον φόβο, γιατί ξερίζωσε πολλές δεισιδαιμονίες και θρησκοληψίες, δίνοντας επιστημονικές εξηγήσεις σε αρρώστιες και παθήσεις που ώς τότε ο κόσμος τις θεωρούσε «ιερές», σαν την επιληψία, ή «κατάρες» των θεών. Στην κατάρα του Άρη, για παράδειγμα αποδιδόταν η θρυλούμενη σεξουαλική ανεπάρκεια και ανικανότητα, που εμφάνιζαν οι Σκύθες σε σύγκριση με τους Έλληνες. Ο Ιπποκράτης την εξήγησε αποδίδοντας την στη συνεχή ιππασία των νομαδικών αυτών λαών και την ταλαιπωρία που προκαλούσε αυτή στα γεννητικά τους όργανα.

Οι βασικές αρχές που διέπουν τη φύση. Ουσιαστικά η ελληνική Φιλοσοφία, αυτή η μητέρα όλων των σύγχρονων επιστημών, γεννήθηκε από τον προβληματισμό των Ελλήνων γύρω από τη φύση, και πρώτα πρώτα γύρω από τις βασικές αρχές που τη διέπουν. Παραθέτω μερικά παραδείγματα τέτοιων βασικών αρχών.

ΗΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑΣ. «Τίποτα δεν γίνεται άσκοπα, αλλά όλα από κάποιον λόγο και από Ανάγκη».[Οὐδὲν
χρῆμα μάτην γίγνεται, ἀλλὰ πάντα ἐκ λόγου τε καὶ ὑπ’ ἀνάγκης]. Το ρητό αυτό, που αποδίδεται στον Λεύκιππο τον Αβδηρίτη, είναι η πρώτη διατύπωση της αρχής της αιτιότητας. Σημαίνει πως κανένα πράγμα δεν γίνεται τυχαία, αλλά όλα έχουν κάποιαν αιτία και υπαγορεύονται από την Ανάγκη.

Οι Έλληνες πολύ νωρίς κατανόησαν πως όλα τα γεγονότα και όλα τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα κάποιας αλληλουχίας, που πολλές φορές δεν είναι άμεσα αντιληπτή αλλά, όταν κατανοηθεί και ερμηνευτεί σωστά, αποδεικνύεται πως είναι αιτιολογημένη και όχι αυθαίρετη.

Αυτή η άποψη αποτέλεσε μεγάλο βήμα για την πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Οι πρώτοι έλληνες φιλόσοφοι δίδαξαν ότι ο φυσικός κόσμος, μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος, δεν είναι η σκηνή στην οποία διαδραματίζονται ακατανόητα, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα γεγονότα. Δεν κυριαρχείται δηλαδή από σκοτεινές, υπερφυσικές και ανεξέλεγκτες δυνάμεις, αλλά αντίθετα είναι δυνατόν να κατανοηθεί και να ερμηνευθεί, μόλις εξακριβωθεί η αιτία, ο λόγος, που γεννά τα φαινόμενα αυτά.

Η αποδοχή της αντικειμενικότητας του κόσμου και η αντίληψη πως είναι δυνατή η ορθολογική ερμηνεία του είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης, και δεν είναι υπερβολικός ο ισχυρισμός πως η ελληνική φιλοσοφία αποτέλεσε τον δρόμο από τον οποίο πέρασε υποχρεωτικά η ανθρώπινη σκέψη.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ. Η Ανάγκη, που αναφέρεται στο ρητό του Λεύκιππου ως η αιτία που υπαγορεύει τα πάντα, είναι κατά τους έλληνες διανοητές η υπέρτατη αρχή. Ο Θαλής, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το ισχυρότερο στον κόσμο, απάντησε: «Το ισχυρότερο είναι η Ανάγκη: επικρατεί πάνω σε όλα» [ἰσχυρότατον ἡ άνάγκη, κρατεῖ γὰρ πάντων], ο δε Παρμενίδης ο Ελεάτης δίδασκε ότι «η Ανάγκη κρατεί τα πάντα στα δεσμά των ορίων που αυτή καθορίζει» [κρατερὴ γὰρ Ἀνάγκη πείρατος ἐν δεσμοῖσιν ἔχει].

Η Ανάγκη όμως δεν ήταν για τους Έλληνες κάποιος απόλυτος κυρίαρχος, στον οποίο έπρεπε να υποταχθούν χωρίς συζήτηση. Έτσι την έβλεπαν μόνο οι δούλοι. Οι ελεύθεροι άνθρωποι βλέπανε την Ανάγκη σαν έκφραση του Νόμου.[τοῖς μὲν δούλοις ἀνάγκη νόμος, τοῖς δὲ ἐλευθέροις νόμος ἀνάγκη, Δημάδης].

Εξάλλου στον Πιττακό τον Μυτιληναίο αποδίδεται η ρήση: «την Ανάγκη δεν την πολεμούν ούτε οι θεοί» [ἀνάγκᾳ δ’ οὐδὲ θεοὶ μάχονται.]

Η αντίληψη αυτή για την υποταγή και των θεών στην Ανάγκη, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ίσως μοναδική στην κοσμοαντίληψη του ανθρώπου της αρχαιότητας.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Πρώτοι οι Ελεάτες φιλόσοφοι διατύπωσαν την άποψη ότι «ο κόσμος είναι αγέννητος, αιώνιος και άφθαρτος» [ἀγένητον καὶ ἀίδιον καὶ ἄφθαρτον τὸν κόσμον, Ξενοφάνης].

Ο Αναξαγόρας το διατυπώνει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Κανένα πράγμα δεν δημιουργείται ούτε εξαφανίζεται, αλλά από την ανάμιξη υπαρχόντων πραγμάτων δημιουργούνται νέα, ενώ με τον διαχωρισμό αποσυντίθενται. Έτσι, καλύτερα θα ήταν να λέμε τη γένεση σύνθεση και τη φθορά αποχωρισμό [οὐδὲν γὰρ χρῆμα γίνεται οὐδὲ ἀπόλλυται, ἀλλ’ ἀπὸ ἐόντων χρημάτων συμμίσγεταί τε καὶ διακρίνεται. καὶ οὕτως ἂν ὀρθῶς καλοῖεν τό τε γίνεσθαι συμμίσγεσθαι καὶ τὸ ἀπόλλυσθαι διακρίνεσθαι].

Από τη διατύπωση αυτή του Αναξαγόρα φτάσαμε στο πασίγνωστο ρητό: «Τίποτα δε γίνεται από το μη υπάρχον και τίποτα δεν εκμηδενίζεται» [μηδέν τε ἐκ τοῦ μὴ ὄντος γίνεσθαι μηδὲ εἰς τὸ μὴ ὂν φθείρεσθαι.], που αποδίδεται στον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη.

Λογική συνέπεια της αρχής της αφθαρσίας του υλικού κόσμου είναι αφενός μεν πως είναι αιώνιος, αφετέρου δε πως δεν έχει κάποια αρχή. Άρα ο φυσικός κόσμος δεν δημιουργήθηκε από κανέναν, ποτέ και πουθενά.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ. «Τα πάντα προχωρούν (αλλάζουν) και τίποτα δεν παραμένει (σταθερό)»[πάντα χωρεί και ουδέν μένει].

Το πασίγνωστο αυτό ρητό του Ηράκλειτου του Εφέσιου διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του Περί φύσεως και διδάσκει την αδιάκοπη αλλαγή και την αιώνια κίνηση των πάντων. Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος δεν είναι ένα στατικό Είναι αλλά ένα αδιάκοπο Γίγνεσθαι.

Με ένα εξαιρετικής παραστατικότητας παράδειγμα επεξηγούσε αυτή την αλλαγή: «Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό»[δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης] ή, σύμφωνα με μιαν άλλη διατύπωση: «Στον ποταμό δεν γίνεται να μπεις δυο φορές, γιατί σε όλους τους ποταμούς εισέρχονται αδιάκοπα κανούργια νερά» [ποταμῷ
γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ, και: ποταμοῖσι τοῖσιν αὐτοῖσιν ἐμβαίνουσιν ἕτερα καὶ ἕτερα ὕδατα ἐπιρρεῖ] και ουσιαστικά δεν είναι πια ο ίδιος ποταμός.

Ας σημειωθεί ότι το πασίγνωστο «τα πάντα ρει», που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου, δεν υπάρχει σε κανένα σωζόμενο απόσπασμα του εφέσιου σοφού. Οπωσδήποτε θα περιλαμβανόταν στο βιβλίο του, όπως μαρτυρούν πολλοί συγγραφείς, αλλά χάθηκε. Άλλωστε για τον Ηράκλειτο σημασία δεν έχει τόσο η αδιάκοπη αλλαγή όσο η πάλη των αντιθέτων.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ. Πράγματι, κατά τον Ηράκλειτο: «Πρέπει να ξέρουμε πως ο πόλεμος είναι κοινός, πως δικαιοσύνη είναι η έρις και πως όλα γίνονται με την αντίθεση και την υποχρεωτική νομοτέλεια» [εἰδέναι δὲ χρὴ τὸν πόλεμον ἐόντα ξυνόν, καὶ δίκην ἔριν, καὶ γινόμενα πάντα κατ’ ἔριν καὶ χρεών].

Λέγοντας πόλεμος εννοούσε τον αγώνα και την πάλη και γενικότερα την κοινή δύναμη που γεννά όλα τα πράγματα. Κατά τον Ηράκλειτο ο κόσμος βρίσκεται συνεχώς σε αδιάκοπη σύρραξη, από την οποία νέες καταστάσεις δημιουργούνται και παλιές εξαφανίζονται, κι αυτό ισχύει τόσο για τη φύση όσο και για την κοινωνία, και γι΄ αυτό αιτία των πάντων είναι ο πόλεμος [πόλεμος πάντων πατήρ]. Αλλά από τον πόλεμο αυτόν, από την πάλη των αντιθέτων, προκύπτει καινούργια αρμονία: «από τις διαφορές γεννιέται η καλύτερη αρμονία» [ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν] και για τον λόγο αυτόν «οι αντιθέσεις συμφέρουν» [τὸ ἀντίξουν συμφέρον]

Ο ίδιος δίδασκε πως η θάλασσα μπορεί να ’ναι ταυτόχρονα και σωτήρια και ολέθρια: για τα ψάρια το νερό της είναι πόσιμο και ωφέλιμο, για τους ανθρώπους μη πόσιμο και βλαβερό, ή πως η κίνηση του κοχλία με τον οποίον πίεζαν τα υφάσματα στο βαφείο είναι ταυτόχρονα ελικοειδής και ευθεία, για να καταλήξει πως η κρυμμένη μέσα στις διάφορες καταστάσεις και πολλές φορές «η αφανής –η μη άμεσα αντιληπτή– αρμονία είναι ισχυρότερη από τη φανερή –αυτήν που φαίνεται επιφανειακά» [ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείττων].

  1. Η δομή και η προέλευση του κόσμου

Οι πρώτοι ίωνες φιλόσοφοι, παράλληλα με τις βασικές αρχές που διέπουν τη φύση, αναζητούσαν να βρουν τη βαθύτερη ουσία και δομή του κόσμου. Το πρωταρχικό στοιχείο του κόσμου, που κατά τον Θαλή ήταν το νερό, κατά τον Αναξίμανδρο το άπειρο, κατά τον Αναξιμένη ο αέρας και κατά τον Ηράκλειτο το πυρ. Ανεξάρτητα από την απλοϊκότητα των πρωταρχικών ουσιών που πρότειναν, η μεγάλη τους κατάκτηση είναι ότι για πρώτη φορά διατυπώσανε την αρχή του φιλοσοφικού μονισμού. Δεν είναι πια από τη μια μεριά η ανοργάνωτη και παθητική ύλη και από την άλλη κάποιο υπερφυσικό πνεύμα, μια εξώκοσμη δύναμη, που επεμβαίνει και δημιουργεί από αυτήν τον κόσμο, αλλά μία και μόνη ουσία, που αυτοοργανώνεται.

Από την πρωταρχική γενεσιουργό αυτή ουσία θα φτάσουμε στα άτομα του Δημοκρίτου και στα στοιχεία του Εμπεδοκλή, δηλαδή σε αντιλήψεις για τη δομή της ύλης, πολύ προωθημένες για την εποχή τους και σχεδόν σύγχρονες.

Η ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ. Η ασυνεχής δομή και η σύσταση των υλικών σωμάτων από μικρότερα σωματίδια διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη: «η αρχή όλων είναι τα άτομα και το κενό: όλα τα άλλα συνεπάγονται» [ ἀρχὰς εἶναι τῶν ὅλων ἀτόμους καὶ κενόν, τὰ δ’ ἄλλα πάντα νενομίσθαι.].

Τα άτομα είναι άφθαρτα, αιώνια, αγέννητα, συμπαγή και αδιαίρετα, άτμητα, εξ ου και η ονομασία τους. Γεννήθηκαν αυτόματα και τυχαία και διαφέρουν το ένα από το άλλο ως προς το σχήμα, το μέγεθος και την κατάστασή τους. Διατάσσονται και συνδυάζονται μεταξύ τους κατά πολλούς τρόπους, και από τον συνδυασμό τους αυτόν δημιουργούνται τα διάφορα φυσικά σώματα και καθορίζονται οι ιδιότητές τους. Συνεπώς «κατά σύμβαση είναι κάτι ψυχρό ή θερμό, πραγματικά είναι μόνο τα άτομα και το κενό» [νόμῳ θερμόν, νόμῳ ψυχρόν, ἐτεῇ δὲ ἄτομα καὶ κενόν].

Φυσικά, με βάση τις σημερινές γνώσεις μας τα άτομα του Δημοκρίτου «αιώνια, άφθαρτα, συμπαγή και αδιαίρετα», είναι περισσότερο μεταφυσικές κατασκευές παρά διαλεκτικές οντότητες. Αυτό όμως δεν μειώνει σε τίποτα το μεγαλοφυές της σύλληψης μιας παρόμοιας ιδέας.

Το κενό είναι η δεύτερη μετά τα άτομα οντότητα του κόσμου, όχι κατώτερη από αυτά. Περιβάλλει τα άτομα και γεμίζει τα διάκενα μεταξύ των και είναι αλληλένδετο μαζί τους. Το κενό του Δημοκρίτου θα μπορούσε κανείς να το παραβάλει με το πεδίο της σύγχρονης φυσικής, μολονότι η έννοια του πεδίου βρισκόταν έξω από τις νοητικές δυνατότητες της εποχής του.

Η κίνηση είναι το τρίτο χαρακτηριστικό μέγεθος του κόσμου. Η κίνηση είναι σύμφυτη με τα άτομα, τα οποία κινούνται διαρκώς και συγκρούονται μεταξύ τους. Από τις συγκρούσεις αυτές τα άτομα με όμοιο σχήμα συμπλέκονται μεταξύ τους, και εκείνα με διαφορετικό απωθούνται. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ατόμων έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μαζών που βρίσκονται σε περιδίνηση. Έτσι δημιουργήθηκαν όλα τα στερεά, υγρά και αέρια σώματα, καθώς και η γη και τα ουράνια σώματα.

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Από τις πρώτες ακόμα μυθολογικές θεογονίες των Ελλήνων, ο Κόσμος δεν εμφανίζεται ως δημιούργημα κάποιας υπερφυσικής δύναμης, αλλά αποτέλεσμα της αυτοοργάνωσης αδιαμόρφωτων ουσιών, που γέμιζαν τον χώρο, όπως το Χάος, ο Ωκεανός κ.ά. Αυτή η απουσία από την κοσμογονία κάποιας θεϊκής επέμβασης αποτελεί, απ’ όσο ξέρω, μοναδική περίπτωση στην ιστορία των θρησκειών. Είναι χαρακτηριστικό πως οι Έλληνες της κλασικής αρχαιότητας ουδέποτε χρησιμοποίησαν τους όρους «κτίσις» ή «πλάσις», γιατί δεν πίστευαν πως κάποιος έχτισε ή έπλασε την οικουμένη, αλλά τον όρο Κόσμος, που θα πει: στολίδι, για την ομορφιά, την τάξη και την αρμονία της.

Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο βαθυστόχαστος θεμελιωτής της Διαλεκτικής, το λέει καθαρά: «αυτόν τον κόσμο κι όλα όσα είναι σ’ αυτόν, ούτε κανείς θεός ούτε κανείς άνθρωπος έπλασε, αλλά ήταν και είναι πάντα αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με νόμους» [Κόσμον τὸν αὐτὸν πάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἦν αἰεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται, πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα].

Posted in Uncategorized | Με ετικέτα: , | 78 Σχόλια »

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 1 – Γιατί στην Ελλάδα;

Posted by sarant στο 5 Δεκέμβριος, 2017

Όσο ζούσε ο πατέρας μου, δημοσίευα στο ιστολόγιο κάθε Τρίτη την επιφυλλίδα που έγραφε στην εφημερίδα «Εμπρός» της Μυτιληνης. Μετά τον αδόκητο θάνατό του πριν απο έξι χρόνια, άρχισα να δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από βιβλία του -αραίωσα τη συχνότητα για να κρατήσει περισσότερο η δημοσίευση. Το πιο πρόσφατο βιβλίο που παρουσιάστηκε εδώ ήταν η συλλογή άρθρων «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους». Η τελευταία συνέχεια δημοσιεύτηκε εδώ.

Aπό σήμερα αρχίζω τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια».

Σήμερα θα βάλω την εισαγωγή, που έχει τον τίτλο «Γιατί στην Ελλάδα;» Είναι αρκετά μεγάλη αλλά δεν έχει νόημα να μπει αποσπασματικά ή σε συνέχειες.

 Γιατί στην Ελλάδα;

Τι ήταν εκείνο που έκανε την Ελλάδα κοιτίδα της φιλοσοφίας και της επιστήμης; Γιατί η αφιλοκερδής περιέργεια, ο απροκατάληπτος στοχασμός και ο ελεύθερος διάλογος, που γέννησαν αργότερα τη φιλοσοφία και εν συνεχεία την επιστημονική μεθοδολογία και σκέψη, δεν άνθισαν στην Αίγυπτο ή στη Βαβυλώνα, όπου και πλούτος μεγαλύτερος υπήρχε και γνώσεις περισσότερες είχαν συσσωρευτεί, και επιπλέον η αυξημένη κρατική ισχύς εξασφάλιζε πιο μακρόχρονες περιόδους ειρήνης;

Πολλοί μιλάνε για το ελληνικό θαύμα, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, οφείλεται στη φυλετική ανωτερότητα των Ελλήνων. Ανοησίες. Παρόμοιοι ισχυρισμοί είναι απλές αντιεπιστημονικές καυχησιολογίες. Καταρχήν η ίδια η ιδέα του θαύματος δεν είναι μονάχα αντιεπιστημονική: δεν είναι καν ελληνική. Οι Έλληνες διανοητές απέρριπταν τα θαύματα. Αυτοί θέλανε να εξηγούν τα διάφορα φαινόμενα, και το θαύμα δεν εξηγεί τίποτα. Αντικαθιστά την εξήγηση με θαυμαστικά. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έλεγε «πιο πολύ από όλα αξίζει η άθαμβη σοφία» [σοφίη άθαμβος αξίη πάντων] και ήθελε ο άνθρωπος με τη γνώση να κατακτήσει την «αθαμβία», να μη θαμπώνεται και θεωρεί υπερφυσικά, πράγματα και φαινόμενα που μπορούν να ερμηνευθούν.

Όσο για τη φυλετική ανωτερότητα, οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, ποτέ δεν ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο. Εκτός αν κράτησαν την περί ανωτερότητας άποψή τους μυστική επί αιώνες, για να την εμπιστευθούν στους «ελληνόψυχους», γιατί όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μιλάνε με σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση για τον πολιτισμό και τις γνώσεις των συγχρόνων τους Αιγυπτίων και Βαβυλωνίων, για την ηθική των Περσών, τη γενναιότητα των Θρακών και γενικά για τις αρετές των γειτονικών τους λαών. Ο Θουκυδίδης, αν και διαπιστώνει πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, δεν δέχεται πουθενά στο έργο του ανθρωπολογικές διαφορές, ενώ ο Ιπποκράτης αποδίδει την υπεροχή των Ελλήνων απέναντι στους Βαρβάρους σε εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες των χωρών όπου ζουν (αι ώραι αιτίαι) και όχι σε γενετικές διαφορές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , | 109 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος

Posted by sarant στο 8 Δεκέμβριος, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή έκτη, και είναι η τελευταία του 11ου κεφαλαίου, που έχει τον τίτλο: Ένας επικούρειος στον καιρό μας, παναπεί πλησιάζουμε προς το τέλος. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Στο τέλος του άρθρου λέω το ανέκδοτο με τα φλιτζάνια για αριστερόχειρες, που το αναφέρει ο παππούς μου σ’ ένα ποίημά του και που μπορεί να μην το ξέρουν κάποιοι.

mimis_jpeg_χχsmallΌσο περνούσαν τα χρόνια γινόταν ένας καλοσυνάτος και ευχάρι­στος ηλικιωμένος. Σ’ αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους που όταν γεράσουν αρχίζουν να λένε είτε βλακείες είτε κακίες και γενι­κώς πράγματα ανούσια και πληκτικά, ο ποιητής πέτυχε να γίνει αυτό που ο Δημόκριτος θεωρούσε ως ιδανική κατάληξη του ανθρώπινου βίου: γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος, δηλαδή καλοσυνάτος γέρος που λέει πάντα ενδιαφέροντα πράγματα. Πραγματικά η συνα­ναστροφή μαζί του ήταν αληθινή απόλαυση. Είχε καθιερώσει στα οικογενειακά τραπεζώματα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρο­νιάς να διαβάζει κάποιο διήγημα του Παπαδιαμάντη εις επήκοον της ομήγυρης, ενώ στις συνεστιάσεις της Λεσβιακής Παροικίας οπωσδή­ποτε θα τον καλούσαν να απαγγείλει ποιήματά του.

Τόσο στο Τολό και στο Ξυλόκαστρο, όπου μονίμως και εναλλάξ παραθέριζε, όσο και στην Αίγινα στη συμπεθέρα και στο πολυπληθές συγγενολόι της, ήταν πολύ αγαπητός και η παρέα του περιζήτητη. Οι γνωστοί και φίλοι που απέκτησε εκείνη την περίοδο ανήκαν στις πιο διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Στο Ξυλόκαστρο γνωρίστηκε με τον γλύπτη Χάρη Σακελλαρίου, ο οποίος του έκανε και ένα πολύ πετυχημένο πορτρέτο, αλλά και με το χασάπη και αυτοσχέδιο ποιητή Γιάννη Αθανασόπουλο, που έγραψε ένα κάπως αφελές στιχούργη­μα, αφιερωμένο στη γνωριμία τους. Ο Νίκος σ’ ανταπόδοση έγραψε το παρακάτω ποίημα, που το χάρισε στο φίλο του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Ανέκδοτα, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , | 151 Σχόλια »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2012

Για τη σημερινή επίσκεψη δεν θέλω να γράψω, και ευτυχώς η ρουτίνα του ιστολογίου (σήμερα είναι μέρα που βάζω κομμάτια από το βιβλίο του πατέρα μου) με απαλλάσσει από την όποια υποχρέωση. Πάντως, αν θέλετε να δείτε ορισμένα λεξιλογικά του θέματος, έχω ένα παλιό άρθρο.

Tο σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Επειδή έχω παραλείψει μερικά ενδιάμεσα, να πω ότι βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να φύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη. Οπότε, πατέρας και γιος ξεκινάνε, φυσικά με τα πόδια. Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 49 Σχόλια »

Σπουδή επί του γήρατος

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2010

Άρθρο του πατέρα μου, Δημ. Σαραντάκου, από τη σημερινή εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης.
 
Οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πολύ κακό πράγμα τα γηρατειά και με το δίκιο τους εδώ που τα λέμε. Σκεφτείτε τι τραβούσαν οι άνθρωποι όταν τους παίρνανε τα χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν ούτε γυαλιά πρεσβυωπίας, ούτε τεχνητές μασέλες, ούτε ακουστικά βαρηκοΐας. Αφού σε μερικούς τόπους, όπως η Κέα, επιχωριάζανε πρακτικές «ευθανασίας» των γέρων, κατάλοιπο της προϊστορικής εποχής, όταν ο ανήμπορος άνθρωπος αποτελούσε δυσβάστακτο βάρος για την κοινότητα, ιδίως σε νομαδικούς πληθυσμούς.

Αν νικούσε ο Χίτλερ, αυτή η πολιτική θα είχε γίνει προ πολλού νόμος στην Ενωμένη Εθνικοσοσιαλιστική Ευρώπη. Ήδη τον καιρό του πολέμου είχαν εφαρμόσει δοκιμαστικά τέτοιαν ευθανασία σε «άτομα με ειδικές ανάγκες». Τι θα τους εμπόδιζε να την εφαρμόσουν και σε γέρους; Το κακό είναι πως ο ίδιος αυτοκτόνησε στο «άνθος» της ηλικίας του, μόλις 56 χρονών.

Βέβαια, τότε «γέρους» λέγανε τους 40άρηδες και 50άρηδες. «Δεν ήτο όλως διόλου γέρων, τεσσαράκοντα ετών άνθρωπος…» γράφει στα «Φραγκλέικα» ο Παπαδιαμάντης και ο Κολοκοτρώνης όταν πολιορκούσε την Τριπολιτσά ή όταν κατάστρεφε τα στρατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια, ήταν 50άρης κι όμως τον λέγανε ο «γέρος του Μωριά».

Τώρα όμως με την παράταση του προσδόκιμου ορίου ζωής, γέμισε ο κόσμος με γερόντια. Ποτέ ίσως στα περασμένα χρόνια δεν υπήρχαν τόσοι 80άρηδες και βάλε. Για όσους βάζουν το χρήμα και το κέρδος πάνω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, αυτό είναι σκέτη συμφορά. Και δυστυχώς τέτοιοι τύποι καθορίζουν την κοινωνική πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι οποίες απλώς εξαγγέλλουν και υπόσχονται.

Για τους τύπους αυτούς (οι οποίοι, σημειωτέον, αμείβονται πλουσιοπαρόχως) είναι σχεδόν απαράδεκτο να συνταξιοδοτούν τα ταμεία ασφαλισμένους, επί 20 και πάνω χρόνια, από τότε δηλαδή που τους πήρε το όριο ηλικίας, και να επιβαρύνονται με τις αναπόφευκτες δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης των ασφαλισμένων, που μετά τα 60 αυξάνονται κατακόρυφα.

Κάνουν πως ξεχνούν πως τα λεφτά που δίνουν τα ταμεία σε συντάξεις και περίθαλψη είναι λεφτά των ίδιων των ασφαλισμένων, που επί 35 χρόνια τους τα παρακρατούσαν από την αμοιβή τους. Και τα οποία λεφτά κατασπατάλησαν και διασπάθισαν οι διοικήσεις των ταμείων.

Μια που δεν είναι λοιπόν εφικτή η λύση της αναγκαστικής ευθανασίας, θα πρέπει να βρεθούν άλλες, πιο ήπιες και πολιτισμένες, λύσεις αξιοποίησης των γέρων. Να τους ανατεθούν κάποια καθήκοντα, που θα μπορούσαν να τα αναλάβουν ικανοποιητικά: να φυλάνε και να απασχολούν τα εγγόνια τους, να αποδελτιώνουν και να αρχειοθετούν έγγραφα και άλλα παρόμοια. Βέβαια θα έπρεπε να υπάρχει κάποια «σχολή» που να προετοιμάζει τους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν δημιουργικά την τρίτη (και τέταρτη) περίοδο της ηλικίας τους. Να τους μπάζει στον μαγικό κόσμο της Πληροφορικής, να τους ενθαρρύνει να κάνουν παρέες, να τους πείθει με ένα λόγο, πως δεν είναι καταδικασμένοι να περνούν τις μέρες τους άπρακτοι στα καφενεία, σαν τον γέρο εκείνον του Καβάφη.

Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος

Σκυμμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος

Με μιαν εφημερίδα μπρός του, χωρίς συντροφιά…

Ο Δημόκριτος, που πέρασε τα 100, τέτοιου είδους «εκπαίδευση» ήθελε για τους γέρους, όταν έλεγε πως ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος πρέπει γερνώντας να γίνει «γέρων αιμύλος και σπουδαιόμυθος» ήγουν να είναι καλοσυνάτος και να λέει ενδιαφέροντα πράγματα. Γιατί κακά τα ψέματα. Οι περισσότεροι γέροι λένε ή βλακείες ή κακίες. Ο ίδιος ο Δημόκριτος άλλωστε λέει κάπου: «νεκρόν ιατρεύειν ή γέροντα νουθετείν, ταυτόν εστί».

Και έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος της «σπουδής για το γήρας» που επιχειρώ. Νομίζω πως όπως υπάρχει όριο ηλικίας, μέχρι το οποίο μπορεί κανείς να εργάζεται σε μιαν υπηρεσία, θα έπρεπε να μπει ανάλογο όριο ηλικίας, πέρα από το οποίο δε θα μπορεί κανείς να ασχολείται με την πολιτική και άλλο, ακόμα πιο περιορισμένο όριο, πέρα από το οποίο δε θα μπορεί κανείς να διοικεί οτιδήποτε: από Κοινότητα ή Δήμο μέχρι Οργανισμό και Υπουργείο.

Γιατί είναι τουλάχιστον παράλογο, για να μην το χαρακτηρίσω ανήθικο, να μη σ’ αφήνουν μετά τα 65 σου χρόνια να δουλέψεις σαν υπάλληλος σε ένα Δήμο ή σε ένα Υπουργείο, αλλά να μπορείς να το διοικείς σαν Δήμαρχος ή σαν Υπουργός 70 και πάνω χρονών. Για να μη μιλήσω για τους υπέργηρους δεσποτάδες που θέλουν στα 70 και στα 80 τους να διοικούν μητροπόλεις.

Ο γέρος των 70 και των 80 έχει συσσωρεύσει πολύτιμη πείρα και πάμπολλες γνώσεις, που θα μπορούσαν να είναι πολύ χρήσιμες στην κοινότητα. Δεν μπορεί όμως να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της διοίκησης. Αυτές χρειάζονται 40άρηδες και 50άρηδες. Μόνο σ’ αυτή την ηλικία οι άνθρωποι αποδίδουν.

Όπως προαναφέρω, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης ήταν 52 χρονώ στα Δερβενάκια. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε αυτοκράτορας στα 30 του χρόνια και πέθανε 51. Ο Λένιν πέθανε στα 54 χρόνια του, αφού στο μεταξύ πρόλαβε να κάνει την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αλλά και ο Μάο, μπορεί να πέθανε 83 χρονών, στη Μεγάλη Πορεία όμως ήταν 35άρης και στο Πεκίνο μπήκε θριαμβευτής 55 χρονών. Για να μη μιλήσω για τους Ροβεσπιέρους, τους Δαντών, τους Σαιν Ζυστ, αλλά και για τον Γκεβάρα, τον Σιενφουέγκος και τον Κάστρο, που όλοι τους, στην ακμή της δράσης τους ήταν 30άρηδες.

Ας περιοριστούμε λοιπόν οι γέροι στο τιμητικό καθήκον του συμβούλου και του αφηγητή και ας αφήσουμε τη διοίκηση στους νεώτερους, οπωσδήποτε κάτω των 60. Μεταχειρίζομαι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο γιατί, για όσους δεν το ξέρουν, έχω περάσει τα 80.

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , | 8 Σχόλια »