Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Διαβάτης’

Η μπλόφα και η ιστορία της

Posted by sarant στο 21 Μαρτίου, 2013

Και ενώ το κυπριακό θρίλερ συνεχίζεται, με προοπτικές να εξακολουθήσει για αρκετές μέρες, το ιστολόγιο δεν ξεχνάει ότι έχει κατεξοχήν γλωσσικό χαρακτήρα (ή αλλιώς: εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν πολιτικολογούμε) κι έτσι σήμερα θα δούμε την ιστορία μιας λέξης που ακούστηκε κάμποσο τις τελευταίες μέρες, τη λέξη μπλόφα. Σε έναν κυπριακό ιστότοπο διάβασα χτες ένα άρθρο με τίτλο «Η Κύπρος απάντησε στη μπλόφα της Γερμανίας«. Πρόκειται για μετάφραση από άρθρο της Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, η δε διατύπωση στο πρωτότυπο είναι Cypriot parliament calls Germany’s bluff. Έτσι λέγεται στα αγγλικά, to call one’s bluff. Καλή απόδοση το βρίσκω. Κάποτε που το είχαμε συζητήσει στη Λεξιλογία, θέλοντας μη χαρτοπαικτική απόδοση, είχαμε καταλήξει σε αποδόσεις όπως «δεν μάσησε / δεν το’χαψε».  Βέβαια, όσοι έχουν δώσει μάχες πάνω από την πράσινη τσόχα, δεν λένε «απαντώ», λένε «τα βλέπω», αλλά απόδοση «είδε τη μπλόφα» δεν στέκει.

Μπλόφα είναι η ενέργεια με την οποία κάποιος προσπαθεί να παραπλανήσει τον αντίπαλό του, να δημιουργήσει ψεύτικη εντύπωση για τις προθέσεις του ή τις δυνατότητές του. Η λέξη ανήκει στη χαρτοπαικτική ορολογία, αλλά έχει περάσει εδώ και πολύ καιρό στην καθημερινή ζωή. Στο πόκερ, από όπου προέρχεται η λέξη, ο παίκτης που μπλοφάρει (που κάνει μπλόφα, δηλαδή) προσπαθεί, με την ποσότητα αλλά και με το ρυθμό του πονταρίσματός του, καθώς και με τη γενικότερη συμπεριφορά του, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι έχει πολύ καλό χαρτί και να φοβήσει τους αντιπάλους του ώστε να πουν πάσο.

Η λέξη προέρχεται από το αγγλικό bluff, που όμως έχει σκοτεινή ετυμολογία. Η αγγλική λέξη είναι και ρήμα και ουσιαστικό, και δεν είναι σαφές ποιο από τα δύο δημιουργήθηκε πρώτο, αν και το ρήμα καταγράφεται νωρίτερα. Το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη βρίσκει ολλανδική αρχή στην αγγλική λέξη, αλλά το OED περιορίζεται να πει ότι η αρχική σημασία του ουσιαστικού bluff είναι οι παρωπίδες των αλόγων και μετά προέκυψε η σημασία ‘παραπλανώ’, αλλά δεν λέει κάτι για την αρχή της λέξης, που την τοποθετεί στον 17ο αιώνα. Η χαρτοπαικτική σημασία εμφανίζεται στα αμερικάνικα, στα μέσα του 19ου αιώνα. Όσο για το πέρασμα της  λέξης στα ελληνικά, τόσο ο Μπαμπινιώτης όσο και το ΛΚΝ θεωρούν ότι εμείς πήραμε τη λέξη από τα γαλλικά, κάτι που φαίνεται πολύ λογικό αφού το 1900 τα γαλλικά ήταν η διεθνής γλώσσα.

Η λέξη έχει ενσωματωθεί θαυμάσια στη γλώσσα μας, όπως τα περισσότερα θηλυκά σε -α, και μάλιστα έχει δώσει και παράγωγα, το ρήμα «μπλοφάρω», το ουσιαστικό «μπλοφάρισμα» και το άλλο ουσιαστικό «μπλοφατζής» (αυτός που κάνει συχνά μπλόφες), μια αρμονική συνεργασία αγγλοσαξονικού θέματος με τουρκογενές επίθημα. Υπάρχει και ο νεότερος «μπλοφαδόρος», που δεν λεξικογραφείται σε ΛΝΕΓ και ΛΚΝ. Εδώ τα λεξικά δείχνουν συντηρητισμό, διότι μπορεί ο μπλοφατζής να έχει απαθανατιστεί στη φερώνυμη ταινία του Λάμπρου Κωνσταντάρα, αλλά ο μπλοφαδόρος σήμερα χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο, όπως δείχνει το γκουγκλ. Άλλωστε, ο Νίκος Παπάζογλου δίδαξε ότι «είναι κάτι μπλοφαδόροι που παινεύουν τη δουλειά, μπράβοι και κοντυλοφόροι καθενού μαχαραγιά». Θυμάμαι επίσης πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια ότι ένας φίλος εκδότης είχε βγάλει μια σειρά βιβλίων (ήταν οδηγοί γραμμένοι με χιουμοριστικό ύφος) που είχαν τον τίτλο «Το εγκόλπιο του καλού μπλοφαδόρου» (π.χ. για το σεξ, το μάρκετινγκ, το ποδόσφαιρο, τις δημόσιες σχέσεις κτλ.)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ετυμολογικά, Εφημεριδογραφικά, Ιστορίες λέξεων, Χρονογραφήματα, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , , , , , | 108 Σχόλια »