Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Διδώ Σωτηρίου’

Πρόσφυγες στα νεκροταφεία – Απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2020

Τις μέρες αυτές, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων στη Μόρια από τη φωτιά (εμπρησμός και από ποιον, τυχαία ή άθελη πυρκαγιά δεν έχει σημασία -όταν στοιβάζεις 13000 σε χώρο για 3000 το κακό περιμένει να συμβεί) είδαμε φωτογραφίες προσφυγικών οικογενειών να κοιμούνται στο νεκροταφείο ανάμεσα στα μνήματα.

Kάποιοι θυμήθηκαν ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που περιγράφει μιαν αντίστοιχη σκηνή, που σίγουρα θα συνέβη και δεν θα είναι μυθοπλαστικό εύρημα.

Στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου, στα νεκροταφεία καταφεύγουν κυνηγημένοι Ρωμιοί της Σμύρνης καθώς ο στρατός του Κεμάλ ετοιμάζεται να μπει στην πόλη το 1922 -του παραχρόνου θα’χουμε κι αυτή την επέτειο των 100 χρόνων.

Φυσικά, κατά τα άλλα οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς ανάμεσα στη Σμύρνη του 22 και στη Μόρια του 20.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολύ γνωστό, αφού διανεμήθηκε και στα σχολεία, όμως μια επανάληψη του αποσπάσματος αξίζει, είναι πολύ μαεστρικά δοσμένη, μέσα από τους διαλόγους, η εναλλαγή των συναισθημάτων, από την ελπίδα στον φόβο και πίσω πάλι.

Μεταφέρω ένα εκτενές απόσπασμα από το μυθιστόρημα (σελ. 306-321).

—Τί έχεις, γιε μου; Τί σε βασανίζει; Πιστεύεις πως θα ’χουμε κι άλλες φασαρίες; Λες;

—Λέω, μάνα! Λέω! Σε λίγες ώρες οι Τούρκοι θα βρίσκονται στη Σμύρνη. Πάρτε το χαμπάρι.

—Θε και Κύριε! σταυροκοπήθηκε. Κουνήσου, παιδάκι μου, από τη θέση σου… Είναι δυνατόν!

Η αδερφή μου, η άμοιρη, που ύστερα απ’ τις δυο ατυχίες της μόλις ξανακατάφερε να βρει αρραβωνιαστικό, μας κοίταξε μ’ αγωνία και μουρμούρισε όλο παράπονο:

—Πάλι δε θα προλάβω να βάλω στεφάνι!

Γύρισα στον κουνιάδο της, που έπινε το καφεδάκι του κι έστριβε τις μουστάκες του.

—Νικόλα, του είπα. Εσύ τι κάθεσαι και δε φεύγεις; Ξέχασες πόσους Τούρκους έκαψες; Το καλό που σου θέλω λάκισε! Καιρό δεν έχουμε. Όπου να ’ναι μπαίνει ο Μπεχλιβάν!

—Μπάαχ; έκανε περιφρονητικά ο Νικόλας. Τα παραλές!

Η μάνα μου αναστατώθηκε.

—Εσύ που συμβουλεύεις τους άλλους, μου ’πε, τι σκέφτεσαι να κάνεις;

—Εγώ, μάνα, θα πάω να παραθερίσω στο χτήμα π’ αγοράσατε, να κάνω καινούργιο τζιέρι!

Βούρκωσε, οι ρυτίδες βάθυναν στο βασανισμένο πρόσωπό της. Μετάνιωσα για τη σκληράδα μου.

—Μητέρα, είπα, έτσι που ήρθανε τα πράματα, λέω να μείνω μαζί σας. Μπορεί οι Τούρκοι να κρίνουνε σαν εγκληματίες πολέμου όσους φεύγουνε και να μην τους ξαναδεχτούνε πίσω.

—Μπρε, γιε μου, πως το ’παθες και παιδιαρίζεις; Αν πιστεύεις πως θα μείνουμε στο έλεος των τσέτηδων, σήκω φύγε!

—Τι να πα να κάνω, μάνα, στην Ελλάδα, μ’ άδεια χέρια; Ζήτουλας να γενώ;

—Κάλλιο ζήτουλας, παιδί μου, παρά… ωχ, δεν κακομελετώ! Δε λέω τίποτα! Θε και Κύριε, μη μας απομωραίνεις! Λυπήσου μας!

Άρχισε να σιγοκλαίει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Μυθιστόρημα, Μικρά Ασία, Προσφυγικό | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Τα ντουρσέκια της Σμύρνης

Posted by sarant στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Διαβάζω αυτές τις μέρες την αυτοβιογραφία της Ροζίτας Σώκου, ο Αιώνας της; Ροζίτας, σε δύο τόμους παρακαλώ των 500 σελίδων έκαστος -αλλά μ’αρέσουν οι αυτοβιογραφίες κι από μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, που τα δημοσίευσε ένας φίλος στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ είδα πως θα με ενδιαφέρει το βιβλίο κι έτσι το ξεκίνησα.

Όμως δεν θα παρουσιάσω το βιβλίο σήμερα -άλλωστε ακόμα βρίσκομαι στην αρχή του πρώτου τόμου (πάντως δεν έχει διαψεύσει ως τώρα τις προσδοκίες μου). Απλώς, θα πάρω την αφορμή από μια φράση του, να γράψω ένα σύντομο αρθράκι για μια λέξη ξεχασμένη σήμερα.

Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, η Ροζίτα Σώκου περιγράφει μιαν υπέρπλουτη Σμυρνιά θεία της, από τη μεριά της μητέρας της, η οποία, πριν από το 1922 βέβαια, είχε πει στους ελλαδίτες συγγενείς της:

«Εσείς εδώ», είπε με άπειρη περιφρόνηση, «προικίζετε τα κορίτσια με σπίτια; Εμείς στη Σμύρνη, στην Στάσα μας δώσαμε δυο ντουρσέκια και τρεις μαχαλάδες. …»

Βέβαια η Στάσα έπαιρνε απόγονο του θρόνου του Παλαιολόγου (ποιος ξέρει τι απατεώνας θα ήταν) οπότε θ’ άξιζε το πανωπροίκι. Τι ήταν όμως τα ντουρσέκια; Στο βιβλίο δεν δίνεται εξήγηση, αλλά νομίζω πως η λέξη θα προβληματίσει τους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες (όσοι την ξέρουν, ας το δηλώσουν στα σχόλια).

Τη λέξη την ήξερα επειδή την είχα συμπεριλάβει παλιότερα στις «Λέξεις που χάνονται«, απ’ όπου θα πάρω πολλά από αυτά που ακολουθούν.

ντερσέκι

Μια λέξη με πάμπολλους εναλλακτικούς τύπους, το ντερσέκι θα το βρείτε και ως ντιρσέκι, ντουρσέκι, ντρισέκι, τρισέκι, τερσέκι! Είναι η γωνία του δρόμου, το σταυροδρόμι, και συνεκδοχικά έχει πάρει τη σημασία «σοκάκι». Ντερσέκι λεγόταν επίσης ο γωνιωτός σωλήνας στις θερμάστρες. Δάνειο από το τουρκικό dirsek, που θα πει «αγκώνας, καμπή (π.χ. ποταμού)».

Στον θρυλικό Μπαταριά του Μαλακάση, τα ντερσέκια σημαίνουν σαφώς ‘σοκάκια’: «παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες, κι οι κάτω τα ντερσέκια τα στενά». Επομένως σφάλλει ο επιμελητής του σχολικού βιβλίου, που υποσημειώνει τη λέξη και την εξηγεί «γωνιά του δρόμου». Πρέπει να διορθωθεί η υποσημείωση σε «σοκάκι».

Τη λέξη τη βρίσκουμε και στο τραγούδι «Η κόρη του Πασά» (Ξαρχάκος-Γκάτσος) με τον Ξυλούρη: «Κάτω στα ντερσέκια τα παλιά / βλέπει να περνάει μια κοπελιά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μικρά Ασία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »