Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Διον. Σολωμός’

Δύο και δύο μοραΐτικες λέξεις (συνεργασία του Ορεσίβιου)

Posted by sarant στο 20 Αυγούστου, 2012

Το σημερινό άρθρο ήρθε ουρανόσταλτο στο ηλεγραμματοκιβώτιό μου από τον φίλο Ορεσίβιο -κι ενώ λογάριαζα να ανεβάσω κάποια επανάληψη, μια και βρίσκομαι σε διακοπές, με πολλή χαρά σας το παρουσιάζω, πολύ περισσότερο που αφορά τον βασικό τομέα ενδιαφερόντων του ιστολογίου, τις λέξεις. Λέξεις από τον Μοριά, διότι ο Ορεσίβιος ως γνωστόν κρατάει από τα μέρη της ορεινής Ολυμπίας, αν και στην πραγματικότητα και οι τέσσερις λέξεις είναι πανελλήνιες. Τέσσερις λέξεις μόνο, όμως παρουσιασμένες με αρκετές ανάσες και με αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα, έτσι που να συνδυάζεται το τερπνό με το ωφέλιμο. Οι δυο πρώτες λέξεις είναι σπάνιες, δεν τις έχουν τα μεγάλα σύγχρονα λεξικά. Οι άλλες δύο είναι πολύ γνωστότερες, αλλά η παρουσίασή τους δίνει την ευκαιρία για αναφορές στην παλιότερη αγροτική ζωή που ξεχνιέται. Προφανώς ο φίλος Ορεσίβιος ετοιμάζει μια ευρύτερη εργασία, αφού κάνει παραπομπές και σε άλλες λέξεις.

Επίσης, ο Ορεσίβιος έχει παραπομπές στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται, και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Έχω κάνει μερικές προσθήκες που τις βάζω με διαφορετικό χρώμα για να ξεχωρίζουν.

καταλαχάρης (ο), {επιρρ. καταλαχού}. Σε αρκετά μέρη της Πελοποννήσου, η λέξη καταλαχάρης, σημαίνει ο ξένος, ο περαστικός. Στο χωριό μου όμως (Διάσελλα Ολυμπίας) – και πιθανόν και σε άλλα χωριά – η λέξη χρησιμοποιείται αυστηρά με την έννοια του ανθρώπου που «περνάει τυχαία από το σπίτι μας» – ο οποίος μπορεί νάναι και συγχωριανός – ή «περνάει τυχαία από τα μέρη μας» ή βρίσκεται τυχαία σε κάποιο σημείο τη στιγμή που συνέβη ένα ευχάριστο ή δυσάρεστο γεγονός. «Εμείς, όταν καθόμαστε να φάμε, βάζουμε πάντα στο τραπέζι κι ένα παραπανήσιο ποτήρι, μη τυχόν κι έρθει κανάς καταλαχάρης…». Η δεύτερη χρήση, φαίνεται νάναι πιο κοντά, στην αρχαία και τη μεσαιωνική έννοια λέξης. Το ρήμα καταλαχαίνω <μσν.   καταλαχαίνω= συναντώ τυχαία < αρχ. καταλαγχάνω =παίρνω με κλήρο. Το επίρρημα καταλαχού , επίσης χρησιμοποιείται με τη σημασία του τυχαία. «Τι με μπλέκετε εμένα ρε παιδιά. Εγώ καταλαχού βρέθηκα εκεί…».  Με την ίδια έννοια συναντάμε το καταλαχού σε παλιές εκδόσεις. Ο Ευγ. Βούλγαρης, ο οποίος έγραφε τα επιστημονικά του συγγράμματα σε λόγια και αρχαΐζουσα γλώσσα, την παράφραση του διηγήματος του Βολταίρου «Μέμνων» (που βγήκε επισυναπτόμενο στην «Βοσπορομαχία του Senior Momars» εκδ. Βενετία 1792), την έκανε στη δημώδη γλώσσα της εποχής του. Το καταλαχού το χρησιμοποιεί με την έννοια του τυχαία. Με την έννοια του τυχαία, αναφέρεται επίσης το καταλαχού, σε παλιότερη έκδοση, στον «Παστόρ φίδο» του εκ Ζακύνθου Μιχ. Σαμουράκη Σουμμάκη, εκδ. Βενετία 1658.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »