Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δρόμος της Αριστεράς’

Κωνσταντινούπολη, η πόλη που ανήκει σε όσους τη νιώθουν και την αγαπούν (άρθρο του Στέλιου Ελληνιάδη)

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2018

Την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς συνάντησα τον φίλο Στέλιο Ελληνιάδη. Κρατούσε το τελευταίο φύλλο του «Δρόμου της Αριστεράς» και μου έδειξε το άρθρο που θα σας παρουσιάσω σήμερα -«το καλύτερο άρθρο που έχω γράψει για την Κωνσταντινούπολη», είπε. «Θα το βάλω στο ιστολόγιο κάποια στιγμή», του είπα. Καθώς χτες είχα ταξίδι και δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο, θεώρησα πως είναι κατάλληλη η στιγμή για την αναδημοσίευση.

Ο Στέλιος, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κρατάει στον Δρόμο της Αριστεράς ένα δισέλιδο που έχει τον τίτλο «Περίπτερο Ιδεών». Το άρθρο δημοσιεύτηκε, φυσικά, και στον ιστότοπο της εφημερίδας.

Κωνσταντινούπολη, η πόλη που ανήκει σε όσους τη νιώθουν και την αγαπούν

Η Νέα Υόρκη είναι αμερικάνικη, η Μόσχα ρώσικη, το Παρίσι γαλλικό, το Λονδίνο αγγλικό, το Βερολίνο γερμανικό, η Αθήνα ελληνική. Η Κωνσταντινούπολη, όμως, ενώ βρίσκεται μέσα και κατοικείται από πολίτες του τουρκικού κράτους, βασικά Τούρκους και Κούρδους, δεν είναι τουρκική. Όπως δεν είναι ελληνική, ρωμαϊκή, φράγκικη, οθωμανική, πολυθεϊκή, χριστιανική ορθόδοξη, αιρετική ή καθολική, μουσουλμανική, ούτε βέβαια ρώσικη, αρμένικη ή εβραϊκή. Είχε αυτοκράτορες και αυτοκρατόρισσες, σουλτάνους και σουλτάνες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, Ιταλούς, Μακεδόνες, Ίσαυρους, Ιλλυριούς, Σλάβους, Θράκες, ‘Ιβηρες, Χαζάρους, Έλληνες, Αρμένιους, Γαλάτες, Πέρσες, Άραβες, Οθωμανούς, Τούρκους, από πολλές φυλές και εθνότητες (Παφλαγόνες, Δάκες, Φρύγες, Λυδούς, Πάρθους, Κούρδους κ.ά.). Κανένας από τους 91 αυτοκράτορες και τους 36 σουλτάνους, συν τις συμβίες τους, δεν έμεινε στην ιστορία με αναφορά στην εθνική του καταγωγή, με εξαίρεση τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο, τον Λέοντα Δ΄ τον Χάζαρο και την Ειρήνη την Αθηναία. Ασφαλώς, η παράλειψη αυτή οφείλεται στο ό,τι οι αυτοκρατορίες αυτές, με συνολική διάρκεια ζωής 1600 χρόνια, ήταν πολυεθνικές και όχι εθνικές. Αλλά, αυτό ακριβώς το γεγονός συνέτεινε ώστε η Πόλη να αποκτήσει μέσα σε 16 αιώνες ένα χαρακτήρα, μία «φύση» μοναδική και ξεχωριστή, η οποία όσο κι αν συμπιέζεται και παραβιάζεται παραμένει υπαρκτή και αισθητή ακόμα και από τον πιο αδαή κάτοικο ή επισκέπτη. Καθένας μπορεί να την αισθανθεί δική του, να τη νιώσει ελληνική, τούρκικη, οικουμενική ή ατομικά προσωπική. Κάτι που δεν ισχύει για καμία άλλη πόλη του κόσμου, όσα θέλγητρα κι αν έχει. Μάταια προσπαθούν οι εθνικιστές να τη στριμώξουν μέσα στα κουτάκια τους.

Ατενίζοντας την Αγία Σοφία (φωτο Στ. Ελληνιάδης, 2002)

Η πόλη όλων

Η Κωνσταντινούπολη έχει τον δικό της πολιτισμό χωρίς να είναι πάντα η ίδια. Πολλοί Τούρκοι, παλιοί της κάτοικοι και καλλιεργημένοι αστοί, νοσταλγούν τους Έλληνες που ξεριζώθηκαν γιατί η παρουσία μας συμβόλιζε τη διαχρονική Κωνσταντινούπολη. Δεν τους λείπουμε για την οικονομική μας συνδρομή στον πλούτο της πόλης, η οποία έτσι κι αλλιώς στην τελευταία φάση της ανθηρής μας κοινότητας δεν ήταν πια τόσο καθοριστική, αφού η πόλη μεγάλωνε και η συμμετοχή μας μίκραινε. Μάλιστα, σήμερα, ακόμα κι αν δεν είχαμε φύγει, θα ήμασταν πολύ λίγοι ανάμεσα στα 15-17 εκατομμύρια που την έχουν κατακλύσει. Μας νοσταλγούν γιατί η τουρκοποίηση, εκ προθέσεως και εκ των πραγμάτων, αντιβαίνει στον ενσωματωμένο οικουμενικό υπερεθνικό χαρακτήρα της Πόλης. Οι περί ου ο λόγος Τούρκοι ξέρουν τι αξία έχει αυτή η φυσιογνωμία της Πόλης και αυτήν επιθυμούν να έχει. Αυτή τους γεμίζει κι αυτήν έχουν ανάγκη να διαφυλάξουν από την κακοποίηση και την αλλοίωση. Τη θεωρούν στολίδι της χώρας τους με βάση την ιστορία της. Γι’ αυτό νοσταλγούν τους «Ρουμ», τους «μειονοτικούς», τους «γκιαούρηδες» που έλεγαν οι φανατισμένοι εθνικιστές. Γι’ αυτό δεν θέλουν να φύγει το Πατριαρχείο. Γι’ αυτό δεν ενοχλούνται καθόλου όταν κάποιος αποκαλεί την πόλη τους Κωνσταντινούπολη. Και γι’ αυτό διαμαρτύρονται και αντιστέκονται με μεγάλο ρίσκο στην ανέγερση των ουρανοξυστών και την «αξιοποίηση» του πάρκου Γκεζί. Όχι μόνο για τους περιβαλλοντικούς λόγους που αγωνίζονται οι ευαίσθητοι άνθρωποι σε κάθε μέρος του κόσμου. Η υπεράσπιση της αισθητικής της Πόλης έχει και μία άλλη διάσταση, διιστορική και υποδόρια, που κάνει τους πολίτες να συνταράσσονται όταν οι εξουσίες και τα οργανωμένα συμφέροντα ασελγούν πάνω της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Αγιασμοί δίχως ιερό (αναδημοσίευση κειμένου του Γιάννη Πατίλη)

Posted by sarant στο 23 Νοέμβριος, 2017

Την προηγούμενη εβδομάδα αναδημοσίευσα το άρθρο ενός φίλου εκπαιδευτικού, το οποίο παρουσίαζε 5+1 άμεσες και εύκολες βελτιώσεις για το Γενικό Λύκειο. Όπως ήταν φυσικό, η συζήτηση, πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα, επεκτάθηκε γενικά στην κατάσταση της εκπαίδευσης.

Παίρνοντας αφορμή από το άρθρο αυτό, ο φίλος Γιάννης Πατίλης μου έστειλε ηλεμήνυμα στο οποίο μου γράφει ότι «πολλά σωστά λέει ο συνάδελφος, κι ας είναι στα ‘χαμηλά’ ζητήματα της εκπαιδευτικής πράξης». Εκτός από ποιητής (και άλλα πολλά), ο Γιάννης Πατίλης ήταν μάχιμος εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έως τη συνταξιοδότησή του, και, όπως μου γράφει, ελπίζει ελάχιστα και μόνο «στις εκ των κάτω δράσεις και πρωτοβουλίες των ίδιων των δασκάλων -όπως ετούτη που μας παρουσίασες-, αυτών, δηλαδή, που έχουν τα κουράγια και η δουλειά τους έχει γίνει το μεράκι τους. Ευτυχώς οι σχολικές μονάδες διαθέτουν ακόμη κάποια ρευστή ‘τοπικότητα’ και άρα ελπίδα να πετύχει το ‘ μερικό’ εκεί που διακόσια χρόνια τώτα δεν κατάφερε ποτέ του να πετύχει το ‘γενικό’.»

Ο Γιάννης μού στέλνει ένα άρθρο του, ήδη δημοσιευμένο στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, στο οποίο, παίρνοντας αφορμή από ένα εύρημα στην Ακρόπολι το 1888, σε συνδυασμό με μια πρόσφατη δήλωση του υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου περί παραπαιδείας, διατυπώνει επτά συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, ιδίως της λυκειακής. Νομίζω ότι το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, οπότε με χαρά το αναδημοσιεύω. Προσθέτω το λινκ προς το άρθρο της Ακροπόλεως του 1888.

Αγιασμοί δίχως ιερό

(Τυχαία ευρήματα. [Όρος εθνοκλινικός].)

του Γιάννη Πατίλη

 

Οι θεσμοί της παραπαιδείας έχουν μετατραπεί σε οργανικό μέρος του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Κώστας Γαβρόγλου, υπουργός Παιδείας, Αυγή, 3 Σεπτ. 2017 (συνέντ.)

Επειδή έχω την ασυνήθιστη συνήθεια εκτός από το δίκτυο να «σερφάρω» και στα τεκμήρια του ιστορικού μας παρελθόντος, πρόσφατου και απώτερου, έπεσα προ μηνός σε ένα δημοσίευμα της Ακροπόλεως της Τετάρτης 7 Σεπτεμβρίου 1888 (!) που δίνει στον παραπάνω «αθώο» παρακείμενο («έχουν μετατραπεί») του υπουργού Παιδείας, και μ’ όλο το βάρος του συντελεσμένου που διαθέτει, ένα τέτοιο ιστορικό βάθος, που εγώ, τουλάχιστον, δεν θα τολμούσα, μ’ όλη την ιστορική μου καχυποψία, να φανταστώ! Το θέμα μου, βεβαίως, και το ζωτικό ενδιαφέρον (μιας και ακόμη με συντηρεί ως συνταξιούχο εκπαιδευτικό το δημόσιο), δεν είναι η παραπαιδεία, αλλά το ίδιο το σύστημα της λαϊκής παιδείας μας, του οποίου αποτελεί ανεστραμμένο κάτοπτρο. Παραθέτω το δημοσίευμα (εδώ το πρωτότυπο):

Οι καθηγηταί και η ιδιωτική διδασκαλία

Πολλοί των καθηγητών, των εχόντων δημοσίας θέσεις και διδασκόντων ιδίως εις τας πόλεις, διαθέτουσι συνήθως τόσας πολλάς εις ιδιωτικήν διδασκαλίαν ώρας, ώστε ολίγος ή ουδόλως απομένει εις αυτούς καιρός, όπως προετοιμάζωνται πρεπόντως και διδάσκωσι μετά της απαιτουμένης εμβριθείας και ηρεμίας, αφού μάλιστα διατρέχουσι πολλάκις μακράς οδούς και φθάνουσι κατάκοποι και ασθμαίνοντες. Παρετηρήθη δυστυχώς, ότι εις τοιαύτην κερδοσκοπικήν διδασκαλίαν επιδίδονται και γυμνασιάρχαι και διευθυνταί διδασκαλείων επί μεγίστη βλάβη των εκπαιδευτηρίων, των οποίων την τύχην ενεπιστεύθη εις αυτούς το δημόσιον.

Είνε αληθές, ότι οι δημόσιοι καθηγηταί έχουσι εκ του νόμου το δικαίωμα να διδάσκωσιν εις ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ή εις οικίας δώδεκα ώρας, αλλά του δικαιώματος τούτου εγένετο μεγάλη κατάχρησις. Προς άρσιν του κακού εξέδωκε το υπουργείον εγκύκλιον, δι’ ης αυστηρότατα απαγορεύει πάσαν υπέρβασιν του ορίου των δώδεκα ωρών επί ποινή αυστηροτάτη. Είχον καταντήσει πολλοί καθηγηταί να θεωρώσι το κύριον αυτών καθήκον ως τι πάρεργον.

(Ακρόπολις, 07-09-1888)

Εκατόν είκοσι εννέα χρόνους πριν η «παραπαιδεία» είναι ήδη συγκροτημένη ως παρα-κρατικός θεσμός, ημιαναγνωρισμένη από το ίδιο το κράτος, με εκπλήσσουσα ομοιότητα προς την τωρινή στα δομικά της στοιχεία και τις βλαπτικές της συνέπειες για τα συμφέροντα της δημόσιας εκπαίδευσης. Στοιχειώδης λογική και ιστορική κατανόηση της εν λόγω κοινωνικής παθογένειας καταλήγει σε τρία τουλάχιστον θεμελιώδη συμπεράσματα:

(1) H «παραπαιδεία» δεν είναι χθεσινό ή προχθεσινό φαινόμενο, αλλά έχει βαθειές ιστορικές ρίζες μέσα στο σώμα της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και συνιστά ανθεκτική επιθυμία μεγάλης μερίδας μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Είναι σχεδόν η εθνική εκπαιδευτική μας ταυτότητα ή «ιδιοπροσωπία».

(2) Η «παραπαιδεία» τρέφεται από τις σάρκες της κρατικής παιδείας και αποτελεί αντικοινωνική «διόρθωση» των δομικών και μακροχρόνιων στρεβλώσεών της, ευνοούμενη από την απαξίωση στη συνείδηση της κοινωνίας της ίδιας της δημόσιας εκπαίδευσης.

(3) Η απαξίωση αυτή έχει να κάνει με την εκ γενετής πελατειακή και αναξιοκρατική συγκρότηση του νεοελληνικού δημόσιου τομέα και την συνεπακόλουθη ευρεία κοινωνική αντίληψη ότι η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα παρέχει πρωτίστως δικαιώματα καί εξασφάλιση για τον εργαζόμενο και δευτε­ρευόντως σοβαρές υποχρεώσεις ατομικής αυτοβελτίωσης και κοινωνικής προσφοράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Κάποιος να προστατέψει τους ποιητές! (συνεργασία της Τάνιας Ραχματούλινα)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2014

Στον παλιό μου ιστότοπο δημοσίευα πότε-πότε κριτικές μεταφράσεων, κάτι που δεν το κάνω και τόσο συχνά στο ιστολόγιο, ίσως επειδή το θέμα είναι πολύ ειδικό. Μια τέτοια κριτική θα δημοσιεύσω και σήμερα, όμως στο μεγαλύτερο μέρος της γραμμένη από μια καινούργια γνωριμία αλλά ήδη καλή φίλη, μια και τη διαβάζω από παλιά, την Τάνια Ραχματούλινα, που σχολιάζει πότε-πότε και στο ιστολόγιο. Η Τάνια δεν είναι Ρωσίδα (είναι Κύπρια), αλλά έχει σπουδάσει στην τότε ΕΣΣΔ και έχει ζήσει πολλά χρόνια στη Ρωσία. Το κείμενό της αφορά τα απαράδεκτα λάθη στη μετάφραση της ποίησης του Βλαντίμιρ Βισότσκι στη συλλογή «Ο Άγιος Βλαδίμηρος του πάθους» (μτφρ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης). Η κριτική δημοσιεύτηκε ήδη στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», στη στήλη του κοινού μας φίλου Στέλιου Ελληνιάδη, εδώ όμως την παραθέτω μαζί με κάποια δικά μου σχόλια, που για να ξεχωριζουν τα βάζω με κόκκινο χρώμα, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στο ιστολόγιο δεν έχω περιορισμό χώρου όπως στις εφημερίδες. Καναδυό σημεία της αρχικής δημοσίευσης τα παρέλειψα.

Για να μπορεί να ακουστεί και η άλτερα παρς, στις περισσότερες περιπτώσεις παρατίθεται ο αριθμός της σελίδας του βιβλίου, ενώ βάζω και λινκ προς μεταφράσεις των ίδιων ποιημάτων σε άλλες γλώσσες. Να προσθέσω ότι και πριν από πέντε χρόνια είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο μιαν άλλη αρνητική κριτική για μετάφραση του ίδιου μεταφραστή, τότε στον Μαγιακόφσκι («Σύννεφο με πλαστικά παντελόνια«), δυστυχώς όμως ίδιου τύπου λάθη και παρανοήσεις επαναλαμβάνονται και εδώ.

 

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ!

Τάνια Ραχματούλινα

vyssb192369Αγόρασα πρόσφατα τρία βιβλία, το ένα είναι το «Βλαδίμηρος Βισότσκι – Ο άγιος Βλαδίμηρος του πάθους», εκδόσεις bibliotheque, 2013, με την ένδειξη: Συλλεκτική έκδοση σε 500 αριθμημένα αντίτυπα (εγώ είμαι το 132ο θύμα). Το δεύτερο είναι το «Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Βέρστια», εκδόσεις Ενδυμίων, 2013, και το τρίτο είναι το: «Β.Μ. Γκάρσιν, Το κόκκινο λουλούδι», εκδόσεις Πόλις, Μάρτιος 2014. Μεταφραστής και των τριών βιβλίων, από τα ρωσικά, είναι ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Κάθε φορά που βλέπω στα βιβλιοπωλεία μια καινούργια μετάφραση ρωσικών βιβλίων χαίρομαι ιδιαίτερα, γιατί θέλω αυτή η σπουδαία λογοτεχνία –κλασική και σύγχρονη– να φτάνει στα χέρια του Έλληνα αναγνώστη, να του δίνεται η δυνατότητα να τη γνωρίσει. Και πραγματικά υπάρχουν εξαιρετικοί μεταφραστές που μεταφράζουν απευθείας από τα ρωσικά, φανερώνοντας πολύ καλή γνώση της ρωσικής και άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας.

Αν και έχει πάνω από χρόνο που διάβασα τη «Μήδεια και τα παιδιά της» της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια (εκδόσεις Ωκεανίδα, 2000), εξακολουθώ να είμαι γοητευμένη από τη μετάφραση του Λεωνίδα Καρατζά, και από το μυθιστόρημα φυσικά. Διαβάζοντάς το, ξεχνιόμουν και δεν παρακολουθούσα τόσο την υπόθεση όσο τη μετάφραση. Συχνά μάντευα από κάτω το ρωσικό κείμενο και θαύμαζα το πόσο άρτια μεταφερόταν στα ελληνικά. Δυστυχώς δεν έτυχε να δω κι άλλες μεταφράσεις του Λ. Καρατζά αλλά ελπίζω να συνεχίσει να μας δίνει, χωρίς ο ίδιος να το υποπτεύεται, μαθήματα μεταφραστικής τέχνης.

Από τα τρία βιβλία που ανέφερα στην αρχή, θα σταθώ ιδιαίτερα στον «Άγιο Βλαδίμηρο του πάθους». Και πρέπει να πω αμέσως ότι είναι πολύ δύσκολο να μεταφράσεις Βισότσκι, αν όχι ακατόρθωτο. Ο Βλαντίμιρ Βισότσκι, o βάρδος, όπως αρέσει στους Ρώσους να τον αποκαλούν, έγραφε τους στίχους των τραγουδιών του, τα έπαιζε στην κιθάρα του και τα τραγουδούσε με τη βραχνή φωνή του. Δηλαδή έγραφε στίχους που προορίζονταν να μελοποιηθούν και να τραγουδηθούν. Στην πλειοψηφία των τραγουδιών η μελωδία είναι υποτυπώδης, ρυθμική, περισσότερο για να στηρίξει τους στίχους. Στίχους μεστούς νοήματος, με δυνατή, στέρεη ομοιοκαταληξία και αυστηρή δομή. Επομένως εκτιμώ ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτών των τραγουδιών είναι η ομοιοκαταληξία και ο ρυθμός. Αυτά πρέπει να τηρηθούν ευλαβικά στη μετάφραση, αλλιώς χάνεται η μαστοριά και η μαγεία τους.

Ο Βισότσκι έγραψε φαρμακερά σατιρικά τραγούδια και αριστοτεχνικές παρωδίες. Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι μερικών από αυτά: «Γράμμα των εργατών ενός εργοστασίου στο Ταμπόφ προς Κινέζους ηγέτες», «Διάλεξη για τη σύγχρονη επιστήμη», «Πρωινή γυμναστική», «Για τον Τζέημς Μποντ», «Γι’ αυτούς που πάνε στο εξωτερικό και επιστρέφουν» (εδώ υποθέτω πως θα ήθελε να γράψει γι’ αυτούς που δεν επιστρέφουν, αλλά δεν θα τον άφηνε η λογοκρισία), «Στις μπιραρίες ξημεροβραδιαζόμουν», «Διάλογος στο τραμ», και τόσα άλλα. Έγραψε όμως και τραγούδια που διαπνέονται από βαθύ λυρισμό για τον έρωτα και τη φιλία, για την απελπισία και τα αδιέξοδα, όπως είναι το συγκινητικό «Δεν γύρισε απ’ τη μάχη» ή το σπαρακτικό «Άλογα ατίθασα» και πάρα πολλά άλλα.

Ήταν ένας μοναδικός στο είδος του τραγουδοποιός που με τόση αμεσότητα και τέχνη αποτύπωνε στα τραγούδια του, που ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να έχουν τεράστια απήχηση, τον κόσμο της εποχής του. Έναν κόσμο όμως όχι και τόσο ιδανικό, όπως ήθελε να τον παρουσιάζει η επίσημη πολιτεία και η επίσημη διανόηση. Στις μπαλάντες του συχνά παρελαύνουν μέθυσοι, μαχαιροβγάλτες, παρακμιακοί τύποι της πόλης, κλεφτρόνια, και φυσικά όλοι αυτοί μιλάνε με το ύφος και τη γλώσσα του περιθωρίου, την αργκό. Ποιος Έλληνας μεταφραστής γνωρίζει τη σοβιετική αργκό; Νομίζω κανείς!

Κάνω μια μικρή παρένθεση για να πω ότι είχα την τύχη να δω τον Βισότσκι και να τον ακούσω μία μοναδική φορά, κάπου εκεί γύρω στο ΄70, στην αίθουσα συναυλιών του πανεπιστημίου μας. Ήταν κατάμεστη από φοιτητές που κάθονταν, στέκονταν και κρέμονταν απ’ όπου έβρισκαν. Εμείς είχαμε σφηνωθεί, όρθιοι πίσω από τις τελευταίες σειρές, και πιο πολύ τον ακούγαμε παρά τον βλέπαμε. Η εικόνα του όμως έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου: ένας μάλλον μικρόσωμος νέος άντρας, καθισμένος κατάχαμα στην άκρη της σκηνής, με τα πόδια να κρέμονται κάτω από το πάλκο, να μας μιλά και να τραγουδά με τη βραχνή φωνή του, που τότε ακόμα δεν ήταν και τόσο βραχνή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 156 Σχόλια »

Η γιαβουκλού κι ο φούφουτος

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2012

Μια φορά στο τόσο, ας ευλογήσω κι εγώ τα γένια μου κι ας βάλω μια κριτική για το καινούργιο μου βιβλίο, τις «Λέξεις που χάνονται«, κριτική που έγραψε ο φίλος Στέλιος Ελληνιάδης και δημοσιεύτηκε στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο της εφημερίδας «Δρόμος της Αριστεράς», στην τακτική στήλη «Περίπτερο ιδεών» του Στέλιου, μαζί με ένα πολύ συγκινητικό υστερόγραφο για τον πατέρα μου που μας άφησε στις 17 Δεκεμβρίου.

Υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος που αναδημοσιεύω την κριτική: μού δίνει την ευκαιρία να δώσω μια διευκρίνιση για τον τίτλο και το λημματολόγιο του βιβλίου. Όταν άρχισα να φτιάχνω το λημματολόγιο του βιβλίου, αποφάσισα ότι θα συμπεριλάβω λέξεις που λείπουν από τα δύο νεότερα μεγάλα λεξικά μας (του Μπαμπινιώτη και το Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής) -αυτό ήταν το βασικό κριτήριο για την αρχική επιλογή, αν και βέβαια στη συνέχεια μέτρησαν και άλλα κριτήρια, όπως ας πούμε το να έχω πέντε ενδιαφέροντα πράγματα να πω για τις λέξεις αυτές. Ακόμα δεν είχα καταλήξει σε τίτλο, είχα δυο-τρεις τίτλους που τους συζητούσα με τον εκδότη. 

Τελικά διαλέξαμε το «Λέξεις που χάνονται», όμως στο λημματολόγιο υπήρχε και μία λέξη, ο φούφουτος, που ενώ ικανοποιεί το αρχικό κριτήριο επιλογής (δεν την έχουν τα λεξικά), μάλλον δεν είναι ‘λέξη που χάνεται’. Επειδή όμως είχα να πω γι’ αυτήν ενδιαφέροντα πράγματα, την κράτησα στο τελικό κείμενο -αλλά εξακολουθεί να με ενοχλεί λιγάκι το ότι πάει κόντρα στον τίτλο του βιβλίου.

Ο Στέλιος διάλεξε να βάλει τον φούφουτο στον τίτλο της κριτικής του, πράγμα που μου έδωσε την αφορμή να ξομολογηθώ την αμαρτία μου. Παραθέτω τώρα την κριτική του Στέλιου Ελληνιάδη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Διαφημίσεις, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Το νέον μικρομάγαζον (Μποστ, Ιουλιανά)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2010

Στο προχτεσινό (17.7.2010) φύλλο της εφημερίδας Δρόμος της Αριστεράς υπάρχει εκτενές αφιέρωμα στα Ιουλιανά, που αξίζει να διαβαστεί γιατί έχει κάμποσο υλικό που δεν βρίσκεται εύκολα. Υπάρχει και μια μικρή συνεργασία δική μου, με ένα σχολιασμένο σκίτσο του Μποστ, που είπα να την επαναπατρίσω και κατά εδώ, προσθέτοντας μερικά ακόμα στοιχεία, μια και εδώ είναι τζάμπα ο χώρος.

Το σκίτσο που θα δείτε δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 18 Ιουλίου 1965, τρεις μέρες μετά την εκδήλωση της πρώτης φάσης της αποστασίας που οδήγησε τελικά στην ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 4 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 24 Απρίλιος, 2010

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος (1903-1977).  Μ’ αυτό το εξαιρετικά ευρηματικό ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε, πάνε τώρα τριάντα και πάνω χρόνια. Την τυπώσαμε μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, αξιώθηκε πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια να γράψει τη μυθιστορηματική βιογραφία του παππού, ένα θαυμάσιο (αν και δεν είμαι αμερόληπτος) βιβλίο όπου μεταξύ άλλων συγκέντρωσε πολλά από τα σκόρπια αυτά ποιήματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου παρουσιάζει μια νεανική φωτογραφία του ποιητή.

Στις σελίδες μου, πριν ανοίξω το ιστολόγιο (βέβαια συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά σπάνια προσθέτω πια κάτι τι) είχα ανεβάσει πολύ υλικό για τον Άχθο Αρούρη, τόσο από τα δημοσιευμένα στο βιβλίο του πατέρα μου ποιήματα, όσο και από άλλα που αποδελτίωσα από τα περιοδικά Παπαρούνα (του Πωλ Νορ στην Αθήνα) και Τρίβολο (του Στρ. Παπανικόλα, στη Μυτιλήνη). Υπάρχει κι άλλο υλικό που δεν το έχω ακόμα βρει, από τον Δημοκράτη της Μυτιλήνης, αν και εκεί ο παππούς έγραφε με το ψευδώνυμο Βριάρεως (προγενέστερο του Άχθου Αρούρη).

Το υλικό αυτό έγινε γνωστό στο Διαδίκτυο και με καμάρι έχω δει να αναδημοσιεύονται εδώ κι εκεί ποιήματα του Άχθου Αρούρη, και μάλιστα κι ένα γιουτουμπάκι σε απαγγελία του Γιώργου Πήττα. Η φίλη Σοφία Κολοτούρου, που γράφει εξαιρετικά ποιήματα και μελετάει και διαδίδει την ισόμετρη ποίηση, δηλαδή την ποίηση με μέτρο και ρίμα (διατηρεί σε συνεργασία με τον Κ. Κουτσουρέλη το ιστολόγιο Παμπάλαιο νερό, δείτε όμως και το προσωπικό της ιστολόγιο) γνώρισε τα ποιήματα του Άχθου Αρούρη, της άρεσαν πολύ και έγραψε το παρακάτω άρθρο στην εφημερίδα Ο δρόμος της Αριστεράς που δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο (17.4.2010). Αν και το άρθρο υπάρχει ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα της εφημερίδας, είναι σε μορφή που δεν επιδέχεται λινκ (ή εγώ δεν μπορώ να λινκάρω) οπότε μεταφέρω εδώ το κείμενο της Σοφίας, αν και χωρίς τις φωτογραφίες. Σε αντάλλαγμα, έχω προσθέσει λινκ προς τα ποιήματα για τα οποία γίνεται λόγος στο κείμενο. Στο τέλος, προσθέτω μερικά δείγματα «έμμετρης αλληλογραφίας» του παππού μου, μια και ζητήθηκε από καλούς φίλους του ιστολογίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 55 Σχόλια »