Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Δ. Ταγκόπουλος’

Η ώρα εύκολα αλλάζει

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2012

Διαφήμιση του 1976, τη μέρα που είχε αλλάξει η ώρα

Από χτες, τελευταία Κυριακή του Μάρτη, περάσαμε στη θερινή ώρα κι έτσι νυχτώνει πιο αργά -οπότε σκέφτηκα να γράψω για αυτό τον θεσμό, να το πω έτσι, που εφαρμόζεται συνεχώς όλα τα χρόνια της ενήλικης ζωής μου. Δεν θυμόμουν βέβαια πότε πρωτοεφαρμόστηκε η θερινή ώρα (τώρα κοίταξα, οπότε το ξέρω), αλλά έχω πολύ ζωντανή μέσα μου την ανάμνηση εκείνης της πρώτης φοράς, με τη μέρα ξαφνικά και μαγικά να μεγαλώνει -αν και, καθώς ήμουν μαθητής, το τίμημα ήταν πως το πρωί, που περίμενα στη στάση το λεωφορείο για να πάω σχολείο, καλά καλά δεν είχε ξημερώσει. Αλλά το ισοζύγιο στο μυαλό μου έβγαινε θετικό, αν μη τι άλλο επειδή η θερινή ώρα ήταν κατά κάποιο τρόπο η επίσημη επικύρωση της άνοιξης και του καλοκαιριού που πλησιάζει.

Χάσαμε βέβαια μιαν ώρα ύπνο το σαββατόβραδο -που θα την ξανακερδίσουμε στα τέλη Οκτωβρίου, όταν θα ξαναπεράσουμε στη χειμερινή ώρα, που νομίζω πως τη λένε και ηλιακή, την κανονική τέλος πάντων. Βέβαια, αν κάνουμε τους λογαριασμούς, σε θερινή ώρα περνάμε τους 7 από τους 12 μήνες του χρόνου, οπότε μάλλον αυτή είναι η κανονική πια. Θερινή ώρα εφαρμόζει ομοιόμορφα όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση (εξαιρούνται ωστόσο τα υπερπόντια εδάφη π.χ. της Γαλλίας, οι Αζόρες κτλ.) και κάθε πέντε χρόνια εκδίδεται και ανακοίνωση της Κομισιόν που προσδιορίζει τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης για την επόμενη πενταετία, που πάντοτε είναι η τελευταία Κυριακή του Μάρτη και η τελευταία Κυριακή του Οκτώβρη, στις 3 το πρωί, ή, για να βάλω την ακριβή διατύπωση, «στις στη 1 π.μ. UTC-Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα», που είναι αυτό που λέγαμε παλιότερα Ώρα Γκρίνουιτς. Αυτή η ρύθμιση ισχύει από το 1996. Παλαιότερα, δηλαδή έως το 1995, η επαναφορά της χειμερινής ώρας στην ΕΕ γινόταν την τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη, ένα μήνα νωρίτερα.

Αρχικά η θερινή ώρα καθιερώθηκε για εξοικονόμηση ενέργειας, και δεν είναι τυχαίο που η γενικευμένη εφαρμογή της έγινε στη δεκαετία του 1970 μετά τη λεγόμενη ενεργειακή κρίση του 1973. Αν υποθέσουμε ότι ο ήλιος ανατέλλει στις 6.30 και δύει στις 18.30 πριν από την αλλαγή, ενώ στις 7.30 και στις 19.30 μετά την αλλαγή της ώρας, το στοίχημα είναι ότι η ενέργεια που καταναλώνεται επειδή θα ανάψουν νωρίτερα τα φώτα όσοι πάνε στη δουλειά τους το πρωί είναι μικρότερη από την ενέργεια που κερδίζεται επειδή ανάβουν (όλοι) πιο αργά τα φώτα το βράδυ. Ωστόσο, η εξοικονόμηση φαίνεται ότι είναι αμελητέα, τουλάχιστον στα χρόνια μας (όπου, ας πούμε, έχει γενικευτεί η χρήση κλιματιστικών, οπότε στην πραγματικότητα μπορεί να έχουμε και αρνητικό ισοζύγιο αντί για εξοικονόμηση). Περισσότερο ωφελούνται οι υπαίθριες δραστηριότητες, κυρίως ψυχαγωγικές, από τη θερινή ώρα, ίσως και όσοι δουλεύουν στην οικοδομή ή στα χωράφια, μια και κάνει περισσότερο δροσιά το πρωί αφού ο ήλιος ανατέλλει πιο αργά. Πολλοί έχουν κάνει λόγο για αρνητικές συνέπειες από τη θερινή ώρα, πάντως. Οι κυπριακές αρχές είχαν προτείνει να περιοριστεί η διάρκεια της θερινής ώρας στην Κύπρο από Μάιο έως Σεπτέμβριο, αλλά τελικά ακολούθησαν την υπόλοιπη ΕΕ. Βέβαια, στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη δεν εφαρμόζεται θερινή ώρα: ούτε κοντά στον Ισημερινό, ούτε κοντά στους πόλους, ούτε στις περισσότερες χώρες Ασίας και Αφρικής. Προσωπικά δεν έχω ιδιαίτερη άποψη για το θέμα, αλλά ακόμα μ’ αρέσει που μεγαλώνει η μέρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 117 Σχόλια »

Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2011

 

Το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου κυκλοφόρησε το 1903 και γρήγορα αναδείχτηκε σε μαχητικό όργανο των δημοτικιστών, των μαλλιαρών όπως γρήγορα αποκλήθηκαν. Την ίδια χρονιά σημειώθηκαν τα αιματηρά Ορεστειακά, οι ταραχές που υποκινήθηκαν από τον υπερκαθαρευουσιάνο καθηγητή Μιστριώτη με αφορμή τη μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα) της Ορέστειας, ενώ πριν από 2 χρόνια, το 1901, ο ίδιος είχε προκαλέσει άλλες αιματηρές ταραχές, τα Ευαγγελικά, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξ. Πάλλη.

Είχε προηγηθεί η Τέχνη, το πρωτοποριακό αν και βραχύβιο περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, που γραφόταν στη δημοτική αλλά περιείχε κυρίως λογοτεχνική ύλη, χωρίς μαχητικά γλωσσικά άρθρα. Τότε ήταν που βγήκε κι η ονομασία «Μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές και νονός ήταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σε κάποιο του χρονογράφημα· λένε ότι εμπνεύστηκε την ονομασία από τους δημοτικιστές λογοτέχνες αδελφούς Πασαγιάννη, που είχαν μακριά μαλλιά, αν και υπάρχουν και άλλες απόψεις για τη γέννηση του όρου. Το ειρωνικό είναι ότι ο ίδιος ο Κονδυλάκης, όταν απαλλάχτηκε από το μαγγανοπήγαδο της δημοσιογραφίας, μεταστράφηκε σε δημοτικιστή κι έδωσε το κύκνειο άσμα του, την αριστουργηματική Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική δημοτική με πινελιές της κρητικής διαλέκτου. (Μπορείτε να διαβάσετε εδώ αυτή τη θαυμάσια νουβέλα, που την είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο ψηφιοποιημένη χάρη στη βοήθεια καλής φίλης).

Τους μαλλιαρούς τούς πείραζαν οι καθαρευουσιάνοι κατασκευάζοντας διάφορες υπερδημοτικιστικές φράσεις, ότι τάχα τον Μυστικό δείπνο τον έλεγαν Κρυφό Τσιμπούσι, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Κώτσο Παλιοκουβέντα και την Ηλέκτρα Κεχριμπάρω. Βέβαια, το πείραγμα αυτό δεν ήταν και τόσο αθώο, αφενός επειδή η μία πλευρά συγκέντρωνε όλη την εξουσία και απαιτούσε από την πολιτεία να πάρει κατασταλτικά μέτρα εναντίον της άλλης, και αφετέρου επειδή τα συκοφαντικά αυτά πειράγματα πολύς κόσμος τα πίστευε για αληθινά –μερικοί ακόμα τα πιστεύουν.

Αλλά και από τις στήλες του Νουμά ο Ταγκόπουλος δεν χάριζε κάστανα. Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη, ενώ δεν έχανε ευκαιρία, στο Βαρβαροπάζαρο που είχε καθιερώσει, να σχολιάζει δηκτικά τους σολοικισμούς των πούρων καθαρευουσιάνων.

Στα αλληλοπειράγματα ο Ταγκόπουλος δεν ήταν μόνος· συμμετείχαν και οι πιστοί Νουμαδικοί· για παράδειγμα, όταν η Εστία, για να τον πειράξει, έγραψε «Αργύριος Επταλιώτης» το όνομά του, ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε ότι αν το πάμε έτσι θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

Ενώ από τις στήλες των εφημερίδων μαινόταν αυτός ο γουστόζικος πόλεμος, μια άλλη, πολύ σοβαρότερη σύγκρουση άρχιζε στην άλλη άκρη του κόσμου, ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Η εξωτική αυτή σύρραξη αιχμαλώτισε τη φαντασία των Ελλήνων που την παρακολούθησαν παθιασμένοι από τις στήλες των εφημερίδων –ενίοτε δίνοντας και συμβουλές στρατηγικής, όπως το περίφημο «Δεξιότερα Κουροπάτκιν». Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών). Τέλος πάντων, το βέβαιο είναι ότι είχε εξαφθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο άγνωστο, την Ιαπωνία.

Έτσι, στο φ. 81 του Νουμά με ημερομηνία 1.2.1904 δημοσιεύτηκε το εξής ποίημα:

ΕΙΚΟΝΕΣ

(Από τα λυρικά του μεγάλου ποιητή της Γιαπωνίας Συέρ Υόκο (Syer-Yoko), μεταφρασμένα απ’ το αγγλικό)

Ώρα γλυκιά προβάλλει,
τη φύση στεφανώνει πέρα ως πέρα,
η μουσκιά χύνει μόσκους στον αγέρα,
σαν την καρδιά που απ’ τον πόνο πάλλει…

Μαγνάδια χύνουν του ήλιου οι αχτίδες
από τα ύψη τ’ ουρανού κι από τα βάθη
λιοπύρια, φλόγες και δροσιάς ρανίδες
λες και σκορπιώνται αφ’ της Υέκκας(*) το καλάθι.

Ίσκιοι κρυφοί μέσα στ’ απόσκια δάση
απλώνουνται στ’ αυλάκι το δροσάτο…
Ροβόλα, βοσκοπούλα, παρά κάτω
η φλόγα της αγάπης να σε πιάσει –
σαν το αρνί, τ’ αθώο, το μικρό
που στη στιγμή που αξέγνοιαστο περνάει
από κοντά στ’ αγκάθι το πικρό
ραφές ραφές τ’ αγκάθι το μασάει…

Αξέγνιαστο κι αταίριαστο πουλί,
φωλιά γυρεύει για να πιάσει ταίρι,
ρουμάνια, δάση παίρνει, άγρια μέρη,
όπου αγάπη να ’βρει ντροπαλή.

Σαν βρίσκει τη και παίρνει τη στο πλάι,
ύστερις από τα γλυκολαλήματα,
νέα ζωή παλιά ζωή χαλάει
η αγάπη με χαρές καi με φιλήματα…

Σώπα, καρδιά, και σβήσε τη μαυρίλα!
σώπα κι άνοιξ’ ορθάνοιχτα τα φύλλα
από τον πόνο, πόνο θα ’βρεις, στο ’πα·
σώπα καρδιά μου! σώπα!…. σώπα!

ΑΒΓΕΡΙΝΟΣ

(*) Υέκκα πρέπει να είναι ίσως η Πανδώρα των γιαπωνέζων.

Επειδή το χέρι πάει μόνο του, εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, εκτός από την υπογραφή που είναι δηλωτική μιας (υποτιθέμενης) γλωσσικής στάσης.

Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο ποίημα, που είναι δύσκολο να το δούμε, εκτός αν μας το έχουν μαρτυρήσει: το ποίημα σχηματίζει ακροστιχίδα, με τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου. Διαβάστε το: Ω, της μαλλιαρής παραφροσύνης σας!

Όσο για τον ποιητή, τον Συέρ Υόκο, θα ταίριαζε πιο πολύ στη Νομανσλάνδη, που δεν είχε ανακαλυφτεί το 1904. Αν κοιτάξουμε ξανά το όνομά του, θα δούμε ότι το (εντελώς μη ιαπωνικό) Συέρ Υόκο αν διαβαστεί ανάποδα δίνει: Ο κουρεύς. Παναπεί, ο τιμωρός των μαλλιαρών.

Το ποίημα δηλαδή ήταν φάρσα, που κάποιος καθαρευουσιάνος το είχε στείλει στον Ταγκόπουλο με αποκλειστικό στόχο να καταφέρει να δημοσιευτεί απαρατήρητη στο προπύργιο των μαλλιαρών η αντιμαλλιαρή ακροστιχίδα. Ο Ταγκόπουλος φυσικά ήξερε τον αποστολέα, ήταν και φίλοι, αλλά έτσι κι αλλιώς καναδυό μέρες αργότερα τον έμαθαν όλοι οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ, μια και ο δράστης, ο γνωστός δημοσιογράφος και λόγιος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, βγήκε στο Εμπρός και περηφανεύτηκε για τη σκανταλιά του. Μερικές εφημερίδες δεν έχασαν την ευκαιρία να δουλέψουν τον Ταγκόπουλο για το πάθημά του –θα τον είχαν και άχτι από προηγούμενα δικά του πειράγματα– ενώ άλλες επέκριναν τον φαρσέρ, ότι δεν λύνονται με φάρσες οι γλωσσικές και φιλολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε επόμενο τεύχος του Νουμά, οι νουμαδικοί έγραψαν διάφορα εναντίον του Δημητρακόπουλου, αποκαλώντας τον με ένα παλιό του ψευδώνυμο, το «Κουρούπης» (αν και είχε πια πάρει το πολύ πιο αριστοκρατικό Pol Arcas), αλλά ο ίδιος ο Ταγκόπουλος, με αξιοπρέπεια παραδέχτηκε ότι έβαλε τους στίχους επειδή, σαν γιαπωνέζικοι που ήταν, τους έκρινε επίκαιρους και αξιοπερίεργους και ότι δεν μπορεί να καταγίνεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ «να ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες (όπως κάμνουν οι μικροί συνδρομηταί της Διαπλάσεως και οι μεγάλοι Ιαπωνο-έλληνες ποιηταί) σ’ όσα πεζά και έμμετρα μου στέλνουν». Γενικά, όταν την έχεις πατήσει σε μια φάρσα, η καλύτερη τακτική είναι να το παραδεχτείς αξιοπρεπώς.

Να γυρίσουμε λίγο στο ποίημα, που ξαναλέω ότι δεν το βρίσκω κακό παρά το γεγονός ότι γράφτηκε με βασικό σκοπό την ακροστιχίδα. Θα προσέξατε το εξεζητημένο λεξιλόγιο, που ήταν χαρακτηριστικό στην ποίηση της εποχής, που όλη σχεδόν γραφόταν πια στη δημοτική. Δεν λείπουν και τα μαγνάδια, λέξη που την είχε χρησιμοποιήσει σε ένα ποίημά του ο Χατζόπουλος και από τότε την είχαν πάρει σκοινί κορδόνι όσοι ήθελαν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και τη δημοτική και την καινούργια ποίηση, όπως ας πούμε ο Σουρής.

Δεν ξέρω αν ο Ταγκόπουλος συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Δημητρακόπουλο· πάντως, ο τελευταίος, σε αντίθεση με άλλους αντιμαλλιαρούς που αργότερα μεταστράφηκαν και αγκάλιασαν τη δημοτική, συνέχισε να εχθρεύεται κάθε τι το καινούργιο: όταν το 1910 ξέσπασε το σκάνδαλο με τους «οσκαρουαϊλδιστές» του περιοδικού Ανεμώνη, ο Pol Arcas δεν παρέλειψε να γράψει για τις έκφυλες έξεις και τους ξυρισμένους «αρτιφυείς μύστακας» και να προτείνει να ονομαστεί το περιοδικό τους Αναιμώνη, ότι τάχα οι λεπταίσθητοι νεαροί πάσχαν από αναιμία, ενώ εκεινού το αίμα κόχλαζε.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »