Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘εκδόσεις Άγρα’

Κείμενα του Εικοσιένα – 14: Το Μάγουλο της Παναγίας, του Παντελή Μπουκάλα (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2021

Καθώς διανύουμε τη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που κανονικά θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Δεν αποκλείεται να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το δέκατο τέταρτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο διαφέρει από τα προηγούμενα της σειράς αυτής: δεν είναι κείμενο του Εικοσιένα αλλά για το Εικοσιένα, γραμμένο όμως στην εποχή μας. Τις προάλλες, που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο, αναφέρθηκα στο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Το μάγουλο της Παναγίας», μια «αυτοβιογραφική εικασία» σε θεατρική μορφή για τον Καραϊσκάκη.

Συμμετέχουν τέσσερα πρόσωπα, ο Καραϊσκάκης ή μάλλον το πνεύμα του από τον κάτω κόσμο, ο βιογράφος του Δ. Αινιάν, ένας Τυφλός Λυράρης και η Μαριώ (ή Ζαφείρης), η βαφτισμένη τουρκοπούλα που τον υπηρετούσε ντυμένη αντρικά. Συμμετέχει έμμεσα η Μαυρομάτα, μια εικόνα της Παναγίας που έχει για φυλαχτό ο Καραϊσκάκης.

Στο βιβλίο εξιστορείται, είτε από τον Καραϊσκάκη είτε από τους άλλους, όλη η ζωή του ήρωα, από τα παιδικά του χρόνια, όχι βέβαια με χρονολογική σειρά. Ο Μπουκάλας έχει διαβάσει όλα όσα γράφτηκαν για τον Καραϊσκάκη και χρησιμοποιεί το υλικό αυτό για να χτίσει τον λόγο των ηρώων του, συμπληρώνοντας και προσθέτοντας πινελιές.

Θα παρουσιάσω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το έργο, προς το τέλος. Στο απόσπασμα που παραθέτω γίνεται λόγος αρχικά για το ντροπιαστικό επεισόδιο κατά την παράδοση των Τουρκαλβανών που ήταν οχυρωμένοι στο μοναστήρι του Αγ. Σπυρίδωνα, όταν ένας καβγάς είχε αποτέλεσμα να σφαγούν οι περισσότεροι από τους συνθηκολογημένους, παρά τη συνθήκη, και στη συνέχεια για την αψιμαχία που οδήγησε στον θάνατο του Καραϊσκάκη, το ψυχορράγημά του και τη διαθήκη του.

Να σημειώσω ότι σε επίμετρο στο βιβλίο ο Μπουκάλας εξετάζει την πρόσληψη του θανάτου του Καραϊσκάκη από τη δημοτική ποίηση και την απομνημονευματογραφία, καθώς και τις υποψίες μήπως χέρι ελληνικό πυροβόλησε τον καπετάνιο, αλλά και γενικότερα την υστεροφημία του Καραϊσκάκη.

Δυο-τρεις λέξεις σημειωμένες με αστερίσκο (από τον συγγραφέα) εξηγούνται στο τέλος.

Γ.Καραϊσκάκης. – Δίνεις ό,τι πιο βαρύ, που δεν χωράει σέ κανένα κεμέρι, δίνεις το λόγο σου, μπέσα για μπέσα, βάζεις στον όρκο πρώτος την υπογραφή σου, κι όλοι οι καπεταναίοι αποκάτω, να φύγουν οι κλεισμένοι του μονα­στηριού με τ’ άρματα και με το έχει τους. Με το ίρτζι* τους να πω, την τιμή τους. Ορκίστηκαν κι οι Τούρκοι, αυτό ήταν το συνήθειο τους: «Κακό βόλι να μάς πάρει το κεφάλι, αν ξαναρίξουμε ντουφέκι πάνω σε Έλληνες». Βγαίνουν. Μπροστά εγώ, ασπίδα τους. Κι ανάμεσα στους Τούρκους, αμανάτι τους, Τζαβέλας, Βάσος κι ό Γιαννάκης Λογοθέτης. Δίπλα απ’ την τούρκικη κολόνα, ζερβά και δεξιά, οι δικές μας. Πέ­φτει μια ντουφεκιά, κι όπως μετά την αστραπή ακούς μπουμπουνητό που σου τρυπάει τ’ αυτιά, αμέτρητες οι ντουφεκιές, μα κι οι φωνές, πιο δυνατές κι από βρον­τές, «κερατάδες Έλληνες, δεν έχετε μπέσα, άπιστοι, προδότες, θρασίμια». Κλαίγαμε, τ’ ακούς. Κλαίγαμε από τη λύσσα μας πού ντροπιαστήκαμε. Πατήσαμε τον όρκο μας σε θεούς κι ανθρώπους.

Δ.Αινιάν – Ήταν υπόσπονδη φρουρά οι Τούρκοι. Έπρεπε να περάσουν δίχως να πειραχτεί ούτε μια τρίχα τους. Όλοι το μολόγησαν.

Γ.Κ. – «Υπόσπονδη φρουρά»… δεν ξέρω τί πάει να πει «υπόσπονδη φρουρά». Πού να τα μάθω αυτά; Στ’ Αληπασα; Εγώ πήγα σχολείο στη φυλακή του και στους πολέμους του. Αλλά ξέρω τί πάει να πει μπέσα. και κούτελο. Άμα λερωθεί, πάει, λερώθηκε.

Δεν το ξεπλένεις όσο και να κλάψεις. Τα δάκρυα τρέ­χουν, φεύγουν προς τα κάτω. Δεν πάνε στα ψηλά, να σου ξεμαγαρίσουν το κούτελο. Και λέω, αν είναι, να το φκιάξουμ’ έτσι το Ρωμαίικο, μη σώσει και το φκιάξουμε. Τέτοια με δαιμόνιζαν, βλαστήμαγα κι έκλαιγα, γκρέμισα τη σκηνή μου, την κομμάτιασα σαν να κομμάτιαζα προδότες, τέλος, στέλνω τον τεσκερέ* μου, να μάθουν όλοι, φεύγω, τούς λέω, με στρατιώτες άπιστους κι επίορκους χωριό δεν κάνω και πατρίδα. Πέσαν απάνω μου όλοι, τον πιάσαμε τον φταίχτη, καπετάνιο, θα τιμωρηθεί βαριά. Ζήτησε την πιστόλα ενός Τούρκου, έτσι μου ιστορήσανε, αγρίεψαν, πιάστηκαν στα χέρια, τον πιστολίζει ο Τούρκος, άλλο δεν ήθελαν φαίνεται οι δικοί μας, τους μακέλεψαν. Απ’ τους τρακόσους, μόνο πενήντα δεν έκοψαν οι κερατάδες μας. Αλλά το κέρατο όλο δικό μου. Κείνη τη μέρα είπα πως πέθανα. Δεν πέρασε βδομάδα κι ο λόγος μου αλήθεψε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 73 Σχόλια »

Θεοί και ποιητές μάταια παλεύουν με του Έρωτα τα βέλη

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2018

Τα Χριστούγεννα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα ο δεύτερος τόμος από τη σειρά δοκιμίων του φίλου Παντελή Μπουκάλα με τιτλο «Το αίμα της αγάπης – Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση«. Ο πρώτος τόμος, (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών) είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2016 και τον ειχα παρουσιάσει εδώ στο ιστολόγιο στις αρχές του Γενάρη 2017. Σκόπιμα καθυστέρησα την παρουσίαση του δεύτερου τόμου για να συμπέσει με την αρχή του καλοκαιριού, που οι περισσότεροι έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Να πω παρενθετικά ότι σε καναδυο βδομάδες θα δημοσιευτει στο ιστολόγιο και το σχεδόν καθιερωμένο τέτοια εποχη βιβλιοφιλικό άρθρο, με προτασεις βιβλίων για το καλοκαιρι, όμως εκρινα πως το βιβλίο του Μπουκάλα αξίζει αυτοτελή παρουσίαση.

Αξίζει αυτοτελή παρουσίαση επειδή νομίζω ότι αυτά τα δοκίμια του Μπουκάλα υποσχονται να αποτελέσουν σημαντικότατο όχι εκδοτικό αλλά πνευματικό γεγονός. Ο γενικός τίτλος της σειράς είναι «Πιάνω γραφη να γράψω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι» και ο χαλκέντερος Παντελής σχεδιάζει να την ολοκληρώσει σε δέκα τόμους, που οι περισσότεροι έχουν αρχίσει να γράφονται.

Και όταν λέμε για τομους, κυριολεκτούμε. Ο δεύτερος τόμος της σειράς, που θα παρουσιάσω σήμερα, φτανει τις 832 σελίδες από τις οποίες το ένα τρίτο είναι σημειώσεις -ο πρώτος τόμος έπιανε «μόνο» 600 σελίδες με την ίδια αναλογία. Ο επιβλητικός όγκος μπορει να προκαλει δέος και να αποθαρρύνει επίδοξους αναγνωστες -αλλά θα ήταν λάθος, διότι το βιβλίο του Μπουκάλα δεν σε αναγκάζει να το διαβάσεις απο την αρχή ως το τέλος, αφού τα επιμέρους κεφάλαια και υποκεφάλαια είναι σε μεγαλο βαθμό αυτοτελή.

Όπως είχα γράψει και για το πρώτο βιβλίο της σειράς: Έχουμε δηλαδή μια σειρά από ημιανεξάρτητα δοκίμια, που διαβάζονται και αυτοτελώς αλλά συνδέονται και μεταξύ τους και που οδηγούν αργά αλλά σταθερά, και απολαυστικά, στην κορύφωση.

Το περιεχόμενο του δεύτερου τόμου είναι η άγρια και σκοτεινή πλευρά του έρωτα, όπως εκφράζεται μέσα απο τα δημοτικά τραγούδια αλλά και την επώνυμη ποίηση. Ο πόθος, που συνήθως εκλαμβάνεται σαν πάλη, είναι αντικείμενο του πρώτου μέρους, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Εμπόλεμος έρωτας. Στα επομενα δύο μέρη, Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή, και Το σφαγείο του έρωτα, τα πράγματα σοβαρεύουν και το αίμα ρέει ποτάμια. Στο τέταρτο μέρος, Το όνομα, το αίτημα, το αίμα, με όχημα το δημοτικό τραγούδι του Δήμου και με εξαντλητική μελέτη των μοτίβων του, ολοκληρώνεται η εξέταση του θέματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημοτικά τραγούδια, Ερωτικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 122 Σχόλια »

Η Αγαπώ του Παντελή Μπουκάλα

Posted by sarant στο 4 Ιανουαρίου, 2017

«Περάστε τις γιορτές συντροφιά μ’ ένα βιβλίο» έλεγε κάποιο παλιό διαφημιστικό σύνθημα των εκδοτών ή βιβλιοπωλών. Εγώ τις φετινές γιορτές τις πέρασα, κατά μεγάλο μέρος, με απολαυστική συντροφιά, με το καινούργιο βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα, που μου άρεσε πολύ και που θέλω να το παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο.

mpoukalasagapwΟ τίτλος του βιβλίου είναι κάπως μακροσκελής: Όταν το ρήμα γίνεται όνομα – Η «αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών.

Των δημοτικών τραγουδιών, βεβαίως. Ο φίλος Παντελής μελετάει εδώ και πολλά χρόνια το δημοτικό τραγούδι -αυτό το ήξερα και το είχαμε αναφέρει πριν από μερικούς μήνες που παρουσιάσαμε εδώ τη συλλογή δίστιχων του Λασκαράτου που την εξέδωσε πρόσφατα ο Μπουκάλας μαζί με τον καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Αυτό που δεν ήξερα και που μου προκάλεσε δέος είναι το πλάτος και το βάθος, αλλά και η γνώση της ενασχόλησης. Ο Μπουκάλας μας δίνει έναν τόμο σχεδόν 600 σελίδων, από τις οποίες οι 200 είναι σημειώσεις, κάτι που δείχνει πόσο πολλή λεπτοδουλειά έχει κάνει. Στον τόμο αυτό αναλύει διάφορες πτυχές της γλώσσας όπως εκφράζονται μέσα από τα δημοτικά τραγούδια αλλά και από την επώνυμη ποίηση, έχοντας σαν κεντρικό θέμα του την ποιητική υπέρβαση των ορίων και των κανόνων της γλώσσας και σαν εμβληματικό παράδειγμα αυτής της υπέρβασης τη μετατροπή ενός ρήματος, του ρήματος αγαπώ σε ουσιαστικό: η αγαπώ, η αγαπημένη δηλαδή, αλλά και η πολυαγαπώ, ουσιαστικό που κλίνεται (της αγαπώς) και βεβαίως παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο αγαπός και άλλες παραλλαγές).

Ο Μπουκάλας εξετάζει αναλυτικά τον μετασχηματισμό του ρήματος σε όνομα που, όπως είπαμε, κλίνεται και, επειδή γράφει σε εκδοτικόν οίκο που κρατάει το πολυτονικό, αναφέρεται επιτροχάδην και σε ένα πρόβλημα που εμάς δεν θα μας απασχολούσε, δηλαδή τι τόνο πρέπει να πάρει το ουσιαστικό «η αγαπώ», και προκρίνει την οξεία (λέει και γιατί), αν και βέβαια στη γενική πτώση βάζει περισπωμένη. Παραδείγματα στίχων:

Ζωγράφε που ζωγράφιζες τον άγιο στην Αττάλεια
ζωγράφισε την αγαπώ μες στα δικά μου αγκάλια.

Ο νιος τον άρρωστο έκανε στης αγαπώς την πόρτα.

Άγρια περιστεράκια μου εις στο σκολειό να μπείτε,
και πέμπω χαιρετίσματα της ααπώς να πείτε (Καρπάθικο, όπου το γ πέφτει ανάμεσα σε δυο φωνήεντα).

Τον αγαπώ παντρεύουνε κι εμέ παρηγορούνε
κι όση παρηγοριά έχω γω τόσο καλό να δούνε.

Κάθε Σαββατοκύριακο που’ν’όμορφο το φόρος,
σκολάζουν οι γραμματικοί, σκολάζουν κι οι νοδάροι,
σκολάζει κι ο πολυαγαπώ ‘που το χρυσό κοντύλι,
κι απού την πόρτα μας περνά για να τ’ ανατρανίσω,
κι εγώ δεν αναντράνισα για να τον τυραννήσω
[Κρητικό -για τα λεξιλογικά αυτού του πεντάστιχου μπορεί να γραφτεί αρθράκι]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Δημοτικά τραγούδια, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι

Posted by sarant στο 28 Αυγούστου, 2016

Κάπως παλιοκαιρίσιος ακούγεται ο τίτλος, δεν βρίσκετε; Αναμενόμενο είναι, μια και το χειρόγραφο που φέρει περίπου αυτόν τον τίτλο γράφτηκε τον προπερασμένον αιώνα. Λέω «περίπου αυτόν» διότι ολόκληρος ο τίτλος του χειρογράφου είναι «Δημοτικά τραγουδάκια εθνικά μαζευμένα από τους τραγουδιστάδες εις το Ληξούρι (Κεφαλληνία – Επαρχία Πάλης) τους 1842», οπότε έχουμε και μια χρονολογική ένδειξη (αν και το χειρόγραφο ολοκληρώθηκε αργότερα). Προσέξτε ότι λέει «τους 1842» και όχι «το 1842» διότι εννοεί «τους 1842 χρόνους» -ακουγόταν αυτό τότε.

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το χειρόγραφο για το οποίο σας μιλάω εκδόθηκε πρόσφατα σε βιβλίο από τις εκδόσεις Άγρα, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα και του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για μια ανώνυμη συλλογή δημοτικών τραγουδιών και παροιμιών, που φέρει τον παραπάνω μακροσκελή τίτλο. Ο άγνωστος συλλογέας δεν αρκέστηκε στη συλλογή του υλικού, αλλά προχώρησε και σε σύντομο σχολιασμό του, με σχόλια που έδειχναν άνθρωπο λόγιο, βαθιά καλλιεργημένο και με ποιητική ευαισθησία αλλά και γνώση της μετρικής.

Ο Παπακώστας, γνωρίζοντας την πολύχρονη ενασχόληση του Μπουκάλα με το δημοτικό τραγούδι, του έδειξε τη συλλογή θέλοντας να εξακριβώσει αν είναι πρωτότυπη. Τελικά, η εμπλοκή του φίλου Παντελή στο εγχείρημα ήταν τέτοια που την έκδοση την πραγματοποίησαν και οι δυο από κοινού.

Έμενε να βρεθεί ο ανώνυμος συλλογέας των δημοτικών τραγουδιών. Ύστερα από κοπιαστικές έρευνες που εκτίθενται αναλυτικά στον πρόλογο (το κομμάτι αυτό διαβάζεται σχεδόν σαν αστυνομικό μυθιστόρημα!), κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, πέρα από κάθε αμφιβολία, η συλλογή οφείλεται στον Ανδρέα Λασκαράτο (1811-1901), τον πολύ γνωστό Κεφαλλονίτη (και Ληξουριώτη) λόγιο, ποιητή και πεζογράφο. Αυτό βεβαίως αναβαθμίζει κατακόρυφα την αξία της συλλογής και δικαιολογεί και την έκδοσή της σε βιβλίο από έναν εκδοτικό οίκο που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι μόνο στους ειδικούς. Είναι γνωστό από πολλές πηγές ότι ο Λασκαράτος στα νιάτα του μάζευε δημοτικά τραγούδια, είχε μάλιστα κάνει και ταξίδια για τον σκοπόν αυτό. Η ταύτισή του με τον ανώνυμο συλλογέα είναι απολύτως σίγουρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημοτικά τραγούδια, Λαογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 108 Σχόλια »

Παλιό καλό κρασί σε καινούργιο φίνο μπουκάλι

Posted by sarant στο 30 Ιανουαρίου, 2011

Κάποιο ρητό του Ευαγγελίου λέει ότι δεν πρέπει να βάζεις καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά, αλλά για το παλιό κρασί δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια ανάλογη συμβουλή. Ούτως ή άλλως όμως για τις οινολογικές μου γνώσεις δεν παινεύομαι –προτιμώ να το πίνω παρά να του κάνω κριτική– και σομελιές δεν φιλοδοξώ να γίνω. Ο τίτλος, άλλωστε, είναι μεταφορικός: για βιβλίο θα σας μιλήσω.

Η Άννα Καρένινα του Τολστόι έχει μεταφραστεί κάμποσες φορές στη γλώσσα μας: σχετικά πρόσφατη μετάφραση είναι της Κοραλίας Μακρή, που ξεχωρίζει από τον εξεζητημένα ρωσοπρεπή τίτλο της, Άννα Καριένινα. Ο τίτλος μ’ έκανε να μην  αγοράσω το βιβλίο, πέρσι-πρόπερσι που το έδινε κάποια εφημερίδα.

Ίσως έκανα καλά που περίμενα. Οι εκδόσεις Άγρα κυκλοφόρησαν τον Δεκέμβρη το μυθιστόρημα του Τολστόι, σε μετάφραση του μέγιστου Άρη Αλεξάνδρου, η οποία είχε ξανακυκλοφορήσει στη δεκαετία του 1960. Πρόκειται λοιπόν για παλιό, καλό κρασί.

Όμως, σε καινούργιο, φίνο μπουκάλι· διότι, πέρα από την υλική ποιότητα της έκδοσης, που δεν είναι αμελητέα σε ένα βιβλίο 1250 σελίδων, όπου θέλεις καλό, λεπτό χαρτί και γερό δέσιμο για να μη γίνει φύλλο-φτερό, η έκδοση της Άγρας έχει χορταστικούς προλόγους και επίμετρο, συνολικά 75 σελίδες επιπλέον υλικό.

Για τα μεγάλα έργα, λένε ότι κάθε γενιά θέλει τη δική της μετάφραση, και το βλέπουμε αυτό π.χ. στον Όμηρο. Η μετάφραση του Αλεξάνδρου, πάντως, διατηρείται αγέραστη: ζήτημα είναι αν έχει πάρει μια ή δυο μικρές ρυτιδούλες στα σχεδόν 50 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »

Ο ανθρωπάκος από το Αρχαγγελσκ

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2009

b143810Τα αστυνομικά μυθιστορήματα συνηθίζονται για το καλοκαίρι –άλλες χρονιές μάλιστα συνήθιζα να διαβάζω στις διακοπές τρία ή τέσσερα ή και περισσότερα του ίδιου συγγραφέα· μια χρονιά όλες τις Φιντέλμες, την άλλη κάμποσα του Καμιλέρι κτλ. Φέτος αγόρασα τον «ανθρωπάκο από το Αρχαγγελσκ» του Σιμενόν, αν και δεν είχα σκοπό να εξαντλήσω την εργογραφία του, ξέρουμε δα ότι ο δημιουργός του Μεγκρέ έγραψε εκατοντάδες βιβλία. Τελικά, με απασχόλησαν άλλα διαβάσματα και το βιβλίο το άφησα στην άκρη. Το έπιασα προχτές και το τελείωσα σε δύο καθισιές.

Κι όμως, δεν είναι συναρπαστικό με την ντετεκτιβιστική έννοια, δεν υπάρχει δολοφόνος να βρεθεί, ούτε καν έγκλημα. Ούτε αστυνόμος Μεγκρέ υπάρχει. Ο ήρωας είναι ένας ανθρωπάκος, δειλός και μύωπας, σαραντάρης, παλαιοβιβλιοπώλης και μανιακός φιλοτελιστής, με μαγαζί και σπίτι πλάι σε μια πολύβουη αγορά. Έχει γεννηθεί στο Αρχανγκέλσκ, πέρα στον ρώσικο βορρά, αλλά από δύο χρονών βρέθηκε σε μια μικρή γαλλική πόλη, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία. Οι γονείς του επιχείρησαν να γυρίσουν στη σοβιετική πια Ρωσία και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους. Ο ανθρωπάκος αυτός έτυχε και παντρεύτηκε την κοπέλα που του καθάριζε το σπίτι, μια εκρηκτική εικοσπεντάχρονη, που, κατά την κομψή διατύπωση του οπισθοφύλλου «δεν εθεωρείτο πρότυπο ηθικής». Και μια μέρα, η Τζίνα φεύγει –από εκεί ξεκινάει το μυθιστόρημα.

Είναι άφταστος ο τρόπος με τον οποίο ο Σιμενόν περιγράφει την αξιόπρεπα μίζερη ζωή του ήρωα και τους μικρούς ανθρώπους που τον περιτριγυρίζουν. Όμως εγώ δεν θα μιλήσω για τις λογοτεχνικές αρετές του βιβλίου, αλλά για τη μετάφραση –είπαμε, επαγγελματικό κουσούρι. Όπως κάθε βιβλίο των εκδ. Άγρα, η έκδοση είναι προσεγμένη και η μετάφραση της Αργυρώς Μακαρώφ επαρκής και χαμηλών τόνων, ταιριαστή με τις θερμοκρασίες του βιβλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , | 56 Σχόλια »