Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Εκδόσεις Πόλις’

Στ’ αμπέλια με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2018

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Πόλις το αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια«.

Πρόκειται για ένα μικρό σε έκταση, ούτε 90 σελίδες, αλλά πυκνό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1953, περιγράφει εννιά καλοκαίρια που τα πέρασε στο πατρικό χωριό, τη Συκιά Λακωνίας, από το 1959 έως και το 1967.

Ο Ζουμπουλάκης γεννήθηκε στο χωριό, αλλά το 1959 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στα Κουπόνια, για να μπορέσουν να μορφωθούν τα παιδιά. Σαν παιδί είχε ένα πρόβλημα υγείας και ήταν πολύ αδύνατος και γι’ αυτό τον έστελναν όλο το καλοκαίρι, μονάχο του, στο χωριό, στους θείους του, με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε 3-4 κιλά.

Αυτά τα καλοκαίρια αφηγείται ο συγγραφέας. Όχι με ημερολογιακή σειρά, όχι λεπτομερειακά, χωρίς να διηγείται εντυπωσιακές ιστορίες. Απολογισμό κάνει και παρουσιάζει συμπεράσματα, ενώ επίσης σκιαγραφεί με πολλή αγάπη τη ζωή του παπά πατέρα του, του επίσης παπά παππού του και άλλων προγόνων του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι παραπλανητικός, με την έννοια ότι η Συκιά, το λέει και τ’όνομά της, δεν είχε εκτεταμένους αμπελώνες. Το βασικό προϊόν τους ήταν τα σύκα. Όμως ο κάθε χωρικός, για να μην πηγαινόρχεται στο χωράφι την εποχή που έπρεπε να μαζευτούν τα σύκα, μετακόμιζε οικογενειακώς εκεί, και έμεναν σε πρόχειρα καλυβάκια ή μικρά σπιτάκια μονόχωρα (καμάρες) -κι έλεγαν ότι πηγαίνουν «στ’ αμπέλια» κι ας μην υπήρχαν παρά ελάχιστα ή και καθόλου κλήματα εκεί. Κάποιος, διηγείται ο Ζουμπουλάκης, άφηνε στο χωριό τη γάτα για να μην πληθύνουν τα ποντίκια, και μια φορά την εβδομάδα ανέβαινε στο χωριό και της έριχνε ένα μεγάλο κριθαρένιο παξιμάδι. Για την υπόλοιπη τροφή της, έπρεπε να φροντίσει μόνη της. Ήταν κάτισχνη.

Φυσικά, ο συγγραφέας περιγράφει πώς μάζευαν τα σύκα, πώς τα ξέραιναν στη λιάστρα και πώς τα πήγαιναν στο αποστειρωτήριο. Περιγράφει επίσης διάφορες άλλες αγροτικές εργασίες που ήταν απαραίτητες σε εκείνη την οικονομία της αυτάρκειας και που σήμερα δεν τις διανοούμαστε -δεν αγόραζαν τα σαρώματα (σκούπες) αλλά έσπερναν το χόρτο και τα έφτιαχναν. Και ο κόπος για να φτιαχτεί ένα μέτρο λινό ύφασμα ήταν αφάνταστος, όπως υπονοεί η παροιμία για του λιναριού τα πάθη.

Όμως, όλα αυτά ο Ζουμπουλάκης τα θυμάται με συγκίνηση μεν αλλά χωρίς νοσταλγία. Όπως λέει σε κάποιο σημείο προς το τέλος:

Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά- αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες -έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι- δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »