Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Εμμ. Ροΐδης’

Αρνί και λιοντάρι. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ (αποσπάσματα από το Ταξιδι του Ψυχάρη)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2020

Xτες είχαμε την επέτειο της γέννησης του Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), οπότε ταιριάζει το σημερινό μας λογοτεχνικό άρθρο να το αφιερώσουμε σε αυτόν.

Θα παραθέσω αποσπάσματα από το Ταξίδι μου, ένα πεζογράφημα που κατέχει μιαν εντελώς ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα πεζό έργο που την ύπαρξή του την ξέρουν πάρα πολλοί, αφού και στα σχολικά βιβλία και στις ιστορίες της λογοτεχνίας μας μνημονεύεται, αλλά που ελάχιστοι θα το έχουν διαβάσει. Και ενώ σε μια ψηφοφορία νεοελληνιστών για τα σημαντικότερα νεοελληνικά έργα θα περίμενα το Ταξίδι μου να πάρει αρκετές ψήφους, η σημαντικότητα αυτή δεν απορρέει από τη λογοτεχνική του αξία, αλλά διότι ήταν το πρώτο πεζό νεοελληνικό έργο που γράφτηκε στη δημοτική -και μάλιστα, σε ανόθευτη δημοτική, αυτή που αργότερα ονομάστηκε μαλλιαρή ή ψυχαρική. Αυτά, το 1888.

Επιπλέον, η επιρροή που άσκησε το Ταξίδι ήταν τεράστια, σαν ένας μεγάλος βράχος που έπεσε -από μακριά, από τη Γαλλία- στη μικρή λιμνούλα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν κατακάθισαν τα κύματα, είχαμε πεζογραφία στη δημοτική, μια γλωσσική ποικιλία που ως τότε ήταν ανεκτή μόνο στην ποίηση διότι ήταν κι εκείνος ο ανοικονόμητος Κόντες, και γενικά οι Επτανήσιοι, που δεν μπορούσε κανείς ν’ αγνοήσει.

Φυσικά, πολλοί χλεύασαν τον Ψυχάρη και το Ταξίδι του, ιδίως στις εφημερίδες, ενώ κάποιοι παραδέχτηκαν ότι «είναι κρίμα να γράφει τόσο ωραία πράγματα στη γλώσσα της ταβέρνας». Λίγοι το χαιρέτισαν αμέσως. Ένας από αυτούς, ο Ροΐδης, που έσπευσε να δημοσιεύσει και ευμενή κριτική, γραμμένη φυσικά σε άπταιστη περίτεχνη καθαρεύουσα -ξεσηκώνω ένα κομμάτι από την αρχή του έργου, όπου επαινεί τον Ψυχάρη για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα:

Η τοιαύτη περιφρόνησις της πλειονοψηφίας φαίνεται ουσα απαραίτητον εφόδιον παντός όρεγομένου. τελείας ειρήνης προς την συνείδησίν του ή επιθυμούντος ν’ αφήση μικρόν τι ή μέγα καλόν ως ίχνος της διαβάσεως αυτού διά του κόσμου τούτου. Όσα τω όντι επράχθησαν πράγματι ευεργετικά οφείλονται ουχί εις τους κυνηγούς δημοτικότητος, αλλ’ εις τους μη θεωρούντας μέγα δυστύχημα το να θεωρηθώσιν, επί τινα τουλάχιστον καιρόν, άφρονες παρά των μωρών, μύωπες παρά των τυφλών, απειρόκαλοι παρά των αγροίκων και αμαθείς παρά των αγραμμάτων. Τοιούτου τινός αφιλοκερδούς αισθήματος προϊόν είναι βεβαίως το εις χείρας ημών τελευταίον έργον του κ. Ψυχάρη. Όπως εν τω προλόγω και πολλαχού του έργου του ρητώς και σαφώς εξηγείται, υπ’ ουδεμιάς εβόσκετο ελπίδος ότι δύναται η γλώσσα του ‘Ταξιδιού’ ν’ αρέση εις τους σήμερον Αθηναίους ή να εύρη παρ’ αυτοίς υπερμάχους. Απεναντίας ήτο εξίσου πεπεισμένος ότι θέλει αποδοκιμασθή και χλευασθή παρά των ημετέρων δημοσιογράφων, όσον είναι βέβαιοι και οι ιεραπόστολοι, οι πρώτοι αποβαίνοντες εις απάτητόν τινα νήσον του Ωκεανού, ότι αντί να χριστιανίσωσι τους ιθαγενείς θέλουσιν αφεύκτως φαγωθή υπ’ αυτών. Ελατήριον της αυτοθυσίας των είναι ουχί η ελπίς αμέσου επιτυχίας, αλλά μόνη η πεποίθησις εις το σωτήριον του κηρύγματος και τον βέβαιον τελικόν θρίαμβον της αληθείας.

Παρόλο που δεν έχουμε άγνωστες λέξεις, είναι κάπως κουραστική η ανάγνωση, κι ας είναι άριστος στιλίστας ο Ροΐδης.

Ο Ψυχάρης, βέβαια, μεγάλος λογοτέχνης δεν ήταν. Γλωσσολόγος ήταν, όσο κι αν δεν στερούνται χάρη τα γραφτά του -έγραψε πολλά αμιγώς λογοτεχνικά, στα επόμενα χρόνια.

Με τον φίλο Γιάννη Π. είχαμε ανεβάσει (βασικά η δουλειά ήταν δική του) στον παλιό μου ιστότοπο και στη συνέχεια στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο κάμποσα έργα του Ψυχάρη, ανάμεσά τους και ολόκληρο το «Ταξίδι μου«.

Διαλέγω για σήμερα δυο κεφάλαια που αναφέρονται στο ταξίδι στην Πόλη, το μέρος όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ο Ψυχάρης και όπου ζούσε η οικογένειά του (είχε γεννηθεί στην Οδησσό, με καταγωγή από τη Χίο). Στο πρώτο, περιγράφει τον αδερφό του τον Γιάννη, αρνί και λιοντάρι μαζί, με ύφος θαρρώ επηρεασμένο από τον Γαργαντούα. Στο δεύτερο, ένα στιγμιότυπο από ταξίδι με το πλοίο στον Βόσπορο, με γλωσσικό ενδιαφέρον αλλά και που αφήνει να φανεί μίσος του Ψυχάρη για τους Τούρκους -όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής του, πίστευε στον εθνικισμό και στη Μεγάλη Ιδέα και δεν ήταν επαναστάτης στα πολιτικά, το αντίθετο μάλιστα.

Λένε για τη γλώσσα του Ψυχάρη πως δεν είναι κατανοητή σήμερα. Νομίζω πως κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό. Θα έχουμε κάποιες άγνωστες λέξεις, ιδίως εκεί όπου αναφέρεται ο κατάλογος των φαγητών, ή κάποια τούρκικα δάνεια, αλλά θαρρώ πως πολύ πιο εύκολα γίνεται κατανοητό αυτό το κείμενο στον σημερινό αναγνώστη παρά το προηγούμενο απόσπασμα του Ροΐδη ή όποιο άλλο καθαρευουσιάνικο της εποχής του.

 

Ι. Αρνί και λιοντάρι

Είχα χρόνια να διω τον αδερφό μου το Γιάννη. Τόσο καιρό που έλειπα από την Πόλη, δεν ήξερα καλά καλά τι είχε γίνει. Ήτανε πάντοτες ο ίδιος! Τέτοιο γίγαντα δε θα διείτε στη ζωή σας· τουλάχιστο τρεις πήχες αψηλός και χοντρός σαν τον Κουλά. Όταν ανέβαινε τη σκάλα, έτρεμε το σπίτι. Κοντέβανε τα ντουβάρια να γκρεμίσουνε. Έπρεπε να σκύψει, ώσπου να γίνει μισός, για να περάσει από κάτω από την πόρτα. Στο δρόμο, όταν έβγαινε, έλεγες πύργος που περπατεί. Τον κοί­ταζες και θυμόσουνε τους στίχους του Ακρίτα·

Εκ τόπου δε κινούμενος βροντής ήχον ετέλει,
Ώστε δοκείν σαλεύεσθαι γην τε και πάντα δέντρα.

Το χέρι του ήτανε βράχος, κι άμα σου έπιανε το χέρι να το σφίξει, κόντεβε να σου το κάμει κομμάτια· ήτανε για να σου δείξει φιλία. Ποιος δε φοβότανε τη φωνή του; Τόσο δυ­νατή δεν ήτανε άλλη φωνή· ήξερε ο κόσμος πως μπορούσε ν’ ακουστεί από το Ταξίμι, ίσα με το Κατάστενο, ίσα με τη Μάβρη θάλασσα, ίσα με τη Ρουσσία — ίσα με την Εβρώπη! Άμα θύμωνε, ήτανε άξιος μοναχός του να ρίξει κάτω δέκα νομάτους. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε άλλος Ακρί­τας, τρομερός σαν τον Ακρίτα, το λαμπρό μας το παλληκάρι. Ο Ακρίτας κουβέντιαζε μια μέρα με την αγαπητικιά του· ήτανε κι ο αφτοκράτορας μπροστά. Άξαφνα πετιέται μέσα από τα δάσητα ένας δράκος μεγάλος σαν το βουνό. Τρέχει ο δύστυχος ο αφτοκράτορας, τα χρειάζεται, πα να φύγει· κι ο Ακρίτας αμέσως πιάνει με τα δύο δάχτυλα το δράκο, τόνε σηκώνει, τον τινάζει ψόφιο κατά γης και λέει με γλυκό χαμογέλιο· «Δεν άξιζε τόσο φόβο, βασιλιά μου!»

Τέτοιος ήτανε κι ο αδερφός μου ο Γιάννης. Έφτανε να θυμώσει και τον έβλεπες θεριό. Όταν τον έπιανε ο θυμός— προτού ξεσπάσει — στεκότανε ήσυχος μια στιγμή, σαν καρ­φωμένος στο χώμα· λέξη δεν έλεγε, κούνημα δεν έκανε· στρα­βοκοίταζε μόνο, άγρια και λοξά σαν τον τάβρο. Με μιας αρχινούσε. Δεν ήτανε άθρωπος, διάβολος δεν ήτανε που να μπορέσει τότες να βαστάξει την ορμή του. Ο θυμός είναι πράμα δικό μας· είναι το μπαρούτι του Ρωμιού.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δε θύμωνε συχνά. Ήτανε αρνί και λιοντάρι. Ποτές δε σου έλεγε λόγο να σε πειράξει. Κάποτες τον πείραζες εσύ και δε μιλούσε. Ο Ρωμιός, λέει, είναι περή­φανος και σωπαίνει. Τα βαστούσε μέσα του, ώσπου καμιά μέρα να ξεχειλίσει, το ποτάμι. Μόνο, χωρατάδες πολλούς δεν αγαπούσε, γιατί είχε το φιλότιμό του, κι ό,τι του έλεγες, νό­μιζε πως ήτανε τάχα για να τον περιπαίξεις, ή πως τα ’λεγες όλα με τα σωστά σου. Όλα τα ψιλολογούσε. Δεν έπρεπε άξαφνα να του πεις· — «Ο κόσμος είναι μπόσικος.» Αμέσως θαρρούσε πως απελπιζόσουνε κι ήθελες να πνιγείς — ή πως το ’λεγες για να του δώσεις να καταλάβει.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε καρδιά καλοσύνη γεμάτη. Και να τον πείραζες, ήτανε καλός να το ξεχάσει. Είχε και κάτι τρυφερότητες παιδιακήσιες, γιατί μικρός ήτανε τα χαδεμένο παιδί του σπιτιού. Τα βράδυ, όταν έπεφτε στο κρεβάτι, δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν η γριά μας η παραμάνα δεν καθότανε πλάγι του στην καρέγλα, να του λέει, και κείνος να μισοσφαλνά τα μάτια. Για τούτο τον είχανε οι φίλοι του για φοβιτσιάρη, και το λέγανε πού και πού, να γελάσουνε. Εγώ όμως που τον ήξερα, καταλάβαινα τι έτρεχε. Ο αδερ­φός μου ο Γιάννης ήτανε αρνί και λιοντάρι. Είχε ψυχή τρυ­φερή και μαλακή σαν μπαμπάκι· τις παιδιακήσιες του τις συνήθειες, δεν ήθελε να τις αφήσει. Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σωστός Ρωμιός — βέρος Πολίτης. Μπορούσε να σηκώσει τον κόσμο στα ποδάρι, άνω κάτω να τον κάμει, μπορούσε πύργους να γκρεμίσει, και κάστρα να πάρει μοναχός του. Ωστόσο στρωνότανε ήσυχα ήσυχα στο ζεστό του το κρεβατάκι — ν’ ακούει παραμύθια.

Πρέπει να πούμε την αλήθεια. Άμα του έδινες αφορμή, άμα ένοιωθε πως ήσουνε μαζί του και πως κάποιος τόνε βαστούσε από το χέρι, μπορούσε να γίνει φωτιά, να ξεχάσει και τον ύπνο. Τότες τον έβλεπες λιοντάρι· δεν ήτανε πια αρνί. Είχε μάλιστα μαζί μου αγάπη ξεχωριστή. Δάχτυλο δεν ήθελε να μ’ αγγίξει, δεν έπρεπε κανείς να μου πει λέξη· στρα­βοκοίταζε, ανάφτανε τα μάτια του — κι αμέσως γροθιά. Μαλώναμε κάπου κάπου — (για τη γλώσσα πάντοτες δε συφωνούσαμε) — μα ήξερε την αγάπη που του είχα, κατα­λάβαινε πως γύρεβα την προκοπή του, κι έτσι όταν τα είχαμε καλά, οι δυο μας μαζί μπορούσαμε κάτι να κάμουμε. Άμα τον είχα σύντροφο, τίποτις δε φοβόμουνε, όλα μου φαινόνταν έφκολα, μεγάλα πράματα μπορούσα να καταφέρω. Φτάνει να στεκότανε πλάγι μου· ασκέρια δεν έτρεμα τότες· μπορούσα και στον πόλεμο να βγω. Ο αδερφός μου ο Γιάννης πετούσε μια φωνή κι αφανιζόντανε τ’ ασκέρια, ορμούσε σαν το θεριό κι έκοφτε κεφάλια. Δεν άφηνε ζωή. Ήτανε το δεξί μου το χέρι. Έφτανε να του δώσω την αφορμή, να του πω πού έπρεπε να πάει· τη δουλειά την τέλειωνε τότες εκείνος.

Περάσαμε λαμπρά στην Πόλη οι δυο μας μαζί, σαν αδέρ­φια αγαπημένα. Τι γέλια που τα πετούσαμε, τι κουβέντες που τις κάναμε κάθε βράδυ! Τι φαγί που τρώγαμε, τι κρασί που το ρουφούσαμε μέρα και νύχτα. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης έπρεπε να φάει το πρωί δυο ψωμιά, το μεσημέρι τέσσερα, οχτώ το βράδυ. Κάθε μέρα γύρεβε να του φέρουν ένα βόδι, τρία αρνάκια, δυο πρόβατα, πέντε όρνιθες, δέκα κουτόπουλα, δεκατέσσερις λαγούς, πενήντα πέρδικες, ογδόντα μπεκάτσες· πεντακόσιες συναγρίδες, παλαμίδες άλλες τόσες, καρίδες δυο χιλιάδες· πέντε πιάτα πιλάφι, μακαρόνια, μπεφ γαρνίτο, δαμαλάκι, χερομέρι, γλώσσες πρόβιες, κιοφτέδες, κεμπάπι, ροζμπίφ, κοτλέτες πανέ κι αλά μιλανέζα, μπιφτέκια, αβγά μάτια, ομελέτες, στιφάτο αλά βενετσιάνα, μπρεζέ βόδινο, γιουβαρλάκια αβγολέμονο, ψητά της κατσαρόλας, μυαλά με σάλτσα, νεφριά σωτέ, γιαχνί πατάτες, ρόστο πρόβιο με φακή, γκιουβέτσι, ρόστο τυλιχτό, φιλέτο γαρνίτο, κεφαλάκι μόσκου σος πικάντ, ατζέμ πιλάφι, ντολμάδες, μπούτι ρόστο, σκεμπέ, πουρέ, αμερικάνικο ραγού, κουνουπίδι γρατέν, μοσκάρι, συκώ­τια, λαδερά κι εντράδες ένα σωρό· ορεχτικά, χαβιάρι, ραδί­κια, σαρδελίτσες, καβουρμά, σουτζουκάκια, κάπαρη· λακέρ­δα, μπαρμπούνια, σκουμπριά, κέφαλο βραστό, σκυλόψαρο, τσαγανούς, αστακούς, λουφάρια, λαβράκι, λάγκες σαλμί, χταποδάκια· στρίδια και μύδια κοσιπέντε ντουζίνες· χόρτα, μπιζέλια, μπάμιες, μελτζάνες, παντζάρια, μαρούλια, φασού­λια, σέλινα, πατάτες, λάχανα, κολοκυθάκια, αμπελήσκια σαλάτα, φασούλια πλακί, πατάτες αλά δουκέσσα, σπανάκια· φρούτα και γλυκίσματα, χαλβά, κομπόστες, πάστες, καταΐφι, κομπόστα κυδώνι, απίδια, σταφύλια κάθε είδος, πεπό­νια, καρπούζια, γαλατομπούρεκο, φρυγανιές με σιρόπι, χαλβά σεμιγδάλι, τυριά με ρόκα· έντεκα οκάδες αλάτι και πιπέρι, μια λίμνη ξύδι και λάδι, ένα πηγάδι νερό, κρασιά τη θά­λασσα με τον άμμο. Στο τέλος ρουφούσε οχτακόσιους καφέ­δες και ρακιά δυόμισυ μιλλιούνια. Χόρταινες μόνο με την όρεξή του. Τέτοιο θεριό είχε ανάγκη να τρώει σα δράκος. Τα κατέ­βαζε όλα σαν ποτήρι νερό.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης έτρωγε και μιλούσε και γελούσε. Μα τι γέλιο! Βροντή! Οι δούλοι που μας σερβιρίζανε — ήτανε καμιά κατοσταριά — πέφτανε κατά γης. Και δεν του χρειάζόντανε πολλά να γελάσει. Έφτανε μια λέξη να του πεις με κάποιο ύφος κι αρχινούσε. Μόνο να τη λέει ξεκαρδιζότανε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε κάτι φράσες δικές του και τις έλεγε κάπου κάπου, να χωρατέψει. Για κάθε πράμα που έκανε και ρωτούσες γιατί το ’κανε έτσι κι όχι αλλιώς — ή για κανένα τσιγάρο που άναφτε, ή για κανένα ρούχο που φορούσε, ή για τον τρόπο που έβαζε το καπέλο του — σου αποκρινότανε πάντοτες· — «Συνήθεια γάρ επεκράτησε παρ’ ημίν.» Άμα μ’ έβλεπε στο δρόμο με κανένα φίλο· — «Χαίρετον», μας φώναζε από δυο μίλια μακριά και γελούσε. Μ’ έκαμε να γνω­ρίσω όλους του τους συντρόφους, μαραγκούς, ράφτηδες, μπακάληδες, παπουτσήδες, καπνάδες, μπαρμπέρηδες, κρασάδες, χαμάληδες, μαστόρους, βαρκάρηδες, σομπατζήδες, λουστρατζήδες, μπαξεβάνηδες και καϊξήδες. Όσο μιλούσανε, τσίτωνα εγώ τ’ αφτιά μου, για να μη μου φύγει καμιά λέξη, γιατί η αλήθεια κάθεται στο στόμα του λαού κι η καλή γλώσσα στα χείλια του βασιλέβει. Δεν τα νοιώσανε ακόμα οι δασκάλοι, μα δε φταίω γω. Έτσι είναι και δεν μπορώ να τ’ αλλάξω.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης δεν ήτανε περήφανος· με τους μικρούς μικρός και με τους μεγάλους μεγάλος. Άμα έβλεπε κανέναν πρόστυχο, κανέναν ψωριάρη με τα κουρέλια, αμέ­σως του πετούσε κι ένα— «Δούλος σας ταπεινότατος», που δεν ήξερε ο άλλος σε ποια τρύπα να χωθεί. Πρόσταζε καφέδες, γλυκό, ρακί, ελιές κι ό,τι θέλεις, κάθε φορά που κανένας φτωχός ερχότανε κάτι να του ζητήσει· ο φτωχός πια έτρεμε μπροστά του. Έκανε το σπίτι άνω κάτω, να τον καλοδεχτεί, να μη δείξει άξαφνα πως τον καταφρονεί για τη φτώχεια. Και τεμενάδες, ένα σωρό! Καλό μάθημα για πολλούς από μας και μπορούμε να το σημειώσουμε.

Του άρεζε όμως και να παίζει. Έσερνε πάντοτες κατόπι του έναν καραγκιόζη δικό του, ένα χατζή με συμπάθειο, και τον είχε για παιχνίδι. Του έδινε τσάι, κρασί, ρούχα, παπού­τσια, κάπου κάπου και κλωτσιές. «Μιαρέ!», φώναζε μ’ ένα έ σαράντα πήχες μακρύ· «μιαρέ-έ-έ-έ» και κρυβότανε ο χατζής. Παράσιτους έχουμε ακόμη και σήμερα· νταλκαβούκης, που λένε στην Πόλη, ήτανε κι ο χατζής. Ο χατζής άρπαζε τα ρούχα, άρπαζε και τις κλωτσιές. Ο αδερφός μου ο Γιάννης, όταν είχε κέφι, του έλεγε· «Πρόσταξον, αυθέντα», με μια φωνή που βούλιαζε ο χατζής. Και μ’ αφτά γλέντιζε.

Ο αδερφός μου ο Γιάννης ήτανε σοβαρός στη δουλειά και κανείς δεν τον περνούσε σ’ εμπόριο, αριθμητική, λογαριασμούς και λογάριθμους. Μα ήθελε κάπου κάπου και λίγη διασκέ­δαση. Πολύ προκομμένος δεν ήτανε και γράμματα πολλά δεν είχε μάθει· ήτανε από τους παλιούς, είχε όμως νου και κρίση, και δίχως να ξέρει πολλά, έκοφτε το κεφάλι του· πάντοτες έβρισκε το σωστό. Τους δασκάλους δεν τους αγαπούσε· τους βαριότανε και χολόσκανε· ήτανε του λαού. Κάποτες ερχόταν ένας δάσκαλος να του μιλήσει, και το κάτω κάτω να του χτυπήσει παράδες για καμιά συντρομή. Αράδιαζε ο δάσκαλος τα ελληνικά του· — «Του μπαμπά σου τη γλώσσα να μιλείς και μη με σκοτίζεις· εγώ τα τέτοια δεν τα θέλω.» Κι ο δά­σκαλος τον άκουγε αμέσως. Τι να κάμει;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τίποτα ψέφτικο δεν είχε· όλα του φυσικά, ήτανε όπως τον έκαμε ο Θεός κι απ’ όξω τίποτα δεν είχε· δεν είχε τίποτα φτιαστό, τεχνητό. Ήτανε σαν το φρούτο, προτού γίνει ακόμη και το τσιμπήσουνε τα πουλιά· έχει όλο του το ζουμί και μια ξεχωριστή νοστιμάδα. Στην Εβρώπη κακομάθαμε. Όλος ο κόσμος είναι ένα· ο Πέτρος μοιάζει τον Πάβλο. Κλάδεψε ο ίδιος μπαξεβάνης τα κλα­διά, κι έρχουνται όλα ίσια ίσια. Δε βλέπεις το μέσα του κα­θενός. Εκεινού, η ψυχή του γυάλιζε σαν καθρέφτης, σαν κρύα βρύση. Πολλές φιλοσοφίες δε γύρεβε. Και δε φτάνει άραγες να ’χει κανείς καλό στομάχι και κρίση ορθή; Τι θέλουμε και τι ζητούμε παραπάνω;

Ο αδερφός μου ο Γιάννης τα ήθελε όλα μπόλικα και σφανταχτερά. Είχε τις παραξενιές του. Του άρεζε ή να τα ’χει όλα μεγάλα και καλά—ή κάλλια τίποτα να μην έχει. Μισά πράματα δεν τα χωρούσε ο νους του. Για να πάρει με καλό μάτι κανέναν ξένο, έπρεπε να του πούνε πως ήτανε ο πρώτος στον τόπο του· τους άλλους τους είχε για σκουπίδια. Για να σε πει πλούσιο, έπρεπε να ’χεις μιλλιούνια· αν είχες ένα και μισό, δε σε κοίταζε. Χοντρά τα πράματα και παστρικά. Ή τόντις να φανούμε κατιτίς ή να μην κάνουμε μισοδουλειές. Τώρα κατάλαβες γιατί δεν κατορθώνουμε τίποτα. Τι σωστός Ρωμιός που ήτανε, αλήθεια, ο αδερφός μου ο Γιάννης!

Ο αδερφός μου ο Γιάννης με πήγε σ’ όλους του τους φί­λους. Γνώρισα και τον πρωτοψάλτη που του έδινε μαθήματα μουσική, γιατί ο αδερφός μου ο Γιάννης ήξερε να ψέλνει περίφημα, κι όταν καθότανε στην κάμερή του, αρχινούσε μοναχός του κι έψελνε ώρες. Έτσι είναι στην Πόλη. Με τα θρησκεφτικά περνά τουλάχιστο ο καιρός. Κάτι πρέπει να κάμει κανείς, κι άλλο από εκκλησιαστικά και θρησκεφτικά δεν έχουνε άδεια να συλλογιστούνε οι Πολίτες. Εκεί πάει όλη τους η ενέργεια.

Γνώρισα, εκείνο τον καιρό, και το δυστυχισμένο τον «Τελαμών.» Τον είχανε οι γονιοί του βαφτισμένο Κωστή· για να το ξεβγενίσει, έβγαλε μοναχός του όνομα Τελαμών. Ο δύστυχος! Ένα μόνο κατόρθωσε, που όλος ο κόσμος τον έκλινε· «τον Τελαμών, του Τελαμών.» Έκλαιγε ο Κωστής για την αμάθεια. Ίσαμε κει το πήγανε οι δασκάλοι· δεν ξέρουνε τους νόμους της γλώσσας μας και με τους ψεφτοκανόνες τους, με τις ελληνικούρες, μας φορτώσανε στη γλώσσα και μια κλίση που δεν κλίνεται. Μόνο που δε φταίει ο λαός· φταίνε κείνοι. Βαριόμουνε και γω τ’ όνομά του, γιατί και γω είμαι του λαού· δεν ήξερα πως να τον πω, Τέλαμον, Τελα­μών ή τουλούμι. Σώπαινα λοιπόν κι απόφεβγα τη συντρο­φιά του.

Έμενα μου άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ’ όλους τους φίλους του αδερφού μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές στη ζωή μου δε γέλασα τόσο. Ο Πλατανίσσης ήτανε άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστή­σω; Με τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να του μοιάζει; Με τι παλάτι, με τι κάστρο, με τι νησί; Βρείτε μου καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον Πλατανίσση· πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, ήτανε όλο φάρδος και πάχος· ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση, μα τι κεφάλι! Μυλόπετρα! Κι ο ίδιος πια καμάρωνε· Πλούσιος δεν ήτανε ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο· δεν παραπονιότανε ποτές· του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό,τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης, αμέσως έπρεπε να σου πει πως κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα, έβγαζε κατιτίς από τη φαρδιά του την τζέπη — η τσέπη του ήτανε πια μαγαζί! — ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μο­λύβι ή κουμπί και μας το ’δειχνε· — «Διέστε το, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά όπου κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα· — «Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας λέει, κι η βασίλισσα της Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σου αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με δια­βάζεις; Όχι; Τότες δεν είσαι Ρωμιός και να πετάξεις το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το λες. Όσα έχει ο Ρωμιός — κι ας μην έχει τίποτις — είναι καλά, και μόνο εκείνα καλά· τ’ άλλα δεν αξίζουνε. Ο Πλατανίσσης όμως έβρι­σκε κάπου να σου πει κι έναν έπαινο για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γλήγορα φιλία· το φίλο του σου τον ανέβαζε ίσα με τον ουρανό· — «Δεν ξέρεις τι παιδί! Διαμάντι!» Μα… ερχότανε και το μα. Το διαμάντι ξαναγινότανε κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα, βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που μου φάνηκε πλάτανος. Πρι να μου πει τίποτα, του λέω· — «Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήσει κι από τότες αδερφωθήκαμε πια. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο κι αν παινέσεις το Ρωμιό, ποτέ σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκανα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν πιάνανε τις κουβέντες, τελειωμό δεν είχανε. Ο Πλατανίσσης έφτιανε κάτι φράσες δικές του· τα λόγια του ήτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σου έβγαζε κι ένα·— «Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «μας γίνεται λόγος» έπαιρνε κι έδινε όσο τον άκουγες. Άμα σου έλεγε τίποτα για κανένα μεγάλο ή σημαν­τικό πρόσωπο, συνήθιζε να λέει και το «κάποιος.» Όταν του ρωτούσανε τ’ όνομά του ή όταν ο ίδιος σου μιλούσε για λόγου του, αμέσως σου πετούσε κι ένα· — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Μάλιστα, γιατί του άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, το ’κανε κιόλας· — «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Αφτός όμως ο «κάποιος τρομερότατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος», παίζοντας μια μέρα με τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες δεκάξη ζαφτιέδες. Χαρά στο παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσεις στα χέρια του αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλα­τανίσση τον έβαζε κάτω. Τους γίγαντες τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα πως δεν έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω, μήτε να του κάνω χάδια· ο αδερφός μου ο Γιάννης το ’παιρνε ανά­ποδα· — «Γιατί τάχα τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, ήτανε όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε με τους συντρόφους και κάναμε ένα γλέντι που δεν ήτανε άλλο. Με τα λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλια περνούσε περίφημα ο καιρός — ήσυχα και πολίτικα. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες, αν ήξε­ρες να τον πιάσεις· θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώσει. Κι αφτό μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάν­νης ήτανε αρνί· ήτανε όμως και λιοντάρι.

 

ΙΒ’. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ

Αφότου ήμουνε στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι δασκάλοι το λένε Βόσπορο κι έχουνε άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο το ξέρει· κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να σου το πει. Οι δασκάλοι θαρρούνε πως τα μάθανε όλα· δε μάθανε όμως ακόμη πως πρέπει κανείς να σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει ίσα με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουνε όσα χωρεί το στενούτσικό τους το κεφαλάκι. Φωνάζουνε όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουνε, πολεμούνε, παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός. Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τ’ ακούσανε. Οι σοφοί κι οι γλωσσολόγοι θυμώνουνε που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουνε από μας, κι οι δασκάλοι τι κάνουνε; Ίσια ίσια για να μην έχουνε οι Εβρωπαίοι κακή ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουνε, κλαδέβουνε, ξεπαστρέβουνε, καθαρίζουνε τα γεωγραφικά ονό­ματα, τα συγυρίζουνε, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και προσμένουνε ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουνε την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου. Τι θα κάμεις λοιπό με τέτοια… κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμεις τίποτα και να σύρουμε το δρόμο μας, γιατί βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ’ αρέσει Κατάστενο να το λέω· έτσι το συνήθιζε η γιανούλα και τούτο μου φτάνει. Μ’ αρέσει και Μπογάζι να τ’ ακούω· όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, μου φαίνεται καλό να ’χουμε κι αφτό τ’ όνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διω κάτι φίλους στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέττο, και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούγντερε. Μ’ αφτό τ’ όνομα οι καημένοι μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουνε. Τις δοτικές τις σκορπίζουνε όπου μπορούνε· εν Ταταούλοις θα σου πούνε, εν Βλαχέρναις κι άλ­λες τέτοιες νοστιμάδες. Με το Μπουγιούγντερε αδύνατο να χώσουνε και μια κατάληξη αρχαία· τ’ όνομα τούτο δεν κλί­νεται. Το Μπουγιούγντερε τους το κάνει πείσμα. Το Μπου­γιούγντερε μοναχό του ρίχνει κάτω όλα τους τα σοφά τα συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουνε πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πλη­θυντικές δοτικές· φτάνει το Μπουγιούγντερε να δείξει τη μυτίτσα του, να ξετρυπώσει ξαφνικά και να βγει στη μέση. Βλέπουμε αμέσως τι τρέχει, καταλαβαίνουμε πως ζούμε στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, τ’ αληθινό μας το ρωμαίικο χώμα.

Πόσο τ’ αγαπώ αφτό το Μπουγιούγντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το κάμουνε άξαφνα Βαθυρρύαξ, κι οι ίδιοι δε θα καταλάβουνε τι λένε. Πρέπει να το πούνε Μπουγιούγ­ντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουνε όσες ελληνικούρες έχουνε όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάσει το γάλα την κάτασπρη θωριά του, φτάνει να πέσει μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με τη γλώσσα· άμα βάλεις μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος, τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία· τίποτα δεν είναι. Του κάκου πολεμούνε οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουνε! Η γλώσσα τους μοιάζει με λίμνη· τη γεμίζουνε καθαρό νερό και την καμαρώνουνε οι ίδιοι. Για να θολώσει το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξεις μέσα ένα μικρούτσικο Μπουγιούγντερε, ας είναι κι ένα άφαντο να. Με μιας χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κι η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουνε και ποτές δε θα διούνε, πως για όποιονε τόντις ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα εμπόδισε κάπου να βάλουνε, ένα έγινε να τους ξεφύγει, ένα ηξεύρω να πούνε, ένα τίποτε να γράψουνε, πάνε όλα! Μεγαλύτερο το κακό παρά αν ήτανε όλα βάρ­βαρα, σαν που τα λένε· αν ήτανε όλα βάρβαρα, θα φαινό­τανε τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους, φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο, ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο βαπόρι και να πάω στο Μπουγιούγντερε. Ο καμαρότος, άμα μ’ είδε, μυρίστηκε ξένο. Αμέσως ήρθε να με χαιρετήσει, να μου δώσει την καλύτερη θέση του βαποριού. Ο καμαρότος ήτανε Αρμένης. Πού να μιλήσει ρωμαίικα, αφού οι Αρμένηδες (1) και τη γλώσσα τους δε θέλουνε πια να μάθουνε, και λένε πως είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ’ ήθελε. Δεν είχε και πολλά να μου πει. Μου έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο γεφυράκι με τα σίδερα όπου συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Εκείνη την ώρα ο καπε­τάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τ’ άλλο το μέρος. Κάθησα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η καρέγλα μου βρισκότανε από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουα τις ρόδες που γυρίζανε. Έβλεπα δεξιά τον καπε­τάνιο που κοίταζε μπροστά του και πρόσταζε. Ο καμαρότος μου έφερε ένα σκαμνί για το πανωφόρι μου, ένα σκαμνί να ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να μου βάλει καφέ και λουκούμι. Του έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρό­σωπο, με ζαχαρένιο χαμογέλιο, στάθηκε μια στιγμή κι ά­πλωσε το χέρι, τάχα για να μου δώσει να καταλάβω πως θα βλέπω λαμπρά στη θέση όπου καθόμουνε και να μου δείξει τη θέα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κι έφυγε.

Ήτανε η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέ­παζε το Μπογάζι τις ομορφιές του. Όλο μου έδειχνε καινού­ρια μεγαλεία. Πιότερο από καθετίς άλλο μου αρέζανε τα νερά του· στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με τ’ άπειρο το νερό. Νερό έχει το Μπογάζι όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να πνίξει κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να τα φοβάστε· μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους δρόμους. Μάθαμε πως μπορούνε καμιά μέρα να λυσσιάξουνε, και τότες αλλοίμονο! Ο Παστέρ όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέσει να μας γιατρέψει. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό. Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάνει. Έχει κάτι μέσα του εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη. Όποιος περάσει αφτή τη θάλασσα για να ’ρθει στην Πόλη, είναι χαμένος άθρωπος. Για να μη χαθεί κανείς, πρέπει να βρεθεί στην Πόλη, δίχως να ’χει περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παρά­ξενο πράμα!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθει από τη γεωγραφία του σκολειού, χωρίζει Ασία κι Εβρώπη, πάει να πει πως βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Ωστόσο στην Πόλη κάθουνται Ασία κι Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη· αφτό το περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας. Ανεβαίνοντας δεξιά μεριά έβλεπα την Ανατολή, και να πω την αλήθεια, μ’ όσα είχα μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω πού ήτανε Ασία, και πού ήταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα μ’ έκαμε ν’ απορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στεκόντανε τόσα τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο Τούρκος, άμα χτίσει σπίτι — κι άμα κάμει τίποτα — το βαριέται· είναι μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή σαν που λέμε, κατσιβέλοι. Ο Τούρκος ένα ένα σιχαίνεται τα σπίτια που κάνει, νοιώθει πως είναι περαστικά τ’ αγαθά του, κι άμα σιχαθεί ένα πράμα αμέσως τ’ αφήνει. Τ’ α­φήνει και δε γυρίζει πια να το διει — σα να μην ήτανε ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήσει ή τοίχο να σιάξει, ή ταβάνι να διορθώσει, ή πέτρες να ξαναβάλει, όπου πέσουνε. Το χτίριο που κάμει δεν έμαθε να το διατηρεί· δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβεις τι θα πει βάρβαρος και τι θα πει πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήσει τα χρήματα, έφκολα τα ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμει· αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα βγάλει να δώσει πολλά, ή τίποτα δε θα δώσει. Ο πλούσιος που δεν έδωσε δυο γρόσια του ράφτη του για να του ράψει ένα κουμπί, δε θα μείνει πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς τέ­τοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει τέτοιο να ’ναι το κέφι του, κι αν έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνει ανάγκη να λογαριάσει πόσοι παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλει μια πέτρα, να σιάξει ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν αξίζει, λέει. Το κεφάλι του δε ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν είναι να χαρεί τίποτα, πρέπει να το χαρεί αμέ­σως, αμέσως να γίνει το πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό,τι του αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει· παρέκει δεν πάει ο νους του. Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμει σπίτι, κάθε μέρα θα φροντίσει για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψει, θα το ’χει έννοια, θα προσπαθήσει μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλει δυο σκαλοπά­τια μαρμαρένια, παντού να ρίξει σίδερα και πέτρα, για να γίνει, λέει, το σπίτι πιο γερό. Ο Ρωμιός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γλήγορα γλήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα να ’τρεχε στα κύματα μέσα. Η θά­λασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάσει, νομίζει τότες πως μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψει δρόμο μεγάλο. Η φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι· ο νους φουσκώνει τα πανιά του. Έτσι το ’παθα και γω. Θα πάμε και μεις ομ­πρός, έλεγα μέσα μου, ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά μέρα σαν τον Κο­λόμπο θ’ ανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη, ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουνε τα έργα και τ’ όνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρότος. Ήρθε κοντά μου και μου έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ν’ αλλάξω θέση. Ο καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος όπου καθόμουνε· έπρεπε να περάσει ζερβιά. Ο τό­πος ήτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε κι οι δυο μαζί· ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγει. Ο καμαρότος, για να τον καταλάβω καλύτερα, μου το είπε μάλιστα τούρ­κικα· — «Να σηκωθείς, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μου είπε ο άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες μου χτυπήσανε τόσο παράξενα στ’ αφτί. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ τον άκουγα και μου φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο καπετάνιος ήτανε Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός· έμοιαζε σα να ήτανε όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Μου φάνηκε πως στα μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά. Τέτοιος θα ήτανε, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε αφτό το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ! Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαού­ρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου. Να τος που έρχεται, ο καπετάνιος! Ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο χέρι, στ’ άλογό του καβαλάρης, ερχότανε ο Τούρκος, ερ­χότανε ο καπετάνιος — κι έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγει.

Σα να καταλάβαινα πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε μπροστά μου πρώτη φορά. Μου φάνηκε πως βλέπανε τα μάτια μου τώρα κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγές. «Σήκω, σήκω, χριστιανέ από κει που καθόσουνε ήσυχος και θάμαζες τη φύση με τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κι έ­παιρνε η φαντασία σου δρόμο. Σήκω· η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διω, όπου σε βρω, όπου φανείς, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διω, όπου βρω, όπου φανεί τίποτα δικό σου — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι — όλα όλα πρέπει να μου τ’ αφήσεις. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου να ρουφήξω. Άμα σου ζητήσω αίμα και ζωή, θα μου δώσεις τη ζωή σου, και το αίμα σου θα μου το φέρεις. Από το στόμα σου λέξη να μη βγει. Δε χωρατέβω. Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθεις. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς σου, η τρο­μάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω, φύγε, γιατί έρχουμαι· σήκω, φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα πράματα να τα μεγαλώνει· τον ποντικό τον κάνει γιανίτσαρο. Η φαντασία μου μου χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο Μπουγιούγντερε. Μόλις πρόφτασα να διω τους φίλους μου, να πάω στο σκολειό, ν’ ακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθει στα χωριατόπουλα τις εβγένειες της γλώσσας μας. Ήμουνε όλο συλλογισμένος, βαρεμέ­νος· είχα μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι, Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ’ είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κι οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγει πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο με τις κουβέντες, με τα γέλια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια! Και πάλε τ’ απόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα τα βαπόρι. Μα δεν κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτα, μήτε Μπο­γάζι, μήτε θάλασσα, μήτε ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, όπου δεν ήτανε κανείς. Η ίδια φράση όλο μου έδερνε το νου, όλο μου έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα μέσα μου σιγά σιγά· «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

(1) Σημείωση του Ψυχάρη στη 2η έκδοση: Ντρέπουμαι που το ’γραψα τότες και παρα­καλώ, ύστερις από κείνα που είδαμε, να με συχωρέσουνε τ’ αδέρφια μας οι Αρμένηδες για τ’ άνοστο χωρατό.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Κωνσταντινούπολη, Πεζογραφία, Ταξιδιωτικά, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , | 76 Σχόλια »

Οι μποέμ και η ζωή τους

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2020

Πολλές φορές στο ιστολόγιο παρουσιάζω βιβλία που έτυχε να διαβάσω και να τα βρήκα ενδιαφέροντα -συνήθως πρόκειται για καινούργια βιβλία, με την έννοια ότι έχουν εκδοθεί σχετικά πρόσφατα.

Θα κάνω μιαν εξαίρεση σήμερα και θα παρουσιάσω ένα βιβλίο παλιό. Πόσο παλιό; Οι γνώμες διίστανται -ή, όπως το πάρει κανείς. Το βιβλίο που έχω στα χέρια μου εκδόθηκε το 1993, όμως αποτελεί επανέκδοση αφού η ίδια μετάφραση (διότι περί μετάφρασης πρόκειται) είχε αρχικά κυκλοφορήσει το 1935.

Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει και παλιότερη μετάφραση του ίδιου βιβλίου, γύρω στα 1893 -ενώ το πρωτότυπο είναι του 1851.

Πρόκειται για το βιβλίο του Ερρίκου Μυρζέ (Henri Murger) «Σκηνές μποέμικης ζωής» (Scènes de la vie bohème), που κυκλοφόρησε το 1993 από τον εκδοτικό οίκο της Εστίας. Αν το είχα μάθει τότε θα είχα σπεύσει να το αγοράσω, αλλά στην προϊντερνετική εποχή τα νέα δεν κυκλοφορούσαν εύκολα κι έτσι μού ξέφυγε -ζούσα και τότε στο εξωτερικό. Τα Χριστούγεννα, το εντόπισα στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία, στον πάγκο με τις προσφορές κι έτσι το πήρα -6 ευρώ, κελεπούρι.

Όπως φαίνεται και από το εξώφυλλο του Κυριτσόπουλου, το βιβλίο είχε τυπωθεί στη δεκαετία του 1990, όπως είπαμε όμως πρόκειται για ξανατύπωμα μιας μετάφρασης που είχε γίνει το 1935 από τον δημοσιογράφο Κ.Θ.Παπαλεξάνδρου, και είχε διανεμηθεί (σε δύο τόμους) από την εφημερίδα «Ηχώ της Ελλάδος». Η παλιά έκδοση διέφερε ελάχιστα στον τίτλο: Σκηνές της μποέμικης ζωής.

Όμως, ενώ καμιά από τις δύο εκδόσεις δεν είχα διαβάσει, το βιβλίο ήταν το αγαπημένο μου. Το είχα ακούσει πολλές φορές όταν ήμουν παιδί. Βλέπετε, το βιβλίο του Murger, σε αριστοτεχνική μετάφραση του Εμμ. Ροΐδη, το αγαπούσε πολύ ο παππούς μου και συνήθιζε να μου διαβάζει  εκτενή αποσπάσματα, επεξηγώντας πού και πού -σπάνια όμως- κάποια δύσκολη λέξη της ροϊδικής περίτεχνης καθαρεύουσας. Κάποια στιγμή το διάβασα κι εγώ, σε εκείνη την παλιά έκδοση του 1893. Όμως, ο φίλος Δημήτρης Ραπτάκης με πληροφόρησε ότι και η μετάφραση του Ροΐδη ξανακυκλοφόρησε περί το 1995, από τον Καστανιώτη, αν και είναι πια εξαντλημένη.

Το βιβλίο παρουσιάζει λοιπόν σκηνές από τη ζωή των μποέμ στο Παρίσι του 1850 και ουσιαστικά πρόκειται για το βιβλίο που ευθύνεται, άμεσα και έμμεσα, για την πλατιά διάδοση της λέξης σε πολλές γλώσσες. Οπότε, ας λεξιλογήσουμε επιτροχάδην -αν και θ’ άξιζε χωριστό άρθρο.

Στα γαλλικά, Bohème είναι ο Βοημός, ο καταγόμενος από τη Βοημία, περιοχή της σημερινής Τσεχίας. Ωστόσο, από το πρώτο μισό του 15ου αιώνα ο όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για τους Τσιγγάνους, τους Ρομά, οι οποίοι κακώς θεωρήθηκαν ότι κατάγονται από εκεί, πιθανώς επειδή εμφανίστηκαν στην Δυτική Ευρώπη ερχόμενοι από τη Βοημία. Στους επόμενους αιώνες, η σημασία του όρου διευρύνεται και φτάνει να σημαίνει κάθε άτομο που ζει ζωή έξω από κανόνες.

Γύρω στο 1830, εμφανίζεται μια ειδικότερη σημασία: bohème είναι πια ο φτωχός νέος καλλιτέχνης ή διανοούμενος, που ζει χωρίς σταθερούς πόρους και έξω από τα πλαίσια της κοινωνίας. Τότε εμφανίζεται και ο Μυρζέ με το βιβλίο του, που συμβάλλει όπως είπαμε (και θα δούμε πώς) στη διεθνοποίηση του όρου. Στα ελληνικά η λέξη γίνεται διάσημη με τη μετάφραση του Ροΐδη. Ο δημοσιογράφος Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κώστα, υιοθετεί το ψευδώνυμο «μποέμ», ενώ πολλά είναι τα ρεμπέτικα που υμνούν τη ζωή του μποέμη ή της μποέμισσας -πιο γνωστό αυτό του Σέμση, που το τραγουδούν ο Στράτος και ο Στελλάκης. Θα τολμήσω να πω ότι στη λογοτεχνία τυπικός μποέμ δεν ήταν μόνο ή τόσο ο Τεύκρος Ανθίας, όσο ο Γιώργος Κοτζιούλας, που ειδικά προπολεμικά έζησε ζωή φτωχού διανοούμενου -και έγραψε και ποίημα με τίτλο Μποέμ που μάλιστα μελοποιήθηκε μετά τον θάνατό του και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Μυρζέ ήταν μποέμ και έγραψε τις περιπέτειες τις δικές του και των φίλων του. Έτσι, ο ποιητής Ροδόλφος, ο ένας από τους τέσσερις της παρέας των μποέμ, είναι βασισμένος πάνω στο πρόσωπο του Μυρζέ. Οι άλλοι τρεις, ο μουσικός Σωνάρ, o ζωγράφος Μάρκελος και ο φιλόσοφος Γουστάβος Κολίν, αντιστοιχούν επίσης σε πραγματικά πρόσωπα, που όλοι έπαιξαν κάποιο μικρό ρόλο στα γράμματα και τις τέχνες του 19ου αιώνα στη Γαλλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 19ος αιώνας, όπερα, Γαλλία, Λογοτεχνία, Μεταφραστικά, Παρίσι, Παρουσίαση βιβλίου, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , | 114 Σχόλια »

Γεώργιος Σουρής, 100 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 25 Αυγούστου, 2019

Κάποια μέρα, το φθινόπωρο του 1969, ήμουν δέκα χρονών, το βραδάκι, μου λέει ο παππούς μου «θα κατέβεις να δούμε τηλεόραση; Έχει μια εκπομπή για τον Σουρή, είναι τα 50 χρόνια από τον θάνατό του». Να κατέβω, διότι τότε δεν είχαμε ακόμα τηλεόραση στο δικό μας σπίτι.

Ο παππούς λάτρευε τον Σουρή, απάγγελνε από μνήμης πολλούς στίχους του και την αγάπη αυτή την είχε μεταδώσει και σε μένα. Όμως εκείνο το βράδυ είχαμε κανονίσει να πάμε να δούμε μιαν από εκείνες τις φρικαλέες εθνωφελείς ταινίες του Τζέιμς Πάρις, νομίζω πως ήταν οργανωμένο από όλη μας την τάξη, με τον δάσκαλο μαζί -δικτατορία είχαμε, δεν θα μας πήγαιναν σε Αϊζενστάιν. Με την αμεριμνησία του παιδιού, είπα στον παππού μου «Δεν πειράζει, του χρόνου θα ξαναέχει εκπομπή» και πήγα με τους συμμαθητές να δούμε τον Φερνάντο Σάντσο και τον Χρήστο Πολίτη.

Τότε ήταν τα 50 χρόνια, αύριο είναι τα 100 από τον θάνατο του Σουρή, οπότε σκέφτηκα να τιμήσω τη μνήμη του και να επανορθώσω την παιδική μου ασυνέπεια. Βέβαια, επειδή από τον παππού μου έχω κληρονομήσει την αγάπη προς τον μεγάλο σατιρικό, το ιστολόγιο έχει κατ’ επανάληψη παρουσιάσει ποιήματά του και πολλά άρθρα έχουμε αφιερώσει στον Σουρή και στην εφημερίδα του, τον Ρωμηό, που εκδιδόταν από το 1883 ως το 1918 και ήταν έμμετρη από τον τίτλο (Ο Ρωμηός εφημερίς – που τη γράφει ο Σουρής) ίσαμε τις διαφημίσεις και τις μικρές αγγελίες.

Έμμετρη αναγγελία της συνεργασίας του Σουρή με το Άστυ, 1885

Ο Σουρής έγραφε τον Ρωμηό μόνος του (μονάχα στην αρχή βοηθούσαν και ο Δημ. Κόκκος και ο Ιω. Πολέμης αλλά για μικρό διάστημα), αλλά ο Σουρής δεν είναι μόνο ο Ρωμηός. Έγραψε και αυτοτελή ποιήματα και ποιητικές συνθέσεις, έμμετρες κωμωδίες, μετέφρασε πολύ επιδέξια τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, ενώ εκτός από τον Ρωμηό, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της έκδοσής του, συνεργαζόταν και με άλλα έντυπα, σατιρικά κυρίως, όπως τον Ασμοδαίο, τον Ραμπαγά, το Μη Χάνεσαι και το Άστυ.

Αυτό σημαίνει ότι ήταν πολύ δύσκολη η συγκέντρωση των Απάντων του Σουρή. Ο Γ. Βαλέτας το επιχείρησε αλλά ομολογημένα δεν επιδίωξε την πληρότητα. Έχω στη βιβλιοθήκη μου μια οχτάτομη έκδοση, ενώ υπάρχει και μια άλλη πεντάτομη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά περισσότερο ανθολογία μπορεί να χαρακτηριστεί -από αυτό καταλαβαίνει κανείς τον εντυπωσιακό όγκο του έργου του Σουρή.

Ο Σουρής ήταν δημοφιλέστατος στην εποχή του -πολύ χαρακτηριστικό, τόσο για την απήχηση που είχε, όσο και για την έλλειψη μέτρου των συμπατριωτών μας, είναι ότι προτάθηκε, από πανεπιστημιακούς και άλλους, πέντε φορές για το Βραβείο Νόμπελ την περίοδο 1907-1912. Αλλά άντεξε και στον χρόνο, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η ανατύπωση σε 7 τόμους των 1442 φύλλων του Ρωμηού περί το 1970 είχε εμπορική επιτυχία και ότι κωμικοί όπως ο Χάρρυ Κλυνν τραγούδησαν μελοποιημένα του ποιήματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αφιερώματα, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σατιρικά, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , | 117 Σχόλια »

Νοβάρτιστα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2018

Ο τίτλος φυσικά είναι επηρεασμένος από τη συζήτηση που έγινε μεσοβδόμαδα στη Βουλή αλλά και γενικότερα από το γεγονός ότι η επικαιρότητα της εβδομάδας που πέρασε κυριαρχήθηκε από το σκάνδαλο Novartis. Κάπου είδα το έξυπνο αυτό λογοπαίγνιο για τους νοβάρτιστους και τη νοβαρτιστεία (Νοβάρτις + αριστεία) και είπα να το υιοθετήσω. Κάμποσα από τα μεζεδάκια μας είναι παρμένα από τη συζήτηση που έγινε στη Βουλή, αλλά βέβαια είναι γλωσσικές επισημάνσεις -δεν θα μπω, σήμερα τουλάχιστον, στην ουσία του θέματος: ποτέ το Σάββατο, για να παραφράσω τον τίτλο της γνωστής ταινίας.

* Από τη συζήτηση στη Βουλή, πρόσεξα μιαν ακυρολεξία της Φώφης Γεννηματά. Απευθυνόμενη προς Τσίπρα, του είπε: «Η προσοχή σας είναι στραμμένη μόνο προς τα πολιτικά οφέλη που μπορείτε να προσκομίσετε» (από την υπόθεση Νοβάρτις)

Ή να αποκομίσετε, ή να προσποριστείτε κέρδη. Όταν προσκομίζουμε κάτι, το παρουσιάζουμε, το καταθέτουμε, το προσφέρουμε.

* Για να μη μεροληπτώ, και ένα του Αλέξη Τσίπρα, που είπε: Οι υπηρεσιακοί και οι γιατροί τα έκαναν ή μπορούσαν να τα κάνουν, εν απόλυτη αγνοία κυβερνητικών παραγόντων;

Αμ δεν πάει έτσι η δοτική. Εν αγνοία θα πούμε, αλλά αν θέλουμε να την κάνουμε και απόλυτη πρέπει να πούμε «εν απολύτω αγνοία», και αυτό διότι αν διαλέξουμε να βάλουμε δοτική, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πια τον τύπο ‘απόλυτη άγνοια’ παρά ‘απόλυτος άγνοια’ -πραγμα που αποδείχνει (σικ, για να πατσίσω) ότι η δοτική είναι νεκρή, πεθαμένη, ψόφια, μακαρίτισσα, ψοφίμι, κουφάρι, πτώμα σεσηπός και οδωδός.

Πάντως, επειδή το «εν απόλυτη αγνοία» ειναι λάθος, καλό θα είναι να διορθωθεί από το κείμενο στον πρωθυπουργικό ιστότοπο: σε απόλυτη άγνοια να το κάνουμε.

* Κάτι άλλο από την ομιλία του Τσίπρα: πρόσεξα ότι είπε δυο τουλάχιστον φορές «οι φερόμενοι ως εμπλεκόμενοι» (στην υπόθεση Νοβάρτις). Νομίζω πως είναι υπερβολή. Συμφωνώ ότι πρέπει να λέμε «ο φερόμενος ως δράστης» αφού υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας, αλλά εμπλεκόμενοι στην υπόθεση είναι σίγουρα, χωρίς αυτό να αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι αθώοι.

* Και για να γίνω υπερκομματικός, να σημειώσω κι ένα «εξ ανατολάς» που είπε ο συνάδελφος Μαυρωτάς του Ποταμιού.

(Συνάδελφος όχι επειδή είμαι στο Ποτάμι, αλλά επειδή είναι χημικός μηχανικός όπως ήμουν κι εγώ σε μιαν άλλη ζωή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βουλή, Επιγραφές, Λαθολογία, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ομόηχα | Με ετικέτα: , , , , , | 267 Σχόλια »

Σε καιρούς λιτότητας

Posted by sarant στο 10 Απριλίου, 2017

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα πρωτοδημοσιεύτηκε χτες στην Αυγή της Κυριακής, στο ένθετο Υποτυπώσεις, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», εκτάκτως τη δεύτερη Κυριακή του μήνα αντί για την καθιερωμένη πρώτη.

Το δημοσιεύω εδώ χωρίς καμιάν αλλαγή παρά μόνο την προσθήκη της φωτογραφίας από τη διαδήλωση.

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύεται μία Κυριακή πριν από το Πάσχα, άρα, για τους θρησκευόμενους, στο κλείσιμο της Μεγάλης Σαρακοστής, σε περίοδο νηστείας και περισυλλογής.

Η λέξη νηστεία είναι αρχαία και προέρχεται από το ουσιαστικό νήστις (ο νηστικός), το οποίο ετυμολογείται από το στερητικό νε- που το βρίσκουμε και στη νηνεμία, την έλλειψη ανέμου, και από το θέμα εδ- του ρήματος έδω («τρώω», που το βρίσκουμε στα εδ-έσματα). Στις Χοηφόρες του Αισχύλου ο Ορέστης παραπονιέται ότι «νήστις πιέζει λιμός», τους σφίγγει μεγάλη πείνα.

Σύμφωνα με την πασίγνωστη παροιμιώδη φράση, από την υποχρέωση της νηστείας εξαιρούνταν ασθενείς και οδοιπόροι («ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει») –τα τελευταία χρόνια κάποιοι θεολογικοφιλολογούντες, ενοχλημένοι που η λόγια φράση είναι κατανοητή απ’ όλους, υποστηρίζουν ότι δήθεν το «σωστό» δεν είναι «οδοιπόρος» αλλά «διπόρος» ή «ωδιπόρος» ή «ηδυπόρος» και άλλες παραλλαγές, λέξεις ανύπαρκτες που δήθεν σημαίνουν την έγκυο γυναίκα. Δεν ισχύει αυτό, η παροιμία γεννήθηκε σε μια εποχή όπου το ταξίδι ήταν μακροχρόνιο, επικίνδυνο και δύσκολο εγχείρημα, οπότε ήταν αυτονόητη η απαλλαγή του οδοιπόρου από την υποχρέωση –πρόνοια που άλλωστε υπάρχει και στο Ισλάμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 193 Σχόλια »

Ερωτόκριτος

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2017

Μεθαύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου, γιορτή των ερωτευμένων υποτίθεται. Το ιστολόγιο άλλες χρονιές αδιαφορούσε για τη γιορτή, μια και το έθιμο, εμείς οι παλιότεροι, το μάθαμε όταν πια είχαμε μεγαλώσει -πέρυσι όμως βάλαμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, και φέτος είπα να αφιερώσω ένα άρθρο στον Ερωτόκριτο, το αριστούργημα αυτό της κρητικής ποίησης, που όχι λίγοι λόγιοι το έχουν παραλληλίσει με την Ιλιάδα, όπως ο Μαλακάσης που τον αποκάλεσε «Όμηρο της Ρωμιοσύνης», ενώ ο Σεφέρης έγραψε ότι η γλώσσα του είναι «η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός».

Βέβαια πολλοί καθαρευουσιάνοι τον απέρριψαν. «Εξάμβλωμα» τον χαρακτήρισε ο Κοραής και τον παρομοίασε με την ασκημομούρα υπηρέτρια [δυσειδή θεράπαινα] που μόνο καλό έχει ότι μας μπάζει στην κάμαρα της πανέμορφης αρχοντοπούλας, της αρχαίας, ενώ ο Οικονόμος εξ Οικονόμων βρήκε πολλές αρετές στο έργο αλλά έψεξε την «ακάθαρτον και ακαλλιέργητον» γλώσσα του, την ίδια γλώσσα που ο Κοδρικάς αποκάλεσε «δυσειδή».Κάποιοι επιχείρησαν να τον μεταφράσουν στην καθαρεύουσα (Διονύσιος Φωτεινός, «Νέος Ερωτόκριτος», 1818 και αλλοι).

Ο Ροΐδης στα Είδωλα παινεύει τη γλώσσα του Ερωτόκριτου και γράφει: «Εις την μακροτέραν της Ιλιάδος εποποιίαν του Κορνάρου ούτε πεντήκοντα ηδυνήθημεν να σημειώσωμεν ξένας λέξεις…» Παραξενεύτηκε ο Πολυλάς, πώς χαρακτηρίζει τον Ερωτόκριτο (περίπου 10.000 στίχοι) μακρότερο από την Ιλιάδα (15.690), αλλά ο Ροΐδης απάντησε ότι 5600 στίχοι της Ιλιάδας είναι επαναλήψεις.

Ο Γ. Χατζηδάκης, καθαρευουσιάνος μεν αλλά κρητικός, παίνεψε το έργο του Κορνάρου και το παραλλήλισε κι αυτός με τον Όμηρο: «όπως ελέχθη περί του Ομήρου ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους ‘έπαινος αρετής εστίν’, ούτω λεκτέον και περί του Ερωτοκρίτου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης από τα ελληνικά στα ελληνικά (Σταύρος Ζουμπουλάκης)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2017

Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βάλαμε, όπως κάθε χρόνο, διηγήματα του Παπαδιαμάντη -και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και στη γλώσσα του και αν αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη (βέβαια, οι θαμώνες του ιστολογίου δεν βρίσκονται όλοι στην πρώτη νιότη, κι έτσι δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του αναγνωστικού κοινού).

def52b03ffad83d42265f69a68448e6cΕίχα σκοπό, και αν θυμάμαι καλά το είχα υπαινιχθεί σε κάποιο σχόλιο, αμέσως μετά τις γιορτές να ανεβάσω το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εξετάζει το πρόβλημα των ενδογλωσσικών μεταφράσεων γενικά, και ειδικότερα του Παπαδιαμάντη.

Το άρθρο το πήρα από το εξαιρετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», με παπαδιαμαντικά δοκίμια. Θα θυμώσει ίσως ο συγγραφέας, διότι το κείμενό του το παρουσιάζω μονοτονισμένο, για προφανείς τεχνικούς λόγους (δεν έχω οσιάρ πολυτονικό) ενώ επίσης για τεχνικούς λόγους παραλείπω τις (ουσιαστικές) υποσημειώσεις -αλλά αυτό ίσως είναι και καλό, να υστερεί σε κάτι η διαδικτυακή έκδοση εφόσον πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο: να πάτε να το πάρετε!

Το πρόβλημα του αν πρέπει να μεταφράζεται ενδογλωσσικά (να μεταγλωττίζεται θα έλεγαν κάποιοι) ο Παπαδιαμάντης (ή γενικά κάθε κείμενο του 19ου αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα) δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Στο ιστολόγιο δεν θυμάμαι να το έχουμε ξανασυζητήσει, αλλά όταν το 2005 είχε εκδοθεί η μεταγλωττισμένη Πάπισσα Ιωάννα είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο είχα ταχθεί εναντίον της συγκεκριμένης μετάφρασης χωρίς να απορρίπτω την ιδέα της μετάφρασης γενικά -και είχα επίσης υποστηρίξει τις αντικριστές εκδόσεις (αριστερά το πρωτότυπο, δεξιά το μεταφρασμένο) όπως κάνει και ο Ζουμπουλάκης στο σημερινό άρθρο. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα είχα ακόμα λιγότερες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη -και καμία για άλλα κείμενα της καθαρεύουσας που δεν έχουν τόσο ιδιάζον ύφος.

Το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με νηφαλιότητα και με επιχειρήματα που μου φαίνονται πολύ γερά. Αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι ότι, ενώ ολοφάνερα δεν τον ευχαριστεί η κατάσταση που περιγράφει (ότι δηλαδή οι νέοι δυσκολεύονται με τα παλιότερα κείμενα) ούτε καταφεύγει σε ιερεμιάδες και ελεεινολογίες, ούτε ψάχνει να βρει ενόχους (το μονοτονικό, το ΠΑΣΟΚ, τον Φίλη), ούτε προτείνει ανεφάρμοστες και ατελέσφορες λύσεις όπως άλλοι (να πολλαπλασιαστούν οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, να διδάσκονται τα αρχαία από το νηπιαγωγείο κτλ.). Οι προτάσεις του Ζουμπουλάκη (κι αν βιάζεστε, πηγαίνετε κατευθείαν στις αριθμημένες παραγράφους στο τέλος του κειμένου) είναι όλες εφαρμόσιμες και πολύ μελετημένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μεταφραστικά, Παπαδιαμάντης, Παλιότερα ελληνικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 239 Σχόλια »

Η ανυπόφορη ευλογία

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2015

images2Ο τίτλος του σημερινού άρθρου δεν έχει υπαινιγμό για την επικαιρότητα, άλλωστε αν ήθελα να διατηρήσω την αμφισημία δεν θα έβαζα εικόνα. Πέρυσι περίπου τέτοιον καιρό είχαμε συζητήσει για «αυτό που μας φέρνει δάκρυα στα μάτια«, το κρεμμύδι, αλλά το άρθρο εκείνο έμενε μετέωρο, κατά κάποιον τρόπο, αφού δεν είχαμε συνεχίσει με τον αχώριστο σύντροφό του, το σκόρδο. Σήμερα, διορθώνουμε την έλλειψη.

Κρεμμύδι και σκόρδο έχουν κοινή ιστορία, παρεμφερείς χρήσεις και παρόμοιες ιδιότητες, και συνδέονται τόσο στενά το ένα με το άλλο που θα μπορούσα να τα εντάξω στο ίδιο άρθρο αν δεν είχα τόσο πολλά να πω για το καθένα τους. Άλλωστε, και βοτανολογικά είναι στενοί συγγενείς, αδερφάκια ας πούμε, αφού όπως είπαμε και πριν, ανήκουν στο ίδιο γένος, το Allium.

Το σκόρδο είναι το Allium sativuma, κρόμμυον το σκόροδον –και, παρόλο που είναι ιθαγενές της Κεντρικής Ασίας, βρίσκεται στα μέρη μας από πολύ παλιά, αφού, αν πιστέψουμε τον Ηρόδοτο, οι εργάτες που έχτισαν την Πυραμίδα του Χέοπα είχαν στο σιτηρέσιό τους κρεμμύδια, σκόρδα και ραπανάκια. (Μάλιστα, σε διάφορες πηγές διαβάζω ότι η πρώτη καταγραμμένη απεργία στην ιστορία της ανθρωπότητας έγινε ακριβώς από αυτούς τους εργάτες, αν και δεν το βρίσκω στον Ηρόδοτο –ούτε διασαφηνίζεται αν απέργησαν ζητώντας να τρώνε περισσότερο σκόρδο ή να μην τρώνε πια σκόρδο αλλά κάτι ευγενέστερο).

Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη, όταν οι εβραίοι περιπλανιώνταν στην έρημο κι άρχισαν να δυσανασχετούν, έχοντας μπουχτίσει να τρώνε σαράντα χρόνια μάννα, νοστάλγησαν τα φαγητά της Αιγύπτου, ανάμεσά τους «τα πράσα και τα κρόμμυα και τα σκόρδα» (Αριθμοί 11.5).

Όμως και στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ διαδεδομένο το σκόρδο, όπως φαίνεται από την παρουσία του στις κωμωδίες του Αριστοφάνη –τα μεγαρίτικα σκόρδα ήταν ονομαστά για το μεγάλο μέγεθός τους και στους Αχαρνείς, που είναι γραμμένοι μέσα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Μεγαρίτης παραπονιέται στον Δικαιόπολη ότι οι Αθηναίοι στις επιδρομές τους τα ξερίζωναν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 192 Σχόλια »

Περίπατοι εις τας Αθήνας: Η οδός Βουλής (Εμμ. Ροΐδης)

Posted by sarant στο 27 Απριλίου, 2014

Μια και στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε θέμα αθηναιογραφικό, και αφού σήμερα το απόγευμα θα γίνει ο περίπατος στα Εξάρχεια (εκτός αν βρέχει, οπότε θα πάμε σε κλειστό χώρο) όπου θα μιλήσω κι εγώ έξω από το σπίτι του Λαπαθιώτη, και αφού τις Κυριακές έχουμε θέμα λογοτεχνικό, ταιριάζει να ανεβάσω έναν «Περίπατο στην Αθήνα», γραμμένον το 1896 από τον Εμμανουήλ Ροΐδη και δημοσιευμένον στην Εστία στις 2.6.1896, δηλαδή λίγο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 1896, ο Ροΐδης έγραψε τρεις τέτοιους Περίπατους. Τον πρώτο τον είχα δημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο, τον δεύτερο τον παρουσιάζω σήμερα και τον τρίτο θα τον ανεβάσω κάποιαν άλλη φορά.

Το 1896 η Αθήνα ήταν μικρή πόλη και οι ξένοι έβρισκαν ότι δεν είχε προάστια, όπως οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες -και έτσι ήταν πράγματι, αφού π.χ. τα Πατήσια ήταν εξοχή για πικνίκ, το Παγκράτι μακρινός αραιοκατοικημένος οικισμός και στα Σεπόλια υπήρχαν περβόλια που έβγαζαν τα καλύτερα μανταρίνια. Ο Ροΐδης περιγράφει δηκτικά, αλλά με κάπως ευρωπαϊκό σήκωμα της μύτης, τη βρομιά που επικρατούσε όχι στις μακρινές λαϊκές συνοικίες αλλά 147 βήματα από την πλατεία Συντάγματος, όπου και τα Ανάκτορα: στην οδό Βουλής!

Διατηρώ την ορθογραφία όπως τη βρίσκω στα Άπαντα του Ροΐδη (τόμος 5, σελ. 147) -που έχει ήδη εκσυγχρονιστεί σε κάποιο βαθμό σε σχέση με την αρχική δημοσίευση- αλλά μονοτονίζω. Βάζω και σχόλια, με αριθμούς μέσα σε αγκύλες [x].

ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ Β’

Ο διευθυντής των «Καιρών»[1] του Λονδίνου, όταν ήτο πρό τινων ετών εδώ, εμακάριζε πρό πάντων τους Αθηναίους ότι το άστυ τους δεν έχει προάστια και δύνανται δι’ ενός πηδήματος να μεταβώσιν από την πόλιν εις την εξοχήν, από την πλατείαν του Συντάγματος, όπου είναι τα Ανάκτορα και τα μεγάλα ξενοδοχεία, εις τα πεύκα του Λυκαβητού ή τους υπό την Ακρόπολιν αγρούς. Ο ευγενής Άγγλος, είτε εξ απροσεξίας είτε εκ φιλελληνισμού, ελησμόνησεν ευτυχώς να προσθέση ότι ακόμη συντομωτέρα είναι η από την αριστοκρατικήν ταύτην πλατείαν μετάβασις, όχι εις αγρούς, αλλ’ εις είδος τι τζιφουτοχωρίου ενθυμίζοντος τα της ρωσικής Πολωνίας[2]. Εκ φόβου μη κατηγορηθώ ως υπερβολικός δεν θεωρώ περιττόν να λεπτολογήσω, ορίζων ότι εκατόν σαράντα επτά μόνον βήματα, όχι μάλιστα μεγάλα, αλλ’ αναλογώτερα προς τα σκέλη του καθηγητού κ. Μαργαρίτου Ευαγγελίδου παρά τα του κ. Φιλιποίμενος Παρασκευαΐδου, [3] χωρίζουν την πλατεία του Συντάγματος από την «οδόν Βουλής». Ο δρόμος ούτος έκαμεν εις ολίγον καιρόν μεγάλας προοδους. Πολλάς δηλ. καλύβας, μάνδρας και μπαράκας [4] αντικατέστησαν νεόκτιστοι οικίαι, περιορίζουσαι καθ’ ημέραν την έκτασιν του χωρίου. Η πρόοδος όμως αύτη απόμεινε αποκλειστικώς οικοδομητική, υπό δε την έποψιν της απολυμάνσεως και της ευπρεπείας δεν έγινε απολύτως καμμία. Κατά την διασταύρωσιν της οδού Μητροπόλεως εξακολουθεί να χαίνει λάκκος πλήρης ακαθάρτου υγρού, το οποίον ουδέποτε κατώρθωσαν αι ηλιακαί ακτίνες ν’ απορροφήσουν εντελώς. Η βροχή τον μεταβάλλει εις κίτρινον ποταμόν και εις πράσινον έλος η ανομβρία. Προς αποξήρανσιν του έλους τούτου θα ήρκει εν κάρρον σκίρρων [5], ώστε πιθανώτατον φαίνεται ότι απέχει αυτής η αστυνομία, ουχί εκ φειδωλίας, αλλά διά να μη στερήση τα παιδία των παροικούντων της διασκεδάσεως ν’ απολύωσιν επί του μικροσκοπικού τούτου πελάγους στολίσκους πλοιαρίων, ναυπηγουμένων εκ κελύφους καρυδίου ή κοίλου κολοκυθίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία | Με ετικέτα: , , , | 53 Σχόλια »

Ποιος έγραψε το «Ω Αθήνα πρώτη χώρα…»;

Posted by sarant στο 24 Απριλίου, 2014

Το ιστολόγιό μας ενδιαφέρεται πολύ για την ανασκευή των μύθων, γλωσσικών και άλλων, και μια ιδιαίτερη κατηγορία μύθων είναι τα «αποφεύγματα», όπως τα βάφτισε ο Νίκος Λίγγρης, δηλαδή τα δήθεν αποφθέγματα, δηλαδή τα ρητά που κακώς αποδίδονται σε συγγραφείς και φιλοσόφους, μερικά από τα οποία είναι πολύ διάσημα (όπως η δήθεν δήλωση Κίσινγκερ για τους δυσκολοκυβέρνητους Έλληνες ή το δήθεν ρητό του Ισοκράτη για τη δημοκρατία μας που αυτοκαταστρέφεται). Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποφεύγματος είναι η δήθεν ρήση του Πολύβιου “Εν καιροίς χαλεποίς μέμνησο της γλώσσης” που, παρά τα όσα ισχυρίζονται όσοι αρέσκονται να την προσθέτουν, σαν μαϊντανό, στα άρθρα τους, δεν γράφτηκε ποτέ ούτε απο τον Πολύβιο ούτε από κανέναν άλλον.

Μια πιο ειδική κατηγορία αποφευγμάτων είναι η απόδοση στίχων σε ποιητές που δεν τους έχουν γράψει -και δεν εννοώ εδώ τις περιπτώσεις όπου κάποιος πολιτικός θέλει να γαρνίρει τα ηχηρά λόγια του με λίγη ποίηση, μήπως και δώσει λίγο βάθος στη ρηχότητα, και αρπάζεται από κάποιον στίχο που θυμάται μέσες άκρες από το γυμνάσιο, όπως είχε κάνει η κυρία Διαμαντοπούλου (ποιος τη θυμάται; ) τις μέρες της δόξας της, όταν απέδωσε στον… Βιζυηνό πασίγνωστους στίχους του Παλαμά, αν και έχουν το γούστο τους κι αυτές οι γκάφες. Εννοώ όταν κάποιο αδέσποτο ποίημα, άγνωστου δημιουργού δηλαδή, αποδίδεται σε κάποιον γνωστό ποιητή. Κάτι τέτοιο συμβαίνει κατά κόρον με σατιρικά στιχουργήματα, τα οποία συνηθίζεται να αποδίδονται συλλήβδην στον Σουρή. Αυτήν την ειδική περίπτωση «αποφευγμάτων» λέω να την ονομάσω «αποποιήματα».

Ο Σουρής έγραφε εύκολα και πολύ, κι επειδή είναι ο πρώτος σατιρικός ποιητής που έρχεται στο νου, υπάρχει η συνήθεια, όποιο αστείο ή σκαμπρόζικο στιχάκι κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο να το φορτώνουν στην καμπούρα του Σουρή, χωρίς καμιά τεκμηρίωση και χωρίς να μπορούν να διακρίνουν ότι ο ποιητής δεν έγραφε κακόγουστα και άτεχνα στιχάκια. Τρανό παράδειγμα «αποποιήματος» είναι το «Ποιος είδε κράτος λιγοστό…», ένα ποίημα-κουρελού στο οποίο ο συμπιλητής του έχει συρράψει τρεις στροφές παρμένες από υπαρκτό ποίημα του Σουρή με στιχάκια επιθεώρησης της δεκαετίας του 1980. Το κατασκεύασμα αυτό έχει θεωρηθεί υψηλό δείγμα πολιτικής κριτικής, τόσο ώστε να μελοποιηθεί και να τραγουδηθεί δύο φορές από πρωτοκλασάτα ονόματα της μουσικής σκηνής μας, μία από τον Γιάννη Ζουγανέλη και μία ακόμα από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, που μπορείτε να το δείτε εδώ:

Όπως μας παραπληροφορεί το συνοδευτικό σχόλιο: Το ποίημα αυτό ο Γ.Σουρής το έγραψε κατά τη χρεοκοπία του 1893, επί πρωθυπουργίας Χαρίλαου Τρικούπη. Όχι όμως. Τρεις μόνο στροφές έγραψε ο καημένος ο Σουρής, και αυτές όχι το 1893 αλλά το 1880. Ας δούμε όλο το κατασκεύασμα -με πλαγιαστά στοιχεία όσα είναι του Σουρή:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρόσφατη ιστορία, Παροιμίες, Ποίηση, Σουρής, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , , | 87 Σχόλια »

Λεξιλογικά της Αποκριάς

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2014

Τελειώνει ο Φλεβάρης σήμερα, μεθαύριο τελειώνει και το καρναβάλι, και ούτε φέτος έβαλα κάποιο θέμα αποκριάτικο -και επειδή αυτή την εβδομάδα είχα πολλές και διάφορες εκδηλώσεις, το μόνο που προλαβαίνω είναι να ανεβάσω ένα παλιό άρθρο, στο οποίο έχω προσθέσει μερικά πράγματα, ένα άρθρο για τα λεξιλογικά του καρναβαλιού. Πριν όμως προχωρήσω, να θυμίσω ότι σήμερα το βράδυ, στις 8.30, στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, Στουρνάρα 11, θα γίνει εκδήλωση για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στην οποία θα πάρουν μέρος ο σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης, ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης, ο ποιητής και κριτικός Γιώργος Βαρθαλίτης κι εγώ. Μετά θα προβληθεί η ταινία «Μετέωρο και σκιά» του Τάκη Σπετσιώτη. Η συγκυρία δεν είναι εντελώς άσχετη, αφού οι Απόκριες ήταν η αγαπημένη γιορτή του Λαπαθιώτη.

Και περνάμε στα λεξιλογικά του καρναβαλιού και πρώτα στην ετυμολογία της λέξης. Εδώ που τα λέμε, δεν είχα σκοπό να γράψω για το θέμα γιατί πίστευα ότι είναι πασίγνωστο, όμως είδα εδώ κι εκεί στο Διαδίκτυο διάφορες περίεργες και ανυπόστατες απόψεις, οπότε ίσως δεν είναι περιττό να γράψω.

Το καρναβάλι είναι δάνειο από την ιταλική λέξη carnevale, η οποία ανάγεται στο υστερολατινικό carnem (το κρέας) levare (σηκώνω, αφαιρώ)· από εκεί έχουμε από τον 13ο αιώνα και μετά το παλαιό πιζάνικο carnelevare, το παλαιό βενετσάνικο carlevar, οπότε είναι λογικό να υποθέσουμε ότι έγινε αφομοίωση και φτάσαμε σε έναν (αμάρτυρο) τύπο carnelevale και μετά carnevale. Από τα ιταλικά η λέξη διεθνοποιήθηκε και πέρασε σε πολλές ακόμα ευρωπαϊκές γλώσσες μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 94 Σχόλια »

Άθεοι και θεομπαίχτες

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2014

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή, στην τακτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Το αναδημοσιεύω εδώ χωρίς αλλαγές, παρόλο που το θέμα «Θεός» είναι, εξορισμού θάλεγε κανείς, απέραντο. Η εικόνα συνόδευε τη δημοσίευση του άρθρου στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων.

5-sarantakosΜε το γύρισμα του χρόνου μπορούμε να πούμε πως μπήκαμε πια στην τελική ευθεία για τις διπλές εκλογές του Μάη, που μπορεί να οδηγήσουν και σε τρίτη –και φαρμακερή!– αναμέτρηση· κι όσο και αν η προεκλογική περίοδος δεν έχει επίσημα αρχίσει, το οφθαλμοφανές πλέον δημοσκοπικό προβάδισμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει προκαλέσει μεγάλον εκνευρισμό στο κυβερνητικό στρατόπεδο, που αντιδρά με σπασμωδικές κινήσεις και δηλώσεις υστερικές, με αποκορύφωμα την πρόσφατη δήλωση ότι ο ελληνικός λαός πρέπει να γνωρίζει αν ο κ. Τσίπρας είναι άθεος, μια δήλωση τόσο εξωφρενική που αρχικά θεωρήθηκε πλαστή, υποβολιμαία, «τρολιά» για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Διαδικτύου — αλλά που ήταν εκατό τοις εκατό γνήσια· κι αν λέγονται τέτοια πράγματα τον Γενάρη, φανταστείτε τι έχουμε ν’ ακούσουμε όσο θα πλησιάζουμε στον Μάιο.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε αφήνουμε τους κυβερνητικούς στα βάσανά τους και εξετάζουμε μερικά ψήγματα (γιατί το θέμα είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται σ’ ένα σημείωμα) από τα γλωσσολογικά και τα φρασεολογικά της λέξης «Θεός». Θεός είναι, σύμφωνα με το λεξικό, το «υπερφυσικό ον που πιστεύεται πως δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο και που αποτελεί αντικείμενο λατρείας». Ο Θεός είναι άναρχος και αιώνιος σύμφωνα με τη θεολογία, αλλά σύμφωνα με τη γλωσσολογία είναι δυσετυμολόγητος, μια και το μόνο για το οποίο συμφωνούν οι ετυμολόγοι είναι πως η λέξη Θεός δεν έχει καμιά συγγένεια με το λατινικό deus. Πιθανότερη πάντως φαίνεται η σύνδεση με το θέμα του ρήματος «τίθημι, θέτω», που αν ισχύει σημαίνει ότι αρχικά θεός θα ονομάστηκε η λίθινη στήλη που έστηναν οι πρωτόγονοι άνθρωποι στον τόπο λατρείας τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 364 Σχόλια »

Θα πάρετε ακόμα έναν κουραμπιέ;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2013

Χριστούγεννα αύριο, σκέφτηκα λοιπόν να βάλω κάτι εορταστικό, και να σας κεράσω έναν κουραμπιέ, μέρες που είναι. Βέβαια, το άρθρο που θα διαβάσετε δεν είναι καινούργιο αλλά μια όχι πολύ αλλαγμένη αναδημοσίευση από ένα παλιότερο άρθρο που είχε δημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από τρία χρόνια, τέτοιες φυσικά μέρες. Το λογικό θα ήταν αντί να σας σερβίρω… ξαναζεσταμένο κουραμπιέ, να γράψω κάτι για τα μελομακάρονα, όμως τα αφιλότιμα αποδείχτηκαν σκληρά καρύδια και δεν έχω ξεδιαλύνει όλα τα εκκρεμή ζητήματα -οπότε, ξανά κουραμπιές, ας ελπίσουμε να μην έχει χάσει τη νοστιμιά του.

220px-Kourabiedes_platter_2008_01_08Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”  Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα, αλλά το σημερινό άρθρο θα αφιερωθεί στο άλλο μέλος του χριστουγεννιάτικου δίδυμου, τους κουραμπιέδες.

Η λέξη κουραμπιές είναι δάνειο από το τουρκικό Kurabiye, που προέρχεται από τα αραβικά. Όπως θα περιμεναμε, παρόμοια γλυκίσματα με παρεμφερή ονόματα βρίσκουμε όχι μόνο στα τούρκικα, αλλά και σε άλλες γλώσσες της περιοχής, σαν το αζέρικο ghorabiye.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, και μάλλον περισσότερα από τα μελομακάρονα, αν κρίνω από το γεγονός ότι στις χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις που βρίσκω σε παλιές εφημερίδες των αρχών του 20ού αιώνα γίνεται αναφορά μόνο σε κουραμπιέδες και σε βασιλόπιτες, όχι όμως και σε μελομακάρονα.

Kourampiedes skrip 291207

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 75 Σχόλια »

Κόκκινα αβγά, κόκκινες σημαίες

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2013

1-sarantakos-aΤο άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε χτες, Κυριακή του Πάσχα αλλά και πρώτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική μηνιαία στήλη μου στην Αυγή. Με το κομμάτι αυτό κλείνουν οι πασχαλινές αναρτήσεις του ιστολογίου, οι οποίες φέτος, για κάποιο λόγο, είχαν όλες τους μικρή ή μεγάλη σχέση με τα αβγά -αν και το σημερινό άρθρο, επίτηδες μεταβατικό, απλώς αφορμή παίρνει από τ’ αβγά και επικεντρώνεται στο κόκκινο χρώμα. Το παραθέτω εδώ όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα, χωρίς προσθήκες, παρόλο που κάθε άλλο παρά εξαντλεί το θέμα. Ειδικότερα, μια και η εφημερίδα δεν δίνει δυνατότητα για λίκνους, έχω παραλείψει εντελώς τις αναφορές σε ζωγραφικούς πίνακες και ταινίες όπου το κόκκινο χρώμα πρωταγωνιστεί, ενώ μόνο σε δύο τραγούδια αναφέρομαι, στα οποία και πρόσθεσα τώρα λίκνους. Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι αφίσα από την Κομμούνα του Παρισιού.

Παρά τον τίτλο, η στήλη απλώς αφορμή θα πάρει από το πασχαλινό έθιμο με τα αβγά που τα βάφουμε κόκκινα και τα τσουγκρίζουμε· έτσι κι αλλιώς, αν με ρωτήσετε για ποιο λόγο βάφουμε τ’ αβγά, και ειδικότερα γιατί τα βάφουμε κόκκινα, θα σας απαντήσω ότι δεν ξέρω. Έχουν διατυπωθεί δεκάδες θεωρίες· ας περιοριστούμε στο ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Ιησού ή στην πιο πρακτική προτροπή που έδωσε ένας επίσκοπος στον νεαρό Εμμ. Ροΐδη που τον είχε ρωτήσει σχετικά: «Τρώγε και μη ερεύνα!». Ευκαιρία είναι όμως να πούμε μερικά πράγματα για το κόκκινο χρώμα.

Το κόκκινο είναι το χρώμα του αίματος και του κινδύνου, του πάθους και της φωτιάς, της θυσίας και του θυμού, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Κόκκινο, σε διάφορες αποχρώσεις, φορούσαν οι αυτοκράτορες και οι άλλοι εστεμμένοι, κόκκινο είναι το χρώμα των απαγορευτικών πινακίδων της τροχαίας και των πυροσβεστικών οχημάτων, των χρεωμένων λογαριασμών και των σπιτιών του πληρωμένου έρωτα. Κόκκινη κάρτα δείχνει ο διαιτητής στους άτακτους παίχτες, κόκκινες γραμμές υποτίθεται ότι βάζει η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές (αλλά πάσχει από αχρωματοψία), κόκκινες είναι και οι ματωμένες φράουλες της Μανωλάδας.

Η αρχαία λέξη, ερυθρός, ήδη μυκηναϊκή, ομόρριζη με τις άλλες των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (red, λατινικό ruber απ’ όπου γαλλ. rouge κτλ.), επιβιώνει και σήμερα, στον Ερυθρό Σταυρό, τους ερυθρόδερμους και τους ερυθρόλευκους, στο ερύθημα (κοκκίνισμα) αλλά και στο λυθρίνι (ερυθρίνος).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Εργατικό κίνημα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , | 104 Σχόλια »