Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Επίκουρος’

Τι μας έμαθαν οι αρχαίοι (Δημ. Σαραντάκος) 15 – Επίκουρος

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2018

Εδώ και κάμποσο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες;» που κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Γνώση και έχει τον υπότιτλο «Χρηστομάθεια». Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Έχουμε πια περάσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που έχει εργοβιογραφικά σκιαγραφήματα διανοητών. (Θυμίζω πως δεν δημοσιεύω ολόκληρο το βιβλίο αλλά επιλεγμένα κεφάλαια).

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ

Στο μεταίχμιο μεταξύ του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, που ήταν η πιο λαμπρή και γόνιμη περίοδος της ελληνικής σκέψης, και του ελληνιστικού πολιτισμού, εμφανίζεται το έργο ενός άλλου μεγάλου φιλοσόφου, κατά μία και πλέον γενιά νεότερου από τον Αριστοτέλη. Σε αντίθεση με τον γίγαντα των Σταγείρων, ο φιλόσοφος αυτός δεν ήταν επιφανούς καταγωγής ούτε έζησε μέσα στα πλούτη και τις τιμές. Ήταν γόνος άσημης οικογένειας, έμεινε πάντα φτωχός, και το έργο του καταστράφηκε συστηματικά, σε σημείο που να μην έχουν φτάσει ώς εμάς παρά ελάχιστα σπαράγματα. Μολονότι δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση των δύο περιπτώσεων, γιατί πρόκειται για ανόμοια μεγέθη, ο δεύτερος αυτός σοφός επηρέασε πολύ περισσότερο από τον Αριστοτέλη τη σκέψη της αρχαιότητας.

Ο Επίκουρος γεννήθηκε στη Σάμο το 342 π.Χ., την εποχή δηλαδή που ο Αριστοτέλης, σαράντα δύο χρονών, αναλάμβανε την εκπαίδευση του Αλέξανδρου. Ο πατέρας του ο Νεοκλής, γραμματοδιδάσκαλος το επάγγελμα, ήταν αθηναίος πολίτης και είχε σταλεί εκεί μαζί με άλλους φτωχούς Αθηναίους ως κληρούχος, καθώς η Σάμος τότε ανήκε στην αθηναϊκή επικράτεια. Παρά τα περιορισμένα οικονομικά του μέσα, ο Νεοκλής φρόντισε να μορφωθεί πολύ καλά ο γιος του, ο οποίος δεκατεσσάρων ετών μαθήτευσε κοντά σ’ έναν φιλόσοφο, οπαδό του Δημόκριτου.

Δεκαεννιά χρονών και μετά τη στρατιωτική του θητεία, που την έκανε στην Αθήνα, έπαθε σοβαρή πάθηση της κύστης και του στομάχου, που τον βασάνισε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Δώδεκα χρόνια πάλεψε μόνος του με τον πόνο, τη φτώχεια και την περιπλάνηση σε ξένα μέρη. Το σκληρό αυτό σχολείο τον εξόπλισε με σπάνια και εκλεπτυσμένη ευαισθησία και απέραντη αγάπη στον άνθρωπο, και τον οδήγησε στην απόφαση να γίνει με τη φιλοσοφία του ο βοηθός και το στήριγμα των πασχόντων.

Άρχισε να διδάσκει φιλοσοφία το 310 π.Χ. στη Λέσβο, όπου έμεινε μερικά χρόνια. Κατόπιν εγκαταστάθηκε για λίγο στη Λάμψακο του Ελλησπόντου, για να καταλήξει τελικά το 306 στην Αθήνα, όπου και έζησε ώς το τέλος της ζωής του. Η εποχή που έζησε ήταν πολύ άσχημη από κάθε πλευρά. Ο θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η κατάρρευση του απέραντου κράτους του έσβησαν την ελπίδα για μια ενωμένη και ειρηνική οικουμένη, όπου θα γινόταν σταδιακά η συγχώνευση των πολιτισμών της Ελλάδας και της Ασίας. Αντί για ενότητα προέκυψε πολυδιάσπαση και κατακερματισμός, αντί για ειρήνη αδιάκοποι και συνεχώς αγριότεροι πόλεμοι. Μέσα στα σαράντα έξι χρόνια που πέρασε ο Επίκουρος στην Αθήνα, η πόλη γνώρισε έξι πολέμους, τέσσερις εισβολές και πολιορκίες, τέσσερις αλώσεις και κατοχές. Οι θεσμοί του αθηναϊκού πολιτεύματος, που λειτουργούσαν ικανοποιητικά επί τρεις αιώνες, κατέρρευσαν. Τα πολιτικά κόμματα δεν είναι παρά ομάδες ανθρώπων που επιζητούν πάση θυσία την εξουσία, για να μπορούν να νέμονται προς ίδιον όφελος το δημόσιο χρήμα. Οι απλοί άνθρωποι ζούσαν μέσα στην ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και τον φόβο.

Από αυτόν τον φόβο θέλησε να ελευθερώσει τον άνθρωπο ο Επίκουρος, όχι με κούφιες παρηγοριές και ψεύτικες ελπίδες, αλλά βοηθώντας τον να δει τη ζωή από τη δική του σκοπιά, να γνωρίσει τον εαυτό του και την πραγματική φύση των πραγμάτων, να απολαύσει τις απλές χαρές της ζωής και να κερδίσει έτσι τελικά την εσωτερική γαλήνη και ηρεμία. Και όπως φαίνεται, το πέτυχε. Οι οπαδοί του σε λίγες δεκαετίες μετά τον θάνατό του ήταν ήδη αρκετές χιλιάδες, και τρεις αιώνες αργότερα γέμιζαν ολόκληρες πόλεις. Ένας από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μέγιστος από τους ρωμαίους ποιητές, ο Λουκρήτιος, τρεις αιώνες μετά μιλά για τον μεγάλο δάσκαλο με θαυμασμό και αγάπη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Πατριδογνωσία, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η φιλοσοφική του κοσμοθεώρηση

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2014

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1938 και ο ποιητής, ο παππούς μου δηλαδή, βρίσκεται στη Σάμο -ωστόσο, η σημερινή συνέχεια δεν αφηγείται γεγονότα. Έτσι κι αλλιώς είναι ένα σύντομο κεφάλαιο, με αρκετό βάρος σε ποιήματα -άλλωστε, τη ζωή ενός, έστω και άγνωστου, ποιητή αφηγούμαστε! Τα δύο από τα τρία ποιήματα έχουν παρουσιαστεί ξανά στο ιστολόγιο, αλλά νομίζω την αντέχουν την επανάληψη.

mimis_jpeg_χχsmallΕκείνη την εποχή, μεταξύ Κρήτης, Μυτιλήνης και Σάμου, ο ποιητής γνώρισε και αγάπησε την αρχαία ελληνική σκέψη και ταυτόχρονα ξεκαθάρισε μέσα του το ζήτημα της θρησκείας. Ήδη από τον καιρό που ήταν στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη, η επαφή του με τη μαρξιστι­κή φιλοσοφία τον είχαν κάνει υλιστή.

Η παρέα του με τον κύριο Θεόδωρο εξάλλου τον έφερε σε επαφή με το θεό της Παλαιάς Διαθήκης, τη μισαλλόδοξη και αιμοχαρή φύση του οποίου δεν είχε ως τότε συνειδητοποιήσει. Στην Κρήτη, τέλος, διαβάζοντας ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία του Επίκουρου, που του χάρισε ο Κανόνης, τα πράγματα ξεκαθάρισαν. Αγάπησε την αρχαία ελληνική σκέψη, τόσο διαφορετική από τη χριστιανική. Τον έθελξε η ανθρωποκεντρική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, η λατρεία του ωραίου, η ευθύτητα, η παρρησία και η αγάπη της ελευθερίας, που χαρακτήριζε τη σκέψη τους. Από τότε άρχισε να μελετά τους αρχαίους συγγραφείς, ιδιαίτερα τον Θουκυδίδη, τον Ηρόδοτο και τον Αριστο­τέλη. ΓΙιο πολύ όμως αγάπησε τον Λουκιανό και τον Διογένη τον Λαέρτιο, που μπορούσε να τους διαβάζει άνετα στο πρωτότυπο, ενώ οι άλλοι τον δυσκόλευαν. Αγόρασε τα Απαντα του Λουκιανού και τους Βίους Φιλοσόφων του Διογένη του Λαέρτιου σε στερεότυπες εκ­δόσεις Λειψίας και τα ’χε πάντα δίπλα στο κρεβάτι του.

Κατάληξε σιγά σιγά σε μια φιλοσοφική κοσμοαντίληψη που ήταν μείγμα του μαρξιστικού και αρχαιοελληνικού υλισμού. Σ’αυτή την κοσμοαντίληψη δεν υπήρχε θέση για κανένα θεό. Τη μεταστροφή του αυτή την κράτησε για τον εαυτό του και ποτέ δεν προσπάθησε να προσηλυτίσει στις απόψεις του τη γυναίκα του ή τους φίλους του. Πίστευε πως οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ή η έλλειψή τους ήταν αυστηρά προσωπική υπόθεση που δεν έπρεπε να κοινολογείται. Σεβόταν τους πιστούς και θρησκευόμενους το ίδιο όσο και τους άθεους ή άπιστους, γινόταν όμως θηρίο με τους φανατικούς θρησκόληπτους, τους επίμονους προσηλυτιστές και κατηχητές. Αυτούς τους τελευταίους είχε πολλούς τρόπους να αποστομώνει, παραθέτοντας μάλιστα περικοπές από την Αγία Γραφή που την είχε μελετήσει βα­θιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 135 Σχόλια »