Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘ΕΠΟΝ’

Ένα άγνωστο ποίημα του Γ. Κοτζιούλα για τη σφαγή της Παργινόσκαλας

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2016

800px-1944_civil_war_in_preveza-_executions_in_parginoskalaΤη βδομάδα που μας πέρασε είχαμε την επέτειο ενός στυγερού εγκλήματ0ς, μιας αποτρόπαιης σφαγής, που έχει μείνει σχεδόν άγνωστη έξω από τον τόπο στον οποίο συνέβη, ίσως επειδή οι σφαγείς ήταν από την καλή μεριά, τη μεριά των νικητών του εμφυλίου. Εννοώ τη σφαγή της Παργινόσκαλας, στην Πρέβεζα, στις 21-22 Σεπτεμβρίου 1944, όπου δυνάμεις του ΕΔΕΣ εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολλές δεκάδες ΕΑΜίτες και ΕΠΟΝίτες, που τους είχαν πιάσει αιχμάλωτους στις εμφύλιες συγκρούσεις που προηγήθηκαν μέσα στην πόλη μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη τραγικότητα στη σφαγή της Παργινόσκαλας είναι πως αρκετοί από τους εκτελεσμένους αγωνιστές, 14 ή 15 τον αριθμό, ήταν έφηβοι, ανήλικα παιδιά, μαθητές του γυμνασίου, μέλη της υποδειγματικής διμοιρίας ΕΠΟΝιτών του 24ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μαζί τους βρηκε τον θάνατο και ο γυμνασιάρχης τους, ο Χρήστος Κοντός, πρόεδρος της Λαϊκής Επιτροπής (που είχε συγκροτηθεί με κοινή συμφωνία ΕΑΜ-ΕΔΕΣ), μη θέλοντας να αφήσει τους μαθητές του. Στη φετινή τελετή μνήμης στην Παργινόσκαλα, πριν από λίγες μέρες, έγιναν και τα αποκαλυπτήρια ενός νέου μνημείου που αν κατάλαβα καλά ανεγέρθηκε με πρωτοβουλία της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ. Το μνημείο το ίδιο δεν είναι του γούστου μου, αλλά βέβαια δεν είναι αυτο το βασικό.

Το στίγμα για την εκτέλεση της Παργινόσκαλας πέφτει σε μεγάλο βαθμό στους ώμους ενός ανθρώπου, του Δημήτρη Γαλάνη, αξιωματικού του στρατού σύμφωνα με κάποιες πηγές, που ως επικεφαλής των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην πόλη διέταξε την εκτέλεση. Μεταπολεμικά, ο Γαλάνης δεν ενοχλήθηκε για το έγκλημά του αλλά δεν φαίνεται και να ωφελήθηκε από αυτό -ασχολήθηκε με επιχειρήσεις, είχε φορτηγά και τα εκμίσθωνε. Βρίσκω στη Βικιπαίδεια ότι το 1978 δήλωσε «…εγώ ήμουν εντελώς ξένος στην Πρέβεζα. Δεν ήξερα κανέναν. Διαταγές του ΕΔΕΣ εκτελούσα και των Βρετανών. Αναγνωρίζω πόσο τραγική είναι η εκτέλεση στην Παργινόσκαλα»

Δεν έχω ούτε σκοπό ούτε τις δυνατότητες να γράψω μια πλήρη μελέτη για το τραγικό αυτό επεισόδιο και ούτε θέλω να φορτώσω όλες τις ευθύνες στη μια πλευρά. Υπάρχει στο Διαδίκτυο αρκετή βιβλιογραφία για το θέμα, ας πούμε το άρθρο της Βικιπαίδειας έχει αρκετές λεπτομέρειες και σας παραπέμπω σε αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 151 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης – Ο μεγάλος έρωτας του γιου του

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η πεντηκοστή και είναι η έκτη του δέκατου κεφαλαίου, που επιγράφεται «Ανασυγκρότηση». Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην Αθήνα. Τα γεγονότα της σημερινής συνέχειας τα έχουμε ξαναδεί, αλλά από άλλη οπτική γωνία, όταν δημοσίευα αποσπάσματα από τα Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, το αυτοβιογραφικό αφήγημα του πατέρα μου.

mimis_jpeg_χχsmallΠαρά την εισαγωγή του Γρηγόρη στην οικογένεια, ο γιος του ποιητή δε θέλησε να μάθει να οδηγεί. Μόλο που στην εύθυμη διάθεση, το χιούμορ, την πολυμέρεια, την τεράστια μνήμη και την αντοχή του στο κρασί έμοιαζε πολύ στον πατέρα του, διέφερε απ’ αυτόν σε πολλά σημεία. Δεν κάπνιζε, δεν τα κατάφερνε με τις μηχανές, δεν «πιάναν τα χέρια του», δεν έγραφε ποιήματα. Αντίθετα του άρεσε η συμφωνική μουσική, που τον πατέρα του δε συγκινούσε καθόλου, έπαιζε φυσαρμόνικα και κουτσοζωγράφιζε, ικανότητες που εκείνος δεν είχε.

Το καλοκαίρι του 52, ύστερα από μια πολυήμερη εκδρομή στην Αίγινα, ο γιος τους γύρισε ερωτευμένος ως τα μπούνια. Κι’ άλλες φορές είχε ερωτευθεί με τη συνηθισμένη σ’ αυτή την ηλικία ορμή, αυτή τη φορά όμως φάνηκε από την αρχή πως τα πράγματα ήταν σοβαρά, πρώτα πρώτα γιατί τους ενημέρωσε αμέσως για τη νέα γνωριμία του, ύστερα γιατί από την επομένη άρχισε ακατάσχετη αλληλογραφία και τέλος γιατί σχεδόν κάθε Σάββατο έκανε σύντομα ταξίδια στην Αίγινα, που συνεχίστηκαν κι όταν ξανάρχισαν τα μαθήματα στο Πολυτεχνείο κι όταν χειμώνιασε για καλά. Από τα ταξίδια αυτά ο νεαρός επέστρεφε ακόμα πιο ερωτευμένος και κατά κανόνα πουντιασμένος. Με χαρά ο Νίκος κι η Ελένη μάθανε πως η εκλεκτή της καρδιάς του γιού τους έγραφε ωραία ποιήματα και επί πλέον σκόπευε μόλις τέλειωνε το γυμνάσιο, να σπουδάσει χημικός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 65 Σχόλια »

Γνήσιος Έλληνας! (του Δ. Ψαθά)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2015

Μια και χτες έκλεισαν 70 χρόνια από την αντιφασιστική νίκη του 1945, σκέφτηκα σήμερα να ανεβάσω ένα κείμενο της εποχής εκείνης, πριν από 70 χρόνια.

ng51Θα παρουσιάσω ένα ευθυμογράφημα από το περιοδικό «Νέα Γενιά», που εκδιδόταν από την ΕΠΟΝ, παράνομα στην περίοδο της Κατοχής, νόμιμα στη συνέχεια -ως τον Οκτώβριο του 1947 που τέθηκε (πάλι) εκτός νόμου η ΕΠΟΝ. Το περιοδικό το έχω παρουσιάσει και παλιότερα στο ιστολόγιο, ενώ στον παλιό μου ιστότοπο έχω ανεβάσει μιαν «ανθολογία κειμένων» από τη Νέα Γενιά, δικής μου επιλογής. Όπως θα δείτε, με τη Νέα Γενιά συνεργάζονταν πολλοί γνωστοί λογοτέχνες, κάποιοι φτασμένοι, άλλοι στα πρώτα τους βήματα Ενδεικτικά: Γιάννης Ρίτσος, Γιάννης Κορδάτος, Νίκος Κιτσίκης, Πέτρος Κόκκαλης, Κώστας Βάρναλης, Μάρκος Αυγέρης, Μενέλαος Λουντέμης, Δημή­τρης Φωτιάδης, Δημήτρης Ψαθάς, Έλλη Αλεξίου, Ασημάκης Γιαλαμάς, Θέμος Κορνάρος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Βασίλης Ρώτας, Γαλάτεια Καζα­ντζάκη, Νίκος Καββαδίας, Μιχάλης Παπαμαύρος, Θρασύβουλος Σταύρου, Γιώργος Κοτζιούλας, Γιώργης Λαμπρινός, Κώστας Θέος, Μ. Μαραγκουδάκης, Ρίτα Μπούμη – Παππά, Παύλος Κριναίος, Κώστας Μαρίνης, Νότης Περγιάλης, Μίμης Ραυτόπουλος, Χαρίλαος Σισμάνης, Γ. Ελευθεριά­δης κ.ά.

Το σημερινό ευθυμογράφημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 51 του περιοδικού, που κυκλοφόρησε στις 15 Ιουνίου 1945, ένα μήνα περίπου μετά τη γερμανική συνθηκολόγηση και τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη, που δεν γιορτάστηκε στη χώρα μας αφού οι αγωνιστές είχαν αρχίσει ήδη να βρίσκονται υπό διωγμό.

Ο Δημήτρης Ψαθάς, που είχε εμφανιστεί ως ευθυμογράφος ήδη προπολεμικά, συνεργαζόταν τακτικά με τη Νέα Γενιά με εύθυμα κείμενα σαν κι αυτό που θα διαβάσετε -αργότερα επανήλθε στον κεντρώο φιλελεύθερο χώρο. Αντικείμενο της σάτιρας (μαύρη σάτιρα δηλαδή, με το κεφάλι στον πάγκο του χασάπη) είναι ο κ. Κοκός, τυπικό παράδειγμα του Κολωνακιώτη μεγαλοαστού νέου. Σε άλλα σατιρικά κείμενα της εποχής, ο κολωνακιώτης νέος αναφέρεται ως ‘ντιντής’, χαϊδευτικό επίσης του Κωνσταντίνος, που σταδιοδρόμησε καλύτερα ως αυτόνομη λέξη, αφού το Κοκός περιορίστηκε ως υποτιμητικό υποκοριστικό του τέως βασιλιά (δεν ήταν το κανονικό υποκοριστικό του, Τίνο τον φώναζαν).

Στον παλιό μου ιστότοπο έχω ανεβάσει άλλα τρία κείμενα του Δημήτρη Ψαθά από τη Νέα Γενιά: Εις άτοπον απαγωγή (και πάλι με τον κ. Κοκό), Κακοανατεθραμμένα (σκίτσο από το τραμ), και Γράφοντας συνθήματα (ανάμνηση από την Κατοχή).

Έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία (όχι πως είχε μεγάλες διαφορές), αλλά κατά τη μεταφορά έπαθα ένα ατύχημα, οι παύλες του διαλόγου μετατραπήκανε σε μπούλες. Επειδή είναι πολλές και βαριέμαι να τις αλλάζω, προσπαθήσετε να το αγνοήσετε, παρακαλώ. (Επίσης, πολύ πιθανό να έχουν ξεμείνει λάθη από το οσιάρισμα, συγνώμη).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Κατοχή, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Τα ποιήματα της μητέρας μου

Posted by sarant στο 12 Οκτώβριος, 2014

Θα μου συγχωρέσετε σήμερα τον προσωπικό τόνο: το κυριακάτικο φιλολογικό μας άρθρο θέλω να το αφιερώσω στη μητέρα μου, την Αγγελική Πρωτονοταρίου-Σαραντάκου, και τα ποιήματά της -ίσως μάλιστα θάπρεπε από καιρό να το έχω κάνει. Η αφορμή είναι τα προχτεσινά της στρογγυλά γενέθλια. Την ανάρτηση δεν την έβαλα προχτές, αφενός επειδή τη μέρα εκείνη της είχε αφιερώσει άρθρο η αδελφή μου στο δικό της ιστολόγιο, και αφετέρου διότι και σήμερα είναι μια σημαντική επέτειος στη ζωή της μητέρας μου, αφού σαν σήμερα συνέβη το «αμάρτημα της μητρός μου», που θα έλεγε ο Βιζυηνός.

Στις 12 Οκτωβρίου 1955, επέτειο ξεχασμένη της απελευθέρωσης της Αθήνας, σε πολιτικό κλίμα βαρύ μετά τα σεπτεμβριανά και εξεγερσιακό εξαιτίας του Κυπριακού, η μητέρα μου με άλλη συμφοιτήτριά της, μέλη της παράνομης ΕΠΟΝ, πέταξαν προκηρύξεις στο κέντρο της Αθήνας. Σύλληψη, Μπουμπουλίνας, προφυλάκιση στις φυλακές Αβέρωφ, παραπομπή σε δίκη με τον 509. Ευτυχώς, ίσως επειδή η δίκη έγινε σε προεκλογική περίοδο, η μητέρα μου απηλλάγη λόγω αμφιβολιών (ήταν οι εκλογές του Φεβρουαρίου 1956, στις οποίες η ΕΔΑ είχε συνεργαστεί με τα κεντρώα και φιλελεύθερα κόμματα στην Δημοκρατική Ένωση, που πρώτευσε σε ψήφους αλλά υστέρησε σε έδρες λόγω του ιδιόρρυθμου, ‘τριφασικού’, εκλογικού συστήματος). Έτσι, από την περιπέτεια έμεινε η τρίμηνη προφυλάκιση και βέβαια το ισόβιο φακέλωμα -που έμελλε αργότερα να οδηγήσει στην απόλυση επί δικτατορίας.

Η μητέρα μου έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Του έρωτα και του αγώνα (1986), Με την άμπωτη (1989), Εφεδρείες (1994).

Διαλέγω μερικά ποιήματα.

Οι δυο βάρδιες, που, όπως το διατυπώνει εύστοχα η Λένα, περιγράφει πολύ εύστοχα τις γυναίκες της γενιάς της, τις πρώτες επιστημόνισσες που έπρεπε να εφεύρουν, πρώτες εκείνες, μέσα τους και γύρω τους εκείνη την περίφημη ισορροπία μεταξύ της προσωπικής ζωής, της δουλειάς τους, της οικογένειάς τους.
Πιο συχνά, εκείνο που θυσίαζαν ήταν βέβαια η προσωπική τους ζωή…

mama1Οι δυο βάρδιες

Είν’ η ζωή σου εναλλαγή σε δυο οχτάωρα·
κάθε πρωί στο εργαστήριο
μέσα στην άσπρη σου ποδιά, μέσ’ το βενζόλιο και τον αιθέρα.
Δουλειά κι αγώνας και μοναδική σου καταξίωση
έτσι που στάθηκες ορθή μπροστά στον πάγκο σου
και στ’ ανοιχτό βιβλίο.

Το μεσημέρι αλλάζεις σκηνικό:
φοράς τη ρόμπα του σπιτιού κι αρχίζεις
κι από πού να πιάσεις;
Πρέπει να βρούνε φαγητό, σαν θα’ρθουνε
κι ένα χαμόγελό σου να τους περιμένει.

Το εξηνταεννιά σού το΄χαν πει και στην Ασφάλεια:– Και τι μας νοιάζει εμάς, το Κράτος δηλαδή,
αν για το γούστο ή το κόμμα σου,
σκάρωσες ένα τσούρμο κουκουέδες;
Και για τη «δράση» σου γυρεύεις αναγνώριση;
«Κοινωνική Αποστολή», μας λες, «Κοινωνική ευθύνη».
Δικιά σου η απόφαση και η ευθύνη!

(Η μητέρα μου, γεννημένη στην Αίγινα, σπούδασε Χημικός και στη δικτατορία απολύθηκε από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο όπου δούλευε. Έκανε λοιπόν μικροβιολογικές αναλύσεις στο σπίτι, σε ένα αυτοσχέδιο εργαστήριο στην ταράτσα, κι ύστερα έπιασε δουλειά σε μια ιδιωτική κλινική. Το 1975 επανήλθε στο Αρεταίειο και ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα μέχρι τη συνταξιοδότησή της).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία, Προσωπικά, Ποίηση, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Στη Μυτιλήνη ύστερα από σαράντα χρόνια

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2013

Το σημερινό είναι το 42ο και τελευταίο απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου «7 ευτυχισμένα καλοκαίρια» που παρουσιάζω στο ιστολόγιο κάθε δεύτερη Τρίτη εδώ και εννιά-δέκα μήνες. Τον τερματισμό της δημοσίευσης τον είχα προαναγγείλει ήδη από την προηγούμενη δημοσίευση, και ο λόγος είναι ότι καθώς φτάνουμε σε πιο κοντινά μας χρόνια γίνονται συνεχώς αναφορές σε ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή και ο δημόσιος σχολιασμός ίσως τους ενοχλήσει -αλλιώς είναι να δημοσιευτούν σ’ ένα βιβλίο που διαβάζεται κατά μόνας. Ελπίζω να μπορέσω να βγάλω τα «7 ευτυχισμένα καλοκαίρια» σε βιβλίο, ενώ βέβαια θα συνεχίσω να δημοσιεύω εδώ, με την ίδια συχνότητα, άλλα έργα του πατέρα μου. Το τελευταίο απόσπασμα λοιπόν παρουσιάζει την επιστροφή του πατέρα μου στο σπίτι που γεννήθηκε στη Μυτιλήνη σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την αναχώρησή του το 1946.

mimis_jpeg_χχsmallΣτο νησί που γεννήθηκα πήγαμε αυτή τη φορά οι δυο μας, χωρίς τα παιδιά. Ο Νίκος και η Λένα, που είχαν πια ξεπεταρίσει, θα πηγαίναν εκδρομή με τις παρέες τους και η Έφη προτίμησε να μείνει στην Αίγινα, με τις ξαδέρφες της. Ήταν η δεύτερη φορά που πήγαμε με την Κική  στο νησί μου κι η πρώτη που πλαγιάσαμε στο παλιό πατρικό ή σωστότερα μητρικό μου σπίτι. Η κυρά Άννα, η επί σαράντα σχεδόν χρόνια νοικάρισσά μας, μας είχε ειδοποιήσει πως θα άφηνε το σπίτι μας γιατί είχε αποχτήσει πια δικό της. Το παραλάβαμε σε πολύ καλή κατάσταση κι έτσι αποφασίσαμε να το συνεφέρουμε με τις απολύτως απαραίτητες μικροεπισκευές, να το επιπλώσουμε εκ των ενόντων και να το χρησιμοποιούμε εμείς και τα παιδιά.

Δεν μπήκα στο σπίτι που γεννήθηκα σαν επισκέπτης και έτσι αυτή τη φορά δεν ένοιωσα την αποξένωση και τη μοναξιά που μ΄ είχε κυριεύσει στην προηγούμενη επίσκεψη μου πριν δώδεκα χρόνια. Ο Χρόνος όλα τα γιατρεύει. Δεν υπήρχαν οι συγγενείς μου, υπήρχαμε όμως εμείς που τους θυμόμασταν και τους μνημονεύαμε.

Η γειτονιά μας δεν είχε αλλάξει σε τίποτα τα τελευταία σαράντα χρόνια. Τα ίδια παμπάλαια σπίτια, οι ίδιες αυλόπορτες, οι ίδιοι στύλοι του ηλεκτρικού. Τελευταία φαίνεται πως υπήρχε μια τάση  επανόδου των παλιών κατοίκων ή των παιδιών τους, γιατί πολλά σπίτια είχαν επισκευαστεί, σ’ ότι αφορά τους σοβάδες και τα πορτοπαράθυρα, άλλα όμως παραμέναν όπως τα θυμόμουν και πολλά ήταν σχεδόν ετοιμόρροπα. Το παλιό λιθόστρωτο κάποια απειρόκαλη δημοτική αρχή τόχε αντικαταστήσει με μπετόν κι αυτό αφαίρεσε ένα μέρος της παλιάς ομορφιάς του δρόμου.

Το μόνο καινούργιο στοιχείο ήταν η συνεχής κίνηση αυτοκινήτων και μοτοποδήλατων, που τον παλιό καιρό, όταν ήμουν παιδί, ήταν σπανιότατα. Αρκούσε τότε το πέρασμα ενός αυτοκινήτου, για να προβάλουν όλοι στις πόρτες και στα παράθυρα. Σε λίγες μέρες πάντως είχα ξαναβρεθεί πίσω στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, καθώς όλα γύρω του ήταν περίπου όπως τα είχα αφήσει εκείνο το μακρινό καλοκαίρι του ‘46.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , | 33 Σχόλια »

Η Παναγιώτα Σταθοπούλου και τα «ξεχασμένα» Ιουλιανά του 1943

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2013

stathop

Η Παναγιώτα Σταθοπούλου, σε φωτογραφία από την Ελεύθερη Ελλάδα, εφημερίδα του ΕΑΜ (22.7.46)

Τρεις φορές έχουν συμβεί μήνα Ιούλιο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας σοβαρές «αναταραχές», με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Οι δυο από αυτές έχουν ονομαστεί Ιουλιανά, η τρίτη, απ’ όσο ξέρω, όχι. Τα πιο γνωστά Ιουλιανά είναι βέβαια η συνταγματική εκτροπή του 1965, με τον εξαναγκασμό του εκλεγμένου πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου σε παραίτηση και τον διορισμό κυβέρνησης «αποστατών». Δεν θα επεκταθώ, πρόκειται για γεγονός πασίγνωστο για το οποίο το ιστολόγιο έχει γράψει πολλές φορές (εδώ μια ανακεφαλαίωση). Τα Ιουλιανά του 1965 είχαν κι έναν νεκρό, τον Σωτήρη Πέτρουλα -σαν χτες πριν από 48 χρόνια.

Τα άλλα Ιουλιανά, τα παλιότερα, που ονομάστηκαν έτσι αλλά επισκιάστηκαν από τα νεότερα, είναι τα γεγονότα που έγιναν κυρίως στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 1920, όταν ανακοινώθηκε η απόπειρα δολοφονίας του Ελευθ. Βενιζέλου στο Παρίσι. Το πλήθος κατέστρεψε τα γραφεία όλων των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων (και του αριστερού Ριζοσπάστη), το Μέγαρο Σκουλούδη και τα σπίτια άλλων επιφανών αντιβενιζελικών, ενώ δολοφονήθηκε ο Ίων Δραγούμης από κρητικούς χωροφύλακες στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, περίπου απέναντι στο Χίλτον (τότε λεγόταν οδός Κηφισιάς). Ο λογαριασμός εκείνων των Ιουλιανών πληρώθηκε την 1η Νοεμβρίου.

Τα τρίτα Ιουλιανά, που δεν νομίζω να τα αποκάλεσε κανείς έτσι (γι’ αυτό και τα εισαγωγικά στον τίτλο), είχαν πολύ περισσότερους νεκρούς από τα γεγονότα του 1920 ή του 1965, και από μια ιδιοτροπία της ιστορίας ή των μαθηματικών πέφτουν καταμεσίς σχεδόν στην απόσταση που χωρίζει τις δυο παραπάνω χρονολογίες (1920 και 1965), δηλαδή στο 1943. Εννοώ τα γεγονότα που είχαν ως αποκορύφωμα τη μεγαλειώδη διαδήλωση του λαού της Αθήνας στις 22 Ιουλίου 1943, υπό την καθοδήγηση του ΕΑΜ, εναντίον της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία. Πρόκειται για συμβάν μεγάλης ιστορικής σημασίας, το οποίο, περιέργως, ή μάλλον όχι και τόσο ανεξήγητα, αποσιωπήθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, παρ’ όλο που επρόκειτο για μια κινητοποίηση που πέτυχε τον πολύ σημαντικό σκοπό της.

Κατά την Κατοχή, η Ελλάδα διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες από τις δυνάμεις του Άξονα, γερμανική, ιταλική και βουλγαρική. Η βουλγαρική ζώνη κατοχής αποτελέστηκε από την ανατολική Μακεδονία μέχρι τον ποταμό Στρυμόνα (μέρος του ν. Σερρών και ν. Δράμας και Καβάλας) και τη Θράκη (με εξαίρεση το μεγαλύτερο τμήμα του ν. Έβρου, προς τα τουρκικά σύνορα, που παρέμεινε υπό γερμανική κατοχή), μαζί με τα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη. Όμως, σε αντίθεση με τη γερμανική και την ιταλική ζώνη, όπου είχαμε «μόνο» κατοχή, η φασιστική Βουλγαρία προσάρτησε απλούστατα τα ελληνικά εδάφη, ακολουθώντας πολιτική εκβουλγαρισμού των κατοίκων, χριστιανών και μουσουλμάνων.

Το 1943, το ελληνικό κίνημα αντίστασης, κυρίως μέσα από το ΕΑΜ, αρχίζει να γίνεται ενοχλητικό. Ήδη με τις απεργίες και τις διαδηλώσεις του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943 ματαιώνεται η πολιτική επιστράτευση, που αν υλοποιόταν θα έστελνε δεκάδες χιλιάδες Έλληνες να ενισχύσουν ως εργάτες τη γερμανική (πολεμική) βιομηχανία. Στα βουνά οι Ιταλοί δυσκολεύονται πολύ να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ και πολλές ορεινές περιοχές έχουν ντε φάκτο απελευθερωθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 83 Σχόλια »

Από την Ιατρική στο Πολυτεχνείο (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Απρίλιος, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα τέλη του 1947 και ο αφηγητής είναι πρωτοετής στην Ιατρική σχολή, αλλά διαπιστώνει ότι δεν είναι φτιαγμένος για αυτό τον κλάδο. 

Να σημειώσω πάντως ότι ο πατέρας μου στις αναμνήσεις του κάνει έναν μικρό αναχρονισμό: το 1947 η «Βαλεντίνα» του Μητσάκη δεν είχε γραφτεί, είναι τραγούδι του 1950.

mimis_jpeg_χχsmallΤελικά η Ιατρική δε μου άρεσε. Είχαμε κι έναν καθηγητή, ονόματι Αποστολάκη, που αξίωνε με εκβιαστικό τρόπο να αγοράζουν οι φοιτητές το “Σύγγραμμά” του, σε πολύ τσουχτερή τιμή. Εγώ φυσικά δεν το είχα αγοράσει και όταν με σήκωσε με άλλους τρεις να μας εξετάσει προφορικά και οι δύο πρώτοι δεν απάντησαν σωστά, μας έκοψε και τους τέσσερις. Οι δύο τελευταίοι, εγώ κι ο άλλος, δεν είχαμε αγοράσει το “Σύγγραμμα”.

Γενικά δεν είχα πολύ έντονη επιθυμία να γίνω γιατρός. Στη ζωή μου δυο λειτουργήματα εκτιμούσα πολύ, αλλά δεν τα ήθελα για μένα: του γιατρού και του δικαστή. Δε θα άντεχα τις ευθύνες τους. Έτσι από τον Δεκέμβριο άρχισα στα σοβαρά να σκέφτομαι να παρατήσω την Ιατρική.

Με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα μου και τη λευκή ψήφο της μητέρας μου αποφάσισα να δώσω στο Πολυτεχνείο, χημικός μηχανικός. Οι εξετάσεις για το Πολυτεχνείο θεωρούνταν τότε οι πιο δύσκολες. Οι φίλοι μου στη Νέα Σμύρνη, ο Μητσάκης, ο Θεόφιλος, ο Νίκος κι ο Στρατής, θεωρούσαν μεγάλη βλακεία να παρατήσω τη σιγουριά της Ιατρικής για να χτυπήσω έναν τέτοιο δυσπρόσιτο στόχο, εγώ όμως θυμόμουν “τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε” του Καβάφη και επέμεινα.

Πήγα στο φροντιστήριο του Κανέλλου, στην οδό Αριστοτέλους, που είχε τη φήμη του καλύτερου, (δεν ήταν πλέον). Εκεί γνώρισα το Στρατή, πατριωτάκι, μια που ήταν Μυτιληνιός από τη Σκαμιά, τον Μιχάλη, άλλο πατριωτάκι, από την άλλη μου γενιά, Μανιάτη από τα Άλικα και τον Θρασύβουλο, Λευκαδίτη. Οι τέσσερις μας γίναμε σε λίγο αχώριστοι, καθώς μάλιστα ήμασταν και επονίτες. Αποτελέσαμε μιαν εύθυμη και θορυβώδη τετράδα. Μια φορά τη βδομάδα, συνήθως Σαββάτο βράδυ, πηγαίναμε “μπουρδελότσαρκα” στα πορνεία που αφθονούσαν τότε στην Αριστοτέλους, στη Στουρνάρα, στην Αχαρνών και στους δρόμους γύρω από τη Βάθη. Συνήθως πηγαίναμε για πλάκα, γιατί δεν είχαμε λεφτά να πάρουμε γυναίκα. Κουβεντιάζαμε με τις κοπέλες, πειράζαμε κανέναν αφελή πελάτη και στο τέλος, καθώς κάναμε σαματά χωρίς να διαλέγουμε καμιά γυναίκα, η μαντάμα έστελνε τον μπράβο του σπιτιού και μας πετούσε έξω. Εμείς βγαίναμε γελώντας και μπαίναμε σε άλλο μαγαζί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , | 84 Σχόλια »

Μια περίεργη και αντιφατική περίοδος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ.

mimis_jpeg_χχsmall   Όταν έφτασα στην Αθήνα ήρθα αμέσως σε επαφή με την Οργάνωση [την ΕΠΟΝ]. Στην αρχή σύχναζα απλώς στην κεντρική λέσχη της, στην οδό Ακαδημίας 15. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια και το κέφι αυτών των παιδιών. Ο Μιχάλης ο Λιαρούτσος μας είχε μεταφέρει στο νησί αυτή τη ζωντάνια. Μου έκανε επίσης εντύπωση μια έκδηλα ευνοϊκή στάση όχι μόνο προς τους Σοβιετικούς αλλά και προς τους Αμερικανούς, ενώ στο νησί η προτίμησή μας έκλινε αποκλειστικά προς τους Ρώσους. Ο Μιχάλης μας είχε φέρει ένα καινούργιο επονίτικο τραγούδι: “ΕΠΟΝ ΕΠΟΝ είσαι ο εχθρός των φασιστών”, που η κεφάτη μελωδία του ήταν παρμένη από μιαν αμερικάνικη οπερέτα. Εδώ στην Αθήνα έμαθα τον ύμνο του Λόχου Σπουδαστών “Λόρδος Μπάυρον”, «Γεια χαρά σπουδάζουσα Νέα Γενιά», που η  μελωδία του ήταν ένα αμερικάνικο εμβατήριο. Γενικά, μετά τους Γερμανούς, που εξακολουθούσαμε όλοι οι Έλληνες να αποστρεφόμαστε, οι τωρινοί εχθροί μας ήταν  οι Άγγλοι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Οι Αμερικανοί ήταν ακόμα πολύ μακριά.

Μη έχοντας ακόμα μόνιμη κατοικία με εισήγηση του “Σταμάτη”, που τον ήξερα από τη Μυτιλήνη [πρόκειται για τον Σταύρο Γιαννακόπουλο, τον μετέπειτα γνωστό ποιητή και μεταφραστή Πέτρο Ανταίο], δεν συνδέθηκα με οργανώσεις των γειτονιών, αλλά ανάλαβα να βοηθώ το μεταφραστικό συνεργείο της “Νέας Γενιάς”, η σύνταξη της οποίας στεγαζόταν επίσης στη Λέσχη. Μου άρεσε πολύ εκεί, μολονότι ο υπεύθυνος του συνεργείου ο “συναγωνιστής Νίνος” δεν ήταν του γούστου μου. Μου φαινόταν υπερόπτης και εγωιστής. Ο Νίνος αυτός μας έφερνε  συχνά εικονογραφημένα έντυπα από τη βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, πολλά από τα οποία δημοσιεύονταν στο περιοδικό. Στα περισσότερα από αυτά κυριαρχούσε το πνεύμα του Νιου Ντηλ και του μακαρίτη Ρούσβελτ.

Αντίθετα μου κίνησε το ενδιαφέρον ο Αλέκος ο Σύρος, γιος δικαστικού που τον είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί, παιδί παρορμητικό και φιλότιμο. Ο Αλέκος ήταν ακόμα γυμνασιόπαιδο και στη γιορτή για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου [1946] στο 75ο Γυμνάσιο, κατά την εκφώνηση από έναν καθηγητή εμετικά αντικομμουνιστικού λόγου, δεν κρατήθηκε και φώναξε

“Κάτω ο Φασισμός, ζήτω η Δημοκρατία”

φυσικά έφαγε μπόλικο ξύλο από τους χίτες συμμαθητές του και τον έσωσε μόνο η γρήγορη επέμβαση της Αυτοάμυνας των Εξαρχείων. Επί πλέον αποβλήθηκε για μια βδομάδα. Για το επεισόδιο έγραψαν ο “Ρίζος” και η “Ελεύθερη Ελλάδα”, δημοσιεύοντας και τη φωτογραφία του Αλέκου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , , | 61 Σχόλια »

Το τρίτο καλοκαίρι τελειώνει (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2013

Το σημερινό είναι το εικοστό έκτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Με το σημερινό απόσπασμα τελειώνει το τρίτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1944. Ο Μίμης Σαραντάκος έχει επιστρέψει στην ελεύθερη Μυτιλήνη.

mimis_jpeg_χχsmallΑπό εκείνη τη μέρα και ώσπου να ανοίξουν τα σχολεία, ξημεροβραδιαζόμουνα στη Λέσχη τού ΦΟΜ, που ήταν ταυτόχρονα Λέσχη τής ΕΠΟΝ, τόσο στην παλιά όσο και στην καινούργια, όταν άνοιξε. Ήταν η αρχή μιας καινούργιας ζωής.

Ένα απόγεμα καθώς κουβεντιάζαμε στο ΦΟΜ, μπήκαν στην αίθουσα δυο άγνωστοί μας αντάρτες. Από τη στολή τους φάνηκε αμέσως πως δεν ήταν ΕΛΑΣίτες, τουλάχιστον του ΕΛΑΣ της Λέσβου. Πραγματικά, ήταν αντάρτες τού ΕΛΑΝ. Τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης είχε καταπλεύσει στο λιμάνι ένα εξοπλισμένο καΐκι τού ΕΛΑΝ. Προερχόταν από το Πήλιο και όπως μάθαμε, είχε και προηγουμένως επισκεφθεί αρκετές φορές το νησί, μόνο που προσορμιζόταν σε απόμερους όρμους της ελεύθερης περιοχής του.

Υποδεχτήκαμε τους δυο επισκέπτες μας πολύ εγκάρδια, τους κεράσαμε ούζο με μεζέ, που παραγγείλαμε σε ένα καφενείο της αγοράς, και πιάσαμε κουβέντα μαζί τους. Ο ένας, που όπως μάθαμε ήταν ο καπετάνιος, λεγόταν Βαγγέλης Οικονόμου και ήταν εργάτης από το Βόλο, κι ο άλλος, που ήταν ο ασυρματιστής, Ορέστης Γιάκας, και ήταν δάσκαλος από την Ικαρία. Τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος (που δεν τους συνόδεψαν γιατί τους είχε αναλάβει μια παρέα από δικούς μας ΕΛΑΣίτες), ήταν ναυτικοί, από το Τρίκερι κι άλλα χωριά του Πηλίου. Ηλιοψημένοι, θαλασσοδαρμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι, μας φάνηκαν εν τούτοις πολύ ντροπαλοί και σχεδόν κοκκίνιζαν όταν τους μιλούσαν κάποια κορίτσια που βρέθηκαν στη Λέσχη.

Ξέροντας πως στο σπίτι μας θα είχαν μαζευτεί φίλοι των γονιών μου να γιορτάσουν την Απελευθέρωσή μας, τους κουβάλησα σχεδόν με το ζόρι, γιατί διστάζανε να έρθουν «απρόσκλητοι», να τους γνωρίσουν. Βρήκαμε το σπίτι γεμάτο από συγγενείς και φίλους. Ο πατέρας μου αγκάλιασε και φίλησε τους δυο ΕΛΑΝίτες και τους παρουσίασε στην ομήγυρη. Στο γλέντι που ακολούθησε, μας έμαθαν πολλά αντάρτικα τραγούδια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 22 Σχόλια »

Επιστροφή στην ελεύθερη Μυτιλήνη (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Ιανουαρίου, 2013

Το σημερινό είναι το εικοστό πέμπτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που κανονικά θα το έβαζα την Τρίτη, αλλά λόγω Πρωτοχρονιάς και Μηνολογίου μετατέθηκε για σήμερα. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα, που είχε και χαρακτήρα μνημόσυνου, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Πλησιάζουμε στο τέλος του τρίτου καλοκαιριού, του 1944. Μόλις γίνεται γνωστή η αποχώρηση των Γερμανών από το νησί, η οικογένεια του αφηγητή (του πατέρα μου) επιστρέφει στην ελεύθερη πια Μυτιλήνη, από την Αγία Παρασκευή όπου είχαν καταφύγει για να μην συλληφθεί ο πατέρας του αφηγητή.

mimis_jpeg_χχsmallΞυπνήσαμε πολύ πρωί, μαζέψαμε τα πράματά μας σε δυο βαλίτσες, αποχαιρετήσαμε τη θεία Μάρω και τον θείο Γιώργο και κατηφορίσαμε προς το Γυμνάσιο, στο οποίο τώρα κυμάτιζε η ελληνική σημαία. Το φορτηγό μας περίμενε. Μαζί μας θα ταξίδευαν κι άλλοι συναγωνιστές, που έπρεπε να βρεθούν το ταχύτερο δυνατό στο πόστο τους στην πόλη. Ο οδηγός φορούσε τη στολή του ελασίτη και δίπλα του καθόταν ένας πολίτης με μπερέ στον οποίο ήταν κεντημένη η λέξη ΕΑΜ.

Περάσαμε μέσα από το Τσαμλίκι, που η μια πλευρά του καιγόταν ακόμα και σε μια ώρα είχαμε φτάσει στα πρώτα χωριά. Παντού βλέπαμε κόσμο στους δρόμους και στις πλατείες, που μας χαιρετούσε με ενθουσιασμό. Κάποτε φτάσαμε στη Μυτιλήνη. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στο χώμα, ένοιωθα σα να γινόταν γιορτή, όπου έπαιρνε μέρος όλος ο κόσμος. Στο μπαλκόνι του Δημαρχείου κυματίζαν δίπλα στην ελληνική και οι συμμαχικές σημαίες, η σοβιετική, η αμερικανική και η αγγλική. Παντού κυκλοφορούσαν αντάρτες με κατακαίνουργιες στολές, χωρίς τα όπλα τους. Είδα επίσης για πρώτη φορά πολιτοφύλακες, που φορούσαν στολές ίδιες με τους ελασίτες αλλά με ένα γαλάζιο σειρίτι στις επωμίδες τους κι  ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο. Συναπαντήθηκα και με τον Θουκυδίδη, ένστολο, που είχε τώρα το βαθμό του λοχαγού της Πολιτοφυλακής και με χαιρέτησε πολύ εγκάρδια και με ρώτησε:

«Έχεις συνδεθεί με την Οργάνωση;»

«Όχι ακόμα, σήμερα ήρθαμε»

«Θες να φυλάξεις σκοπός στα γραφεία; Θα είναι για δυο ώρες αύριο το πρωί και για δυο ώρες μεθαύριο. Δε θα σε χρειαστούμε άλλο. Κοίτα μόνο μη μας κάνεις τα ίδια με το Γιορνήσι» γέλασε.

Την άλλη μέρα στις εννιά πήγα εκεί που μου είπε. Ήταν ο άλλοτε σταθμός της Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκα και μου έδωσε ένα τουφέκι. Όταν το έπιασα, μου φάνηκε απροσδόκητα βαρύ και παραλίγο να μου πέσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη, Σκάκι | Με ετικέτα: , , | 22 Σχόλια »

Ένας άσκοπος συναγερμός (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Νοέμβριος, 2012

Tο σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 38 Σχόλια »

Οι «Μαθητικές σελίδες» και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Αύγουστος, 2012

Tο σημερινό είναι το δέκατο πέμπτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να πούμε επίσης ότι από αύριο και για μερικές μέρες το ιστολόγιο μπαίνει σε φάση διακοπών, οπότε θα ανεβάσω μάλλον επαναλήψεις, και ίσως όχι κάθε μέρα. Η φάση θα κρατήσει λιγότερο από τις πραγματικές διακοπές μου, και κατά πάσα πιθανότητα θα βλέπω τα σχόλιά σας και θα σχολιάζω κι εγώ, αν βεβαίως έχω σύνδεση (δεν είναι 100% σίγουρο).

 

Το φθινόπωρο του ’43 ο Μίλτης, παράλληλα με τις «εργασίες» που μας έβαζε, μας κούρδισε να εκδώσουμε, η τάξη μας, περιοδικό! Δεχτήκαμε όλοι με ενθουσιασμό, μόλο που ήμασταν εντελώς ανίδεοι για τον τρόπο που θα το βγάζαμε σε πολλά αντίτυπα, στις επικρατούσες, λόγω της Κατοχής, συνθήκες. Οι ελάχιστοι πολύγραφοι που υπήρχαν στην πόλη μας (σε Τράπεζες ή Δημόσιες Υπηρεσίες) ήταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Βέβαια θα υπήρχε κάποιος στα χέρια της Οργάνωσης γιατί τον Απρίλη τού ’44 βγήκε πολυγραφημένη η «Ελεύθερη Λέσβος», του ΕΑΜ, και το καλοκαίρι ο «Αντιφασίστας», της ΕΠΟΝ, αλλά φυσικά ο πολύγραφος αυτός ήταν απρόσιτος για μας.

Υπήρχε ακόμα η δυνατότητα να βγάζουμε τα αντίτυπα του περιοδικού με το σύστημα της «κόπιας»: Το κείμενο γραφόταν με ειδικό παχύ και βραδύπηκτο μελάνι σε μια λεία επιφάνεια και μεταφερόταν (ανάποδα) σε ειδικό σκληρό γυαλιστερό χαρτί, από το οποίο αναπαραγόταν σε πολλά αντίτυπα πιεζόμενο με χειροκίνητη πρέσα σε ειδικές λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο κόλλες. Τέτοιες «κόπιες» είχε η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, και όταν ο Μίλτης τούς έκανε τη σχετική κρούση, δέχτηκαν να μας επιτρέψουν να τις χρησιμοποιήσουμε. Το κακό είναι πως είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς οι ειδικές, λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, κόλλες, γιατί είχαν πουληθεί στη μαύρη αγορά σαν αυθεντικά τσιγαρόχαρτα, μόλο που ήταν διαποτισμένες με θειάφι. Οι θεριακλήδες καπνιστές είτε τα κάπνιζαν απτόητοι, είτε απομάκρυναν το θειάφι σιδερώνοντας τα «τσιγαρόχαρτα».
Μετά τον αποκλεισμό του πολύγραφου και της «κόπιας», το μόνο πολλαπλασιαστικό μέσο που μας έμεινε ήταν το καρμπόν, με το οποίο όμως μετά βίας και πολύ κόπου βγαίνανε πέντε αντίγραφα. Έτσι αποφασίστηκε το περιοδικό μας οι «Μαθητικές Σελίδες» να κυκλοφορεί σε πέντε αντίτυπα. Ο Μίλτης μάς μοίραζε ομοιόμορφες κόλλες στις οποίες γράφαμε τα κείμενά μας, με το χέρι ή με γραφομηχανή, σε πέντε αντίγραφα, του τις επιστρέφαμε κι αυτός τις βιβλιοδετούσε σε καλαίσθητα τεύχη, των οποίων το εξώφυλλο και την εσωτερική εικονογράφηση και διακόσμηση φιλοτεχνούσε ο ίδιος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 27 Σχόλια »

Η οργάνωση (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2012

Tο σημερινό είναι το δέκατο τέταρτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ

Από το χειμώνα τού ‘42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την Οργάνωση. Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσά μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση της Οργάνωσης. Κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, το άνοιγμα από άγνωστα χέρια κάποιων κρυφών αποθηκών που ανήκαν σε μαυραγορίτες και η λεηλασία τους από το ανώνυμο πλήθος που ειδοποιημένο από άγνωστα στόματα έτρεξε εν ριπή οφθαλμού, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν.

Έκπληκτος διαπίστωσα πως ο συνήθως λαλίστατος πατέρας μου, που μετά το βραδινό φαΐ σχολίαζε με τη μάνα μου όλα τα γεγονότα της μέρας, έγινε επιφυλακτικός και λιγομίλητος και σε λίγο κι η μητέρα μου μυήθηκε σ’ αυτή τη συνομωσία της σιωπής, αφήνοντας τις αδελφές της παραξενεμένες.

Το καλοκαίρι τού ‘43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια. Ήταν ο τέταρτος και μικρότερος γιος ενός εργολάβου οικοδομών από την Ανατολή. Ο πρώτος και μεγαλύτερος αδελφός του ζούσε στην Αθήνα και οι δύο μεσαίοι είχαν περάσει στη Μέση Ανατολή. Ο Γιαννάκας, σα μικρότερος, ήταν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας αλλά και πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μια νεολαιίστικη οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της στρατολογίας μου από το Γιαννάκα, μια που αυτή η νεολαιίστικη οργάνωση ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό Οργάνωση, στην οποία ήταν κι ο ίδιος οργανωμένος από τα τέλη τού ‘41: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 27 Σχόλια »

Ο Μίλτης και ο δάσκαλος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2012

Tο σημερινό είναι το δωδέκατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ Επειδή έχω δεχτεί ηλεμηνύματα με ερωτήσεις: ναι, υπάρχει σκέψη να εκδοθεί το βιβλίο αλλά λόγω της κακής συγκυρίας μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί εκδότης.

Με το σημερινό άρθρο περνάμε στο τρίτο Καλοκαίρι του βιβλίου, το καλοκαίρι του 1944 -όταν ο αφηγητής είναι δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, το σημερινό άρθρο κάνει μια γενικότερη αναδρομή στο σχολείο επί κατοχής, με τα πορτρέτα δυο δασκάλων του πατέρα μου, του Μίλτη Παρασκευαΐδη και του Απόστολου Αποστόλου, που είχα την τύχη να γνωρίσω κι εγώ.

Ο πατέρας μου προτάσσει στο τρίτο αυτό καλοκαίρι τον εξής πρόλογο:

Το τρίτο καλοκαίρι μου φάνηκε σα να βάσταξε σχεδόν από τον Απρίλη ως το Νοέμβρη. Όχι γιατί όλους αυτούς τους μήνες ο καιρός ήταν καλός, αλλά γιατί ένιωθα μέσα μου, κι εγώ και όλοι σχεδόν οι άνθρωποι στο νησί, μια πρωτόγνωρη ζεστασιά.

Ελπίδες και προσδοκίες μας θέρμαιναν την ψυχή και μας φώτιζαν το πρόσωπο. Ήταν το καλοκαίρι πριν από την Απελευθέρωση και οι πρώτοι μήνες μετά. Το τελευταίο του πολέμου. Ήταν ζεστό και ξερό, με μια μόνο δυνατή μπόρα.

Ένα καλοκαίρι που μου έμεινε αξέχαστο. Είχα τελειώσει την έκτη οκταταξίου και από το Νοέμβρη του περασμένου χρόνου είχα οργανωθεί στην ΕΠΟΝ. Αυτό το καλοκαίρι φίλησα το πρώτο μου κορίτσι, έπιασα όπλο και μίλησα σε συγκέντρωση, κι ας ήμουν μόνο δεκαπέντε χρονών.

Τον Ιούνιο (του 1944) τέλειωσα την έκτη οκταταξίου. Για τρίτη χρονιά τα φιλολογικά μαθήματά μας τα ‘κανε ο Μίλτης. Ένας από τους καλύτερους εκπαιδευτικούς που πέρασαν ποτέ από το γυμνάσιο της πόλης μας, που φημιζόταν εν τούτοις για τους άριστους δασκάλους του (φημιζόταν και για κάτι άλλο, από τη δεκαετία του ‘20 κιόλας: ήταν «φυτώριο κομμουνιστών και δημοτικιστών»).

και μετά αυτό τον πρόλογο περνάει στην εξιστόρηση:

Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, τα μαθήματα σταμάτησαν και τα σχολεία κλείσανε. Ήμουν τότε στην τρίτη οκταταξίου γυμνασίου και στις δύο πρώτες τάξεις είχαμε την τύχη να μας κάνει ελληνικά ο Γιώργος ο Βαλέτας. Βέβαια με τη μετάθεση του πατέρα μου στη Σάμο, τη δεύτερη τάξη την έκανα εκεί κι όταν ξαναγυρίσαμε στο νησί, τον Ιούλιο του ‘40, ο Βαλέτας είχε μετατεθεί στην Αθήνα. Φαίνεται πως δεν ορίστηκε αμέσως αντικαταστάτης του, γιατί στις λίγες μέρες που μεσολάβησαν από το άνοιγμα των σχολείων ως το ξέσπασμα του πολέμου, το μάθημα των ελληνικών μας το ‘κανε ο Δημητράκης ο Βογαζιανός, καθηγητής των γαλλικών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 20 Σχόλια »