Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘ΕΠΟΝ’

Ένας άσκοπος συναγερμός (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Νοεμβρίου, 2012

Tο σημερινό είναι το εικοστό πρώτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) και ο πατέρας μου έχουν καταφύγει στην Αγία Παρασκευή, την πρωτεύουσα ας πούμε της ελεύθερης Λέσβου, δηλαδή του κομματιού του νησιού που δεν το έλεγχαν πια οι Γερμανοί.  Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Τέλη Αυγούστου, μια βδομάδα μετά την εκτέλεση, είχαμε επιδρομή των Γερμανών στο χωριό. Φτάσανε με τρία φορτηγά αυτοκίνητα, αλλά οι κάτοικοι, ειδοποιημένοι από τους σκοπούς, αδειάσαμε έγκαιρα το χωριό.

Συγκεντρωμένοι στους γύρω ελαιώνες και στα υψώματα, ακούγαμε πυκνές ριπές, αλλά δεν ξέραμε ποιον πυροβολούσαν. Τελικά μετά από δυο ώρες, οι ανιχνευτές εξακρίβωσαν πως οι Γερμανοί έφυγαν και οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαναν τη λήξη του συναγερμού. Γυρίσαμε πίσω και τότε μάθαμε πως δύο χωριάτες καθυστέρησαν και τους πέτυχαν οι Γερμανοί. Χωρίς προειδοποίηση άρχισαν να τους πυροβολούν. Σκότωσαν τον ένα, ο άλλος όμως (αυτός που μας αφηγήθηκε τα συμβάντα) πρόφτασε και κατέβηκε στο πηγάδι του χτήματός του και γλύτωσε.

Η κηδεία του μοναδικού σκοτωμένου ήταν πάνδημη και, για τα μέτρα του χωριού, μεγαλοπρεπής. Ο Μάκιστος (ψευδώνυμο του λογοτέχνη – και αξιωματικού τού ΕΛΑΣ – Κώστα Παπαχαραλάμπους) έβγαλε εμπνευσμένο λόγο και η χορωδία μας τραγούδησε το Πένθιμο εμβατήριο, πρωτάκουστο τότε στον κόσμο, που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Το βράδυ για να εμψυχωθεί ο κόσμος, έγινε παρέλαση των επονιτών του χωριού που πέρασαν από τους δρόμους του χωριού τραγουδώντας.

Από εκείνη τη μέρα, πάντως, καταργήθηκαν τα όποια προσχήματα ετηρούντο ακόμα. Τώρα τις ειδήσεις δεν τις ανακοίνωναν σε ιδιαίτερες συγκεντρώσεις, αλλά τις διαλαλούσαν από το μπαλκόνι της Λέσχης στους συγκεντρωμένους στην πλατεία, με το χωνί. Αυτό έδινε ακόμα μεγαλύτερο κουράγιο στον κόσμο, γιατί η εξέλιξη του πολέμου ήταν ευνοϊκή και ραγδαία. Οι Σοβιετικοί είχαν εισχωρήσει βαθιά στην Πολωνία και είχαν φτάσει στα σύνορα της Ρουμανίας, ενώ οι Σύμμαχοι στην Ιταλία είχαν πάρει τη Ρώμη και στη Γαλλία πέρασαν το Σηκουάνα. Το Παρίσι απελευθερώθηκε μόνο του, με εξέγερση των κατοίκων του. Μαθαίναμε επίσης για τις μάχες στις γειτονιές της Αθήνας, για τη θυσία των επονιτών στην οδό Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, για το «κάστρο του Υμηττού», αλλά και για τις μάχες των ανταρτών στα βουνά. Όλα δείχνανε πως η Λευτεριά ερχόταν.

Μετά από την επιδρομή, η Οργάνωση αποφάσισε να εντείνει ακόμα περισσότερο την επαγρύπνηση και την περιφρούρηση του χωριού. Οι σκοπιές πολλαπλασιάστηκαν και εγκαταστάθηκαν σε δυο ομόκεντρους κύκλους σε όλα τα υψώματα γύρω από το χωριό. Ο υπεύθυνος της ΕΠΟΝ μάς μάζεψε και μας ρώτησε ποιοι θέλανε να ενταχθούν σε μια βοηθητική υπηρεσία τού ΕΛΑΣ. Όλοι σηκώσαμε το χέρι. Φαντάστηκα πως θα μας έδιναν όπλα και θα μας εκπαιδεύανε στο χειρισμό τους, αλλά όταν το είπα, ο υπεύθυνος, ο συναγωνιστής Θουκυδίδης, γέλασε.

«Εδώ δεν έχουμε να δώσουμε όπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές της Αλβανίας, και θα δώσουμε σε νιάνιαρα;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 38 Σχόλια »

Οι «Μαθητικές σελίδες» και ο Φιλοτεχνικός Όμιλος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2012

Tο σημερινό είναι το δέκατο πέμπτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να πούμε επίσης ότι από αύριο και για μερικές μέρες το ιστολόγιο μπαίνει σε φάση διακοπών, οπότε θα ανεβάσω μάλλον επαναλήψεις, και ίσως όχι κάθε μέρα. Η φάση θα κρατήσει λιγότερο από τις πραγματικές διακοπές μου, και κατά πάσα πιθανότητα θα βλέπω τα σχόλιά σας και θα σχολιάζω κι εγώ, αν βεβαίως έχω σύνδεση (δεν είναι 100% σίγουρο).

 

Το φθινόπωρο του ’43 ο Μίλτης, παράλληλα με τις «εργασίες» που μας έβαζε, μας κούρδισε να εκδώσουμε, η τάξη μας, περιοδικό! Δεχτήκαμε όλοι με ενθουσιασμό, μόλο που ήμασταν εντελώς ανίδεοι για τον τρόπο που θα το βγάζαμε σε πολλά αντίτυπα, στις επικρατούσες, λόγω της Κατοχής, συνθήκες. Οι ελάχιστοι πολύγραφοι που υπήρχαν στην πόλη μας (σε Τράπεζες ή Δημόσιες Υπηρεσίες) ήταν υπό τον έλεγχο των Γερμανών. Βέβαια θα υπήρχε κάποιος στα χέρια της Οργάνωσης γιατί τον Απρίλη τού ’44 βγήκε πολυγραφημένη η «Ελεύθερη Λέσβος», του ΕΑΜ, και το καλοκαίρι ο «Αντιφασίστας», της ΕΠΟΝ, αλλά φυσικά ο πολύγραφος αυτός ήταν απρόσιτος για μας.

Υπήρχε ακόμα η δυνατότητα να βγάζουμε τα αντίτυπα του περιοδικού με το σύστημα της «κόπιας»: Το κείμενο γραφόταν με ειδικό παχύ και βραδύπηκτο μελάνι σε μια λεία επιφάνεια και μεταφερόταν (ανάποδα) σε ειδικό σκληρό γυαλιστερό χαρτί, από το οποίο αναπαραγόταν σε πολλά αντίτυπα πιεζόμενο με χειροκίνητη πρέσα σε ειδικές λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο κόλλες. Τέτοιες «κόπιες» είχε η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, και όταν ο Μίλτης τούς έκανε τη σχετική κρούση, δέχτηκαν να μας επιτρέψουν να τις χρησιμοποιήσουμε. Το κακό είναι πως είχαν εξαφανιστεί ολοσχερώς οι ειδικές, λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο, κόλλες, γιατί είχαν πουληθεί στη μαύρη αγορά σαν αυθεντικά τσιγαρόχαρτα, μόλο που ήταν διαποτισμένες με θειάφι. Οι θεριακλήδες καπνιστές είτε τα κάπνιζαν απτόητοι, είτε απομάκρυναν το θειάφι σιδερώνοντας τα «τσιγαρόχαρτα».
Μετά τον αποκλεισμό του πολύγραφου και της «κόπιας», το μόνο πολλαπλασιαστικό μέσο που μας έμεινε ήταν το καρμπόν, με το οποίο όμως μετά βίας και πολύ κόπου βγαίνανε πέντε αντίγραφα. Έτσι αποφασίστηκε το περιοδικό μας οι «Μαθητικές Σελίδες» να κυκλοφορεί σε πέντε αντίτυπα. Ο Μίλτης μάς μοίραζε ομοιόμορφες κόλλες στις οποίες γράφαμε τα κείμενά μας, με το χέρι ή με γραφομηχανή, σε πέντε αντίγραφα, του τις επιστρέφαμε κι αυτός τις βιβλιοδετούσε σε καλαίσθητα τεύχη, των οποίων το εξώφυλλο και την εσωτερική εικονογράφηση και διακόσμηση φιλοτεχνούσε ο ίδιος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 27 Σχόλια »

Η οργάνωση (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2012

Tο σημερινό είναι το δέκατο τέταρτο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ

Από το χειμώνα τού ‘42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την Οργάνωση. Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσά μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση της Οργάνωσης. Κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, το άνοιγμα από άγνωστα χέρια κάποιων κρυφών αποθηκών που ανήκαν σε μαυραγορίτες και η λεηλασία τους από το ανώνυμο πλήθος που ειδοποιημένο από άγνωστα στόματα έτρεξε εν ριπή οφθαλμού, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν.

Έκπληκτος διαπίστωσα πως ο συνήθως λαλίστατος πατέρας μου, που μετά το βραδινό φαΐ σχολίαζε με τη μάνα μου όλα τα γεγονότα της μέρας, έγινε επιφυλακτικός και λιγομίλητος και σε λίγο κι η μητέρα μου μυήθηκε σ’ αυτή τη συνομωσία της σιωπής, αφήνοντας τις αδελφές της παραξενεμένες.

Το καλοκαίρι τού ‘43 άρχισε να μου κάνει παρέα ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, που τον φωνάζαμε Γιαννάκα, συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο. Ήταν ωραίο παιδί, με πλατύ μέτωπο, θεληματικό σαγόνι και γκρίζα μάτια. Ήταν ο τέταρτος και μικρότερος γιος ενός εργολάβου οικοδομών από την Ανατολή. Ο πρώτος και μεγαλύτερος αδελφός του ζούσε στην Αθήνα και οι δύο μεσαίοι είχαν περάσει στη Μέση Ανατολή. Ο Γιαννάκας, σα μικρότερος, ήταν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας αλλά και πολύ αγαπητός στους συμμαθητές μας. Μαζί του δεν είχα ως τότε πολλές φιλίες, γιατί εκείνος μεν ήταν φίλαθλος και ποδοσφαιριστής, με μέτριες επιδόσεις στα μαθήματα, εγώ δε ήμουν αγύμναστος, αντιπαθούσα το ποδόσφαιρο και μου άρεσε μόνο το κολύμπι και η πεζοπορία.

Οι διαφορές μας αυτές γεφυρώθηκαν από τη συμμετοχή μας στην κοινή υπόθεση, όταν τελικά μου έσκασε το μυστικό. Μου είπε πως ήταν οργανωμένος σε μια νεολαιίστικη οργάνωση, την Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, και μου πρότεινε να οργανωθώ κι εγώ. Δέχτηκα χωρίς κανένα δισταγμό και το ίδιο βράδυ τα είπα όλα στον πατέρα μου, που αποδείχτηκε πως ήταν απόλυτα ενήμερος της στρατολογίας μου από το Γιαννάκα, μια που αυτή η νεολαιίστικη οργάνωση ανήκε σε μιαν ευρύτερη, στην καθαυτό Οργάνωση, στην οποία ήταν κι ο ίδιος οργανωμένος από τα τέλη τού ‘41: στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Ώστε αυτό ήταν το όνομα της Οργάνωσης: ΕΑΜ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 27 Σχόλια »

Ο Μίλτης και ο δάσκαλος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2012

Tο σημερινό είναι το δωδέκατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ Επειδή έχω δεχτεί ηλεμηνύματα με ερωτήσεις: ναι, υπάρχει σκέψη να εκδοθεί το βιβλίο αλλά λόγω της κακής συγκυρίας μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί εκδότης.

Με το σημερινό άρθρο περνάμε στο τρίτο Καλοκαίρι του βιβλίου, το καλοκαίρι του 1944 -όταν ο αφηγητής είναι δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, το σημερινό άρθρο κάνει μια γενικότερη αναδρομή στο σχολείο επί κατοχής, με τα πορτρέτα δυο δασκάλων του πατέρα μου, του Μίλτη Παρασκευαΐδη και του Απόστολου Αποστόλου, που είχα την τύχη να γνωρίσω κι εγώ.

Ο πατέρας μου προτάσσει στο τρίτο αυτό καλοκαίρι τον εξής πρόλογο:

Το τρίτο καλοκαίρι μου φάνηκε σα να βάσταξε σχεδόν από τον Απρίλη ως το Νοέμβρη. Όχι γιατί όλους αυτούς τους μήνες ο καιρός ήταν καλός, αλλά γιατί ένιωθα μέσα μου, κι εγώ και όλοι σχεδόν οι άνθρωποι στο νησί, μια πρωτόγνωρη ζεστασιά.

Ελπίδες και προσδοκίες μας θέρμαιναν την ψυχή και μας φώτιζαν το πρόσωπο. Ήταν το καλοκαίρι πριν από την Απελευθέρωση και οι πρώτοι μήνες μετά. Το τελευταίο του πολέμου. Ήταν ζεστό και ξερό, με μια μόνο δυνατή μπόρα.

Ένα καλοκαίρι που μου έμεινε αξέχαστο. Είχα τελειώσει την έκτη οκταταξίου και από το Νοέμβρη του περασμένου χρόνου είχα οργανωθεί στην ΕΠΟΝ. Αυτό το καλοκαίρι φίλησα το πρώτο μου κορίτσι, έπιασα όπλο και μίλησα σε συγκέντρωση, κι ας ήμουν μόνο δεκαπέντε χρονών.

Τον Ιούνιο (του 1944) τέλειωσα την έκτη οκταταξίου. Για τρίτη χρονιά τα φιλολογικά μαθήματά μας τα ‘κανε ο Μίλτης. Ένας από τους καλύτερους εκπαιδευτικούς που πέρασαν ποτέ από το γυμνάσιο της πόλης μας, που φημιζόταν εν τούτοις για τους άριστους δασκάλους του (φημιζόταν και για κάτι άλλο, από τη δεκαετία του ‘20 κιόλας: ήταν «φυτώριο κομμουνιστών και δημοτικιστών»).

και μετά αυτό τον πρόλογο περνάει στην εξιστόρηση:

Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, τα μαθήματα σταμάτησαν και τα σχολεία κλείσανε. Ήμουν τότε στην τρίτη οκταταξίου γυμνασίου και στις δύο πρώτες τάξεις είχαμε την τύχη να μας κάνει ελληνικά ο Γιώργος ο Βαλέτας. Βέβαια με τη μετάθεση του πατέρα μου στη Σάμο, τη δεύτερη τάξη την έκανα εκεί κι όταν ξαναγυρίσαμε στο νησί, τον Ιούλιο του ‘40, ο Βαλέτας είχε μετατεθεί στην Αθήνα. Φαίνεται πως δεν ορίστηκε αμέσως αντικαταστάτης του, γιατί στις λίγες μέρες που μεσολάβησαν από το άνοιγμα των σχολείων ως το ξέσπασμα του πολέμου, το μάθημα των ελληνικών μας το ‘κανε ο Δημητράκης ο Βογαζιανός, καθηγητής των γαλλικών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 20 Σχόλια »

Όσα θυμάμαι από τον ΦΟΜ της Κατοχής (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2010

Άρθρο του πατέρα μου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σελάνα της Μυτιλήνης, με αναμνήσεις από την Κατοχή και ειδικότερα από τον Φιλοτεχνικό Όμιλο Μυτιλήνης (ΦΟΜ) και την ΕΠΟΝ.

Ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης πρέπει να ιδρύθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του ΄20. Αυτό το συμπεραίνω από το εξακριβωμένο γεγονός πως ο πατέρας μου, που μετατέθηκε στο υποκατάστημα Μυτιλήνης της Εμπορικής Τράπεζας το 1924 και παντρεύτηκε εδώ το 1927, υπήρξε ενεργό μέλος του ΦΟΜ και πήρε μέρος στην παράσταση του έργου του Πιραντέλλο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Μη έχοντας πρόσβαση στα αρχεία του Ομίλου, δεν είμαι βέβαιος για τις ακριβείς χρονολογίες. Με τη σειρά μου, υπήρξα και εγώ μέλος του ΦΟΜ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και συγκεκριμένα από το φθινόπωρο του ΄43 και μετά και αυτό έγινε όχι τόσο από φιλοτεχνική διάθεσή μου, αλλά για … συνωμοτικούς λόγους.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Ετυμολογικά, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 18 Σχόλια »

Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία (Αναμνήσεις από την ΕΠΟΝ)

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2010

Σήμερα, 23 Φεβρουαρίου, κλείνουν 67 χρόνια από την ίδρυση της ΕΠΟΝ το 1943. Ζήτησα από τον πατέρα μου, τον Δημήτρη Σαραντάκο, να γράψει μερικές αναμνήσεις για το πώς έζησε τις μέρες εκείνες, δεκαπεντάχρονος στη Μυτιλήνη. Για να προλάβω ερώτηση, ο Ταρλάς που λέει πιο κάτω είναι το γήπεδο της Μυτιλήνης.

Έχει πει κάποιος, που δε θυμάμαι τώρα το όνομά του, πως «αι αναμνήσεις είναι η βακτηρία του γήρατος». Στηριζόμενος λοιπόν σ΄ αυτή τη «βακτηρία», λόγω και των ημερών (βλέπετε στις 23 του Φλεβάρη ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ), ξαναφέρνω στο νου μου όσα γίνανε πριν από 67 ολόκληρα χρόνια!

Ήταν ο τρίτος χειμώνας της Κατοχής και ήταν πια για όλους μας φανερό πως τα δύσκολα είχαν περάσει. Η τρομερή πείνα, με τις χιλιάδες τους θανάτους και η απελπισία μας από τις νίκες των χιτλερικών, ήταν πια παρελθόν. Κάποια αισιόδοξη ατμόσφαιρα άρχισε να δημιουργείται. Αυτό βέβαια δεν έγινε απότομα. Από το χειμώνα του ΄41 – 42 άρχισε να κυκλοφορεί στον κόσμο η φήμη για την «Οργάνωση». Κανείς δεν έλεγε τ’ όνομά της και κανείς δεν ήξερε τα μέλη της, όλοι όμως μάντευαν πως ανάμεσα μας υπήρχε και δρούσε κάποια αόρατη δύναμη, που δε λογάριαζε τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους.

Πολλά σημάδια μαρτυρούσαν την ύπαρξη και τη δράση αυτής της Οργάνωσης: Η συστηματική διοργάνωση συσσιτίων για τα παιδιά και τους άπορους, η ίδρυση καταναλωτικών συνεταιρισμών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τράπεζες, κάποιες αποδράσεις κρατουμένων μέσα από την Γκεστάπο, το ξαφνικό ζωντάνεμα συλλόγων που επί χρόνια αδρανούσαν …

Σιγά σιγά πολλοί δείχνανε σα να μοιράζονταν ένα κοινό μυστικό. Ο καθένας κάτι είχε να πει, εμπιστευτικά, στον άλλον, λες και μετείχαν σε κάποια «συνομωσία», ελπιδοφόρα όμως συνομωσία, σα να περιμέναμε να γίνει σκόλη. Όπως διαπίστωσα, ο πατέρας μου, η μάνα μου και πολλοί φίλοι τους συμπεριφέρονταν σα να είχαν μυηθεί σ΄αυτή τη συνωμοσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Πρόσφατη ιστορία, Φιλοξενίες | Με ετικέτα: , | 5 Σχόλια »

Η «Νέα Γενιά», το περιοδικό της ΕΠΟΝ

Posted by sarant στο 27 Μαρτίου, 2009

Το Σάββατο ή την Κυριακή ανεβάζω λογοτεχνικά έργα, όμως αύριο αξημέρωτα θα φύγω και θα λείψω ως την Κυριακή το βράδυ,  οπότε το καθιερωμένο λογοτεχνικό το βάζω αποβραδίς.

Εξώφυλλο του τεύχους 57 (20 Σεπτ. 1945)

Εξώφυλλο του τεύχους 57 (20 Σεπτ. 1945)

Το περιοδικό Νέα Γενιά ήταν το όργανο της ΕΠΟΝ και έβγαινε παράνομο επί κατοχής και στη συνέχεια νόμιμο έως τον Οκτώβρη του 1947 που η ΕΠΟΝ κηρύχτηκε παράνομη. Τα τελευταία χρόνια έχουν επανεκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο Σύγχρονη Εποχή, με πρωτοβουλία της ΚΝΕ, δυο τόμοι με τεύχη του περιοδικού. Στις σελίδες μου παρουσιάζω μια ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων από το περιοδικό αυτό (δεν έχει ολοκληρωθεί).

Πρώτα όμως, θέλω να παραθέσω μερικά λόγια που είχε γράψει ο αείμνηστος Νίκος Καραντηνός, αρχισυντάκτης του περιοδικού, με την ευκαιρία της έκδοσης του πρώτου τόμου, μια και αποτελούν εξαιρετικά καλή σύνοψη της διαδρομής του περιοδικού:

Ένα μήνα μετά την ίδρυση της ΕΠΟΝ, στις 23 Φλε­βάρη 1943, κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της μικρής παράνομης εφημεριδούλας Νέα Γενιά. Από το χωμένο στα έγκατα της γης παράνομο τυπογραφείο, δουλεμένο από την ηρωική Ηλέκτρα Αποστόλου που την εποχή εκείνη ήταν μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΕΠΟΝ. Το κύριο άρθρο ανα­φέρεται στο 1821 και καλεί τη νέα γενιά να τιμή­σει τους ήρωες του. Στο φύλλο αυτό δημοσιεύε­ται η σύνθεση του ζωγράφου Ηλία Φέρτη.

Η Νέα Γενιά είχε την τύχη να ξεκινήσει με την πνοή της ηρωικής Ηλέκτρας (οι ΕΠΟΝίτες την ξέ­ραμε με το ψευδώνυμο «Στάσα»). Ενα χρόνο αρ­γότερα θα έπεφτε στα χέρια των δολοφόνων της ασφάλειας (Λάμπρου – Παρθενίου – Πλυτζανόπουλου) και θα μαρτυρούσε, στο άντρο της Γενι­κής Ασφάλειας στην οδό Ελπίδος, τον Ιούλιο του 1944.

Στη συντακτική επιτροπή μετείχαν: η Μαρία Σβώλου, η Ρόζα Ιμβριώτη, ο Κώστας Σωτηρίου και ο Σταύρος Ζορμπαλάς (Λάμπης) που έγινε αργό­τερα υπεύθυνος του περιοδικού. Λίγο αργότερα στη συντακτική επιτροπή μπήκαν οι ΕΠΟΝίτες Νί­κος Καραντηνός και Νίκος Γιαναράς.

Ας δούμε όμως τώρα τη Νέα Γενιά στη διαδι­κασία της έκδοσης, στα χρόνια που παίρνει σχήμα περιοδικού, από το Νοέμβρη του 1944 μέχρι το τε­λευταίο τεύχος, τον Οκτώβρη του 1947.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 18 Σχόλια »