Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Επτάνησα’

Από τον Χάντακα στα νησιά Λοφότεν, το στοκοφίσι (μια συνεργασία του Ρογήρου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε ένα άρθρο που δημοσίευσε στο Φέισμπουκ ο φίλος μας ο Ρογήρος. Το διάβασα, μου άρεσε, και πάνω στη συζήτηση ένας άλλος φίλος έκανε ένα σχόλιο που μου έδωσε πάσα, οπότε έτσι γεννήθηκε το σημερινό άρθρο, συλλογικό προϊόν να πούμε. Αλλά τα πρωτεία ανήκουν στον Ρογήρο.

Γεννημένος κατά πάσα πιθανότητα λίγα χρόνια πριν από το 1400, ο Πέτρος Κουερίνι ήταν παιδί μιας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες της ενετικής αριστοκρατίας. Για χρόνια ήταν εγκατεστημένος στον Χάνδακα της Κρήτης, μια και, εκτός των άλλων, ήταν άρχοντας των Δαφνών και του Τεμένους (τότε Καστέλ Τέμινι, επί τουρκοκρατίας Κανλί Καστέλι, σήμερα Προφήτης Ηλίας). Τα φέουδά του παρήγαν κυρίως το γλυκό κρασί που έμεινε γνωστό με την ονομασία Μαλβαζία.

Στις 25 Απριλίου 1431, ο Πέτρος σάλπαρε από τον Χάνδακα με το πλοίο του, την Κουερίνα. Το πλοίο ήταν φορτωμένο με 800 βαρέλια μαλβαζία, μπαχαρικά, βαμβάκι, κερί και στυπτηρία. Συγκυβερνήτες του Κουερίνι ήταν ο Νικόλαος Ντε Μικέλ κι ο Χριστόφορος Φιοραβάντε. Το πλοίο είχε ως προορισμό του ταξιδιού του τα πλούσια λιμάνια της Φλάνδρας όπου ο Κουερίνι θα διέθετε τα προϊόντα του φορτίου.

Όσο το πλοίο έπλεε στη Μεσόγειο, το ταξίδι δεν επεφύλασσε απρόοπτα. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν στον Ατλαντικό. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1431, ενώ η Κουερίνα έπλεε ανοιχτά των ακτών της Γαλικίας, καταιγίδες και σφοδροί άνεμοι έβγαλαν το σκάφος από την πορεία του. Τα θαλάσσια ρεύματα παρέσυραν το πλοίο μακριά στον Βορρά, πέρα από τον Αρκτικό Κύκλο. Τον Δεκέμβριο το πλοίο ναυάγησε. Το πλήρωμα χωρίστηκε σε δύο ομάδες και η καθεμία ξεκίνησε στη λέμβο της αναζητώντας τη σωτηρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ενετοκρατία, Κρήτη, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 187 Σχόλια »

Οι λέξεις του χρήματος και των νομισμάτων, ξανά

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2012

Το καλοκαίρι είχα πει ότι θα βάζω και επαναλήψεις, δηλαδή παλιότερα άρθρα του ιστολογίου, ιδίως όσα είχαν δημοσιευτεί τον πρώτο καιρό, που δεν είχαμε ακόμα τόσο πολλούς επισκέπτες, κι έτσι δεν είναι και πολύ γνωστά. Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, το είχα δημοσιεύσει την πρώτη βδομάδα ζωής του ιστολογίου και στη συνέχεια το συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, οπότε είναι κατάλληλο για επανάληψη ύστερα από τόσον καιρό. Βέβαια, όσην ώρα ετοιμάζω το άρθρο, έχω ένα φριχτό ντεζαβούδι, ότι δηλαδή το έχω ήδη δημοσιέψει δεύτερη φορά στο ιστολόγιο, παρόλο που έκανα πεντέξι αναζητήσεις χωρίς να επιβεβαιωθεί η υποψία μου. Τι να πω, ίσως να οφείλεται στο ότι το άρθρο έχει αναδημοσιευτεί σε πολλούς άλλους ιστότοπους, ακόμα και πρόσφατα. (Κάποια κομμάτια, το ξέρω, τα έχω χρησιμοποιήσει σε άλλα άρθρα, αλλά μόνο κομμάτια). Τέλος πάντων, αν το έχετε ξαναδιαβάσει ζητάω συγνώμη.

Λεφτά, νομίσματα, μονέδα, όβολα, παράδες, γρόσια, άσπρα, πεκούνια, τάλιρα, φράγκα, μπικικίνια, ψιλά, μαρούλια, χαρτί, μαλλί, μπαγιόκο

Γραμμένο καθώς είναι σε καιρούς οικονομικής κρίσης, το σημερινό μας σημείωμα θα ασχοληθεί με τον κόσμο του χρήματος και των νομισμάτων. Εννοείται ότι θα κάνουμε διερεύνηση γλωσσική, αν και πρέπει να προειδοποιήσω ότι το θέμα είναι απέραντο, τόσο εκτενές που εύκολα θα μπορούσε να γραφτεί σχετικό βιβλίο.

Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη χρήμα σήμαινε αρχικά κάτι που χρησιμοποιεί ή χρειάζεται κάποιος, και προέρχεται από το απρόσωπο ρήμα «χρη». Κι επειδή τα χρειαζούμενα που έχει κάποιος απαρτίζουν την κινητή περιουσία του, γρήγορα η λέξη «χρήματα» πήρε τη σημασία τη σημερινή· όμως, είχε επίσης και τη σημασία «πράγματα». Έτσι, όταν ο Πρωταγόρας (μέσω Πλάτωνα) λέει «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος» εννοεί ότι ο άνθρωπος είναι κριτήριο των πάντων, όταν όμως ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δη  δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε βέβαια τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο· τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Μια από τις επίκαιρες λέξεις του χρήματος εδώ και μερικά χρόνια είναι αναμφίβολα η  τράπεζα αφού σε όλο τον κόσμο οι τραπεζίτες ζήτησαν και πήραν απίστευτα ποσά, που ψηλώνει ο νους σαν κάθεσαι να τα λογαριάσεις. Ας δούμε λοιπόν την ιστορία της λέξης. Η λέξη τράπεζα ήταν στα αρχαία τετράπεζα, από τα τέσσερα πόδια που έχει το τραπέζι, αλλά η πρώτη συλλαβή σίγησε κι έπεσε· αυτό το φαινόμενο λέγεται «απλολογία», κι όταν έχει συμβεί πριν από καμιά τριανταριά αιώνες το θεωρούμε ιερό και μεγαλειώδες, αλλά όταν γίνεται μπροστά στα μάτια μας και ακούμε κάποιον πιτσιρικά να λέει «περιβαντολόγος» μας φαίνεται ένδειξη έσχατης γλωσσικής παρακμής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Οικονομία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 129 Σχόλια »

Τα σερί είναι για να σπάνε

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2012

Σερί είναι επίρρημα που σημαίνει «στη σειρά, συνεχώς, χωρίς διακοπή»: Δούλεψα δώδεκα ώρες σερί, ξεθεώθηκα! Το σερί είναι και ουσιαστικό, για μια ενέργεια που επαναλαμβάνεται χωρίς διακοπή: Με ένα σερί δώδεκα πόντων στα πέντε πρώτα λεπτά της τρίτης περιόδου, ο Παναθηναϊκός γύρισε το παιχνίδι. Το «σερί δώδεκα πόντων» σημαίνει φυσικά ότι η ομάδα πέτυχε δώδεκα συνεχόμενους πόντους χωρίς να δεχτεί κανέναν. Βέβαια, κάποτε θα βάλει καλάθι κι ο αντίπαλος: τα σερί είναι για να σπάνε.

Στο slang.gr βρίσκω καταγραμμένη την έκφραση το πάω σερί που σημαίνει ότι βγαίνω έξω το βράδυ και το τραβάω ως το πρωί, και χωρίς να κοιμηθώ πηγαίνω κατευθείαν στη δουλειά ή στο μάθημα ξενύχτης. Πρόκειται για έκφραση της νεανικής αργκό βέβαια, διότι μετά τα τριάντα αυτά τα πράγματα ευκολότερα λέγονται παρά γίνονται, τουλάχιστον συχνά. Και πάλι στο σλανγκρ βρίσκω ότι σερίφης, μεταξύ άλλων, είναι εκείνος ο οποίος το έχει πάει σερί.

Το σερί είναι δάνειο από τα γαλλικά, όπου série είναι η σειρά. Η γαλλική λέξη ανάγεται στο λατινικό series και στο ρήμα sero (συνδέω, πλέκω, συνάπτω). Αυτό θα έλεγε κανείς ότι είναι δάνειο από το ελλ. σειρά, ή έστω ότι οι δυο λέξεις συγγενεύουν, αλλά τα ετυμολογικά λεξικά δεν βρίσκουν σύνδεση της σειράς με το series, παρόλο που είναι συνώνυμα, κι έτσι το σερί δεν είναι αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθλήματα, Αντιδάνεια, Επί της διαδικασίας, Ιστορίες λέξεων, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , | 99 Σχόλια »