Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ερίκ Βουγιάρ’

Βιβλία για το φετινό καλοκαίρι

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2021

Το ιστολόγιο αγαπά τις παραδόσεις και προσπαθεί να τις τηρεί. Και μία από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι και το σημερινό μας άρθρο, που ακολουθεί τη συνήθεια που είχαν (και ίσως έχουν ακόμα) τέτοιες μέρες τα περιοδικά και οι εφημερίδες, να προτείνουν “βιβλία για τις διακοπές”, όσο κι αν φέτος οι διακοπές είναι κάπως παράξενες, αν και καλύτερες από τις περυσινές, πάντως με τη Δαμόκλειο σπάθη της μετάλλαξης Δ να κρέμεται πάνωθέ μας.

Είχαν και κάποιες υποτιθέμενες προδιαγραφές τα “καλοκαιρινά” αυτά βιβλία, που υποτίθεται ότι θα τα διάβαζε κανείς στην ακρογιαλιά, ανάμεσα στις βουτιές: όχι πολύ βαριά θέματα, ας πούμε, αλλά να έχουν και πολλές σελίδες για να φτουρήσουν, αφού το καλοκαίρι διαβάζουμε περισσότερο κι άντε να βρεις βιβλιοπωλείο στην άγονη γραμμή.

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία και του αρέσει να συζητάει για βιβλία, κι έχουμε ανεβάσει ήδη αρκετά άρθρα με προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι, αρχίζοντας από το 2010, που σας είχα ζητήσει να προτείνετε βιβλία που να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, χωρίς να ανήκουν απαραίτητα π.χ. σε τριλογία, ενώ το 2011 χαλάρωσα τους περιορισμούς και ζήτησα να προτείνετε οποιοδήποτε βιβλίο. Το 2012 είχα ζητήσει προτάσεις για καινούργια βιβλία, νέες εκδόσεις δηλαδή, επειδή είχα κάνει τη διαπίστωση, που μάλλον εξακολουθεί να ισχύει, ότι το βασικό πρόβλημα της βιβλιαγοράς είναι ότι η υπερπροσφορά καλών και φτηνών παλιότερων βιβλίων, από εφημερίδες ή σε προσφορές των εκδοτικών οίκων, αν και καταρχήν είναι κάτι πολύ καλό για το αδυνατισμένο βαλάντιο του βιβλιόφιλου, ωστόσο στραγγαλίζει την αγορά του καινούργιου βιβλίου. Το 2013 δεν έβαλα κανέναν περιορισμό και σας ζήτησα απλώς να προτείνετε βιβλία για το καλοκαίρι, χωρίς προσανατολισμό σε είδος (π.χ. αστυνομικά) ή σε ύφος (π.χ. ανάλαφρα). Το ίδιο έκανα και το 2014, όπως και το 2015 αλλά και το 2016. Το 2017 σας ζήτησα να δείξετε προτίμηση σε καινούργια βιβλία. Και το 2018 δημοσιεύσαμε αντίστοιχο βιβλιοφιλικό άρθρο, όπως και πρόπερσι, το 2019, αλλά και πέρυσι, το 2020.

Μάλιστα, αν προσέξετε, τα τελευταία χρόνια αυτά τα καλοκαιρινά βιβλιοφιλικά μας άρθρα δημοσιεύονται την ίδια μέρα, 10 Ιουλίου, ή τέλος πάντων εκεί κοντά. Επειδή όπως είπαμε τηρώ τις παραδόσεις, το ίδιο έκανα και φέτος. Πάντως, να θυμίσω ότι προτάσεις για βιβλία-δώρα δημοσιεύουμε και τον Δεκέμβριο, κοντά στα Χριστούγεννα -εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της κατηγορίας.

Και φέτος λοιπόν σας καλώ να προτείνετε βιβλία για τις μέρες του καλοκαιριού, όπου κι αν τις περάσουμε, στις παραλίες ή στην πόλη. Δεν θα βάλω κάποιον περιορισμό, προτείνετε ό,τι θέλετε, αν και θα είχε κάποιο νόημα να δώσουμε προτεραιότητα σε σχετικά καινούργιες εκδόσεις ή επανεκδόσεις.

Λένε πως ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του, οπότε θα ξεκινήσω αναφέροντας τα δυο δικά μου σχετικά πρόσφατα βιβλία, που βέβαια είναι περσινά. Καταρχάς, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια ο τόμος Πολεμικά, ο τέταρτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη. Πρόκειται για 81 χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στην Πρωία ενώ μαινόταν ο πόλεμος του 1940-41, τα περισσότερα σε πνεύμα ενθουσιασμού, τα τελευταία, όταν είχε πια αρχίσει η γερμανική επίθεση, προσπάθεια εμψύχωσης. Για περισσότερα, παραπέμπω στο άρθρο του ιστολογίου.

Έπειτα, κοντά στα Χριστούγεννα βγήκε ένα «εντελώς» δικό μου βιβλίο: κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το βιβλίο μου «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων. Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του». Στο βιβλίο αυτό έχω αφιερώσει ειδική σελίδα, και το έχω παρουσιάσει αρκετές φορές στο ιστολόγιο, οπότε δεν θα πω περισσότερα.

Πάμε τώρα σε βιβλία άλλων. Διάβασα πρόσφατα, και μου άρεσε, την Ανθρώπινη κωμωδία του Ουίλιαμ Σάρογιαν, που βλέπω ότι κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Gutenberg, φέτος, αλλά βέβαια είναι γραμμένο μέσα στον πόλεμο, το 1942, και περιγράφει ακριβώς τη ζωή σε μια μικρή πόλη της Καλιφόρνιας, μέσα από τα μάτια ενός 14χρονου που δουλεύει ταχυδρομικός διανομέας και έχει το θλιβερό έργο να επιδίδει τα τηλεγραφήματα στις οικογένειες των στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης.

Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφόρησε η νουβέλα Ο πόλεμος των φτωχών του Ερίκ Βουγιάρ. Πρόκειται για μια εξιστόρηση του πολέμου των χωρικών και της ζωής του Τόμας Μύντσερ (τον 16ο αιώνα στη Γερμανία, αλλά με αναφορές και σε προηγούμενες εξεγέρσεις αγροτών, στην Αγγλία τον 14ο αιώνα). Και εδώ έχουμε το σαγηνευτικό ύφος του Βουγιάρ, γνώριμο από προηγούμενα έργα του που έχουμε παρουσιάσει και εδώ.

Από τις ίδιες εκδόσεις διάβασα το βραβευμένο στη Γαλλία μυθιστόρημα του Νταβίντ Ντιόπ Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα. Στα χαρακώματα του Πρώτου Πολέμου, ένας Σενεγαλέζος στρατιώτης, γεμάτος ενοχές επειδή θεωρεί ότι είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του αδελφικού του φίλου, μετατρέπεται σε μια μηχανή θανάτου, στην αρχή προκαλώντας τον θαυμασμό αλλά μετά τον φόβο των συμπολεμιστών του. Σημειώνω ότι ο γαλλικός τίτλος είναι Frère d’ame, αλλά στην ελληνική έκδοση αλλαξε με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα (η φράση του ελληνικού τίτλου εμφανίζεται στον μονόλογο του αφηγητή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Καλοκαιρινά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 77 Σχόλια »

Στις 14 Ιουλίου….

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2019

Το ιστολόγιο ελάχιστα έχει ασχοληθεί με τη γαλλική επανάσταση του 1789, μεταξύ άλλων επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές ήταν αγέννητοι τότε. Καθώς σήμερα έχουμε την επέτειο της Άλωσης της Βαστίλλης, που σηματοδοτεί την επανάσταση, σκέφτηκα να βάλω ένα κομμάτι από το αφήγημα του Ερίκ Βουγιάρ «14η Ιουλίου», στο οποίο είχα αναφερθεί σε πολύ πρόσφατο άρθρο του ιστολογίου.

Διάλεξα, κάπως ιδιόρρυθμα, να παρουσιάσω όχι ένα ολόκληρο κεφάλαιο αλλά το τέλος του κεφαλαίου «Το Αρσενάλ» και την αρχή του επόμενου κεφαλαίου «Η κινητή γέφυρα».

Όπως θα δείτε, στο πρώτο μέρος του αποσπάσματος που παρουσιάζω, παρουσιάζεται ο Ζαν Ροσινιόλ, τότε άγνωστος νέος, που εξελίχθηκε σε στρατηγό της επανάστασης για να πεθάνει εξόριστος στον Ινδικό ωκεανό.

Για να προλάβω τυχόν ερώτημα, η γέφυρα Ροσινιόλ στα Σεπόλια δεν νομίζω να έχει πάρει το όνομά της από τον Γάλλο επαναστάτη. Αλλά από πού εχει πάρει το όνομά της;

Rossignol στα γαλλικά θα πει αηδόνι. Κάποιοι λένε ότι η γέφυρα ονομάστηκε έτσι από το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ που βρισκόταν στην περιοχή μετά τον πόλεμο. Η Βικιπαίδεια πάλι γράφει ότι η γέφυρα πήρε το όνομά της από τον Γάλλο Σομπλάν Ροσινιόλ, που ζούσε στην Αθήνα και ήταν μέλος της παρέας που ίδρυσε τον Ατρόμητο Περιστερίου. Ο Ροσινιόλ, λέει, πολύ αγαπητός στους φίλους του, αυτοκτόνησε το 1936 πέφτοντας από αυτή τη γέφυρα η οποία στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι από τους κατοίκους της περιοχής.

Ωστόσο, όπως πειστικά επισημαίνει σεπολιώτικο ιστολόγιο, το άρθρο της Βικιπαίδειας δεν δίνει καμία πηγή, ούτε υπάρχει πουθενά ίχνος του μυστηριώδους Γάλλου διανοούμενου ποδοσφαιριστή. Από την άλλη, το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ δεν βρίσκεται και τόσο κοντά στη γέφυρα Ροσινιόλ. Οπότε, το όνομα της γέφυρας παραμένει μυστήριο αν και προσωπικά βρίσκω πιθανότερη την εκδοχή του κέντρου διασκέδασης.

Στο ιστολόγιο συνηθίζεται να ξεστρατίζει η συζήτηση στα σχόλια -σήμερα, κατ’ εξαίρεση, ξεστράτισε ήδη από τον πρόλογο του άρθρου! Αφού μου συγχωρέσετε το ξεστράτισμα αυτό, ας δούμε τι γράφει ο Ερίκ Βουγιάρ (ή Βυιγιάρ, αν προτιμάτε) για τον Ζαν Ροσινιόλ και τους επαναστατες συντρόφους του και τα όσα έγιναν στις 14 Ιουλίου 1789.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Γαλλία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 174 Σχόλια »

Τα ιστορικά αφηγήματα του Ερίκ Βουγιάρ

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2019

Όπως έγραψα και τις προάλλες, από την έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο, έφυγα με μια βαλίτσα γεμάτη βιβλία (η αλήθεια είναι ότι μου χάρισαν και πολλά). Θα έλεγε κανείς ότι έτσι κάλυψα τις αναγνωστικές μου ορέξεις, αλλά καμιά φορά διαβάζοντας ένα βιβλίο ανοίγεις λογαριασμούς -δηλαδή νιώθεις τον πειρασμό να βρεις και τα υπόλοιπα του ίδιου συγγραφέα. Σ’ αυτόν τον πειρασμό συνήθως ενδίδω, η πείρα έχει δείξει πως αξίζει τον κόπο.

Κι έτσι, ενώ από την έκθεση είχα αγοράσει την Ημερήσια διάταξη του Eric Vuillard, μόλις το διάβασα, τελευταία μέρα πριν φύγω για τα ξένα, έσπευσα να βρω και τα άλλα δύο του ίδιου συγγραφέα που έχουν κυκλοφορήσει, πάντοτε από τις εκδόσεις Πόλις: τη 14η Ιουλίου και το Κονγκό.

Ο Βουγιάρ μάς βάζει σε μπελάδες ήδη από τα αποδυτήρια -πώς θα μεταγράψουμε το όνομά του στα ελληνικά; Ο εκδοτικός οίκος προτίμησε το Βυϊγιάρ, που είναι και το πιο ακριβές, τουλάχιστον αν έχουμε συμφωνήσει ότι το υ το χρησιμοποιούμε για να αποδώσουμε το γαλλικό u (και το γερμανικό ü) αλλά η αλληλουχία αυτή των φθόγγων είναι κάπως δύσκολη για τα ελληνικά λαρύγγια. Κι αφού οι Γάλλοι λένε Αλκιντίς τον Χαλκίδη και Τομοπουλός τον Θωμόπουλο, θαρρώ πως μπορούμε κι εμείς, κάπως αγροτικά, να πούμε Βουγιάρ τον Vuillard. Πάντως, αν επιμένετε στο Βυϊγιάρ, τα διαλυτικά χρειάζονται, αλλιώς το υι θα πρέπει να προφερθεί ι, όπως στην υιοθεσία.

Δεύτερος μπελάς, πιο σοβαρός. Σε ποιο είδος ανήκουν τα πεζά του Βουγιάρ; Λογοτεχνία ή ιστορία; Ο ίδιος βέβαια το έχει ξεκαθαρίσει, και το γράφει και φαρδιά-πλατιά στο εξώφυλλο της Ημερήσιας διάταξης: Αφήγημα, Récit στα γαλλικά. Όχι το αφήγημα που το έχουν κάνει ψωμοτύρι οι κλισεδιάρηδες των εφημερίδων και δεν θέλει να το ακούει ο κ. Μπαμπινιώτης -εδώ η λέξη χρησιμοποιείται με την κυριολεκτική της έννοια.

Ο Βουγιάρ σε κάθε του βιβλίο αφηγείται μιαν ιστορία -μιαν ιστορία από την ιστορία. Θα το καταλάβατε ότι η 14η Ιουλίου μιλάει για την κατάληψη της Βαστίλλης το 1789, το Κονγκό την αποικιακή κατάληψη της περιοχής και γενικότερα το μοίρασμα των αποικιών, όσο για την Ημερήσια διάταξη είναι η εξιστόρηση του Άνσλους, της κατάληψης της Αυστρίας από τον Χίτλερ το 1938.

Τα αφηγείται με ξεχωριστή μαστοριά, ο μπαγάσας. Θα παραθέσω πιο κάτω ένα δείγμα, αλλά πρέπει να το τονίσω, η γραφή του είναι απολαυστική. Άλλωστε η Ημερήσια διάταξη βραβεύτηκε με το Γκονκούρ, που δίνεται σε λογοτεχνικά έργα.

Όμως, στην Ημερήσια διάταξη (αλλά και στα άλλα δύο βιβλία) δεν υπάρχουν μυθιστορηματικοί ήρωες. Όταν διαβάζουμε για τις αφόρητες πιέσεις που ασκούσε ο Χίτλερ στον Αυστριακό καγκελάριο Σούσνιγκ για να τον καταφέρει να ενδώσει στο Άνσλους και τι σκεφτόταν ο καθένας τους, ή όταν ο Βουγιάρ μας διηγείται πώς ο Ρίμπεντροπ κατάφερε, φλυαρώντας περί ανέμων και υδάτων σε ενα επίσημο δείπνο, να καθυστερήσει τις αντιδράσεις της βρετανικής διπλωματίας μετά το Άνσλους, περιγράφονται ιστορικά γεγονότα στα οποία παίρνουν μέρος ιστορικά πρόσωπα -το στοιχείο της μυθοπλασίας βρίσκεται στην ατμόσφαιρα, στην περιγραφή των χώρων και των σκέψεων. Αλλά πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο οπότε θα δείτε περί τίνος πρόκειται.

Και επειδή ακριβώς τα βιβλία του Βουγιάρ (ο οποίος δεν είναι ιστορικός) κινούνται στο μεταίχμιο ιστορίας και λογοτεχνίας, ξέσπασε και μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους κριτικούς. Ο διάσημος ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στο New York Review of Books επέκρινε την Ημερήσια διάταξη κατηγορώντας τον Βουγιάρ ότι δεν κάνει λογοτεχνία αλλά ιστορία και ότι δεν είναι ουδέτερος, ότι επιλέγει να περιγράψει (έστω, με μπρίο) ορισμένες μόνο σκηνές, ορισμένα γεγονότα από την ιστορία του Άνσλους παραλείποντας άλλα και ότι αυτό που κάνει θα ηταν αποδεκτό μόνο αν χρησιμοποιούσε μυθιστορηματικούς ήρωες. Αλλά και ο (επίσης ιστορικός) Robert Tombs, κριτικός του Times Literary Supplement έκρινε ότι το έργο του Βουγιάρ είναι ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και ιστορίας που δεν πείθει ούτε ως λογοτέχνημα ουτε ως ιστορικό εργο, κι αν διακρίνεται ένα γενικό θέμα αυτό είναι ότι το μεγάλο κεφάλαιο χρηματοδότησε τον ναζισμό και ωφελήθηκε από αυτόν, κάτι που είναι μισή αλήθεια και όχι πολύ πρωτότυπο. (Ο φίλος μας ο Ρογηρος μου έστειλε δυο σελίδες από το περιοδικό Histoires, που τις συνόψισα στα προηγούμενα -τις έχω ανεβάσει εδώ για όποιον θέλει να τις διαβάσει).

Δύσκολο να πάρει κανείς θέση σε αυτή τη διαμάχη. Ωστόσο, νομίζω πως αυτό που αθωώνει τον Βουγιάρ είναι το έξοχο γράψιμό του -εννοώ ότι ο αναγνώστης έχει επίγνωση πως δεν διαβάζει ιστορικό δοκίμιο αλλά λογοτέχνημα. Ο συγγραφέας επέλεξε να ρίξει τον φακό του σε ορισμένα επεισόδια τα οποία τα αφηγείται μένοντας πιστός στην ιστορική αλήθεια και να δώσει (διατύπωση του Πιέρ Ασουλίν) «μια υποκειμενική θεώρηση της ιστορίας, σκηνοθετημένη και μετουσιωμένη από τη λογοτεχνία».

Τα τρια βιβλία του Βουγιάρ δεν είναι μεγάλα. Η Ημερήσια διάταξη πιάνει 150 σελίδες (με απλόχωρο στήσιμο σελίδας), κάτι που έκανε τον Πάξτον να ειρωνευτεί «το πιο φτενό βραβείο Γκονκούρ που δοθηκε ποτέ», η 14η Ιουλίου μόλις φτάνει τις 200 σελίδες ενώ το Κονγκό δεν φτάνει τις 120. Πάντως διαβάζονται με απόλαυση -και ήδη αδημονώ να πιάσω στα χέρια μου τον Πόλεμο των φτωχών, που επίσης ετοιμάζεται.

Θα μπορούσα βέβαια να τον διαβάσω στα γαλλικά, αλλά έχει κάποιο νόημα να στηρίζουμε και τις ελληνικές εκδόσεις και τη δουλειά μας -εννοώ τη μετάφραση. Η μετάφραση των βιβλίων είναι καλή, αν και έχω κάποιες διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, ελάσσονες όμως. Για παράδειγμα (και θα περιοριστώ στην Ημερήσια διάταξη) με ξένισαν κάποιες μάλλον λόγιες επιλογές λέξεων και τύπων όπως το «οιδαλέο σουλούπι» ή «αυτό το κάλεσμα, το αναμφίβολα κάπως αύθαδες» ή η άτσαλη γενική «είχε αρχίσει την επαγγελματική του καριέρα ως εισαγωγέας σαμπανιών Mumm και Pommery» (σαμπάνιας θα έβαζα ή θα απέφευγα τη γενική).

Κι έπειτα μια φράση που τη συζήτησα και στη Λεξιλογία:

Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα…

πρωτότυπο: il devait être trop bien renseigné pour ne pas trouver un peu curieuse cette promenade

που θα το απέδιδα αλλιώς, πχ πρέπει να ήταν τόσο καλά πληροφορημένος ώστε αποκλείεται να μην του φάνηκε κάπως παράξενη αυτή η βόλτα...

Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες.

Και παρόλο που στάθηκα περισσότερο στην Ημερήσια διάταξη, ίσως η προτίμησή μου να βρίσκεται στην 14η Ιουλίου. Αλλά αφού κυρίως αυτό το έργο παρουσίασα, παραθέτω και ένα ολόκληρο κεφάλαιο από αυτό, με τίτλο Επίσκεψη αβροφροσύνης (σελ. 27-32 στο βιβλίο).

Επίσκεψη αβροφροσύνης

Ένα σκοτεινό ένστικτο μιας παρέδωσε στον εχθρό, παθητικούς και περιδεείς. Από τότε, τα βιβλία μας της Ιστορίας επανέρχονται ξανά και ξανά σε αυτό το τρομακτικό γεγονός, στο οποίο φαίνεται πως συναρμόστηκαν ο αιφνιδιασμός με τη λογική. Έτσι, άπαξ και προσηλυτίστηκαν οι βαρόνοι της βιομηχανίας και των τραπεζών, κι έπειτα οι αντιτιθέμενοι φιμώθηκαν, οι μοναδικοί σοβαροί αντίπαλοι του καθεστώτος ήταν οι ξένες δυνάμεις. Oι τόνοι ανέβαιναν ολοένα και περισσότερο με τη Γαλλία και την Αγγλία, με τα ωραία λόγια και τις επιδείξεις δύναμης να εναλλάσσονται. Και σε αυτό το πλαίσιο, τον Νοέμβριο του 1937, ανάμεσα σε δύο ξεσπάσματα οργής, έπειτα από μερικές διαμαρτυρίες καθαρά τυπικού χαρακτήρα για το θέμα της προσάρτησης του Ζάαρλαντ, της επαναστρατίωτικοποίησης της Ρηνανίας ή του βομβαρδισμού της Γκερνίκα από τη λεγεώνα Κόνδωρ, ο Χάλιφαξ, λόρδος πρόεδρος του Συμβουλίου, πήγε ιδιωτικά στη Γερμανία, έπειτα από πρόσκληση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, υπουργού της Αεροπορίας, αρχηγού της Λουφτβάφε, υπουργού του Ράιχ για τα δάση και το κυνήγι, προέδρου του συγχωρεμένου του Ράιχσταγκ – δημιουργού της Γκεστάπο. Δεν είναι και λίγα όλα αυτά, και όμως ο Χάλιφαξ δεν ενοχλείται, δεν του φαίνεται περίεργος αυτός ο λυρικός και πληθωρικός τύπος, ο διαβόητος αντισημίτης, με πλάκα τα παράσημα. Και δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τον Χάλιφαξ τον τύλιξε κάποιος που κρατούσε κλειστά τα χαρτιά του, ότι δεν παρατήρησε πως ντυνόταν σαν δανδής, δεν παρατήρησε τους ατελείωτους τίτλους, την παραληρηματική, δυσνόητη ρητορική, το οιδαλέο σουλούπι· όχι. Εκείνη την εποχή ήμασταν ήδη πολύ μακριά από τη σύσκεψη της 20ής Φεβρουάριου, οι ναζί είχαν χάσει κάθε αυτοσυγκράτηση. Κι επιπλέον, πήγαν κυνήγι παρέα, γέλασαν παρέα, δείπνησαν παρέα· και ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, που δεν ήταν φειδωλός σε εκδηλώσεις τρυφερότητας και καλοσύνης, εκείνος που μάλλον είχε ονειρευτεί να γίνει ηθοποιός και που με τον τρόπο του είχε εντέλει γίνει, μπορεί και να του είχε δώσει ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο, ίσως και να τον είχε λοιδορήσει λιγάκι, τον γερο-Χάλιφαξ, και να του είχε πετάξει κατάμουτρα και κάτι διφορούμενα παραμύθια, από αυτά που αφή-νουν τον αποδέκτη τους άναυδο, κάπως αμήχανο, όπως όταν αφήνεις σεξουαλικά υπονοούμενα.

Να τον είχε τυλίξει ο Μέγας Κυνηγεσιάρχης στην εσάρπα του από καταχνιά και σκόνη; Ωστόσο, ο λόρδος Χάλιφαξ, όπως βέβαια και οι είκοσι τέσσερις βαρόνοι της γερμανικής βιομηχανίας, δεν μπορεί παρά να ήξερε αρκετά πράγματα για τον Γκαίρινγκ, δεν μπορεί παρά να γνώριζε έστω και λίγο την ιστορία του, τη ζωή του ως πραξικοπηματία, την αγάπη του για τις φανταχτερές στολές, τη μορφινομανία του, τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο στη Σουηδία, τη με συντριπτικά στοιχεία διάγνωση περί βίαιης συμπεριφοράς, νοητικών διαταραχών, κατάθλιψης, τις αυτοκτονικές του τάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να στέκεται μόνο στον ήρωα των αιθέρων, στον πιλότο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον έμπορο αλεξίπτωτων, στον βετεράνο στρατιώτη. Δεν ήταν αφελής ούτε ερασιτέχνης, ο Χάλιφαξ, και λογικά ήταν εξαιρετικά πληροφορημένος για να μη βρει κάπως παράξενη αυτήν τη βόλτα, στη διάρκεια της οποίας διακρίνονται οι δυο τους, σε μία μικρή ταινία, να θαυμάζουν το πάρκο με τους βίσονες και όπου ένας Γκαίρινγκ, απίστευτα χαλαρός, δίνει μαθήματα ευεξίας. Δεν μπορεί να μην έχει διακρίνει το γελοίο μίικρό φτερό που έχει στο καπέλο του, τον γούνινο γιακά, την αλλόκοτη γραβάτα. Ίσως και να του αρέσει και εκείνου το κυνήγι, του Χάλιφαξ, όπως άρεσε στον γέρο πατέρα του, και τότε σίγουρα θα ευχαριστήθηκε στο Σορφχάιντε, αλλά δεν μπορεί να μην είδε το παράξενο δερμάτινο μπουφάν που φορούσε ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ούτε το στιλέτο στη ζώνη του, να μην άκουσε τα απαίσια υπονοούμενα που κρύβονταν κάτω από χοντροκομμένα αστειάκια. Ίσως και να τον είδε να ρίχνει βέλη, μεταμφιεσμένος σε σαλτιμπάγκο· πιθανότατα είδε και τα άγρια ζώα που είχε εξημερώσει, το λιονταράκι που ήρθε να γλείψει το πρόσωπο του αφεντικού του. Αλλά ακόμα και αν δεν είδε τίποτε απ’ όλα αυτά, ακόμα και αν πέρασε μονάχα ένα τέταρτο με τον Γκαίρινγκ, είχε αναμφίβολα ακούσει για τα παιδικά ηλεκτρικά τρενάκια που κυκλοφορούσαν παντού στο υπόγειο του σπιτιού του και τον άκουσε αναπόφευκτα να ψιθυρίζει ένα σωρό ανοησίες. Κι έπειτα, αυτή η γριά αλεπού ο Χάλι-φαξ δεν ήταν δυνατόν να μην έλαβε υπόψη την παραληρηματική του εγωπάθεια· μπορεί, μάλιστα, και να τον είδε να αφήνει ξαφνικά το τιμόνι του καμπριολέ του και να ουρλιάζει στον άνεμο! Ναι, δεν είναι δυνατόν να μη διέκρινε κάτω από το πλαδαρό και πρησμένο προσωπείο τον τρομακτικό πυρήνα. Κι έπειτα συνάντησε και τον Φύρερ· ούτε εκεί δεν είδε τίποτα ο Χάλιφαξ! Παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Ήντεν, άφησε μάλιστα να εννοηθεί στον Χίτλερ ότι οι γερμανικές αξιώσεις στην Αυστρία και ένα μέρος της Τσεχοσλοβακίας δεν φαίνονταν αθέμιτες στην κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος, υπό τον όρο ότι αυτό θα γινόταν ειρηνικά καί μετά από δίαβούλευση. Έχει κοινωνικότητα ο Χάλιφαξ. Αλλά μία ακόμα πινελιά δίνει την πλήρη εικόνα του ανθρώπου. Μπροστά στο Μπέρχτεσγκαντεν, όπου τον άφησαν, ο λόρδος Χάλιφαξ διέκρινε μία σιλουέτα δίπλα στο αυτοκίνητο, την οποία πέρασε για υπηρέτη. Φαντάστηκε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε έρθει προς το μέρος του για να τον βοηθήσει να ανεβεί τα σκαλοπάτια του πρόθυρου. Οπότε, ενώ του άνοιγαν την πόρτα, του έδωσε το παλτό του. Αλλά, αμέσως, ο φον Νόιρατ ή κάποιος άλλος, μπορεί κι ένας υπηρέτης, του ψιθύρισε στ’ αυτί με βραχνή φωνή: «Ο Φύρερ!» Ο λόρδος Χάλιφαξ σήκωσε το βλέμμα. Πράγματι, ήταν ο Χίτλερ. Τον είχε περάσει για λακέ! Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε καταδεχτεί να σηκώσει το κεφάλι, όπως θα αναφέρει ο ίδιος αργότερα στο βιβλιαράκι μιε τα απομνημονεύμιατά του, Πληρότητα των ημερών: αρχικά είδε ένα παντελόνι και κάτω κάτω ένα ζευγάρι παπούτσια. Το ύφος είναι ειρωνικό, ο λόρδος Χάλιφαξ θέλει να μας κάνει να γελάσουμε. Αλλά αυτό εγώ δεν το βρίσκω αστείο. Ο Αγγλος αριστοκράτης, ο διπλωμάτης που στέκει περήφανα ως ο τελευταίος μιας ολόκληρης σειράς θεόκουφων, βλαμμένων, στενόμυαλων προγόνων, είναι κάτι που με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι, άλλωστε, ο εντιμότατος πρώτος υποκόμης Χάλιφαξ που ως υπουργός Οικονομικών αντιτάχθηκε σθεναρά σε κάθε πρόσθετη βοήθεια προς την Ιρλανδία, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του; Ο λιμός είχε ως αποτέλεσμα ένα εκατομμύριο νεκρούς. Και ο εντιμότατος δεύτερος υποκόμης, ο πατέρας του Χάλιφαξ, εκείνος που ήταν αξιωματούχος στην υπηρεσία του βασιλιά, συλλέκτης ιστοριών φαντασμάτων, τις οποίες δημοσίευσε, μετά τον θάνατό του, ένας από τους γιους-φαντάσματα που είχε, μπορεί άραγε να οχυρωθεί κανείς πίσω από τέτοιους ανθρώπους; Επιπλέον, αυτή η αδεξιότητα δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, δεν πρόκειται για την γκάφα κάποιου επιπόλαιου γέρου, μαρτυρεί κοινωνική τύφλωση, μαρτυρεί έπαρση. Από την άλλη, όμως, σε ό,τι έχει να κάνει με ιδέες, ο Χάλιφαξ είναι ελάχιστα σεμνότυφος. Έτσι, για τη συνάντησή του με τον Χίτλερ, θα γράψει στον Μπάλντουιν: «Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός είναι ισχυρές δυνάμεις, αλλά δεν τις θεωρώ ούτε παρά φύσιν, ούτε ανήθικες!»· και λίγο αργότερα; «Δεν αμφιβάλλω ότι αυτοί οι άνθρωποι μισούν πραγματικά τους κομμουνιστές. Και σας διαβεβαιώνω ότι αν ήμασταν στη θέση τους, θα αισθανόμασταν το ίδιο πράγμα». Τέτοια ήταν τα προμηνύματα αυτού που και σήμερα ακόμα ονομάζουμε πολιτική κατευνασμού.

Οπότε, λέω, ίσως να ενόχλησαν και αυτά που λέει ο Βουγιάρ.

 

Posted in Ιστορία, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »