Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Εστία’

Τι κι αν φορώ τραγιάσκα;

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2018

Τραγιάσκα δεν φοράω εγώ. Το ρητορικό ερώτημα του τίτλου το θέτει ο μεγάλος Απόστολος Χατζηχρήστος, ή ακριβέστερα ο Γιάννης Λελάκης που έγραψε τους στίχους, στο τραγούδι «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη»:

Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα.

Αφού ο ήρωας φοράει τραγιάσκα θα πει πως είναι εργατόπαιδο, βιοπαλαιστής, φτωχός. Αν ήταν ευκατάστατος, θα φορούσε ξερωγώ ρεπούμπλικα ή και ημίψηλο σε ειδικές περιστάσεις. Αν ήταν καλλιτέχνης, πάλι, μπορεί και να φορούσε μπερέ.

Τότε που γράφτηκε το τραγούδι, ήταν σχεδόν αδιανόητο να βγει κανείς στον δρόμο με ακάλυπτο το κεφάλι -εδώ και πολύ καιρό, η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην, και είναι μάλλον σπάνιο θέαμα να δούμε στον δρόμο κάποιον με τραγιάσκα, ή με οποιοδήποτε άλλο καπέλο εκτός από τα αθλητικά τύπου τζόκεϊ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 247 Σχόλια »

Βιβλιοφιλικό κουίζ

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2016

Πολύ καιρό έχουμε να βάλουμε κουίζ. Ίσως αυτή η παράλειψή μου να οφείλεται και στο ότι τον καιρό του Διαδικτύου και του Γκουγκλ είναι πολύ δύσκολο να βρεις ερωτήσεις που να μην απαντιούνται με μια μικρή αναζήτηση.

Προχτές συζητήσαμε για βιβλία και βιβλιοπωλεία, οπότε σκέφτηκα να σας παρουσιάσω σήμερα ένα κουίζ για βιβλία. Βιβλιοφιλικό το είπα, αλλά ίσως ο όρος «βιβλιεμπορικό» θα ήταν ακριβέστερος ή, για να τα συμβιβάσουμε, «βιβλιοεκδοτικό κουίζ», αφού οι ερωτήσεις έχουν να κάνουν με την έκδοση και την κυκλοφορία πολύ γνωστών ελληνικών βιβλίων.

Πολύ γνωστών, αλλά όχι τόσο καινούργιων. Πρόκειται για έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που μπορούν να χαρακτηριστούν ‘κλασικά’, και αυτό το επίθετο φέρνει αμέσως στο νου τη μικρή σειρά της Εστίας -που θα αποτελέσει το αντικείμενο του κουίζ.

Πριν από καιρό διάβασα το βιβλίο της Άννας Καρακατσούλη «Στη χώρα των βιβλίων», με τον υπότιτλο «Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας 1885-2010» που έχει πολύ ενδιαφέρον για όποιον μελετάει την ιστορία των εκδόσεων και του βιβλίου στη χώρα μας. Βρήκα αρκετό υλικό για ενδεχόμενα μελλοντικά άρθρα (αλλά πού καιρός…) καθώς και για το σημερινό κουίζ.

Το κουίζ περιλαμβάνει ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, με μία σωστή απάντηση. Νικητής, βέβαια, όποιος βρει τις περισσότερες σωστές απαντήσεις. Αν κάποιος έχει το βιβλίο που ανέφερα, ας μην πάρει μέρος στο κουίζ, δεν έχει νόημα.

Εμπρός λοιπόν!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία | Με ετικέτα: , , , , , | 201 Σχόλια »

Αντί Στεφάνου ο Γιάννης Μακριδάκης

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2015

makridΤο Σάββατο που μας πέρασε, είχα τη χαρά να πάω σε μια παρουσίαση όπου συμμετείχε ένας αγαπημένος μου συγγραφέας, ο μοναδικός πια που τα βιβλία του τα αγοράζω αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν. Στο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, στην οδό Μάρκου Μουσούρου στο Μετς, ο Γιάννης Μακριδάκης παρουσίαζε το καινούργιο του βιβλίο, Αντί στεφάνου (ή ίσως Αντί Στεφάνου, θα εξηγήσω πιο κάτω).

Πριν προχωρήσω στο βιβλίο, δυο λόγια για τον χώρο της εκδήλωσης -το βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, στο οποίο έγινε η παρουσίαση, έχει μόνο ένα χρόνο ζωής, ενώ κατά σύμπτωση περίπου συνομήλικο είναι και το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου όπου είχα κάνει τη δική μου παρουσίαση τον περασμένο μήνα -και το βρίσκω πολύ αισιόδοξο σημάδι σε τέτοιους καιρούς κρίσης να ανοίγουν καινούργια βιβλιοπωλεία στις γειτονιές -ενώ επίσης θα το έχετε προσέξει κι εσείς ότι γίνονται όλο και περισσότερες παρουσιάσεις βιβλίων τα τελευταία χρόνια και μάλιστα όχι μόνο σε δυο-τρία σημεία στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στις συνοικίες όπως βέβαια και σε άλλες πόλεις.

Ο Μακριδάκης βέβαια ζει στη Χίο και στο χτήμα του, αλλά έρχεται στην Αθήνα μερικές φορές το χρόνο και τούτη τη φορά είχε έρθει για την παρουσίαση του καινούργιου του βιβλίου (κυκλοφόρησε στις 16 του μηνός), για το θεατρικό έργο «Ανάμισης ντενεκές» που βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημά του αλλά και για να πάρει μέρος στο φόρουμ «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη», μια και εκτός από λογοτέχνης έχει αναπτύξει και έναν έντονο προβληματισμό για ζητήματα αποανάπτυξης και για τις φυσικές καλλιέργειες.

Το βιβλίο εγώ το είχα αγοράσει την προηγούμενη μέρα και φυσικά είχα αρχίσει να το διαβάζω, αλλά μ’ άρεσε τόσο πολύ που το σταμάτησα ύστερα από καμιά δεκαριά σελίδες, επειδή δεν ήθελα να το διαβάσω βιαστικά. Το έχω ξανακάνει αυτό, αλλά σπάνια -και δεν ήταν εύκολο, γιατί τα βιβλία του Μακριδάκη διαβάζονται μονοκοπανιά. Μετά την παρουσίαση, το διάβασα με ρέγουλα, κι εδώ θα σας πω μερικές εντυπώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 100 Σχόλια »

Η καλύβα του μπαρμπα-Σελήμ (Κείμενο του Πήτερ Μάκριτζ)

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2014

Τα βιβλία του Πήτερ Μάκριτζ (Peter Mackridge) για την ελληνική γλώσσα, με τελευταίο το Γλώσσα και εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα, 1766-1976 όπως είναι ο τίτλος της ελληνικής του έκδοσης, τα ξέρουν όλοι όσοι ασχολούνται με τη γλώσσα, αλλά κάπως λιγότερο γνωστές είναι οι μεταφράσεις (προς τα αγγλικά) διαλεχτών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας που έχει κάνει -με πιο πρόσφατο βιβλίο τρία διηγήματα του Βιζυηνού που κυκλοφόρησαν φέτος από τις εκδόσεις Αιώρα, με τίτλο Thracian Tales.

Θα ακολουθήσει η έκδοση της μετάφρασης στα αγγλικά του Μοσκώβ Σελήμ, από τον ίδιο εκδότη και σε χωριστό τόμο. Καθώς μετέφραζε το βιβλίο, ο Πήτερ Μάκριτζ εντόπισε ένα πολύ διασκεδαστικό λάθος στο ελληνικό κείμενο, που αναπαράγεται στις περισσότερες εκδόσεις της νουβέλας του Βιζυηνού (αν και όχι σε όλες), έγραψε λοιπόν ένα μικρό κείμενο που μου το έστειλε -έχω τη χαρά και την τιμή να έχω ηλαλληλογραφία μαζί του. Του ζήτησα την άδεια να το παρουσιάσω εδώ (το κείμενο το έχει κοιτάξει και η κ. Ελένα Κουτριάνου, ειδική στον Βιζυηνό).

Πράγματι, το θέμα ταιριάζει πολύ στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου και το παρουσιάζω με πολλή χαρά και όχι λίγο καμάρι: πώς «γεννήθηκε» από παρανάγνωση μια νέα λέξη. Νομίζω πως θα σας ενδιαφέρει το μικροφιλολογικό αυτό εύρημα, που πρώτη φορά δημοσιοποιείται εδώ. Το παραθέτω χωρίς φυσικά να αλλάξω τίποτα: απλώς πρόσθεσα το απόκομμα της Εστίας, που το βρήκα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Η καλύβα του μπάρμπα-Σελήμ

Προς τον κ. Νίκο Σαραντάκο.

Στην πρώτη συνἐχεια της πρώτης δημοσίευσης του «Μοσκώβ Σελήμ» του Γ. Βιζυηνού (εφ. Εστία, 28 Απριλίου 1895, σ. 4) υπάρχει ένα διασκεδαστικό λάθος. Πρόκειται για την τελευταία λέξη της εξής πρότασης:

«Ο οικίσκος ούτος, ξυλόπηκτος μάλλον ή ξυλόπλεκτος καθ’ άπαντα αυτού τα μέρη, ήτο προφανής απομίμησις των πενιχρών κατοικιών, τας οποίας οι ρώσοι χωρικοί ονομάζουσι «Ιόμπα».»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Μικροφιλολογικά, Συνεργασίες, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , , , , | 69 Σχόλια »

Περίπατοι εις τας Αθήνας: Η οδός Βουλής (Εμμ. Ροΐδης)

Posted by sarant στο 27 Απρίλιος, 2014

Μια και στο προχτεσινό μας άρθρο είχαμε θέμα αθηναιογραφικό, και αφού σήμερα το απόγευμα θα γίνει ο περίπατος στα Εξάρχεια (εκτός αν βρέχει, οπότε θα πάμε σε κλειστό χώρο) όπου θα μιλήσω κι εγώ έξω από το σπίτι του Λαπαθιώτη, και αφού τις Κυριακές έχουμε θέμα λογοτεχνικό, ταιριάζει να ανεβάσω έναν «Περίπατο στην Αθήνα», γραμμένον το 1896 από τον Εμμανουήλ Ροΐδη και δημοσιευμένον στην Εστία στις 2.6.1896, δηλαδή λίγο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 1896, ο Ροΐδης έγραψε τρεις τέτοιους Περίπατους. Τον πρώτο τον είχα δημοσιεύσει στον παλιό μου ιστότοπο, τον δεύτερο τον παρουσιάζω σήμερα και τον τρίτο θα τον ανεβάσω κάποιαν άλλη φορά.

Το 1896 η Αθήνα ήταν μικρή πόλη και οι ξένοι έβρισκαν ότι δεν είχε προάστια, όπως οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες -και έτσι ήταν πράγματι, αφού π.χ. τα Πατήσια ήταν εξοχή για πικνίκ, το Παγκράτι μακρινός αραιοκατοικημένος οικισμός και στα Σεπόλια υπήρχαν περβόλια που έβγαζαν τα καλύτερα μανταρίνια. Ο Ροΐδης περιγράφει δηκτικά, αλλά με κάπως ευρωπαϊκό σήκωμα της μύτης, τη βρομιά που επικρατούσε όχι στις μακρινές λαϊκές συνοικίες αλλά 147 βήματα από την πλατεία Συντάγματος, όπου και τα Ανάκτορα: στην οδό Βουλής!

Διατηρώ την ορθογραφία όπως τη βρίσκω στα Άπαντα του Ροΐδη (τόμος 5, σελ. 147) -που έχει ήδη εκσυγχρονιστεί σε κάποιο βαθμό σε σχέση με την αρχική δημοσίευση- αλλά μονοτονίζω. Βάζω και σχόλια, με αριθμούς μέσα σε αγκύλες [x].

ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ Β’

Ο διευθυντής των «Καιρών»[1] του Λονδίνου, όταν ήτο πρό τινων ετών εδώ, εμακάριζε πρό πάντων τους Αθηναίους ότι το άστυ τους δεν έχει προάστια και δύνανται δι’ ενός πηδήματος να μεταβώσιν από την πόλιν εις την εξοχήν, από την πλατείαν του Συντάγματος, όπου είναι τα Ανάκτορα και τα μεγάλα ξενοδοχεία, εις τα πεύκα του Λυκαβητού ή τους υπό την Ακρόπολιν αγρούς. Ο ευγενής Άγγλος, είτε εξ απροσεξίας είτε εκ φιλελληνισμού, ελησμόνησεν ευτυχώς να προσθέση ότι ακόμη συντομωτέρα είναι η από την αριστοκρατικήν ταύτην πλατείαν μετάβασις, όχι εις αγρούς, αλλ’ εις είδος τι τζιφουτοχωρίου ενθυμίζοντος τα της ρωσικής Πολωνίας[2]. Εκ φόβου μη κατηγορηθώ ως υπερβολικός δεν θεωρώ περιττόν να λεπτολογήσω, ορίζων ότι εκατόν σαράντα επτά μόνον βήματα, όχι μάλιστα μεγάλα, αλλ’ αναλογώτερα προς τα σκέλη του καθηγητού κ. Μαργαρίτου Ευαγγελίδου παρά τα του κ. Φιλιποίμενος Παρασκευαΐδου, [3] χωρίζουν την πλατεία του Συντάγματος από την «οδόν Βουλής». Ο δρόμος ούτος έκαμεν εις ολίγον καιρόν μεγάλας προοδους. Πολλάς δηλ. καλύβας, μάνδρας και μπαράκας [4] αντικατέστησαν νεόκτιστοι οικίαι, περιορίζουσαι καθ’ ημέραν την έκτασιν του χωρίου. Η πρόοδος όμως αύτη απόμεινε αποκλειστικώς οικοδομητική, υπό δε την έποψιν της απολυμάνσεως και της ευπρεπείας δεν έγινε απολύτως καμμία. Κατά την διασταύρωσιν της οδού Μητροπόλεως εξακολουθεί να χαίνει λάκκος πλήρης ακαθάρτου υγρού, το οποίον ουδέποτε κατώρθωσαν αι ηλιακαί ακτίνες ν’ απορροφήσουν εντελώς. Η βροχή τον μεταβάλλει εις κίτρινον ποταμόν και εις πράσινον έλος η ανομβρία. Προς αποξήρανσιν του έλους τούτου θα ήρκει εν κάρρον σκίρρων [5], ώστε πιθανώτατον φαίνεται ότι απέχει αυτής η αστυνομία, ουχί εκ φειδωλίας, αλλά διά να μη στερήση τα παιδία των παροικούντων της διασκεδάσεως ν’ απολύωσιν επί του μικροσκοπικού τούτου πελάγους στολίσκους πλοιαρίων, ναυπηγουμένων εκ κελύφους καρυδίου ή κοίλου κολοκυθίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία | Με ετικέτα: , , , | 53 Σχόλια »

Μια διαμαρτυρία λογίων και δυο δυσεύρετα σονέτα

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2014

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι συντομευμένος, επειδή ο πλήρης τίτλος βγήκε κάπως ανοικονόμητος. Πρόκειται για ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε στο «Λεσβιακό ημερολόγιο 2014», μια ετήσια έκδοση που βγαίνει κάθε Δεκέμβριο με συνεργασίες από και για τη Λέσβο, στην οποία συνεργάστηκα κι εγώ αφού λογαριάζομαι για Μυτιληνιός από τη μεριά του πατέρα μου. Εδώ το αναδημοσιεύω προσθέτοντας μερικά πράγματα.

Μια διαμαρτυρία των λογίων της Λέσβου για τον Βάρναλη – και δυο δυσεύρετα σονέτα του Βάρναλη για τη Λέσβο

Το φθινόπωρο του 1924 ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, που υπηρετούσε ως εκπαιδευτικός στη μέση εκπαίδευση και βρισκόταν με υποτροφία στο Παρίσι, διέκοψε την υποτροφία του για να έρθει στην Αθήνα και να στελεχώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία, το εκπαιδευτικό ίδρυμα που μόλις είχε ιδρυθεί, περίπου ως αντίπαλο δέος της συντηρητικής φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών, με σκοπό να επιμορφώνει εκπαιδευτικούς της μέσης εκπαίδευσης και να αποτελέσει, μαζί με το Μαράσλειο Διδασκαλείο, την αιχμή του δόρατος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1923.

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα, διδάσκοντας νεοελληνική λογοτεχνία στην Ακαδημία, ο Βάρναλης έγινε στόχος επιθέσεων. Βλέπετε, καθώς η ορμή της επανάστασης του Πλαστήρα είχε αρχίσει να ξεθυμαίνει και ο ρυθμός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είχε ανακοπεί μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον συντηρητικότερο Μιχαλακόπουλο (Οκτώβρης 1924), μια μερίδα των Φιλελευθέρων αρχίζει να επικρίνει τη μεταρρύθμιση. Σημείο καμπής είναι η μεταστροφή της (βενιζελικής) Εστίας, η οποία από τις 10 Νοεμβρίου 1924 αρχίζει να επιτίθεται στην Παιδαγωγική Ακαδημία με κύριο στόχο τον Βάρναλη, και τις «αντιπατριωτικές» απόψεις που είχε εκφράσει στο «Φως που καίει», που το είχε δημοσιεύσει το 1921 στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας.

Παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το «Φως που καίει», μεταξύ των οποίων και οι στίχοι

Είμαι η ιερή Πατρίδα, που διδάχνω,
το μίσος, την κλοπή, το φόνο
σειώντας ένα πανί χρωματιστό
μπροστά στα μάτια που τυφλώνω τα με χίλιους τρόπους

η Εστία αναρωτιέται γιατί η «κλίκα» του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου δεν στρέφεται εναντίον του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού, που πάντως δεν τον κατονομάζει.

Ο Αλέξ. Δελμούζος απάντησε θαρραλέα στην Εστία ότι οι προσωπικές πεποιθήσεις των δασκάλων δεν ενδιαφέρουν («Ο καθένας μας μπορεί ατομικά να έχει οποιαδήποτε πολιτική πίστη θέλει, ακόμα και αναρχικός να είναι και σε σύλλογο αναρχικό να ανήκει και θεωρητικά στην εξωσχολική του δράση να γράφει ακόμα υπέρ του αναρχισμού. Πώς μπορεί να συμβιβάσει σε τέτοια περίπτωση τη δική του πίστη με το έργο του διδασκαλείου, αυτό είναι ζήτημα δικής του συνειδήσεως») .

Ο ίδιος ο Βάρναλης δεν πήρε θέση· άλλωστε, ήξερε, και το εξέφρασε και αργότερα στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα, ότι δεν ήταν αυτός ο κύριος στόχος αλλά ο Γληνός και ο Δελμούζος: («Μα τουτουνούς [Δελμούζο και Γληνό] ίσα-ίσα θέλανε να φάνε … εμένα με χτυπήσανε για λογαριασμό δικό τους κι ο Δελμούζος νόμιζε πως εγώ τον πήρα στο λαιμό μου!»). Η επίθεση στον Βάρναλη, και αργότερα στην Ιμβριώτη, δεν ήταν αυτοσκοπός, ήταν μέσο για να χτυπηθούν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, αφενός η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αφετέρου η διείσδυση των ιδεών του κομμουνισμού στην εκπαίδευση.

Ταυτόχρονα, κάποιος καλοθελητής φρόντισε να φτάσει στον πρωθυπουργό Ανδρ. Μιχαλακόπουλο ένα αντίτυπο από το Φως που καίει έχοντας σημειώσει επάνω στο εξώφυλλο (το πειστήριο του εγκλήματος εδώ):

Βάρναλης, καθηγητής εις την Παιδαγωγικήν Ακαδημίαν, δηλαδή την αυθαίρετον Σχολήν του Γληνού.

Εάν επιθυμείτε και έχετε καιρόν αναγνώσατέ το όλον, αλλά πάντως αναγνώσατε τας σελίδας 40 (τελευταίον στίχον) 53 όπου υβρίζει την Παναγίαν, τέλος δε από της σελίδος 61 μέχρι τέλους.

Το κτήνος αυτό είναι Βουλγαρικόν. Είναι και κωφόν. Εν τούτοις, επειδή είναι μαλλιαρόν, εν γνώσει των πίστεών του, το απέστειλαν δις ή τρις υπότροφον!

Ο Βάρναλης ήταν πράγματι βαρήκοος, ενώ ο χαρακτηρισμός Βουλγαρικόν κτήνος εννοεί το ότι ο Βάρναλης είχε γεννηθεί στην Ανατολική Ρωμυλία (και όχι ότι ήταν αριστερός, μια και το 1925 δεν αποκαλούσαν ακόμη Βούλγαρους τους κομμουνιστές). Παρόλο που η εθνικοφροσύνη έσκιζε τα ρούχα της, υποτίθεται, για τον εκτός συνόρων ελληνισμό, δεν έπαυε να αποκαλεί Βούλγαρους τους ομογενείς από τη Ρωμυλία.

Τα διαβήματα έφεραν αποτέλεσμα, και πράγματι στις αρχές του 1925 συνεδρίασε το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο και τιμώρησε τον Βάρναλη με εξάμηνη παύση, ποινή που ανακοινώθηκε στα τέλη Μαρτίου 1925. Τις επόμενες μέρες δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες δυο διαμαρτυρίες λογίων. Μία από λογίους της Αθήνας (με τα πρώτα ονόματα, Παλαμάς, Ξενόπουλος, Βουτυράς κτλ. αλλά και με υπογραφές από πολιτικούς όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου) και μία από λογίους της Αλεξάνδρειας, μεταξύ των οποίων, ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, ο Κ.Π.Καβάφης.

Υπήρξε όμως και μια τρίτη διαμαρτυρία, ελάχιστα γνωστή, που δεν την έχω βρει πουθενά δημοσιευμένη, αλλά που το πρωτότυπό της απόκειται στο Αρχείο Βάρναλη στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη.  Απ’ όσο έψαξα, δεν έχει κάπου δημοσιευτεί, οπότε την παρουσιάζω εδώ ελπίζοντας να μην κομίζω γλαύκα -αν όχι εις Αθήνας πάντως στη Λέσβο. Πρόκειται για μια διαμαρτυρία λογίων της Μυτιλήνης:

mytil1 DSCF6091

Διαμαρτυρία

Απ’ τ’ Αθηνέικα φύλλα μάθαμε το διώξιμο του ευσυνήδειτου (sic) λογοτέχνη κ. Βάρναλη από τη θέση του, για ένα λογοτεχνικό του έργο που δημοσιεύτηκε εδώ και δυο χρόνια, και με ψευδώνυμο στην Αλεξάντρεια. Διαμαρτυρούμαστε γι’ αυτό το βάρβαρο στραγγαλισμό της ελευθερίας των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας απάνου σε ζητήματα της σκέψεως και της τέχνης, που πάει να επιβάλη η Κυβέρνηση και εκφράζουμε πικρά όλη τη ντροπή που αισθανόμαστε για λογαριασμό της.

Μυτιλήνη, 18 Απρίλη 1925

Υπόγραψαν

Στρατής Μυριβήλης

Θ. Λεφκίας                              Ν. Σωτηράκης

Π. Εράτης                                Ηλίας Βενέζης

Στρατής Δούκας                      Π. Κεφάλας

Ηλ. Ηλιάδης

Τέρπ. Αναστασιάδης

Φ. Ανατολέας

Στρατής Παπανικόλας

Σ. Παπαλουκάς

Ν. Πασαλής

Εφημερίδες

«Ελεύθερος Λόγος»
«Σάλπιγξ»
«Ταχυδρόμος»
«Κήρυξ»
«Καμπάνα»
«Βούρδουλας»

Σωματεία

Ένωσις Εφέδρων Λέσβου
Σύλλογος Ελληνικών Μουσικών Τεχνών

Περιοδικό
Λεσβιακές Σελίδες

Τα ονόματα της δεξιάς στήλης (Σωτηράκης κτλ.) έχουν προστεθεί εκ των υστέρων. Σημειώνουμε ότι Παύλος Εράτης είναι το ψευδώνυμο του Ασημάκη Πανσέληνου.

mytil2 DSCF6093

Η διαμαρτυρία δεν φαίνεται να δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα της Μυτιλήνης (ευχαριστώ τον φίλο Αριστείδη Καλάργαλη για τη βοήθειά του στη σχετική έρευνα) όπου μόνο στη Σάλπιγγα δημοσιεύεται, στις 30.4.1925, αναφορά στη διαμαρτυρία των Αθηναίων και Αλεξανδρινών λογίων για την «άδικο εξάμηνο παύσι του ποιητού κ. Βάρναλη». Πιο περίεργο είναι ότι δεν (βρήκα να) δημοσιεύτηκε ούτε σε αθηναϊκή εφημερίδα. Αν όντως έτσι είναι και δεν οφείλεται σε δική μου αβλεψία, τότε το κείμενο της διαμαρτυρίας βλέπει το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά έπειτα από 89 χρόνια!

Ο Βάρναλης δεν έμελλε να συνεχίσει στη δημόσια εκπαίδευση· μετά την εξάμηνη παύση τού ήρθε μια εκδικητική μετάθεση στα Χανιά, επί δικτατορίας Πάγκαλου, και ύστερα η οριστική απόλυση χωρίς σύνταξη. Ο ποιητής στράφηκε στη δημοσιογραφία για βιοπορισμό. Η πρώτη τακτική συνεργασία του Βάρναλη με εφημερίδα ήρθε το καλοκαίρι του 1926 όταν περιόδευσε τη Γαλλία ως απεσταλμένος της εφημερίδας Πρόοδος -τα χρονογραφήματα αυτής της περιόδου κυκλοφορούν σε βιβλίο, με δική μου επιμέλεια, από τις εκδόσεις Αρχείο, με τίτλο «Γράμματα από το Παρίσι».

Όταν τον Οκτώβριο του 1935, με το κίνημα του Κονδύλη, ο Βάρναλης εξορίστηκε μαζί με δεκάδες άλλους δημοκρατικούς πολίτες στον Άγιο Ευστράτιο, πέρασε 5-6 μέρες στη Μυτιλήνη σε αναμονή του βαποριού της άγονης γραμμής και είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με Μυτιληνιούς λογίους (και να… βγάλει ένα δόντι που τον πονούσε). Τα γράμματα που έστειλε ο Βάρναλης από την εξορία, μαζί και εκείνα της Μυτιλήνης, πρόκειται να εκδοθούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε επιμέλεια του φίλου Ηρακλή Κακαβάνη, τον οποίο και ευχαριστώ για τη βοήθειά του σε αυτό το άρθρο.

Ωστόσο, ο Βάρναλης είχε ήδη γράψει δυο «δίδυμα» σονέτα αφιερωμένα στη Λέσβο, που είναι μάλλον δυσεύρετα σήμερα αφού δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας το 1913, αλλά δεν συμπεριλήφθηκαν σε καμιά ως τώρα συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Βάρναλη σε βιβλίο (ξέρουμε ότι ο ποιητής φάνηκε πολύ φειδωλός στην ανθολόγηση ποιημάτων της νιότης του) παρά μόνο στο περιοδικό Ηριδανός το 1975, οπότε ίσως να μην είναι γνωστά στον σημερινό αναγνώστη.

Κλείνω λοιπόν με τα δίδυμα αυτά σονέτα, που παρουσιάζουν τη στιχουργικήν αρτιότητα και το διονυσιακό κλίμα που ήταν χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου του Βάρναλη:

ΛΕΣΒΟΣ

I

Ω που βυθάς πάντα θερμά τα αιθέρια
στα σμαραγδά σου ανάγυρτα, σαν κρίνοι
χιονάτα περιστέρια προς την κρήνη
της ηδονής, εσένα, την Κυθέρεια

σου φέρνουνε! Ζευγάρια περιστέρια
με καημό που τα ογρά τους μάτια κλείνει,
φιλιούνται απάνω στην παρθένα κλίνη,
που κλήμα με τσαμπιά ισκιώνει τη στέρια!

Κι ω κόρη εσύ γλυκιά της Μυτιλήνης,
την ακριβή σιωπή σου μην τη λύνεις,
θεία ζώνη κεντημένη απ’ των Ιμέρων

τα ματωμένα δάχτυλα· να βάνει
γύρω νέφη ονείρου το λιβάνι
των κινημάτων σου όλων των ημέρων!

II

Μυρωδικά της Αραβίας θα καίω
πάνω στη ροδοστέφανη θυμέλη
κι αλειμμένα τα χείλια μας με μέλι
θα διαβάζουν τον ερωτάρη Αλκαίο

ή τον ισόθεο κύκνο το Διρκαίο
από χρυσή περγαμηνή! (Τα μέλη
τ’ άπλερα πρώτα ν’ απλωθούνε μέλει
σε κόκκινα χαλιά). Και με το νέο

στόμα θε να σου δίνω σύκα, όσο έχει
ο λύχνος απ’ το λάδι φως να πίνει·
κι η φαντασιά στα σκοτεινά σαν τρέχει,

θα βάφεται στο ευωδιακό ψιμμύθι,
όπου μ’ αυτό ψες βράδυ το ρουμπίνι
το φλογάτον η ρώγα σου εμιμήθη!

 

Posted in Βάρναλης, Εκπαίδευση, Μικροφιλολογικά, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 57 Σχόλια »

Εκδότες και μπανάνες

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2013

Χτες και προχτές έγινε στην Αθήνα μια πολύ ενδιαφέρουσα διημερίδα, που τη διοργάνωσαν οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, ένα σχετικά καινούργιο συνεταιριστικό εγχείρημα στον χώρο των εκδόσεων, με θέμα: «Το ελληνικό βιβλίο στην κρίση: Σκέψεις για το παρελθόν, παρατηρήσεις για το παρόν, ιδέες για το μέλλον». Πολύ θα ήθελα να παρακολουθήσω ολόκληρη την εκδήλωση, αλλά τελικά μπόρεσα μόνο να ακούσω μερικές ομιλίες χτες το μεσημέρι. Επίσης, αγόρασα ένα βιβλίο του εκδοτικού οίκου που διοργάνωσε την εκδήλωση, το «Στη χώρα των βιβλίων» της Άννας Καρακατσούλη, που σκιαγραφεί την εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας από το 1885 ως το 2010. Το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει από τα τέλη του 2011, αλλά πρόσφατα απέκτησε νέα επικαιρότητα μετά το κλείσιμο του Βιβλιοπωλείου της Εστίας -πριν από λίγο καιρό είχα αναδημοσιεύσει ένα άρθρο της Μ. Θεοδοσοπούλου, όπου γίνεται λόγος και για το βιβλίο αυτό.

Δεν θα μιλήσω πολύ για το βιβλίο γιατί δεν έχω διαβάσει παρά τις πρώτες 50 περίπου σελίδες, ωστόσο να πω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον και καλογραμμένο -μάλιστα, σημείο των καιρών, το χάρτινο βιβλίο συμπληρώνεται από ένα αρχείο Excel (που μπορεί κανείς να το κατεβάσει από εδώ, και χωρίς βέβαια να έχει αγοράσει το βιβλίο!) Αν και εστιάζεται στην Εστία (pun intended, θα έλεγε ένας αγγλοτραφής), επειδή ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος είχε δεσπόζουσα θέση στον ελληνικό χώρο, ουσιαστικά αποτελεί και μια εξιστόρηση της εκδοτικής δραστηριότητας στη χώρα μας, των σχέσεων ανάμεσα σε εκδότες και συγγραφείς, και της πνευματικής κίνησης γενικά.

Επειδή όμως πρέπει να γκρινιάξω και λίγο, έχω να παρατηρήσω ότι βρήκα κάμποσα λαθάκια στα παραθέματα από κείμενα της εποχής (κάποιες λέξεις μου φαίνεται να μη διαβάστηκαν σωστά) και ότι ο μονοτονισμός των αποσπασμάτων (με τον οποίο συμφωνώ απόλυτα, ακόμα και για όσα είναι γραμμένα σε μάλλον βαριά καθαρεύουσα) δεν έγινε πάντοτε σωστά. Αυτό να το πω σαν γενική αρχή: όταν μονοτονίζουμε καθαρεύουσα, πρέπει να βάζουμε τόνο και σε άλλα μονοσύλλαβα, όχι μόνο στα ή και πού. Για παράδειγμα, αν έχεις «εν» που σημαίνει «ένα» πρέπει να το τονίσεις για να ξεχωρίζει από την πρόθεση. Ή, αν έχεις την αντωνυμία «ας» (= τις οποίες) πρέπει να την τονίσεις για να διακρίνεται από το μόριο. Τέλος πάντων, αν αξιωθώ να το διαβάσω ολόκληρο θα στείλω κάποια διορθωτικά στους εκδότες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Εκδοτικά, Παρουσίαση βιβλίου, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , , , , , | 151 Σχόλια »

Του Θεού το μάτι, του Γιάννη Μακριδάκη

Posted by sarant στο 7 Μαΐου, 2013

b186870Σήμερα είναι ιδιόμορφη μέρα, ολίγον αργία και ολίγον εργάσιμη, έψαχνα ένα θέμα που να μην είναι εντελώς καθημερινό αλλά να ξεφεύγει κι από την πασχαλινή θεματολογία που άλλωστε έκλεισε πια τον κύκλο της, οπότε σκέφτηκα να σας παρουσιάσω ένα βιβλίο που διάβασα προχτές στο αεροπλάνο που ταξίδευα· το είχα αγοράσει εδώ και κάμποσο καιρό, αλλά το φύλαγα για την περίσταση, γιατί στο ταξίδι απολαμβάνω ό,τι διαβάζω και με τον Μακριδάκη η απόλαυση της ανάγνωσης είναι εγγυημένη. Ταιριάζει κιόλας, διότι το βιβλίο αναφέρεται σε πράγματα που συνέβαιναν πέρσι τέτοιες μέρες.

Μάλλον ο σημαντικότερος νέος Έλληνας πεζογράφος, ο Χιώτης Γιάννης Μακριδάκης παρουσιάζει εναλλάξ μυθιστορήματα και νουβέλες με ρυθμό περίπου ένα βιβλίο το χρόνο. (Ταυτόχρονα έχει και άλλη δράση, ακτιβιστική-οικολογική, αλλά αυτά τα λέει καλύτερα ο ίδιος στον ιστότοπό του).  Το καινούργιο του βιβλίο, που βγήκε γύρω στον Φλεβάρη, το έβδομο μυθοπλαστικό του, σπάει τη σειρά, αφού είναι νουβέλα και όχι μυθιστόρημα, αλλά, όπως και οι προηγούμενες νουβέλες (όλα τα βιβλία από την Εστία) έχει σαφείς αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της πρόσφατης πολιτικής επικαιρότητας· θυμίζω ότι η «Δεξιά τσέπη του ράσου» παρακολουθεί την αγωνία ενός καλόγερου, τις μέρες που χαροπαλεύει ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, να σώσει το κουτάβι της αγαπημένης του (και νεκρής πια) σκύλας· το «Λαγού μαλλί» ξεκινάει με μια βάρκα που φαίνεται στο φόντο πίσω από τον Γιώργο Παπανδρέου που κάνει το ιστορικό του διάγγελμα από το Καστελλόριζο και κλείνει με τον απόηχο από τους νεκρούς της Μαρφίν· στο «Ζουμί του πετεινού», ο Παναγής, που ζει απομονωμένος με τη γυναίκα του στο μούρκι του, στο χτήμα του θα λέγαμε εμείς, πάει να πλαντάξει όταν ακούει να συζητάνε για τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας.

Στου «Θεού το μάτι» οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση είναι πολύ πιο έντονες, αφού ο αφηγητής, ο Θοδωρής ο επιλεγόμενος Πεπόνας, που μοιάζει αρκετά με τον Παναγή του προηγούμενου βιβλίου, εξηγεί στον βουβό ακροατή του, τον Διομήδη, πώς παραλίγο να ξεχαστεί και να μην ψηφίσει στις κρίσιμες εκλογές του Μαΐου 2012: «Άμα δεν ήτανε ο Φραγκούλης, ούτε που θα πήγαινα να ψηφίσω. Είχ’ αποξεχαστεί ολωσδιόλου με τις δουλειές όλη μέρα. Κάτσαμε κιόλας το μεσημέρι εκεί στον μαγκανόγυρο, και δώσ’ του τα ρακιά και οι κουβέντες, τι εκλογές και ξεκλογές; Τίποτα δεν θυμήθηκα. Φύγανε απ’ το μυαλό μου εντελώς και παραλίγο να πάει ο ψήφος μου χαμένος».

Ο Διομήδης ακούει με υπομονή την αφήγηση χωρίς να λέει λέξη, επειδή είναι σκιάχτρο, που το φτιάχνει ο Πεπόνας για να τρομάζει τα πουλιά, αν και δεν τρέφει και μεγάλες ελπίδες για τις ικανότητές του: «Για μόστρα σ’ έχω πιο πολύ και για το έθιμο εσένα, όχι πως κάνεις και σπουδαία πράματα. Ούτε τους σπουργίτες δεν θα διώχνεις σε κάμποσες μέρες. Ξέρεις τι πονηροί και ακαμάτηδες είναι αυτοί; … Τέλος πάντων, ας μη σε απογοητεύω κιόλας, ακόμα δεν σ’ έστησα και νιώθεις πως σε κάμνω και με το ζόρι. Θα σε φτιάξω πολύ όμορφο και θα σε μπήξω εδώ, κι εσύ κάνε ό,τι μπορείς. Τουλάχιστο τώρα, στην αρχή, κάτι θα καταφέρεις. Διότι τώρα είναι όλη η υπόθεση. Που ’ναι ακόμα μωρά τα φυτά κι έχουνε ανάγκη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 83 Σχόλια »

Οι Τιμπώ, κριτική μιας ιδιότροπης μετάφρασης

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2013

Thibault_ad6c3b068265080c86ec88d308d8675cΣτον παλιό μου τον ιστότοπο, είχα δημοσιεύσει αρκετά εκτενή άρθρα με κριτικές μεταφράσεων. Σε τούτο εδώ το ιστολόγιο, αν και ασχολούμαι με μεταφραστικά λάθη, πολύ σπάνια γράφω τέτοια άρθρα, γιατί έχω τον φόβο ότι ελάχιστους θα ενδιαφέρουν, με λίγες εξαιρέσεις, ας πούμε όταν το βιβλίο είναι γνωστό (όπως με το τελευταίο του Ουμπέρτο Έκο). Σήμερα έχουμε άλλη μια τέτοια εξαίρεση.

Πρόκειται για το μυθιστόρημα Οι Τιμπώ, του νομπελίστα Γάλλου συγγραφέα Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ (1882-1958), από τις εκδόσεις Εστία. Να πω ότι έχω διαβάσει μόνο τον πρώτο από τους δύο τόμους, αλλά έχει 800 σελίδες, δεν είναι μικρό πράμα. Το βιβλίο μού το δάνεισε μια φίλη, η οποία επέμενε να το διαβάσω για να κρίνω τη μετάφραση, που ήταν κατά τη γνώμη της απαράδεκτη. Τον διάβασα, της έγραψα τη γνώμη μου αναλυτικά, σκέφτηκα να γράψω στο ιστολόγιο, το αμέλησα, μετά διάβασα μια έντονα αρνητική κριτική (πράγμα σπάνιο) στην Athens Review of Books, οπότε αποφάσισα να πω κι εγώ τη γνώμη μου, αλλά πέρασαν και δυο-τρεις μήνες μέχρι να υλοποιήσω την απόφαση, επειδή σκεφτόμουν να βρω και να διαβάσω και τον δεύτερο τόμο, όμως αυτό δεν θα γίνει σύντομα, έχω πολλά πολυσέλιδα στο ράφι με τα αδιάβαστα, οπότε ας βγάλω από μέσα μου το κείμενο, που έλεγε κι ο Καζαντζάκης, να μην έχω την έγνοια του.

Οι Τιμπώ είναι σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που εκδόθηκε αρχικά σε έξι ξεχωριστά βιβλία (ο πρώτος τόμος) και σε ένα μεγάλο (συν τον επίλογο) ο δεύτερος τόμος. Είναι το γνωστότερο έργο του νομπελίστα συγγραφέα. Παρακολουθεί την ιστορία μιας οικογένειας, της οικογένειας Τιμπώ, από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν θα δώσω περίληψη της πλοκής, μπορείτε να τη διαβάσετε στην παρουσίαση της Καθημερινής,  όπου η δημοσιογράφος γράφει κοινότοπα ότι «Αξιέπαινη είναι η μετάφραση του Γ. Νίκα, ο οποίος επέτυχε να μεταφέρει τους Τιμπώ στη γλώσσα μας με ζωντάνια και ευαισθησία». Πιο συνοπτικός, αλλά πιο προσωπικός, ο Ν. Μπακουνάκης στο Βήμα επίσης επαινεί τη μετάφραση, που την αποκαλεί μεταφραστικό άθλο: Εχω πολλές παρατηρήσεις να κάνω για τη μετάφραση αλλά δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ ενώπιον του μεταφραστικού άθλου του Γ. Νίκα. Αισθάνθηκα διαβάζοντας το βιβλίο ότι ο μεταφραστής είχε κάποιον παραπάνω λόγο για να κάνει τη μετάφραση – και όχι μόνο επαγγελματικό. Μια αναγνωστική ή συναισθηματική εμμονή – και αυτό μου άρεσε.

Και πράγματι, από το Διαδίκτυο μαθαίνουμε ότι  ότι ο μεταφραστής με δική του πρωτοβουλία άρχισε να μεταφράζει το βιβλίο, από μεράκι και αγάπη προς τον συγγραφέα, και μετά το πρότεινε στον εκδοτικό οίκο, χωρίς να το έχει ολοκληρώσει (ίσως είχε κάνει μόνο τον πρώτο τόμο). Έμεινε στο συρτάρι για καιρό, και το ολοκλήρωσε καμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα. Εδώ ο μεταφραστής χαρακτηρίζεται «ηρωικός». Εδώ που τα λέμε, να μεταφράσεις 1600 σελίδες δεν είναι και αστείο.

Αντίθετα, στην ΑRB,. η καθηγήτρια της Γαλλικής Φιλολογίας (και ειδική στη μετάφραση) Μαρία Παπαδήμα έχει σοβαρότατες αντιρρήσεις για τη μετάφραση των Τιμπώ. Το άρθρο της δεν υπάρχει ονλάιν, αλλά και σε πρόσφατη συνέντευξή της ξεχώρισε (αρνητικά) το έργο και μίλησε για τα «τόσα πραγματολογικά και συντακτικά λάθη». Στις περισσότερες επισημάνσεις της η κ. Παπαδήμα έχει δίκιο, αν και σε ένα σημείο διαφωνώ σοβαρά μαζί της: για να δώσει παράδειγμα των πραγματολογικών λαθών του βιβλίου αναφέρει ότι ο Walt Whitman μεταγράφηκε Χουίτμαν, που το θεωρεί λάθος, και μάλιστα ενδεικτικό «άγνοιας και αβλεψίας». Μα, φιλτάτη, στη γλώσσα μας υπάρχουν τρεις τρόποι να μεταγράψεις τον μεγάλο ποιητή: Ουίτμαν, Γουίτμαν, Χουίτμαν. Συμφωνώ ότι το Χουίτμαν είναι η σπανιότερη απόδοση, αλλά την έχουν επιλέξει και λογοτέχνες, όπως ο ποιητής Κλείτος Κύρου, ή συγγράμματα αναφοράς (Πάπυρος). Άρα, δεν πρόκειται για λάθος που δείχνει άγνοια ή αβλεψία, αλλά για μεταφραστική επιλογή -κακή ίσως, αλλά επιλογή. Και μειώνει την αξιοπιστία της κριτικής αυτή η αναφορά, τη στιγμή που υπάρχουν άλλα αναντίλεκτα λάθη στα κύρια ονόματα (π.χ. Σαλλούστος, στις σελ. 62 και 127 ενώ τον λέμε Σαλλούστιο). Πρέπει όμως να πω ότι οι άλλες παρατηρήσεις της κ. Παπαδήμα είναι εύστοχες, όπως εύστοχη είναι και η μπηχτή της για τους κοινότοπους επαίνους.

Ωστόσο, εγώ δεν θα καταδικάσω τόσο απόλυτα τη μετάφραση, και ακόμα περισσότερο τον μεταφραστή, παρόλο που στα επόμενα θα αραδιάσω δεκάδες λάθη και λαθεμένες επιλογές. Δίκιο έχει η Παπαδήμα, αλλά και ο Μπακουνάκης. Η συνολική μου ετυμηγορία, να το πω από τώρα, είναι ότι έχουμε μια ιδιότροπη μετάφραση από έναν ιδιότροπο αλλά καλό μεταφραστή. Η μετάφραση δεν είναι τόσο καλή όσο ο μεταφραστής, επειδή η άλλη μεταβλητή της εξίσωσης είχε μηδενική τιμή: εννοώ ότι η επιμέλεια του έργου ήταν ανύπαρκτη από κάθε άποψη και εδώ θα παραπονεθώ για τον ιστορικό εκδοτικό οίκο, την Εστία, που φαίνεται να μην έκανε θεώρηση της μετάφρασης ή/και επιμέλεια του κειμένου, παρά μόνο τυπογραφική διόρθωση (που κι αυτής της ξέφυγαν όχι λίγα). Άκουσα ότι η Εστία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, και συμφωνώ ότι η έκδοση ενός βιβλίου με 2 επί 800 σελίδες είναι άθλος, η δε τιμή, 39 ευρώ για 800 σελίδες, είναι μάλλον χαμηλή (απόλυτα βέβαια, είναι υψηλή). Να σημειώσω ότι η έκδοση ενισχύθηκε από το γαλλικό Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, και προφανώς ο εκδότης αξιοποίησε την επιδότηση για να κρατήσει χαμηλή την τιμή, αντί να πληρώσει θεώρηση της μετάφρασης. Δεν ήταν καλή επιλογή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 147 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Καβάφη

Posted by sarant στο 9 Δεκέμβριος, 2012

Ο τίτλος του σημερινού φιλολογικού μας άρθρου είναι κάπως παραπλανητικός, αφού δεν εννοεί κυριολεκτική συνάντηση αλλά ποιητική. Εδώ που τα λέμε, δεν ξέρω αν οι δυο μεγάλοι ποιητές μας συναντήθηκαν ποτέ με σάρκα και οστά. Αν συναντήθηκαν, αυτό θα έγινε στην επίσκεψη του Καβάφη στην Αθήνα όταν ήταν άρρωστος από καρκίνο του λάρυγγα, έναν χρόνο πριν πεθάνει, το 1932. Ποιητικά όμως συναντήθηκαν τουλάχιστον δύο φορές και μία από αυτές θα δούμε σήμερα. Επίσης, πολλές φορές συναντήθηκαν φιλολογικά, δηλαδή πολλές φορές έγραψε ο Βάρναλης για τον Καβάφη, ενώ μια φορά υπέγραψε ο Καβάφης για τον Βάρναλη, ίσως τη μοναδική φορά στη ζωή του που υπέγραψε κείμενο διαμαρτυρίας.

Βοήθημα για το σημερινό μου άρθρο έχω ένα βιβλίο για το οποίο σας έχω ήδη μιλήσει, το βιβλίο του φίλου Ηρακλή Κακαβάνη “Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του”, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη από τις εκδόσεις “Εντός”. Το βιβλίο αυτό άλλωστε πρόκειται να παρουσιαστεί, την παραπάνω Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012, στις 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του ΕΔΟΕΑΠ (Σισίνη 18 & Ηριδανού, πίσω απ’ το Χίλτον). Θα μιλήσουν για το βιβλίο ο ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ο Χρίστος Αλεξίου (καθηγητής νεοελλ. λογοτεχνίας στο Μπέρμινχαμ), η ποιήτρια και φίλη Σοφία Κολοτούρου και εγώ. Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα τραγουδήσει ο Γιώργος Σαρρής, ενώ θα παιχτεί και ένα σατιρικό σκετς που βασίζεται σε έναν διάλογο του Βάρναλη (που υπάρχει στο βιβλίο). Νομίζω πως θα είναι καλή ιδέα να ρθείτε. Αλλά ας προχωρήσω στις συναντήσεις Καβάφη και Βάρναλη.

Προπολεμικά, η Αίγυπτος, και ειδικά η Αλεξάνδρεια, ήταν μεγάλο πνευματικό κέντρο του ελληνισμού. Η ευμάρεια της ελληνικής παροικίας έδινε τη δυνατότητα να εκδίδονται λαμπρά περιοδικά, με τα οποία έσπευδαν να συνεργαστούν οι καλύτεροι ελλαδίτες λογοτέχνες -για κάποιους μάλιστα που βιοπορίζονταν από την πένα τους, όπως ο Δημ. Βουτυράς, τα αλεξαντριανά περιοδικά ήταν σημαντικό βοήθημα. Ο Βάρναλης συνεργαζόταν από παλιά με περιοδικά της Αλεξάνδρειας, και στην Αλεξάνδρεια εξέδωσε τα δυο πρώτα του βιβλία, την ποιητική σύνθεση «Το φως που καίει» (1922) και το πεζό «Ο λαός των μουνούχων» (1923), και τα δυο από τις εκδόσεις του Στέφανου Πάργα που έβγαζε και το περιοδικό «Γράμματα», και τα δυο με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, θελημένα προκλητικό. Ψευδώνυμο, επειδή σαν δημόσιος υπάλληλος που ήταν, χρειαζόταν αυτό το φύλλο συκής -βέβαια, οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ ήξεραν με σιγουριά ποιος είναι ο Τανάλιας, αν και όχι όλοι. Ο Καζαντζάκης, ας πούμε, που δεν του άρεσε καθόλου το Φως που καίει, δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι ο Τανάλιας ήταν ο Βάρναλης.

Το 1924, ο Βάρναλης που είχε σταλεί στο Παρίσι με υποτροφία, επιστρέφει στην Αθήνα για να διδάξει στην Παιδαγωγική Ακαδημία, τον ένα από τους δύο πυλώνες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που είχε δρομολογήσει η επανάσταση του 1922. Με διευθυντή τον Δημ. Γληνό, η Ακαδημία, στην οποία μετεκπαιδεύονταν καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης, ήταν το αντίπαλο δέος της συντηρητικότατης γλωσσικά και πολιτικά Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Δίδυμο ίδρυμα το Μαράσλειο Διδασκαλείο, με διευθυντή τον Αλέξ. Δελμούζο, εκπαίδευε δασκάλους της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα δυο ιδρύματα συστεγάζονταν. Ο Βάρναλης προσκλήθηκε στην Παιδ. Ακαδημία για να διδάξει νεοελληνική λογοτεχνία, αλλά λίγες μέρες μετά την έναρξη της λειτουργίας της, τον Νοέμβριο του 1924 (το Μαράσλειο είχε προηγηθεί), άρχισε από τις στηλες της Εστίας η πολεμική εναντίον της Ακαδημίας και του Γληνού, εστιασμένη στα «αντιπατριωτικά» γραφτά του Βάρναλη, δηλαδή σε επιλεγμένους στίχους από το Φως που καίει. Η επίθεση της Εστίας ήταν ένα σημείο καμπής, διότι ως τότε όλες οι επιθέσεις ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και στον εκπαιδευτικό δημοτικισμό προέρχονταν από τη βασιλόφρονα παράταξη, ενώ η Εστία ήταν φιλικά διακείμενη προς τους βενιζελικούς. (Αυτό δεν ήταν καινούργιο: και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1917-20 χτυπήθηκε και από βενιζελικές εφημερίδες).

Η Εστία στη συνέχεια γενίκευσε την επίθεση, και άρχισε να επισείει τον κίνδυνο του κομμουνισμού που είχε εισχωρήσει στην εκπαίδευση γενικά και στο συγκρότημα του Μαρασλείου ειδικότερα. Τοιούτους καθηγητάς, με σαφώς αναρχικάς και κομμουνιστικάς ιδεολογίας, έχει σήμερον το Μαράσλειον Διδασκαλείον, όπως –φευ!– τους έχει όλος ο επίσημος εκπαιδευτικός κλοιός. Και οι καθηγηταί ούτοι δεν παύουν να εκφράζουν δημοσία, κατά τρόπον προκαλούντα κοινόν σκάνδαλον, τας ιδεολογίας των αυτάς. Τότε ήταν που στάλθηκε και στον πρωθυπουργό, τον Ανδρ. Μιχαλακόπουλο, το Φως που καίει του Βάρναλη, με την επισήμανση «Το κτήνος είναι και κωφόν» και την υπόδειξη ποιες σελίδες να διαβάσει για να δει πόσο αντιπατριωτικός είναι ο Βάρναλης. Έχω γράψει για το θέμα αυτό, αν και γράφω κάτι που μπορεί να είναι λάθος. Βασισμένος σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη του Βάρναλη, λέω ότι ο εθνικόφρων ρουφιάνος ήταν ο Ευστρ. Κουλουμβάκης, αλλά αν δείτε το εξώφυλλο του βιβλίου φαίνεται αν και ορνιθοσκαλισμένη η υπογραφή Κ. Ζηλεμένος.

Η τιμωρία του Βάρναλη προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες πολιτικών και λογοτεχνών, όχι μόνο αριστερών. Τον Απρίλιο του 1925 κυκλοφόρησαν δυο κείμενα διαμαρτυρίας, ένα από πολιτικούς και λογίους της Αθήνας, που το έχω ανεβάσει εδώ (υπογράφει και ο Γεώργιος Παπανδρέου), και άλλο ένα από λογίους της Αλεξάνδρειας, που μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ και που ο φίλος SpyrosZer είχε την καλοσύνη να το μεταγράψει και το παραθέτω στο τέλος (κι αν κάποιος φιλοτιμηθεί να τη μεταγράψει, ας το δηλώσει στα σχόλια κι ας μου στείλει το κείμενο να το ανεβάσω). Στο αλεξανδρινό κείμενο φιγουράρει και η υπογραφή του Κ.Π.Καβάφη -και είναι, απ’ όσο ξέρω, η μοναδική φορά που ο Καβάφης υπέγραψε συλλογικό κείμενο.

Διαβάζω στο βιβλίο του Κακαβάνη ένα απόσπασμα από άρθρο του Μαν. Γιαλουράκη, ο οποίος λέει ότι ο Καβάφης αρχικά δεν ήθελε να υπογράψει -πράγματι, τέτοια διαβήματα δεν ήταν στον χαρακτήρα του- αλλά οι φίλοι του τον μεταπείσανε όταν του θυμίσανε πόσο επαινετικά είχε εκφραστεί ο Βάρναλης για το έργο του. Ωστόσο, συνεχίζει ο Γιαλουράκης, ο Καβάφης έθεσε όρο να αμβλυνθεί το κείμενο, και μάλιστα το τροποποίησε ο ίδιος. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να βρίσκαμε την αρχική μορφή και να βλέπαμε ποιες τροποποιήσεις έκανε ο Καβάφης, αλλά μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ…

Ο Βάρναλης έδωσε πολύ μεγάλη σημασία στη στήριξη του Καβάφη. Έγραψε στον φίλο του τον Πάργα ευχαριστήρια επιστολή, οι δυο από τις τρεις παραγράφους της οποίας είναι αφιερωμένες στον Καβάφη: Κάμετέ μου τη χάριν να ευχαριστήσετε όλους από μέρους μου και ξεχωριστά το μοναδικό ποιητή Κ.Π.Καβάφη, για τον οποίον ο θαυμασμός μου είναι αδιάπτωτος από την πρώτη στιγμή που γνωρίσθηκα παιδί ακόμα με την τέχνη του.

Μέσα στην ομοιόμορφη νεοελληνική ποίησι, που κ’ εγώ είμαι ένας σαν τους άλλους, κανείς δεν μίλησε οικειότερον στην ψυχή μου από τον κ. Καβάφη…»

Δεν είναι και μικρό πράγμα τέτοιοι έπαινοι, και δεν οφείλονται στο αίσθημα ευγνωμοσύνης για τη στήριξη. Ο Βάρναλης και αργότερα δεν έπαψε να εκφράζεται πολύ επαινετικά για την ποίηση του Καβάφη -«Μοναδικός, ανόμοιαστος και ανεπανάληπτος» είναι ο τίτλος του άρθρου του στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1963. Και σε συνέντευξη του 1959 κάνει την εξής διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον ποιητή: Ο Καβάφης είναι πολύ βαθύς και πολύ ανθρώπινος ποιητής. Κατά βάθος βέβαια, πεσσιμιστής και αμοράλ, και όχι αγωνιστής.

Ο Βάρναλης έγραψε δυο ποιήματα που απαντούν άμεσα σε καβαφικά ποιήματα. Να πούμε εδώ ότι ο Καβάφης, το έχω ξαναγράψει, είναι με μεγάλη διαφορά, ο ποιητής μας εκείνος που τα ποιήματά του έχουν παρωδηθεί περισσότερο από κάθε άλλον. Άλλες παρωδίες ή μιμήσεις είναι χλευαστικές, όπως του Φώτου Πολίτη, άλλες είναι κολακευτικές, όπως του Λαπαθιώτη, ενώ άλλοι χρησιμοποίησαν το καβαφικό ύφος σαν όχημα για σάτιρα άλλων καταστάσεων, όπως ο Ξ. Κοκόλης, που τον χάσαμε πρόσφατα. Τα ποιήματα του Βάρναλη δεν είναι παρωδίες, ούτε μιμήσεις ύφους του Καβάφη, είναι ποιητικές απαντήσεις σε καβαφικά ποιήματα.

Το πρώτο ποίημα έχει τίτλο «Ντενσουάι 27 Ιουνίου 1906», που παραπέμπει απευθείας στον τίτλο του καβαφικού ποιήματος («27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.«) Δεν θα παραθέσω το βαρναλικό ποίημα, μπορείτε να το βρείτε εδώ. Να προσεχτεί ότι το καβαφικό ποίημα δεν ανήκει στα 154 αναγνωρισμένα, το έφερε στην επιφάνεια ο Στρ. Τσίρκας και το δημοσίευσε στο τεύχος Δεκεμβρίου 1963 της Επιθεώρησης Τέχνης (που ήταν αφιερωμένο στον Καβάφη). Αυτή η δημοσίευση έδωσε στον Βάρναλη το έναυσμα για να συνθέσει το δικό του ποίημα, που δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό δυο μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1964, με υπότιτλο «ήγουν παντού τα πάντα κι όποιοι» και αφιέρωση στον Τσίρκα. Ο Βάρναλης αφηγείται το ίδιο γεγονός αλλά πολύ εκτενέστερα. Ο Καβάφης εστιάζεται στον θρήνο της μάνας και στο εφηβικό σώμα, ο Βάρναλης καταγγέλλει το έγκλημα των αποικιοκρατών.

Το δεύτερο ποίημα του Βάρναλη γράφτηκε ως απάντηση στο πασίγνωστο καβαφικό «Η πόλις» και χρησιμοποιεί σαν υπότιτλο τον γνωστότερο στίχο του, «δεν έχει πλοίο για σε δεν έχει οδό». Ο Βάρναλης το έγραψε τον Νοέμβριο του 1968 (ογδονταπέντε χρονών) και το χάρισε στον Γ. Σαββίδη. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οργή λαού» που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του ποιητή σε επιμέλεια Σαββίδη, αλλά αποτελεί και οργανική συνέχεια της προηγούμενης συλλογής «Ελεύθερος κόσμος», όπως επισημαίνει ο Σαββίδης σε ένα άρθρο του. Όπως μας πληροφορεί ο Κακαβάνης, μια δεύτερη μορφή, με κάποιες αλλαγές, γράφτηκε τον Φλεβάρη του 1969 και δημοσιεύτηκε το 1972 στο λογοτεχνικό κυπριακό περιοδικό «Νέα εποχή».

Ο Βάρναλης διαφωνεί συμφωνώντας με τον Καβάφη. Και να μπορέσει να φύγει από την Πόλιν, τα ίδια θα βρει και αλλού, εκτός αν αλλάξει δρόμο στη ζωή του και ακολουθήσει την οδό της κοινωνικής αλλαγής.

Ο τίτλος, Ελευθερίης φάος ιρόν, δεν πρέπει να υπάρχει στην αρχαία γραμματεία ή τουλάχιστον δεν τον βρήκα πουθενά. (Ο Σαββίδης δεν αναφέρεται σ’ αυτό το θέμα). Θα πει, βέβαια, Ελευθερίας ιερό φως.

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΦΑΟΣ ΙΡΟΝ…»
           
                                    δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό
                                                                                    ΚΑΒΑΦΗΣ
 
 
            – Πια δεν μπορώ! Θα φύγω φτερωτός
            στον «ελεύθερον κόσμο του φωτός»!
            (Όχι Άφρικα κι Ασία! Καθημερνά
            φωτιά κι ατσάλι ο Αθάνατος κερνά.)
           
            Θα γεννηθώ ξανά, όπως θέλω, κι όσο
            μπορώ και θέλω εγώ να μεγαλώσω!
            (Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,
            αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!)
           
            – Αν απ’ εδώ σ’ αφήσουν κι αν εκεί
            σε δεχτούνε, θ’ αλλάξεις φυλακή.
            Ανάσα πουθενά του δουλευτή
            που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί.
           
            Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,
            φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο.
            Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,
            δεν έχουνε πατρίδα, οχτροί και μούλοι!
           
            Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου
            σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία τ’ ανθρώπου.
            Αλλού να γεννηθείς κι αλλού να πας,
            παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!
           
            Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο
            θα παίρνεις το δισάκι σου: «Θα φύγω!»
            Οι αλυσίδες σου στο ’να το σακί,
            στ’ άλλο ο τάφος σου – κι ώρα σου κακή!
           
            Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό;
            Ο «ελεύθερός σου κόσμος» είν’ εδώ.
            Κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού!
            Όλα τα ’χεις, γιατί να πας αλλού;
           
            (ψιθυριστά)
           
            Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,
            δεν είν’ εκεί που πας. Ν’ αλλάξεις δρόμο!

Υ.Γ.

Το κείμενο διαμαρτυρίας των λογίων της Αλεξάνδρειας, που πληκτρολόγησε ο φίλος SpyrosZer, παρατίθεται εδώ (με διατήρηση της ορθογραφίας πλην πολυτονικού):

 

                                                   ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

                                                            ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΛΗ

   ΜΙΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Με κατάπληξη έμαθε μία μεγάλη μερίς των διανοουμένων Αλεξάνδρειας  ότι η Εκπαιδευτική Επιτροπή του Υπουργείου της  Παιδείας κατεδίκασε σε εξάμηνο παύση τον ποιητή Κώστα Βάρναλη, καθηγητή στο Διδασκαλείον Αθηνών, για το λόγο ότι, πριν 2 ή 3 χρόνια,  εδημοσίευσε σ’ ένα βιβλίο του «Το φως που καίει»,  μερικούς στίχους που θίγουν, κατά την αντίληψη των κριτών του,  την ιδέα της πατρίδας.

Διερωτώμεθα αν η πειθαρχική αυτή τιμωρία του ποιητού,  που κατέφθασε με μια τέτοια παράξενη αργοπορία,  σημαίνει την απαρχή στην Ελλάδα, διωγμών κατά του πνεύματος και της ελευθερίας του λόγου,  εάν έπρεπε να εγκαθιδρυθή στον τόπο μας το πολίτευμα της  «Ελευθερίας» και της «Προόδου», η Δημοκρατία, για να καταδιωχθεί ένας ποιητής, γιατί διετύπωσε μιαν ιδέα που δεν αρέσει στους επισήμους, εάν το κράτος εννοεί να νομοθετήση επίσημη έκφραση ωρισμένων ιδεών…

Και από την άλλη μεριά, με περιέργεια και ανησυχία θέλομε να μάθωμε εάν οι κύριοι δικασταί της Εκπαιδευτικής Επιτροπής ανεκάλυψαν,  για την ιδέα της πατρίδος, τον απαρασάλευτο τύπο του ορθόδοξου ορισμού και απάνω εις αυτόν εμέτρησαν την ποιητική έκφραση που της έδωσε ο Βάρναλης  και την βρήκαν λανθασμένη, εγκληματική ….

Ελησμόνησαν άραγε οι κύριοι δικασταί  ότι ανέκαθεν οι καταδικασθέντες για τις ιδέες τους  ελατρεύτηκαν ως θεοί ή ήρωες του πνεύματος, μερικούς αιώνες ή και μερικές γενεές μόνο, κατόπιν;

Εάν η ποιητική έκφρασις του Βάρναλη είναι λανθασμένη, δεν θ’ αρκούσαν για να το αποδείξουν, εμπρός στα μάτια του λαού οι επίσημοι και μη διανοούμενοι, και να καταστρέψουν έτσι την αίρεση, με τα ίδια τους όπλα;

Έπρεπε να διαταχθή κατά του ποιητού η σκληρή, βάρβαρη ποινή της εξαμήνου πείνας;

Έπρεπε να τιμωρηθή το πνεύμα γιατί, στην έρευνά του, διετύπωσε μιαν έκφραση που επλήγωσε ορθές ή στραβές αντιλήψεις  μερικών ανώτερων υπαλλήλων του Υπουργείου της Παιδείας που ανέλαβαν να την κρίνουν;

Διαμαρτυρόμεθα και εκφράζομε στον Κώστα Βάρναλη  όλη τη συμπάθειά μας γιατί, εργάτης του πνεύματος, υπακούσας  στη σκέψη του και την συγκίνησή του, εξέφρασε μίαν αντίληψή του και χτυπήθηκε γι’ αυτό με ανάρμοστη τιμωρία.

Υψώνομε την διαμαρτυρία μας προς το Κράτος και τους υπευθύνους και τους ζητούμε, για τη τιμή τους, ν’ ανακαλέσουν και ν’ ακυρώσουν την απόφαση της Εκπαιδευτικής Επιτροπής.

Αλεξάνδρεια 13 Απριλίου 1925

Υπέγραψαν:

Β. Αθανασόπουλος, Γλαύκος Αλιθέρσης, Αγ. Αριστοκλής, Γ. Βρισιμιτζάκης, Σ. Γιαννακάκης, Δρ. Θ. Γεωργίου, Δ. Ευαγγέλου, Κ. Π. Καβάφης, Γ. Κιτρόπουλος, Απόστολος Λεοντής, Δ. Λίτσας,  Κ. Δ. Μακρής, Τίμος Μαλάνος,  Αθανάσιος Μαρσέλος, Πόλυς Μοδινός, Παύλος Μύρτης, Νικόλαος Νικολαίδης, Θ. Ξανθόπουλος, Στεφ. Πάργας, Β. Πασχαλίδης, Β. Παυλίδης, Μ. Περίδης, Γ. Πετρίδης, Γ. Πιερίδης, Αλεκ. Σκούφας, Δρ. Α. Σκουφόπουλος.

 

Posted in Βάρναλης, Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Εκπαίδευση, Εκδηλώσεις, Καβαφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 89 Σχόλια »

Η τιράντα της Μιράντας

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2012

Η Μιράντα και η καταιγίδα, πίνακας του Waterhouse (1916)

Πένθιμοι καιροί μας έχουν περικυκλώσει, ας βάλουμε ένα πιο ανάλαφρο θέμα σήμερα. Προτού ξεκινήσω, σπεύδω να διευκρινίσω ότι το άρθρο δεν αποτελεί υπαινιγμό για καμία συγκεκριμένη Μιράντα -μάλιστα, μόνο μία γυναίκα έχω γνωρίσει με το όνομα αυτό κι έχω χάσει εδώ και καιρό τα ίχνη της. Το όνομα είναι αφορμή για να αφηγηθώ μια παλιά ιστορία για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, που είναι άλλωστε και τα βασικά μας ενδιαφέροντα εδώ.

Το όνομα Μιράντα είναι μάλλον σπάνιο στα ελληνικά αλλά βέβαια μερικές γνωστές Μιράντες έχουμε, ας πούμε τις ηθοποιούς Μιράντα Κουνελάκη και Μιράντα Μυράτ. Το όνομα πάντως δεν είναι ντόπιο και στο eortologio.gr, που έχει όλες τις γιορτές, ακόμα και τις πιο σπάνιες, βρίσκουμε ότι «δεν γιορτάζει», δηλαδή ότι το όνομα δεν περιλαμβάνεται στο εορτολόγιο της εκκλησίας μας. Αν ξέρετε κάτι άλλο εσείς, πείτε μας. Για την προέλευσή της, βρίσκω ότι είναι το θηλυκό του λατινικού mirandus, από το mirare = θαυμάζω, δηλαδή Μιράντα είναι η θαυμαστή, η αξιοθαύμαστη.

Πότε άρχισαν ελληνίδες να ονομάζονται Μιράντες, δεν ξέρω. Πάντως, τον Γενάρη του 1899 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η τέχνη το ποίημα «Μιράντα» του Στέφανου Ραμά, κι εδώ θα σταθούμε. Αλλά πρώτα να κάνουμε τις συστάσεις.

Το περιοδικό «Η τέχνη», με εκδότη τον ποιητή Κώστα Χατζόπουλο, ήταν μάλλον βραχύβιο, αφού έκλεισε μόλις συμπλήρωσε έναν χρόνο ζωής, δώδεκα μηνιαία τεύχη από τον Νοέμβρη του 1898 έως τον Οκτώβριο του 1899. Ωστόσο, έγραψε ιστορία. Όπως είχε φιλοδοξήσει ο ιδρυτής της, η Τέχνη δεν έμοιαζε με κανένα από τα ως τότε περιοδικά. Ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που γραφόταν στη δημοτική, πριν ακόμα κι από τον Νουμά. Και ήταν καθαρά λογοτεχνικό περιοδικό, με συνεργάτες τα πιο λαμπρά ονόματα της πνευματικής ζωής. Οι συντελεστές του περιοδικού ονομάστηκαν «μαλλιαροί» και έγιναν στόχος του χλευασμού των καθαρευουσιάνων δημοσιογράφων –όμως τα δικά τους ονόματα θυμόμαστε σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Δημοτικισμός, Ομοιοκαταληξία, Ονόματα, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 172 Σχόλια »

Μια άστοχη κίνηση κι ένα ανεξόφλητο χρέος

Posted by sarant στο 27 Μαρτίου, 2011

Στις αρχές του χρόνου, το Υπουργείο Πολιτισμού ανακοίνωσε με τυμπανοκρουσίες τη σύσταση Εθνικής Επιτροπής η οποία θα μεριμνούσε για την επανέκδοση των έργων του Νίκου Καζαντζάκη «σε νέες, επιμελημένες και σχολιασμένες εκδόσεις». Η δωδεκαμελής επιτροπή απαρτιζόταν από πανεπιστημιακούς και ανθρώπους των γραμμάτων, πολλοί από τους οποίους πραγματικά τιμούν τα γράμματά μας, ενώ φαίνεται ότι καθοριστικό ρόλο για την απόφαση του υπουργείου έπαιξε μια Διεθνής Εταιρεία Φίλων του Καζαντζάκη, που είχε συγκεντρώσει μερικές χιλιάδες υπογραφές ζητώντας τη συγκρότηση της επιτροπής που θα προχωρούσε στην επανέκδοση.

Αν και στην ανακοίνωση του υπουργείου αναφερόταν ότι θα γίνονταν σεβαστά τα πνευματικά δικαιώματα των κληρονόμων του συγγραφέα, ήταν φανερό ότι ο δικαιούχος, ο Πάτροκλος Σταύρου, θετός γιος της Ελένης Καζαντζάκη, της δεύτερης γυναίκας του συγγραφέα, δεν είχε ερωτηθεί. Είναι βέβαια αλήθεια ότι τα δικαιώματα του Καζαντζάκη τα διεκδικούσαν δικαστικά και οι εγγονές της αδελφής του συγγραφέα, και κάποιοι θεώρησαν ότι με τη συγκρότηση της επιτροπής θα λυνόταν και αυτή η δικαστική διαμάχη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Λογοτεχνία, Πρόσφατη ιστορία, Πνευματικά δικαιώματα | Με ετικέτα: , , , , , | 62 Σχόλια »

Πωλείται κουλτούρα, τα φέσια δώρο

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2011

 

Αναδημοσιεύω σήμερα μια ανακοίνωση του Συλλόγου Μεταφραστών, Επιμελητών και Διορθωτών, του ΣΜΕΔ, που αφορά αφενός τη διαμάχη ενός γνωστού εκδοτικού οίκου με έναν μεταφραστή και αφετέρου το γενικότερο πρόβλημα της θέσης των εργαζομένων του κλάδου του βιβλίου σε εποχές κρίσης. Ίσως και όλων των εργαζομένων, μια και η περικοπή των αποδοχών και η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων είναι παρόμοια σε όλους τους κλάδους και μάλιστα περίπου ανεξάρτητα από την πορεία της επιχείρησης: εξαιρετικά κερδοφόρες εταιρείες έχουν επίσης επιχειρήσει ή καταφέρει να μειώσουν το μισθολογικό τους κόστος επικαλούμενες την κρίση. Ειδικά όμως στον χώρο της μετάφρασης βιβλίων, όπου ο εργαζόμενος συνήθως είναι μόνος του και διαπραγματεύεται ατομικά, ο εργοδότης έχει όλα τα χαρτιά στα χέρια του, γιατί ποιος εργαζόμενος μπορεί να αντέξει το κόστος μιας δικαστικής διαδικασίας; Και πώς αλλιώς θα βρει το δίκιο του; Είπα όμως πολλά, δίνω τον λόγο στην ανακοίνωση του ΣΜΕΔ. Να επισημάνω ότι δεν υιοθετώ κατ’ ανάγκη όλα τα σημεία του κειμένου, ούτε έχω ελέγξει ανεξάρτητα αν ισχύουν οι καταγγελίες -αν και φαντάζομαι πως ισχύουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εργατικά, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , | 93 Σχόλια »

Κλασική ηλιθιότητα και παριζιάνοι καραγκιόζηδες: τρία φαρμακερά μπιλιέτα του Ν. Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2010

Σε μια συζήτηση που έγινε προχτές στο ιστολόγιο και που μοιραία πέρασε και σε άλλα μονοπάτια, όπως τόσο γοητευτικά ξεστρατίζουν οι συζητήσεις αυτές, ο αγαπητός Αλφρέδος Νέανδρος (Alfred Neumann λέγεται αλλά είπα να τον εξελληνίσω) ανέφερε δυο φαρμακερά σημειώματα που έστειλε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης στην εφημ. Εστία το 1937.

Το πρώτο από αυτά στάλθηκε (ίσως) στις 3 Δεκεμβρίου 1937, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Παύλου Νιρβάνα (28.11.1937) που έγραφε το χρονογράφημα στην Εστία:

«Εστία», χωρίς Νιρβάνα, τι προορισμόν έχει; Για να πληροφορεί τους αφελείς της αναγνώστες για την… “ΚυμβελίνΗν” του Σαίκσπηρ;!-
Αλλά, θα μου πείτε, είναι η εφημερίς «των ενοικιαστηρίων»… Έχετε δίκιο! Το λησμόνησα!-
[3 ΧΙΙ 37 Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Λαπαθιώτης, Μικροφιλολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 11 Σχόλια »