Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου: Επίλογος στα Εφτά καλοκαίρια

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα έξι χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Παρόλο που, όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθώ να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του (το ίδιο θα γίνει και μεθαύριο), σήμερα που είναι η θλιβερή επέτειος έκρινα πως του ταιριάζει ένα πιο προσωπικό μνημόσυνο, κι έτσι διάλεξα ένα κείμενό του που έχει σαφώς προσωπικό χαρακτήρα: τον επίλογο από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».

Από το αφήγημα αυτό είχα δημοσιεύσει εκτενή αποσπάσματα το 2012 και το 2013 (τα βρίσκετε εδώ), αλλά όχι ολόκληρο το (ανέκδοτο) κείμενο. Έτσι, ο σημερινός επίλογος είναι αδημοσίευτος. Γράφτηκε το 2011, λίγους μήνες πριν από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα μου και έχει έντονο το στοιχείο του απολογισμού. (Ένα απόσπασμα του κειμένου είχε δημοσιεύσει πρόπερσι η αδελφή μου στο ιστολόγιό της μαζί με φωτογραφίες).

– ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ –

Έχουν συμπληρωθεί τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο που διαβάσατε (όσοι είχατε την υπομονή να φτάσετε ως το σημείο αυτό) και μολονότι ολοκλήρωσα την καταγραφή και των εφτά ευτυχισμένων καλοκαιριών, που από την αρχή είχα χαρακτηρίσει έτσι, δεν αποφάσιζα να το εκδώσω κι ας πέρασαν κιόλας εικοσιπέντε από το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι που κατέγραψα.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα χρόνια που κύλησαν από τότε ως σήμερα ήταν δυστυχισμένα. Κάθε άλλο. Μολονότι τυπικά είμαι συνταξιούχος, καθόλου δεν αποτραβήχτηκα από την ενεργό ζωή και δράση. Ούτε και η Κική άλλωστε. Μπορώ να πω μάλιστα, πως στην εικοσιπενταετία που ακολούθησε το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι [1985], έχουμε πολύ περισσότερες δραστηριότητες, μόνο που αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ούτε αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος και αυτό μας χαρίζει ένα μοναδικό αίσθημα ελευθερίας. Τι μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσαμε να φανταστούμε;

Όπως προαναφέρω, μπορώ να πω πως, προσωπικά, δεν τα πήγα άσκημα. Ίσως γιατί η αφετηρία της ζωής μου ήταν καλή. Είχα την τύχη να έχω καλούς γονείς, που μου εξασφάλισαν ευτυχισμένη παιδική ζωή, όπως και καλούς δασκάλους και καλούς φίλους, που συντέλεσαν πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Αλλά και μεγαλώνοντας, η καλοτυχία μου συνεχίστηκε. Θεωρώ εξαιρετική τύχη μου, το ότι πήρα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ, όχι μόνο γιατί εκεί συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά κυρίως γιατί ενστερνίστηκα ιδανικά και οράματα, με ανεκτίμητη αξία και διαχρονική ισχύ.

Η καλοτυχία μου πιστεύω πως ολοκληρώθηκε όταν συνάντησα τη γυναίκα μου, με την οποία έχουμε μοιραστεί τα τελευταία πενηνταεννιά χρόνια, μονιασμένα και δημιουργικά. Δεν αποχτήσαμε ποτέ μας πολλά λεφτά, αλλά αυτό ποτέ δεν μας απασχόλησε. Αποχτήσαμε όμως, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τρία παιδιά, που τα βοηθήσαμε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι και για τα οποία καμαρώνουμε. Χτίσαμε δύο σπίτια, φυτέψαμε κάπου τριακόσια δέντρα, και γράψαμε, εκείνη μεν τρεις συλλογές ποιημάτων και καμιά εκατοντάδα επιστημονικών εργασιών, εγώ δε ένδεκα βιβλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απολογισμοί, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: | 59 Σχόλια »

Η γειτονιά μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2012

Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Περάσαμε την αγορά και στον Άγιο Συμεών στρίψαμε αριστερά και πήραμε τον ανήφορο. Στο φούρνο του μπάρμπα Κλήμη στρίψαμε δεξιά και μπήκαμε στο δρόμο μας. Εδώ δεν ήταν μονάχα η γειτονιά μου. Ήταν κυριολεκτικά το σπίτι μου, γιατί από τα δεκαπέντε σπίτια του δρομάκου, τα οχτώ ανήκαν σε αδερφοξαδέρφια της μαμάς μου.
Δίπλα στο φούρνο ήταν το σπίτι της Πάτρας και της Αννέτας. Ήταν δυο γριές που πάντα με τρόμαζαν, γιατί ενώ ήταν κάτι ερείπια, ανά­μεσα στα εξήντα κι εβδομήντα, ντυνόντουσαν σαν νεαρές κοπέλες. Ήταν γεροντοκόρες. Το επόμενο σπίτι ήταν ψηλό και κλειστό σαν φρούριο. Ακόμα και η αυλή του ήταν δυο μέτρα πιο ψηλά από τον δρόμο και την περιτριγύρι­ζε ψηλός μαντρότοιχος. Θα το ’παιρνε κανείς για το άντρο κακοποιών. Εν τούτοις έμενε εκεί μια ησυχότατη οικογένεια ενός δημοσίου υπαλ­λήλου.
Ακολουθούσαν τα δυο δίδυμα σπίτια της θείας Ευτυχίας και της θείας Ζωής. Ήταν πρώτες εξαδέλφες της μητέρας μου, αλλά την περνούσαν τουλά­χιστο δεκαπέντε χρόνια κι έτσι τις θεωρούσα κάτι σαν γιαγιάδες μου. Η Ζωή, νεώτερη και κοντύτερη, ήταν η γυναίκα του Γιάσου. Το σπίτι της ήταν από μέσα βαμμένο με κόκκινη λαδομπογιά, όλα τα έπιπλα ή­ταν τυλιγμένα σε σκούρες θήκες και οι βαριές κουρτίνες στα παρά­θυρα ήταν μονίμως κλειστές. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα και η μόνιμη οσμή ναφθαλίνης που είχε δια­ποτισμένο το σπίτι, μ’ έκαναν να φοβάμαι να μπω μέσα και όπως φαίνεται έκαναν και τον Γιάσο να μην αντέχει να κάθεται εκεί, εκτός από τις ώρες του φαγητού και του ύπνου. Παρ’ όλα αυτά, στο σπίτι της θείας Ζωής ήταν κάποια πράγματα, που μου κάναν εντύπωση. Στη σάλα είχαν ένα κουρντιστό ρολόι που κάθε ώρα, αντί να χτυπά, έπαιζε το σκοπό από το τραγούδι:
«Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται»
Στο επάνω πάτωμα, στο μικρό κεφαλόσκαλο, ήταν ένα περίεργο μπαούλο με πομπέ κάλυμμα, ντυμένο με δέρμα καμήλας. Τέλος, δίπλα στη σκάλα ήταν μια μυστηριώδης καταπακτή, που οδηγούσε σ’ ένα υπόγειο γεμάτο ξύλα και κάρβουνα. Ήταν τόσο σκοτεινό αυτό το υπόγειο, που με τρόμαζε και μια φορά το είδα στο όνειρό μου.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 14 Σχόλια »

Στο τούρκικο χαμάμ (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2012

 

Το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να σημειώσω επίσης ότι ο πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, ο ποιητής και γραμματολόγος Κώστας Μίσσιος, δημοσίευσε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» ένα συγκινητικό κείμενο στη μνήμη του πατέρα μου, που μπορείτε να το διαβάσετε στο ιστολόγιο «Το φιστίκι».

Το λουτρό ήταν ένα τούρκικο χαμάμ, που βρισκόταν στην Απάνω Σκάλα. Απ’ όξω μου ‘δωσε την εντύπωση εκκλη­σιάς με τους θόλους του και τα στενά παράθυρά του. Καθώς ήμουν τότε στην ηλικία της αδιαφιλονίκητης θρησκευτικής πίστης και μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, μπήκα ανύποπτος και σχεδόν πρόθυμος μέσα.

Μόλις ανεβήκαμε μερικά πέτρινα σκαλιά, βρεθήκαμε σ’ ένα διάδρομο, όπου αριστερά ήταν πολλά δωμάτια με ξύλινους τοίχους και καφασωτά παράθυρα, ενώ δεξιά ήταν ένας πέτρινος τοίχος με μια μεγάλη βαριά ξύλινη θολω­τή πόρτα, απ’ όπου ακούγονταν πνιχτοί και βαθείς ήχοι, σαν να ‘βγαιναν από καμιά σπηλιά.

Μπήκαμε σε κάποιο από τα δωμάτια της αριστερής πλευράς, όπου όλες οι γυναίκες, η μαμά μου, οι θείες μου και η Παρασκευή, η υπηρέτρια της θείας Μένης, γδύ­θηκαν τελείως και τυλίχτηκαν σε κάτι μεγάλα μπουρνούζια. Παρά τις δια­μαρτυρίες μου μ’ έγδυσαν και μένα και με τύλιξαν σ’ ένα μεγάλο προσόψι. Κατόπιν ήρθε μια χοντρή και πολύ ιδρωμένη γυναίκα με ξύλινα τσόκαρα και πέτσινη ποδιά, που μας οδήγησε όλους μαζί προς την κλειστή θολωτή πόρτα. Όταν άνοιξε η πόρτα, μου πιάστηκε η αναπνοή. Από μέσα βγήκαν πυκνοί ατμοί και με τύλιξε μια υγρή καταχνιά, ενώ διάφοροι καμπανιστοί και σπηλαιώδεις ήχοι με κατατρόμαξαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 27 Σχόλια »

Ο Γιάσος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2012

 

Το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα από το «πρώτο καλοκαίρι», το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το πρώτο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να θυμίσω ότι προπολεμικά το λιμάνι της Μυτιλήνης, όπως άλλωστε και σχεδόν όλα τα λιμάνια της χώρας, δεν είχε υποδομή για να μπορούν τα πλοία να δένουν στην αποβάθρα και να κατεβαίνουν οι επιβάτες με τα πόδια, όπως σήμερα, έτσι το πλοίο έριχνε άγκυρα στα ανοιχτά και οι επιβάτες με τις αποσκευές τους, μετεπιβιβάζονταν σε βάρκες, κάτι που σε μερικά κυκλαδονήσια κράτησε ίσαμε τη δεκαετία του 1970 -μπορεί και του 1980 στην άγονη γραμμή. Ο Γιάσος, που πήρε το όνομά του από το «Γεια σου» που έλεγε σε όλους, μου θυμίζει δυο παπαδιαμαντικούς ήρωες, τον Ταπόη του Γουτού γουπατού για τη θηριώδη δύναμή του και την αναπηρία του, αλλά και τον Κακόμη, τον μπον βιβέρ χαμάλη του ομότιτλου διηγήματος.

Όταν με ξύπνησε η μαμά μου, το βαπόρι είχε φτάσει απ’ έξω από το λι­μάνι του νησιού μας. Ώσπου να πλυθώ και να ντυθώ είχε ρίξει με θόρυ­βο τις άγκυρές του. Όταν ανεβήκαμε στο κατάστρωμα, είχε κυκλω­θεί από τις βάρκες, που είχαν ξεκινήσει να το προϋπαντήσουν μόλις φά­νηκε στ’ ανοιχτά. Έφερναν τους επιβάτες που θα ταξίδευαν για τον Πειραι­ά και θα παίρνανε τους φερμένους στο νησί.
Σε κάθε βάρκα ήταν συνήθως οι δυο βαρκάρηδες, ο βοηθός τους, καμμιά δεκαριά επιβάτες κι αμέτρητο πλήθος βαλίτσες, καλάθια, μπόγοι, κλουβιά με πουλιά, κότες δεμένες ανά δύο από τα πόδια τους κι άλλα τσουμπλέκια. Οι βαρύτερες αποσκευές, μπαούλα, έπιπλα και εμπορεύματα, έρχονταν με τις χοντρές μαύρες μαούνες, που τις αργόσερναν μπενζίνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 17 Σχόλια »

Καλοκαίρι στο νησί (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2012

Μέχρι τον αναπάντεχο θάνατό του, στις 17 του Δεκέμβρη που μας πέρασε, ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, δημοσίευε κάθε βδομάδα ένα άρθρο στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που το αναδημοσίευα εδώ, ενώ παράλληλα έγραφε τα βιβλία του και άφησε στα συρτάρια του κάμποσα έργα έτοιμα προς έκδοση ή σχεδόν τελειωμένα. Ένα από αυτά είναι και το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», στο οποίο αναπολεί ευτυχισμένες – και λιγότερο ευτυχισμένες – στιγμές της ζωής του και εστιάζει τον φακό σε εφτά καλοκαίρια, από τα παιδικά και τα μαθητικά του χρόνια (1936, 1939), την εφηβεία μέσα στην Κατοχή και την Αντίσταση (1944), τα φοιτητικά χρόνια στις μολυβένιες μέρες του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών διώξεων (1945 – 1951), την επαγγελματική δραστηριότητα στη δεκαετία τού 1960 και την περίοδο της χούντας (1973) και, τέλος, τα χρόνια της ωριμότητας (1985). Ένα απόσπασμα, από το κεφάλαιο για τα φοιτητικά του χρόνια, έχει αναδημοσιευτεί κι εδώ. Η μητέρα μου διάλεξε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο, που έχουν κάποια αυτοτέλεια και αφορούν τη Μυτιλήνη, για να δημοσιεύονται, μια φορά τις δυο εβδομάδες, στο Εμπρός. Θα τα αναδημοσιεύω κι εδώ, με πρώτο το σημερινό, που θα το αφιερώσω στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που τόσο άδικα χάθηκε χτες το βράδυ, αφήνοντάς μας πιο λίγους και πιο φτωχούς…


(Το πρώτο καλοκαίρι είναι το καλοκαίρι του 1936. Ο πατέρας μου είναι 7 χρονών. Η οικογένεια επιστρέφει στη Μυτιλήνη, ύστερα από ένα διάλειμμα τριών χρόνων που έζησαν στην Αθήνα και στην Κρήτη για επαγγελματικούς λόγους του παππού μου).

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο χωριό του παππού μου (από τη γενιά της μητέρας μου). Απ’ ό,τι θυμάμαι ήταν ζεστό και ξερό. Για μένα κύλησε πολύ ευτυχισμένα και έτσι μού ‘μεινε αξέχαστο, αλλά για τους μεγάλους ήταν ένα τρομερό καλοκαίρι. Στην Ισπανία είχε ξεσπάσει η ανταρσία των εθνικιστών, στην Αβησσυνία τέλειωνε ο κατακτητικός πόλεμος του Μουσολίνι, στην Κίνα άρχισε ο πόλεμος με τους Γιαπωνέζους, ο Χίτλερ φοβέριζε την Ευρώπη, στη Σοβιετική Ένωση τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Και στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι θα γινόταν δικτατορία. […] Αποφασίστηκε να περάσουμε το καλοκαίρι στο νησί. Η μαμά μου το απαιτούσε επίμονα, επιταχτικά σχεδόν, κι ο πατέρας μου το δέχτηκε χωρίς πολλές αντιρρήσεις, γιατί περίμενε πως μέσα στο καλοκαίρι θα διοριζόταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας στο νησί.
Το πλοίο λεγόταν «Αρντένα» και θα ξεκινούσε το απόγεμα. Πρώτοι θα φεύγαμε η μαμά μου κι εγώ και ο πατέρας θα ακολουθούσε σε έναν περίπου μήνα, όταν θα έπαιρνε το χαρτί της μετάθεσής του. Πήγαμε όλοι μαζί με ταξί στον Πειραιά κι ο πατέρας μου μας συνόδεψε μέσα στο πλοίο, στο οποίο ανεβήκαμε από μία πανύψηλη λοξή σκάλα, που οδηγούσε από την προκυμαία στην πρύμνη του. Μας ταχτοποίησε στην καμπίνα μας, που τη μοιραστήκαμε με άλλες δύο κυρίες κι έμεινε μαζί μας στο σαλόνι του καραβιού, ώσπου πέρασε ένας ναυτικός με πηλίκιο και χρυσά γαλόνια, που χτυπούσε ένα κουδούνι και φώναζε:
«Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπται να αποβιβασθούν. Το πλοίο θα αναχωρήσει αμέσως.»
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 56 Σχόλια »

Στη μνήμη του Δημήτρη Σαραντάκου

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2011

Εννιά μέρες πέρασαν από τον θάνατο του πατέρα μου, θα μου επιτρέψετε ένα μικρό μνημόσυνο.

Η φωτογραφία είναι από κάποιο γλέντι σε αιγινήτικη ταβέρνα, όπου στο τέλος ο πατέρας μου, πολύ συχνά έβγαζε το τσαντάκι του με τις φυσαρμόνικες και άρχιζε να παίζει συνοδεύοντας το τραγούδι των άλλων.

Αριστερά κάθεται ο αιγινήτης ποιητής και τραγουδοποιός Γιώργος Μαρίνος, φίλος του πατέρα μου, που έγραψε σε μια τοπική εφημερίδα το εξής «Στη μνήμη του Δημήτρη»:

Μίμη μου, εκεί που θα διαβείς 
το μακρινό σου δρόμο,
πάρε τη φυσαρμόνικα
να πεις τραγούδια της καρδιάς,
της λευτεριάς, της λεβεντιάς,
όπως εκείνο που έλεγες:
“Με το ντουφέκι μου στον ώμο”

Πολύ με συγκίνησε, στην κυριακάτικη Αυγή (που βγήκε το Σάββατο 24 Δεκεμβρίου), ένα άρθρο του φίλου Στρατή Μπουρνάζου, που το αναδημοσιεύω εδώ:

Ένας μακρινός στενός φίλος

Η αρχική γνωριμία ήταν με τον Νίκο. Από το την ιστοσελίδα και το μπλογκ του, από τα βιβλία του, κατόπιν και από κοντά, όταν έγινε τακτικός συνεργάτης μας στα «Ενθέματα». Μέσα από το μπλογκ γνωρίσαμε και τον πατέρα, τον Δημήτρη — ο Νίκος αναδημοσίευε συχνά πυκνά κείμενά του, μας μίλαγε για τα βιβλία του. Και έτσι, μέσα από τα κείμενά του, ο πατέρας Σαραντάκος μάς έγινε κοντινός, οικείος και για όσους δεν τον είχαμε γνωρίσει — αρκεί να δει κανείς τα συλλυπητήρια στο μπλογκ: για τους αναγνώστες του ιστολογίου είναι σαν να έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο.

Δεν μπορούμε, σε λίγες γραμμές να περιγράψουμε το έργο αυτού του λόγιου μαχητή της Αριστεράς. Κι ακόμα πιο δύσκολο είναι να αποδώσουμε την πνοή, το πνεύμα του, τη ζωντάνια της παρουσίας του. Μια αίσθηση που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα την περασμένη Τρίτη, στην πολιτική του κηδεία στο Παλιό Φάληρο, στον κόσμο που συγκεντρώθηκε να τον αποχαιρετήσει, στους επικήδειους των φίλων και των συναγωνιστών· μια αίσθηση που κορυφώθηκε, όταν παλιοί φίλοι και συμμαθητές τραγούδησαν, με μια φυσαρμόνικα, όπως το συνήθιζαν με τον Μίμη, την «Ελιά», τους «Κυνηγούς» και άλλα κομμάτια από μια μυτιληνιά επιθεώρηση του Μεσοπολέμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , | 23 Σχόλια »