Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-17.12.2011): Αναμνήσεις από το 1973

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2021

Συμπληρώνονται σήμερα δέκα χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Όλα αυτά τα χρόνια, συνέχισα να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του, μέχρι πολύ πρόσφατα, που εξαντλήθηκε το απόθεμα των κειμένων. Έχουν απομείνει βέβαια ορισμένα έργα του «στο συρτάρι», που διστάζω όμως να τα παρουσιάσω καθώς δεν είχε ο ίδιος κάνει την τελειωτική επιμέλεια πριν από τη δημοσίευση. Επίσης, υπάρχουν ορισμένα αποσπάσματα βιβλίων που δεν τα έχω δημοσιεύσει και τα κρατάω για ειδικές περιστάσεις -σαν τη σημερινή.

Ένα βιογραφικό του πατέρα μου μπορείτε να βρείτε σε παλιότερο άρθρο.

Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του πατέρα μου Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, που ήταν έτοιμο για έκδοση από τον ίδιο όταν πέθανε ξαφνικά πριν από δέκα χρόνια, κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Αρχείο (Προηγουμένως είχε επίσης εκδοθεί μεταθανάτια ένα ακόμα έργο του, οι τρεις νουβέλες Ο βενετσιάνικος καθρέφτης). Από τα Εφτά καλοκαίρια έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο πολλά αποσπάσματα, το 2012 και το 2013 κυρίως, αλλά όχι ολόκληρο το έργο. Οπότε σήμερα θα παρουσιάσω αποσπάσματα από το Έκτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1973.

Το έκτο καλοκαίρι

Από το προηγούμενο καλοκαίρι περάσανε δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Στα χρόνια αυτά στήσαμε το νοικοκυριό μας, κάναμε άλλα δύο παιδιά,  αποχτήσαμε το πρώτο μας αυτοκίνητο, δέσαμε τις παλιές μας φιλίες, μεγαλώσαμε κατά τρία δωμάτια το σπίτι μας, ταξιδέψαμε πολύ και  εγώ έγραψα και τύπωσα ένα βιβλίο τεχνικού περιεχομένου.

Η δικτατορία δεν μας πείραξε, μολονότι τις πρώτες μέρες της φοβόμουν πως θα με πιάνανε. Φαίνεται πως για κάποιον, άγνωστο σε μένα, λόγο οι στρατιωτικοί δεν με είχαν στα δικά τους κατάστιχα, γιατί στην Αστυνομία είχα ογκώδη φάκελο. Τον δεύτερο χρόνο όμως απολύσανε την Κική από τη δουλειά της στο Αρεταίειο. Εγώ είχα παραιτηθεί από τον ΕΟΤ το 1965 και έτσι πρόλαβα να φύγω μόνος μου,  πριν με απολύσουν, όπως, κατά τον θείο μου τον Μιχάλη, είχανε σκοπό να κάνουν από τον καιρό ακόμη των «αποστατών». Έτσι γίναμε και οι δύο ελεύθεροι επαγγελματίες και παρά το αρχικό στένεμα και τις αναπόφευκτες λαχτάρες του ελεύθερου επαγγέλματος, τελικά επιζήσαμε αρκετά άνετα. Είχαμε μόνο κάτι ψιλοπεριπέτειες με την υγεία μας.

Το καλοκαίρι αυτό η δικτατορία των συνταγματαρχών κρατούσε ακόμα, αλλά όλα δείχνανε πως είχε φάει τα ψωμιά της. Ήδη από τη  διεθνή πίεση και κατακραυγή είχε αναγκαστεί τον Ιούλιο να απολύσει πολλούς πολιτικούς κρατούμενους από τα Γιούρα και τη Λέρο.

Αυτό το καλοκαίρι, που ο Νίκος ήταν  δεκατριώ χρονών, η Λένα έντεκα και η Έφη πέντε, αποφασίσαμε να πάμε τρεις βδομάδες στο νησί που γεννήθηκα και μάλιστα όχι μόνο εμείς οι πέντε αλλά κι ο Βασίλης με την Αλίκη και τους δυο γιους τους.

…………………….

Μιαν άλλη μέρα πήγαμε στην Αγιά Παρασκευή στου Πάνου του Ευαγγελινού, που διατηρούσε ακόμα το φαρμακείο του. Στον πηγαιμό αφηγήθηκα στα παιδιά και την Κική για το τελευταίο καλοκαίρι της Κατοχής που πέρασα εκεί, για το μοναδικό κατόρθωμα μου ως «αγωνιστή» της Εθνικής Αντίστασης, να προκαλέσω δηλαδή χωρίς λόγο την εκκένωση ενός ολόκληρου χωριού και τους ενημέρωσα για την προσωπικότητα του ανθρώπου που θα επισκεπτόμασταν.

Ο Πάνος Ευαγγελινός, φαρμακοποιός το επάγγελμα, ήταν στην πραγματικότητα λόγιος με τρία ως τότε βιβλία στο ενεργητικό του και πολλές δημοσιεύσεις στα τοπικά έντυπα. Κυρίως όμως ήταν φαρσέρ με ταλέντο, από τότε που ήταν νεαρός φοιτητής. Όταν άνοιξε το φαρμακείο του συστηματοποίησε αυτή του την ενασχόληση. Ταχτικό θύμα του ήταν ένας μπακάλης, που είχε εκεί δίπλα το μαγαζί του. Ήταν φοβερά παραδόπιστος και ταυτόχρονα πολύ καχύποπτος. Σε οποιαδήποτε πράξη ή πρόθεση του άλλου προσπαθούσε να ανακαλύψει κάποιο κρυφό κίνητρο, που οπωσδήποτε θα συνδεόταν με χρηματικό όφελος.

Με την ευκαιρία και για να περάσει η ώρα μας, αφηγήθηκα στα παιδιά δυο τέτοιες φάρσες, που διέπραξε σε βάρος του εν λόγω μπακάλη.

Μια μέρα λοιπόν, μπαίνοντας στο μπακάλικο για να ψωνίσει κάτι, ο Πάνος αντιλήφθηκε πως ο μπακάλης τύλιγε τις ρέγγες ή τις ελιές ή άλλα χύμα εμπορεύματα, σε φύλλα μιας παλιάς εφημερίδας της Μυτιλήνης, της «Σάλπιγγος» Όταν διαπίστωσε πως υπήρχε ολόκληρο πάκο από αυτές τις Σάλπιγγες, του λέει

«βρε Στρατή, μου τις δίνεις αυτές τις παλιοεφημερίδες και να σου δώσω άλλες άλλες πιο καινούργιες να πορεύεσαι;»

«ας΄τες κυρ Πάνο, άς΄τες να βρίσκονται» αρνήθηκε αυτός, που  αστραπιαία συνδύασε τη φήμη του Πάνου ως λόγιου και συλλέκτη, την παλαιότητα των εφημερίδων, που τις είχε αγοράσει μπιρ παρά με την οκά στη Μυτιλήνη και το ενδεχόμενο κέρδος που θα είχε αν του τις μοσχοπουλούσε.

Ο Πάνος ψυχολογόντας τον σωστά δεν επέμεινε, αλλά του το φύλαξε. Κατά σύμπτωση την άλλη μέρα τον επισκέφθηκε ο εισπράκτορας του ΤΣΑΥ, πρόσωπο τελείως άγνωστο στον κόσμο του χωριού, για να εισπράξει τη συμμετοχή του στο ταμείο, οπότε ο Πάνος τον έπεισε να πάει στον μπακάλη, να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και να του πει πως το Υπουργείο έμαθε ότι ήταν κάτοχος φύλλων της παλιάς και ιστορικής εφημερίδας της Λέσβου «Σάλπιγξ» και να ζητήσει να τις αγοράσει, προσφέροντας υπέρογκη τιμή.

«Κι αν δεχτεί να μου τις πουλήσει, τί γίνεται;» αντέτεινε ο εισπράκτορας

«Μη φοβάσαι, τέτοιο ενδεχόμενο δεν υπάρχει» τον καθησύχασε ο Πάνος.

Πραγματικά ο μπακάλης αρνήθηκε κατηγορηματικά στον «εκπρόσωπο του Υπουργείου» πως είχε καν τέτοιες εφημερίδες στην κατοχή του και δεν κάμφθηκε ακόμα και όταν ο εισπράχτορας, που άρχισε να γλεντάει την υπόθεση, του προσέφερε το μυθικό, τότε, ποσό των πέντε χιλιάδων δραχμών.

Όπως εξακρίβωσε εν συνεχεία ο Πάνος, ο μπακάλης τύλιξε το πάκο με τις πολύτιμες εφημερίδες σε καθαρό λαδόχαρτο, τις έβαλε σε έναν άδειο γκαζοτενεκε, που τον έθαψε στον κήπο του σπιτιού του, όπου θα βρίσκεται ακόμα.

Η δεύτερη φάρσα με το ίδιο θύμα ήταν πιο απλή και πιο σύντομη. Ο μπακάλης τα καλοκαιρινά βράδια λειτουργούσε το μαγαζί του και ως ανεπίσημο ουζοπωλείο, βγάζοντας, όταν το έκλεινε σαν μπακάλικο δυο τρία τραπεζάκια και μερικές καρέκλες στο δρόμο μπροστά του και σερβίροντας στους πελάτες ούζο, ρακί ή κρασί με μεζέδες ελιές, τσίρους, ρέγγες και τα παρόμοια. Ο Πάνος συνήθιζε όταν έκλεινε το φαρμακείο να πίνει ένα δυο ούζα στου Στρατή.

Ένα βράδυ καθώς τα πίνανε με κάποιους φίλους, έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό κατοστάρικο, το κοίταξε πολλήν ώρα και προσεχτικά στο φως του στύλου που ήταν ακριβώς από πάνω και ύστερα λέει του μπακάλη

«Βρε Στρατή, μου το χαλάς σε παρακαλώ;»

Ο Στρατής, που η απλή θέα οποιουδήποτε νομίσματος τραβούσε αμέσως το ενδιαφέρον του και ο οποίος είχε παρακολουθήσει την προσεχτική εξέταση του κολαριστού κατακαίνουργιου κατοστάρικου, υποπτεύθηκε αμέσως πως πρέπει να είναι κάλπικο

«Δεν έχω κυρ΄ Πάνο μ’ τόσα ψιλά»

«Ας είναι, δώς΄μου ενενήντα δραχμές»

«Ούτε τόσα έχω κυρ Πάνο»

Ο Πάνος κατέβηκε στις ογδόντα, στις εβδομήντα, στις εξήντα δραχμές, χωρίς αποτέλεσμα. Αντίθετα όσο ζητούσε λιγότερα τόσο μεγάλωνε η βεβαιότητα του μπακάλη πως το κατοστάρικο ήταν πλαστό. Όταν πια απερρίφθη η πρόταση του να αλλάξει το κατοστάρικο, που εννοείται ήταν γνησιότατο, με … δέκα δραχμές, ο Πάνος το έβαλε στο πορτοφόλι του ικανοποιημένος.

Ο Πάνος όταν φτάσαμε, μας υποδέχτηκε πολύ εγκάρδια και φάνηκε πως χάρηκε πολύ που γνώρισε τη νύφη και τα εγγόνια των φίλων του, του Νίκου και της Ελένης, στους οποίους είχε αφιερώσει πολλές σελίδες στο βιβλίο του «Σοβαρά και Γελοία».

 

Εκτός από αυτές τις εκδρομές, που τις κάναμε εμείς οι δύο και τα παιδιά μας, τον περισσότερο καιρό τον περνούσαμε με τους φίλους μας, Πήγαμε μαζί τους δυο μεγάλες εκδρομές: στα Βατερά και στο Μόλυβο.

Πηγαίνοντας για τα Βατερά συνεννοήθηκα με τους άλλους και πήρα στο δικό μου αμάξι, που ήταν πιο ευρύχωρο, (Πεζώ 404 κάραβαν ήταν) και τα οχτώ παιδιά της παρέας. Οι πέντε μεγάλοι θα πήγαιναν με το αμάξι του Βασίλη. Στα Θέρμα τα παιδιά διψάσανε και σταθήκαμε στο εκεί αναψυκτήριο, που είχε μια καταπληκτική θέα στον Κόλπο της Γέρας και παράγγειλα πορτοκαλάδες. Ορμήνεψα δε στα παιδιά να με φωνάζουν όλα «μπαμπά». Ακούγοντας τα ο καφετζής με ρώτησε

«Θ΄κας είνι ούλα;»

κι όταν του είπα «Ναι» μου είπε με θαυμασμό

«χαρά στα νιφρά σ΄»

Τα Βατερά μας ενθουσίασαν όλους ιδίως τους «Αθηναίους», που δεν είχαν ξαναδεί την απέραντη αμμουδιά και την πεντακάθαρη θάλασσα τους. Έχοντας εξοικειωθεί με τα παιδιά, ιδίως με τα μικρότερα: την Έφη, τον Κρίτονα και τον Ορέστη, ανέλαβα να τα απασχολήσω παίζοντας μαζί τους στην άμμο. Καταπιαστήκαμε να φτιάξουμε ένα φρούριο με άμμο και βότσαλα, αλλά καθώς έσκαβα, κατάφερα κι έχασα τη βέρα μου! Ήταν κάπως φαρδυά και γλύστρησε από το δάχτυλό μου και χάθηκε μέσα στην άμμο. Επιστράτευσα τα παιδιά που ανασκάψανε την αμμουδιά σε όλη τη γύρω άκταση, δημιουργώντας αληθινή λιμνοθάλασσα, η βέρα όμως δε βρέθηκε.

Ήταν η δεύτερη φορά που έχανα τη βέρα μου. Η αρχική ήταν κάπως στενή και με ενοχλούσε, γι΄αυτό κάθε τόσο την έβγαζα. Τώρα πού και πώς την έχασα είναι μυστήριο. Ίσως σε ένα από τα πολλά βγαλσίματα, αντί να τη χώσω στην τσέπη του παντελονιού μου, μού΄πεσε χωρίς να το αντιληφθώ. Πήρα τότε και τη βέρα της Κικής και μαζί με την απαιτούμενη ποσότητα χρυσού τη λιώσαμε και φτιάξαμε δυο καινούριες. Για να μην έχουμε δε το ίδιο πρόβλημα τη δικιά μου την κάναμε κάπως φαρδυά και να το αποτέλεσμα.

Ανεξαρτήτως πάντως αυτής της απώλειας, περάσαμε ωραία. Διανυκτερεύσαμε σε μια μικρή πανσιόν και το βράδι φάγαμε σε μια ταβέρνα στην άκρη της αμμουδιάς πάνω σε ένα λοφίσκο, δίπλα στα ερείπια ενός αρχαίου ναού. Το φεγγάρι που βρισκότανε στο δεύτερο τέταρτό του συμπλήρωνε την ειδυλλιακή εικόνα.

Η επόμενη εκδρομή μας ήταν στο βόρειο μέρος του νησιού και συγκεκριμένα στον Μόλυβο. Πηγαίνοντας  ακολουθήσαμε τη διαδρομή: Μυτιλήνη – Θερμή – Μανταμάδο – Σκαμνιά – Εφταλού – Μόλυβος. Φάγαμε για μεσημέρι στο μαγευτικό λιμανάκι στη Σκάλα της Σκαμιάς, με τη γραφική εκκλησούλα της Παναγιάς της Γοργόνας και συνεχίσαμε για τον Μόλυβο, όπου διανυκτερεύσαμε. Είχα να πάω στο Μόλυβο και στην Πέτρα από το Γενάρη του ΄45, όταν το θεατρικό τμήμα της Μαθητικής ΕΠΟΝ έδωσε στα μέρη αυτά παραστάσεις. Το απόγεμα, στην Πέτρα, οι «Αθηναίοι» φίλοι μας βλέποντας την καταπληκτική αμμουδιά της και τη γαλήνια θάλασσα, φόρεσαν τα μαγιό τους και βούτηξαν με αλαλαγμούς για να βγουν αμέσως έξω. Ήταν σα να κάνανε γκελ στην επιφάνεια της.

«παγάκια έχουν βάλει;»

αναρωτήθηκε ο Βασίλης τουρτουρίζοντας. Είχα ξεχάσει να τους προειδοποιήσω πως τα νερά στις βόρειες και δυτικές ακτές του νησιού είναι μονίμως κατάψυχρα, σχεδόν παγωμένα, από ένα ρεύμα που κατεβαίνει ίσια από τα Δαρδανέλια.

……………………………………….

Την Κική την απολύσανε από τη δουλειά της στο Αρεταίειο την πρώτη επέτειο της δικτατορίας. Στο Νοσοκομείο το γενικό πρόσταγμα μεταξύ των χουντικών και κατ΄επέκτασιν και εφ΄όλων των άλλων το είχε ο μάγειρας, άτομο νεαρό και κάπως θρασύ*. Αυτός λοιπόν όταν κόντευε η πρώτη επέτειος της Εθνοσωτηρίου, έβγαλε φετφά, οι θάλαμοι να εργαστούν με προσωπικό ασφαλείας και τα  εργαστήρια να μη λειτουργήσουν, όλο δε το προσωπικό να συγκεντρωθεί για να τιμήσει την επέτειο.

Η  Κική όχι μόνο δεν υπάκουσε αλλά δήλωσε πως εντολές σχετικά με τη λειτουργία των εργαστηρίων δέχεται μόνο από τον Διευθυντή του Νοσοκομείου ή έστω από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου. Το αποτέλεσμα ήταν πως σε μια βδομάδα της κοινοποιήθηκε απόλυση! Παράλληλα την καλέσανε στην Ασφάλεια και την πίεσαν να δηλώσει μεταξύ άλλων τι φρονεί περί του … Ανδρέα Παπανδρέου! Φυσικά δεν έκανε καμιά παραχώρηση ούτε έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Με τη συμβουλή φίλων και συναγωνιστών δικηγόρων, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο, ύστερα από πολλούς μήνες φυσικά, την δικαίωσε ακυρώνοντας την απόλυση της ως μη νομικώς αιτιολογημένη. Και ήταν τότε Υπουργός Παιδείας ο ίδιος ο Παπαδόπουλος!

Φυσικά στη θέση της επανήλθε μόνο μετά την πτώση της Χούντας και για να αναπληρώσει την απώλεια του μισθού έστησε στη σοφίτα του σπιτιού ολόκληρο εργαστήριο βιοχημικών αναλύσεων που πήγε πολύ καλά, καθώς απέκτησε πλήθος πελατών, κυρίως μικροβιολόγων. Αργότερα έπιασε δουλειά σε μια ιδιωτική επιχείρηση, τη Θεραπευτική Κλινική, κρατώντας όμως και το εργαστήριό της.

(Πολύ αργότερα, γύρω στο ΄81, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ετέθη θέμα να απολυθεί ο μάγειρας. Η Κική τότε ήταν μέλος της Διοίκησης του Νοσοκομείου, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων και αντιτάχθηκε με σθένος στην απόλυσή του εφόσον επρόκειτο για φτωχό βιοπαλαιστή. Όταν το ΄92 πέρασε από σοβαρή αρρώστεια και υποβλήθηκε σε εγχείρηση, ο μάγειρας, που είχε μάθει τη στάση της πήγε και της φιλούσε τα χέρια).

Στο μεταξύ αποχτήσαμε και το τρίτο μας παιδί, την Έφη. Ευτυχώς στο μεγάλωμα των παιδιών μας είχαμε από την αρχή τη συμπαράσταση των γονιών μου και της πεθεράς μου και αυτό μας διευκόλυνε πολύ, γιατί όσο να΄ναι δεν είναι εύκολη δουλειά να μεγαλώνει τρία παιδιά ένα ζευγάρι εργαζομένων και μάλιστα χωρίς τη σταθερότητα και τα λοιπά πλεονεκτήματα  της μόνιμης δουλειάς στο δημόσιο ή σε κάποιον οργανισμό.

Ο πατέρας μου κατείχε στην εντέλεια την «τέχνη να είναι κανείς παππούς», όπως γράφει ο Ουγκώ, αλλά και η μάνα μου κι η πεθερά μου δεν πήγαιναν πίσω. Τα παιδιά εξ άλλου αγάπησαν θερμά τους προγόνους τους, τις γιαγιάδες τους, που ήταν όλο χάδια και τρυφερότητα και τον παππού τους που ήταν ανεξάντλητη πηγή παραμυθιών και γνώσεων και απίστευτα ανεκτικός στις σκανταλιές τους, Στο βιβλίο που έγραψα πολύ αργότερα γι αυτόν, αναφέρω μια σκηνή χαρακτηριστική αυτής της ανεκτικότητας: Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού τους ο Νίκος με τη Λένα πάλευαν σωρός κουβάρι στο πάτωμα και η Έφη, δυό χρονώ, καβάλα στο σβέρκο του τον χτένιζε … ανάποδα ενώ εκείνος την ίδια στιγμή, πανευτυχής και ατάραχος, έγραφε έμμετρη επιστολή προς τον Στρατή τον Αναστασέλλη!

………………………..

 

Advertisement

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 130 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκεμβρίου, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου: Επίλογος στα Εφτά καλοκαίρια

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα έξι χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Παρόλο που, όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθώ να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του (το ίδιο θα γίνει και μεθαύριο), σήμερα που είναι η θλιβερή επέτειος έκρινα πως του ταιριάζει ένα πιο προσωπικό μνημόσυνο, κι έτσι διάλεξα ένα κείμενό του που έχει σαφώς προσωπικό χαρακτήρα: τον επίλογο από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».

Από το αφήγημα αυτό είχα δημοσιεύσει εκτενή αποσπάσματα το 2012 και το 2013 (τα βρίσκετε εδώ), αλλά όχι ολόκληρο το (ανέκδοτο) κείμενο. Έτσι, ο σημερινός επίλογος είναι αδημοσίευτος. Γράφτηκε το 2011, λίγους μήνες πριν από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα μου και έχει έντονο το στοιχείο του απολογισμού. (Ένα απόσπασμα του κειμένου είχε δημοσιεύσει πρόπερσι η αδελφή μου στο ιστολόγιό της μαζί με φωτογραφίες).

– ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ –

Έχουν συμπληρωθεί τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο που διαβάσατε (όσοι είχατε την υπομονή να φτάσετε ως το σημείο αυτό) και μολονότι ολοκλήρωσα την καταγραφή και των εφτά ευτυχισμένων καλοκαιριών, που από την αρχή είχα χαρακτηρίσει έτσι, δεν αποφάσιζα να το εκδώσω κι ας πέρασαν κιόλας εικοσιπέντε από το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι που κατέγραψα.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα χρόνια που κύλησαν από τότε ως σήμερα ήταν δυστυχισμένα. Κάθε άλλο. Μολονότι τυπικά είμαι συνταξιούχος, καθόλου δεν αποτραβήχτηκα από την ενεργό ζωή και δράση. Ούτε και η Κική άλλωστε. Μπορώ να πω μάλιστα, πως στην εικοσιπενταετία που ακολούθησε το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι [1985], έχουμε πολύ περισσότερες δραστηριότητες, μόνο που αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ούτε αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος και αυτό μας χαρίζει ένα μοναδικό αίσθημα ελευθερίας. Τι μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσαμε να φανταστούμε;

Όπως προαναφέρω, μπορώ να πω πως, προσωπικά, δεν τα πήγα άσκημα. Ίσως γιατί η αφετηρία της ζωής μου ήταν καλή. Είχα την τύχη να έχω καλούς γονείς, που μου εξασφάλισαν ευτυχισμένη παιδική ζωή, όπως και καλούς δασκάλους και καλούς φίλους, που συντέλεσαν πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Αλλά και μεγαλώνοντας, η καλοτυχία μου συνεχίστηκε. Θεωρώ εξαιρετική τύχη μου, το ότι πήρα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ, όχι μόνο γιατί εκεί συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά κυρίως γιατί ενστερνίστηκα ιδανικά και οράματα, με ανεκτίμητη αξία και διαχρονική ισχύ.

Η καλοτυχία μου πιστεύω πως ολοκληρώθηκε όταν συνάντησα τη γυναίκα μου, με την οποία έχουμε μοιραστεί τα τελευταία πενηνταεννιά χρόνια, μονιασμένα και δημιουργικά. Δεν αποχτήσαμε ποτέ μας πολλά λεφτά, αλλά αυτό ποτέ δεν μας απασχόλησε. Αποχτήσαμε όμως, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τρία παιδιά, που τα βοηθήσαμε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι και για τα οποία καμαρώνουμε. Χτίσαμε δύο σπίτια, φυτέψαμε κάπου τριακόσια δέντρα, και γράψαμε, εκείνη μεν τρεις συλλογές ποιημάτων και καμιά εκατοντάδα επιστημονικών εργασιών, εγώ δε ένδεκα βιβλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απολογισμοί, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: | 60 Σχόλια »

Η γειτονιά μου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2012

Το σημερινό είναι το τέταρτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Περάσαμε την αγορά και στον Άγιο Συμεών στρίψαμε αριστερά και πήραμε τον ανήφορο. Στο φούρνο του μπάρμπα Κλήμη στρίψαμε δεξιά και μπήκαμε στο δρόμο μας. Εδώ δεν ήταν μονάχα η γειτονιά μου. Ήταν κυριολεκτικά το σπίτι μου, γιατί από τα δεκαπέντε σπίτια του δρομάκου, τα οχτώ ανήκαν σε αδερφοξαδέρφια της μαμάς μου.
Δίπλα στο φούρνο ήταν το σπίτι της Πάτρας και της Αννέτας. Ήταν δυο γριές που πάντα με τρόμαζαν, γιατί ενώ ήταν κάτι ερείπια, ανά­μεσα στα εξήντα κι εβδομήντα, ντυνόντουσαν σαν νεαρές κοπέλες. Ήταν γεροντοκόρες. Το επόμενο σπίτι ήταν ψηλό και κλειστό σαν φρούριο. Ακόμα και η αυλή του ήταν δυο μέτρα πιο ψηλά από τον δρόμο και την περιτριγύρι­ζε ψηλός μαντρότοιχος. Θα το ’παιρνε κανείς για το άντρο κακοποιών. Εν τούτοις έμενε εκεί μια ησυχότατη οικογένεια ενός δημοσίου υπαλ­λήλου.
Ακολουθούσαν τα δυο δίδυμα σπίτια της θείας Ευτυχίας και της θείας Ζωής. Ήταν πρώτες εξαδέλφες της μητέρας μου, αλλά την περνούσαν τουλά­χιστο δεκαπέντε χρόνια κι έτσι τις θεωρούσα κάτι σαν γιαγιάδες μου. Η Ζωή, νεώτερη και κοντύτερη, ήταν η γυναίκα του Γιάσου. Το σπίτι της ήταν από μέσα βαμμένο με κόκκινη λαδομπογιά, όλα τα έπιπλα ή­ταν τυλιγμένα σε σκούρες θήκες και οι βαριές κουρτίνες στα παρά­θυρα ήταν μονίμως κλειστές. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα και η μόνιμη οσμή ναφθαλίνης που είχε δια­ποτισμένο το σπίτι, μ’ έκαναν να φοβάμαι να μπω μέσα και όπως φαίνεται έκαναν και τον Γιάσο να μην αντέχει να κάθεται εκεί, εκτός από τις ώρες του φαγητού και του ύπνου. Παρ’ όλα αυτά, στο σπίτι της θείας Ζωής ήταν κάποια πράγματα, που μου κάναν εντύπωση. Στη σάλα είχαν ένα κουρντιστό ρολόι που κάθε ώρα, αντί να χτυπά, έπαιζε το σκοπό από το τραγούδι:
«Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται»
Στο επάνω πάτωμα, στο μικρό κεφαλόσκαλο, ήταν ένα περίεργο μπαούλο με πομπέ κάλυμμα, ντυμένο με δέρμα καμήλας. Τέλος, δίπλα στη σκάλα ήταν μια μυστηριώδης καταπακτή, που οδηγούσε σ’ ένα υπόγειο γεμάτο ξύλα και κάρβουνα. Ήταν τόσο σκοτεινό αυτό το υπόγειο, που με τρόμαζε και μια φορά το είδα στο όνειρό μου.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 14 Σχόλια »

Στο τούρκικο χαμάμ (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2012

 

Το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα από το “πρώτο καλοκαίρι”, το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να σημειώσω επίσης ότι ο πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, ο ποιητής και γραμματολόγος Κώστας Μίσσιος, δημοσίευσε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» ένα συγκινητικό κείμενο στη μνήμη του πατέρα μου, που μπορείτε να το διαβάσετε στο ιστολόγιο «Το φιστίκι».

Το λουτρό ήταν ένα τούρκικο χαμάμ, που βρισκόταν στην Απάνω Σκάλα. Απ’ όξω μου ‘δωσε την εντύπωση εκκλη­σιάς με τους θόλους του και τα στενά παράθυρά του. Καθώς ήμουν τότε στην ηλικία της αδιαφιλονίκητης θρησκευτικής πίστης και μου άρεσε η ατμόσφαιρα της εκκλησίας, μπήκα ανύποπτος και σχεδόν πρόθυμος μέσα.

Μόλις ανεβήκαμε μερικά πέτρινα σκαλιά, βρεθήκαμε σ’ ένα διάδρομο, όπου αριστερά ήταν πολλά δωμάτια με ξύλινους τοίχους και καφασωτά παράθυρα, ενώ δεξιά ήταν ένας πέτρινος τοίχος με μια μεγάλη βαριά ξύλινη θολω­τή πόρτα, απ’ όπου ακούγονταν πνιχτοί και βαθείς ήχοι, σαν να ‘βγαιναν από καμιά σπηλιά.

Μπήκαμε σε κάποιο από τα δωμάτια της αριστερής πλευράς, όπου όλες οι γυναίκες, η μαμά μου, οι θείες μου και η Παρασκευή, η υπηρέτρια της θείας Μένης, γδύ­θηκαν τελείως και τυλίχτηκαν σε κάτι μεγάλα μπουρνούζια. Παρά τις δια­μαρτυρίες μου μ’ έγδυσαν και μένα και με τύλιξαν σ’ ένα μεγάλο προσόψι. Κατόπιν ήρθε μια χοντρή και πολύ ιδρωμένη γυναίκα με ξύλινα τσόκαρα και πέτσινη ποδιά, που μας οδήγησε όλους μαζί προς την κλειστή θολωτή πόρτα. Όταν άνοιξε η πόρτα, μου πιάστηκε η αναπνοή. Από μέσα βγήκαν πυκνοί ατμοί και με τύλιξε μια υγρή καταχνιά, ενώ διάφοροι καμπανιστοί και σπηλαιώδεις ήχοι με κατατρόμαξαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 27 Σχόλια »

Ο Γιάσος (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 7 Φεβρουαρίου, 2012

 

Το σημερινό είναι το δεύτερο απόσπασμα από το «πρώτο καλοκαίρι», το πρώτο κεφάλαιο δηλαδή από τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε προχτές στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το πρώτο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Να θυμίσω ότι προπολεμικά το λιμάνι της Μυτιλήνης, όπως άλλωστε και σχεδόν όλα τα λιμάνια της χώρας, δεν είχε υποδομή για να μπορούν τα πλοία να δένουν στην αποβάθρα και να κατεβαίνουν οι επιβάτες με τα πόδια, όπως σήμερα, έτσι το πλοίο έριχνε άγκυρα στα ανοιχτά και οι επιβάτες με τις αποσκευές τους, μετεπιβιβάζονταν σε βάρκες, κάτι που σε μερικά κυκλαδονήσια κράτησε ίσαμε τη δεκαετία του 1970 -μπορεί και του 1980 στην άγονη γραμμή. Ο Γιάσος, που πήρε το όνομά του από το «Γεια σου» που έλεγε σε όλους, μου θυμίζει δυο παπαδιαμαντικούς ήρωες, τον Ταπόη του Γουτού γουπατού για τη θηριώδη δύναμή του και την αναπηρία του, αλλά και τον Κακόμη, τον μπον βιβέρ χαμάλη του ομότιτλου διηγήματος.

Όταν με ξύπνησε η μαμά μου, το βαπόρι είχε φτάσει απ’ έξω από το λι­μάνι του νησιού μας. Ώσπου να πλυθώ και να ντυθώ είχε ρίξει με θόρυ­βο τις άγκυρές του. Όταν ανεβήκαμε στο κατάστρωμα, είχε κυκλω­θεί από τις βάρκες, που είχαν ξεκινήσει να το προϋπαντήσουν μόλις φά­νηκε στ’ ανοιχτά. Έφερναν τους επιβάτες που θα ταξίδευαν για τον Πειραι­ά και θα παίρνανε τους φερμένους στο νησί.
Σε κάθε βάρκα ήταν συνήθως οι δυο βαρκάρηδες, ο βοηθός τους, καμμιά δεκαριά επιβάτες κι αμέτρητο πλήθος βαλίτσες, καλάθια, μπόγοι, κλουβιά με πουλιά, κότες δεμένες ανά δύο από τα πόδια τους κι άλλα τσουμπλέκια. Οι βαρύτερες αποσκευές, μπαούλα, έπιπλα και εμπορεύματα, έρχονταν με τις χοντρές μαύρες μαούνες, που τις αργόσερναν μπενζίνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 17 Σχόλια »

Καλοκαίρι στο νησί (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2012

Μέχρι τον αναπάντεχο θάνατό του, στις 17 του Δεκέμβρη που μας πέρασε, ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, δημοσίευε κάθε βδομάδα ένα άρθρο στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που το αναδημοσίευα εδώ, ενώ παράλληλα έγραφε τα βιβλία του και άφησε στα συρτάρια του κάμποσα έργα έτοιμα προς έκδοση ή σχεδόν τελειωμένα. Ένα από αυτά είναι και το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», στο οποίο αναπολεί ευτυχισμένες – και λιγότερο ευτυχισμένες – στιγμές της ζωής του και εστιάζει τον φακό σε εφτά καλοκαίρια, από τα παιδικά και τα μαθητικά του χρόνια (1936, 1939), την εφηβεία μέσα στην Κατοχή και την Αντίσταση (1944), τα φοιτητικά χρόνια στις μολυβένιες μέρες του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών διώξεων (1945 – 1951), την επαγγελματική δραστηριότητα στη δεκαετία τού 1960 και την περίοδο της χούντας (1973) και, τέλος, τα χρόνια της ωριμότητας (1985). Ένα απόσπασμα, από το κεφάλαιο για τα φοιτητικά του χρόνια, έχει αναδημοσιευτεί κι εδώ. Η μητέρα μου διάλεξε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο, που έχουν κάποια αυτοτέλεια και αφορούν τη Μυτιλήνη, για να δημοσιεύονται, μια φορά τις δυο εβδομάδες, στο Εμπρός. Θα τα αναδημοσιεύω κι εδώ, με πρώτο το σημερινό, που θα το αφιερώσω στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που τόσο άδικα χάθηκε χτες το βράδυ, αφήνοντάς μας πιο λίγους και πιο φτωχούς…


(Το πρώτο καλοκαίρι είναι το καλοκαίρι του 1936. Ο πατέρας μου είναι 7 χρονών. Η οικογένεια επιστρέφει στη Μυτιλήνη, ύστερα από ένα διάλειμμα τριών χρόνων που έζησαν στην Αθήνα και στην Κρήτη για επαγγελματικούς λόγους του παππού μου).

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο χωριό του παππού μου (από τη γενιά της μητέρας μου). Απ’ ό,τι θυμάμαι ήταν ζεστό και ξερό. Για μένα κύλησε πολύ ευτυχισμένα και έτσι μού ‘μεινε αξέχαστο, αλλά για τους μεγάλους ήταν ένα τρομερό καλοκαίρι. Στην Ισπανία είχε ξεσπάσει η ανταρσία των εθνικιστών, στην Αβησσυνία τέλειωνε ο κατακτητικός πόλεμος του Μουσολίνι, στην Κίνα άρχισε ο πόλεμος με τους Γιαπωνέζους, ο Χίτλερ φοβέριζε την Ευρώπη, στη Σοβιετική Ένωση τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Και στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι θα γινόταν δικτατορία. […] Αποφασίστηκε να περάσουμε το καλοκαίρι στο νησί. Η μαμά μου το απαιτούσε επίμονα, επιταχτικά σχεδόν, κι ο πατέρας μου το δέχτηκε χωρίς πολλές αντιρρήσεις, γιατί περίμενε πως μέσα στο καλοκαίρι θα διοριζόταν στο υποκατάστημα της Τράπεζας στο νησί.
Το πλοίο λεγόταν «Αρντένα» και θα ξεκινούσε το απόγεμα. Πρώτοι θα φεύγαμε η μαμά μου κι εγώ και ο πατέρας θα ακολουθούσε σε έναν περίπου μήνα, όταν θα έπαιρνε το χαρτί της μετάθεσής του. Πήγαμε όλοι μαζί με ταξί στον Πειραιά κι ο πατέρας μου μας συνόδεψε μέσα στο πλοίο, στο οποίο ανεβήκαμε από μία πανύψηλη λοξή σκάλα, που οδηγούσε από την προκυμαία στην πρύμνη του. Μας ταχτοποίησε στην καμπίνα μας, που τη μοιραστήκαμε με άλλες δύο κυρίες κι έμεινε μαζί μας στο σαλόνι του καραβιού, ώσπου πέρασε ένας ναυτικός με πηλίκιο και χρυσά γαλόνια, που χτυπούσε ένα κουδούνι και φώναζε:
«Παρακαλούνται οι κύριοι επισκέπται να αποβιβασθούν. Το πλοίο θα αναχωρήσει αμέσως.»
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 56 Σχόλια »

Στη μνήμη του Δημήτρη Σαραντάκου

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2011

Εννιά μέρες πέρασαν από τον θάνατο του πατέρα μου, θα μου επιτρέψετε ένα μικρό μνημόσυνο.

Η φωτογραφία είναι από κάποιο γλέντι σε αιγινήτικη ταβέρνα, όπου στο τέλος ο πατέρας μου, πολύ συχνά έβγαζε το τσαντάκι του με τις φυσαρμόνικες και άρχιζε να παίζει συνοδεύοντας το τραγούδι των άλλων.

Αριστερά κάθεται ο αιγινήτης ποιητής και τραγουδοποιός Γιώργος Μαρίνος, φίλος του πατέρα μου, που έγραψε σε μια τοπική εφημερίδα το εξής «Στη μνήμη του Δημήτρη»:

Μίμη μου, εκεί που θα διαβείς 
το μακρινό σου δρόμο,
πάρε τη φυσαρμόνικα
να πεις τραγούδια της καρδιάς,
της λευτεριάς, της λεβεντιάς,
όπως εκείνο που έλεγες:
“Με το ντουφέκι μου στον ώμο”

Πολύ με συγκίνησε, στην κυριακάτικη Αυγή (που βγήκε το Σάββατο 24 Δεκεμβρίου), ένα άρθρο του φίλου Στρατή Μπουρνάζου, που το αναδημοσιεύω εδώ:

Ένας μακρινός στενός φίλος

Η αρχική γνωριμία ήταν με τον Νίκο. Από το την ιστοσελίδα και το μπλογκ του, από τα βιβλία του, κατόπιν και από κοντά, όταν έγινε τακτικός συνεργάτης μας στα «Ενθέματα». Μέσα από το μπλογκ γνωρίσαμε και τον πατέρα, τον Δημήτρη — ο Νίκος αναδημοσίευε συχνά πυκνά κείμενά του, μας μίλαγε για τα βιβλία του. Και έτσι, μέσα από τα κείμενά του, ο πατέρας Σαραντάκος μάς έγινε κοντινός, οικείος και για όσους δεν τον είχαμε γνωρίσει — αρκεί να δει κανείς τα συλλυπητήρια στο μπλογκ: για τους αναγνώστες του ιστολογίου είναι σαν να έχασαν έναν δικό τους άνθρωπο.

Δεν μπορούμε, σε λίγες γραμμές να περιγράψουμε το έργο αυτού του λόγιου μαχητή της Αριστεράς. Κι ακόμα πιο δύσκολο είναι να αποδώσουμε την πνοή, το πνεύμα του, τη ζωντάνια της παρουσίας του. Μια αίσθηση που διαπερνούσε την ατμόσφαιρα την περασμένη Τρίτη, στην πολιτική του κηδεία στο Παλιό Φάληρο, στον κόσμο που συγκεντρώθηκε να τον αποχαιρετήσει, στους επικήδειους των φίλων και των συναγωνιστών· μια αίσθηση που κορυφώθηκε, όταν παλιοί φίλοι και συμμαθητές τραγούδησαν, με μια φυσαρμόνικα, όπως το συνήθιζαν με τον Μίμη, την «Ελιά», τους «Κυνηγούς» και άλλα κομμάτια από μια μυτιληνιά επιθεώρηση του Μεσοπολέμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην | Με ετικέτα: , , , , , | 23 Σχόλια »