Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Εύβουλος’

Γιατί τρώμε ψάρια;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2018

Τρώμε ψάρια επειδή είναι νόστιμα, τρώμε ψάρια επειδή περιέχουν ωμέγα-3, κάποιοι τα τρώνε επειδή τα ψαρεύουν οι ίδιοι, ενώ όταν ήμουν μικρός και δεν μου πολυάρεσαν -ίσως επειδή ήταν μπελάς να τα καθαρίζεις- η μητέρα μου με πρότρεπε να τρώω ψάρια επειδή κάνουν καλό στα μάτια, μια παραίνεση που θα την έχουν ακούσει αμέτρητα παιδιά.

Όμως εδώ δεν διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, ως γνωστόν. Οπότε, θα εννοήσουμε και την ερώτηση του τίτλου κάπως διαφορετικά, αν και βέβαια επίτηδες τη διατύπωσα έτσι ώστε όποιος τη διαβάζει να σκέφτεται πρώτα τη διαιτολογική πλευρά. Κάπως διαφορετικά, δηλαδή ετυμολογικά -γιατί τρώμε ψάρια και όχι ιχθείς, ή, μ’ άλλα λόγια, πώς γεννήθηκε η λέξη «ψάρι»;

Να προειδοποιήσω πριν ξεκινήσω ότι στο σημερινό άρθρο θα θίξω μόνο τα ετυμολογικά του ψαριού -όχι τις σημασίες που έχει προσλάβει η λέξη ή τα φρασεολογικά του: αυτα τα αφήνω για μελλοντικό άρθρο, αφού αν ήθελα να τα χωρέσω όλα, ετυμολογικά, ιστορία λέξης, φρασεολογικά, λαογραφικά κτλ. σε ένα άρθρο θα επρεπε να γράψω πάρα πολλά. Οπότε, μη μου πείτε στα σχόλια για το ψάρι έξω απ’ το νερό ούτε για το φανταρίστικο ψάρωμα.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το εξής ερώτημα:

Εχθές, παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για την Δήλο, αναφερόμενοι στη διατροφή τους, οι ειδικοί είπαν πως το ψάρι ήταν είδος πολυτελείας, και το δικαιολόγησαν αναφερόμενοι στην ετυμολογία της λέξης «ψάρι»< οψάριον<οψέ (αργά). Είναι έτσι;

Δεν είναι έτσι, κι αν το είπαν ειδικοί τότε είναι διπλό το κακό, αλλ’ ας ελπίσουμε ότι ο φίλος δεν άκουσε καλά αυτό που ειπώθηκε. Όμως να δούμε ποια είναι η ετυμολογία του ψαριού.

Το ψάρι ετυμολογείται από το οψάριον, που είναι υποκοριστικό της λέξης όψον. Όψον ήταν στα αρχαία ελληνικά το προσφάι που συνοδεύει το ψωμί ή ο μεζές που συνοδεύει το κρασί. Η λέξη μπορεί να συνδέεται ετυμολογικα΄με το οψέ, και ίσως αυτό να άκουσε ο φίλος μας στην εκπομπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αρχαία ελληνικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομηρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 230 Σχόλια »

Το παλιό μας το τεφτέρι ξανά

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2018

Σύμφωνα με την παλιά παροιμία, ο μπακάλης σαν φτωχύνει, τα παλιά τεφτέρια πιάνει. Το κάνει αυτό με την ελπίδα πως μπορεί ν’ ανακαλύψει τίποτα ξεχασμένα βερεσέδια, που τα είχε θεωρήσει ανάξια λόγου τον καιρό των παχιών αγελάδων ή που τα είχε παραβλέψει.

Κι εγώ τον μπακάλη της παροιμίας θα μιμηθώ, όχι επειδή φτώχυνα παρά γιατί ταξιδεύω -κι επειδή ασθενής και οδοιπόρος άρθρο δεν μπορεί να γράψει, το σημερινό μας άρθρο, και καναδυό επόμενα, θα είναι επαναλήψεις ή τέλος πάντων κονσέρβες.

Επαναλαμβάνω σήμερα λοιπόν ένα άρθρο που, ακριβώς, μιλάει για τα παλιά τεφτέρια, από ετυμολογική όμως άποψη, διότι η ιστορία της λέξης είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα. Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί το μακρινό 2009, οπότε ελπίζω πως δεν θα το θυμούνται όλοι οι σημερινοί αναγνώστες. Έχω όμως προσθέσει κάμποσα που δεν υπήρχαν στην πρώτη δημοσίευση, που ήταν αμιγώς ετυμολογική, και έχω ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης.

Η διφθέρα στα αρχαία σήμαινε αρχικά το δέρμα το κατεργασμένο, το πετσί. Είναι λέξη πολύ παλιά, αφού στα μυκηναϊκά υπάρχει ένας dipteraporo (διφθεροφόρος;). Προέρχεται από το ρήμα δέφω, το οποίο σήμαινε «κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ, κι αν πήγε το μυαλό σας στο πονηρό καλώς πήγε. Οι αρχαίοι έλεγαν δέφομαι ή δέφω εαυτόν γι’ αυτή τη χρήση. Σε ένα ασεβέστατο απόσπασμα του κωμικού Εύβουλου για τον τρωικό πόλεμο, διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί δεν είχαν εταίρες μαζί τους κι έτσι «εαυτούς δ’ έδεφον ενιαυτούς δέκα».

Το αρχαίο δέφω, πάντως, με την αθώα σημασία του, έχει διατηρηθεί στη σημερινή βυρσοδεψία και στις δεψικές ουσίες της χημείας. Με την άλλη σημασία του δεν έχει διατηρηθεί, αν και ένας φίλος του παππού μου είχε τη συνήθεια να αποκαλεί «δέπτορες» όλους τους ημιμαθείς ενοχλητικούς που συναντούσε, ενίοτε μάλιστα και να τους συστήνει, «από εδώ ο κύριος τάδε, δέπτωρ της φιλοσοφίας». Το έχω αναστήσει κι εδώ, πρόσφατα, με παραλλαγή. Αλλά παρεκτρέπομαι, με περισσότερες από μία σημασίες.

Η διφθέρα δεν ήταν μόνο το πετσί, ήταν επίσης και το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφική ύλη, η περγαμηνή. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Ίωνες αποκαλούν διφθέρες και τους παπύρους, διότι τον παλιό καιρό που δεν είχαν παπύρους (βύβλους) έγραφαν πάνω σε κατεργασμένα δέρματα (διφθέρας) αιγοπροβάτων κι έτσι το όνομα έμεινε. Και πολλοί βάρβαροι γράφουν σε τέτοιες διφθέρες, μας λέει:

Καὶ τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες͵ ὅτι κοτὲ ἐν σπάνι βύβλων ἐχρέωντο διφθέρῃσι αἰγέῃσί τε καὶ οἰέῃσι· ἔτι δὲ καὶ τὸ κατ΄ ἐμὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων ἐς τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Το παλιό μας το τεφτέρι

Posted by sarant στο 24 Οκτώβριος, 2009

Όπως μας θύμισε σε ένα σχόλιό του ο Κορνήλιος τις  προάλλες, το τεφτέρι προέρχεται από τη διφθέρα, μέσω τουρκικών. Σκέφτηκα λοιπόν να δούμε την ιστορία της λέξης, διότι είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα.

Η διφθέρα στα αρχαία σήμαινε αρχικά το δέρμα το κατεργασμένο, το πετσί. Είναι λέξη πολύ παλιά, αφού στα μυκηναϊκά υπάρχει ένας dipteraporo (διφθεροφόρος;). Προέρχεται από το ρήμα δέφω, το οποίο σήμαινε «κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ, κι αν πήγε το μυαλό σας στο πονηρό καλώς πήγε. Οι αρχαίοι έλεγαν δέφομαι ή δέφω εαυτόν γι’ αυτή τη χρήση. Σε ένα ασεβέστατο απόσπασμα του κωμικού Εύβουλου για τον τρωικό πόλεμο, διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί δεν είχαν εταίρες μαζί τους κι έτσι «εαυτούς δ’ έδεφον ενιαυτούς δέκα».

Το αρχαίο δέφω, πάντως, με την αθώα σημασία του, έχει διατηρηθεί στη σημερινή βυρσοδεψία και στις δεψικές ουσίες της χημείας. Με την άλλη σημασία του δεν έχει διατηρηθεί, αν και ένας φίλος του παππού μου είχε τη συνήθεια να αποκαλεί «δέπτορες» όλους τους ημιμαθείς ενοχλητικούς που συναντούσε, ενίοτε μάλιστα και να τους συστήνει, «από εδώ ο κύριος τάδε, δέπτωρ της φιλοσοφίας». Σκέφτομαι πως θα μπορούσαμε να το αναστήσουμε για κανέναν από τους λερναίους. Αλλά παρεκτρέπομαι, με περισσότερες από μία σημασίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 38 Σχόλια »