Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ζορζ Μπρασένς’

Τι ξέρει ο βλάχος από σφουγγάτο;

Posted by sarant στο 3 Οκτώβριος, 2019

Το σημερινό άρθρο είναι, κατά κάποιο τρόπο, προέκταση του χτεσινού. Αλλά μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να αρχίσω και πάλι την ανάλυση τραγουδιών ούτε να ξαναμεταφράσω Μπρασένς. Πιάνομαι απλώς από μια συγκεκριμένη γαλλική παροιμιακή έκφραση, που υπήρχε στο τραγούδι του Μπρασένς, και που είναι διεθνής.

Λοιπόν, στην τελευταία στροφή του τραγουδιού ο Μπρασένς γράφει:

Ne jetons pas les morceaux
De nos cœurs aux pourceaux
Perdons pas notre latin
Au profit des pantins

Θα το μεταφράσω κατά λέξη: Μη ρίχνουμε τα κομμάτια / της καρδιάς μας στα γουρούνια / Μη χαραμίζουμε τα λατινικά μας / για τους ανεμοδούρες [pantin είναι παιδικό παιχνίδι, φιγούρα ανθρώπου με κλωστές, δηλαδή νευρόσπαστο’ και μεταφορικά άνθρωπος που αλλάζει συνεχώς γνώμη’ πιο καλά θα το αποδίδαμε ’φασουλήδες’ ή ’καραγκιόζηδες’. Εδώ υπάρχει και λογοπαίγνιο του Μπρασένς με την έκφραση perdre son latin, που σημαίνει ’τα χάνω, σαστίζω’ αλλά να μην επεκταθούμε].

Μας λέει λοιπόν ο Μπρασένς να μη χαραμίζουμε εκλεκτά πράγματα για/σε ανθρώπους που δεν είναι άξιοι να τα εκτιμήσουν.

Στη δική μου μετάφραση, χρησιμοποίησα επίτηδες την κρητική ιδιωματική έκφραση «κατέχει ο μπουρμάς είντα’ ναι ο χουρμάς;». Θα επιστρέψω πιο κάτω στη λέξη αυτή και στην έκφραση αυτή, αλλά προς το παρόν θέλω να αναλύσω περισσότερο την πρώτη έκφραση που χρησιμοποιεί ο Μπρασένς.

Λέει «Μη ρίχνουμε τα κομμάτια της καρδιάς μας στα γουρούνια». Κάνει υπαινιγμό σε μια γαλλική παροιμιακή έκφραση που προέρχεται από το Ευαγγέλιο: jeter ses perles aux pourceaux, να ρίχνεις τα μαργαριτάρια σου στα γουρούνια. Η έκφραση λέγεται όταν προσφέρεις κάτι σε κάποιον που δεν είναι ικανός να το εκτιμήσει.

Η πηγή της φράσης είναι το κατά Ματθαίον, στο έβδομο κεφάλαιο. Εκεί υπάρχει η εντολή του Ιησού: Μη δώτε το άγιον τοις κυσίν μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων.

Η φράση αυτή έχει γίνει παροιμιώδης διεθνώς αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο. Εννοώ ότι στα ελληνικά έχει γίνει παροιμιώδες το πρώτο ημιστίχιο, και μάλιστα με τη μορφή «τα άγια τοις κυσί», ενώ στις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες το δεύτερο, π.χ. στα αγγλικά to cast pearls before swine, στα γαλλικά jeter des perles aux pourceaux, κτλ.

Στα ελληνικά τη φράση «τα άγια τοις κυσί» τη λέμε όταν συμβαίνει βάρβαρη προσβολή πραγμάτων που θεωρούμε ιερά και όσια (λεξικό ΛΚΝ), ενώ λιγάκι διαφορετικά την καταλαβαίνει ο Μπαμπινιώτης: οταν κανείς εμπιστεύεται τη διαφύλαξη και προστασία όσων θεωρεί ιερά σε πρόσωπα ανάξια, εξηγεί.

Παρατηρώ πάντως ότι οι κειτουκειτιστές δεν έχουν θεωρήσει λαθεμένη τη διατύπωση «τα άγια τοις κυσί» που έγινε παροιμιακή (όπως έκαναν λ.χ. με το «δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι») αλλά ας σταματήσω γιατί τους δίνω ιδέες. Σπάνια μεταφράζουμε στην καθομιλουμένη την έκφραση, αν και ο Μανώλης Αναγνωστάκης έγραψε Να επιστρέψουν τα άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες.

Λέγοντας «τα άγια» καταλαβαίνουμε σήμερα τον αγιασμένο άρτο και οίνο, τα Τιμια Δώρα (ετσι ακριβως το εξηγεί το λεξικό Μπαμπινιώτη) αλλά στα λόγια του Χριστού «το άγιον» είναι το αγιασμένο κρέας της θυσίας, που θα ήταν και πιο λογικό, αν και ιερόσυλο, να το ρίξουν στα σκυλιά.

Όμως, στις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες έχει γίνει παροιμιώδες το δεύτερο σκέλος της ευαγγελικής φράσης, με τα μαργαριτάρια και τα γουρούνια.

Δεν αποκλείεται όμως η λέξη «τους μαργαρίτας» να μη σημαίνει «μαργαριτάρι». Ο Χένρι και η Ρενέ Καχανέ, σε ένα παλιό άρθρο τους, υποστηρίζουν, πειστικά κατα τη γνώμη μου, με βάση βυζαντινές και νεοελληνικές μαρτυρίες, οτι δεν εννοούνται τα μαργαριτάρια, αλλά τα ψίχουλα από τον «άρτον της προθέσεως». Και ενω είναι πράγματι πιο λογικό να ρίχνει κανείς ψίχουλα στα γουρούνια, τα μαργαριτάρια κάνουν ακόμα πιο γκροτέσκα την εικόνα και ίσως στην παρανόηση αυτή (αν δεχτούμε πως έγινε παρανόηση) να οφείλεται η δημοτικότητα της έκφρασης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Ευαγγέλιο, Κρήτη, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 169 Σχόλια »

Έκτορας Πατώκος, έγγαμος

Posted by sarant στο 2 Οκτώβριος, 2019

Τις προάλλες έκανα ένα πολύωρο ταξίδι με το αυτοκίνητο και είχα στο κασετόφωνο (ναι, έχω παλιό μοντέλο που παίρνει και κασέτες) τα Χάλια του Φοίβου Δεληβοριά. Ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του δίσκου αυτού, και του Φοίβου γενικά, είναι Η γυναίκα του Πατώκου. Ας το ακούσουμε:

Ο δίσκος είναι του 1998 και οι στίχοι έχουν ένα άρωμα από αυτή την εποχή. Ας τους δούμε:

Απ’ όλες τις γυναίκες των φίλων μου
Ποια είναι η πιο αγγελική;
Ποια του κρατάει το χέρι πάντα στην καρδιά;
Ποια τον ακούει απ’ όλες πιο προσεκτικά;
Ποια όταν μαζί του διαφωνεί κάνει καλά
Και ρίχνει και σε μας καμιά ματιά;

Δεν είναι η γυναίκα του Μηνά
Ούτ’ η γυναίκα του Ιωσήφ
Του Δημητράκη, του Θανάση, του Αλέξη, του Κοσμά
Δεν είν’ του Σμπώκου
Ούτε του Παπαδάκη, ούτε του Κώστα Ρόκκου
Ούτε του Γιάννη του τενίστα ή του χαμένου του Βουρνά,

Είν’ η γυναίκα του Πατώκου

Απ’ όλες τις γυναίκες των φίλων μου
Ποια τον φροντίζει πιο καλά;
Ποια μαγειρεύει μόνο συνταγές κρυφές;
Ποια υφαίνει τις νυχτερινές του φορεσιές;
Ποια του χορεύει με παλιές μας μουσικές
Και ρίχνει και σε μας κλεφτές ματιές;

Δεν είναι καμιά πλατινέ ξανθιά
Ούτε κανένα κοκαλιάρικο μοντέλο
Ούτε φοιτήτρια μ’ αρβύλες και γυαλιά
Δεν είν’ σαν τη Ροζίτα Σώκου
Σα φελάχα του Μαρόκου
Σαν την Κάραλη δε λέει τα μισά στα Γαλλικά

Είν’ η γυναίκα του Πατώκου

Απ’ όλες τις γυναίκες των φίλων μου
Ποια είν’ η πιο εμπνευστική;
Ποια βγάζει αστράκια απ’ τη σκληρή τη μοναξιά;
Και μελωδίες από τα χείλια τα σφιχτά;
Ποια εγκυμονεί τα ομορφότερα παιδιά
Και ρίχνει και σε μας καμιά ματιά;

Δεν τηνε ξέρουν στα περιοδικά
Δεν είναι η Όλιβ του Ποπάυ
Του Κωστόπουλου η γυναίκα
Ή ο άντρας του Ρουβά
Δεν είναι σύζυγος Πασόκου
Σιωπηλή του Αγγελόπουλου
Δεν είναι θεωρία μέσα σ’ άρρωστα μυαλά.

Είν’ η γυναίκα του Πατώκου.

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε, η Μαλβίνα Κάραλη δεν βρίσκεται πια στη ζωή, γι αυτό και στα λάιβ ο Φοίβος συχνά αντικαθιστά τον στίχο «Σαν την Κάραλη δε λέει τα μισά στα Γαλλικά» με τον «δεν διαθέτει μουστακάκι σαν την κυρία Λουκά».

Ποια ειναι λοιπόν αυτή η φευγαλέα οπτασία, η γυναίκα του Πατώκου, και ποιος είναι αυτός ο τυχερός μπαγάσας; Οι φίλοι του Φοίβου το συζητάνε εδώ και πολλά χρόνια στα φόρουμ και άκρη δεν νομίζω να έχουνε βγάλει (αλλά δεν διάβασα και τις τρεις σελίδες της συζήτησης).

Δεν θα σας δώσω την απάντηση στο σημερινό άρθρο. Θα σας πω όμως ότι ο Πατώκος κατά πάσα πιθανότητα λέγεται Έκτορας στο μικρό του. Έκτορας Πατώκος, δεν πρέπει να είναι δυσκολο να τον βρείτε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Μεταφραστικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 150 Σχόλια »

Τα σπουδαία λάχανα και άλλοι νατσουλισμοί

Posted by sarant στο 22 Νοέμβριος, 2018

Θα κουβεντιάσουμε σήμερα ένα θέμα που επανειλημμένα έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, τις ευφάνταστες αλλά εντελώς αβάσιμες θεωρίες για τη γέννηση παροιμιακών φράσεων.

Όπως έχω ξαναπεί, ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλέρευνο και θέλει να αναζητεί και να βρίσκει αιτίες και απαρχές -γι’ αυτό και η ετυμολογία γοητεύει τόσο πολύ τον μέσο άνθρωπο πολύ περισσότερο από τους άλλους κλάδους της γλωσσολογίας (αυστηρά μιλώντας, η ετυμολογία είναι τομέας της ιστορικής γλωσσολογίας, που είναι κλάδος της γλωσσολογίας).

Όπως με τις λέξεις, έτσι και με τις φράσεις. Πολλοί θέλουν να μάθουν «γιατί το λέμε έτσι» -γιατί, ας πούμε, λέμε «του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι» ή «τον χόρεψε στο ταψί».

Σε μερικές περιπτώσεις, είναι φανερό πως έχουμε μια παρομοίωση, αυτονόητη ή εύκολα εξηγήσιμη, πχ «κοκκίνισε σαν παντζάρι» ή «κάνει σαν τη χήρα στο κρεβάτι». Άλλοτε, μπορούμε να εντοπίσουμε με ακρίβεια την αιτία γέννησης της φράσης, και μαζί και τη χρονολογία της: για παράδειγμα, η φράση “έγινε Λούης”, για κάποιον που έφυγε γρήγορα, ολοφάνερα ανάγεται στη νίκη του Σπύρου Λούη στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896, που τόσο είχε ενθουσιάσει τους θεατές. Παρόμοια, η φράση “έγινε της Κορέας”, από τον πόλεμο στη δεκαετία του 1950, στον οποίο συμμετείχε και ελληνικό απόσπασμα.

Επίσης, κάποιες φορές έχουμε φράση κληρονομημένη από τα αρχαία ελληνικά. Για παράδειγμα, όταν κάτι γίνεται άκαιρα, όταν είναι πολύ αργά για να φέρει αποτέλεσμα, λέμε ότι έγινε “κατόπιν εορτής”. Η φράση είναι ήδη λόγϊα στη διατύπωση, οπότε δεν θα μας παραξενέψει ότι βρίσκεται σε αρχαίο κείμενο, και συγκεκριμένα διασώζεται στον Πλάτωνα (Γοργ. 447a): «Ἀλλ’ ἦ, τὸ λεγόμενον, κατόπιν ἑορτῆς ἥκομεν καὶ ὑστεροῦμεν;» που δείχνει ότι ήταν ήδη παροιμιακή.

Ωστόσο, οι περιπτώσεις αυτές είναι σπάνιες. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουμε κάποια απτή ένδειξη για την αρχή μιας παγιωμένης φράσης. Όπως και με την ετυμολογία των λέξεων, όπου κάποιοι αρέσκονται να προτείνουν ευφάνταστες αλλά αστήρικτες εξηγήσεις, συνήθως ετυμολογώντας ελληνοπρεπώς ξένες ή δάνειες λέξεις, κατά το πρότυπο του Γκας Πορτοκάλος, έτσι και στην εξήγηση των φράσεων πολλοί αναζητούν εντυπωσιακές εκδοχές, που συνήθως συνδέονται με κάποιο ιστορικό πρόσωπο.

Πριν από μερικές δεκαετίες, ένας δημοσιογράφος με έφεση προς τις εντυπωσιακές ιστορίες, ο Τάκης Νατσούλης εξέδωσε ολόκληρο βιβλίο, το λεγόμενο Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αρκετές επανεκδόσεις και ανατυπώσεις. Ο Νατσούλης έχει κάνει πολλή δουλειά στην αποδελτίωση πηγών και στη συγκέντρωση υλικού και σε αρκετά σημεία παραθέτει σωστές εξηγήσεις παροιμιακών εκφράσεων, που μερικές έχουν δοθεί από άλλους μελετητές. Όμως είχε το ελάττωμα, στις φράσεις για τις οποίες δεν μπορούσε να βρει εξήγηση στη φρασεολογική βιβλιογραφία, να εφευρίσει μια δική του, συνήθως πολύ ευφάνταστη αλλά σχεδόν πάντοτε ατεκμηρίωτη.

Την τάση αυτή την έχω ονομάσει νατσουλισμό στο ιστολόγιο. Κάποιες φορές έχω μπορέσει να ανασκευάσω με ατράνταχτα επιχειρηματα τις νατσουλικές κατασκευές, ιδίως όταν η φράση υπάρχει και σε ξένες γλώσσες (άρα είναι κάπως δύσκολο να γεννήθηκε από ένα επεισόδιο πχ της επανάστασης του 1821) ή όταν ο Νατσούλης δίνει μια χρονολογία και είμαι τυχερός να βρω την έκφραση σε παλιότερο κείμενο. Αλλά αυτό είναι σπάνιο.

Όταν δεν ξέρουν την αιτία της γέννησης μιας φράσης οι σοβαροί μελετητές το λένε. Ωστόσο, το φιλοθεάμον κοινό θέλει δράση, θέλει ιστορίες, θέλει βεβαιότητα -θέλει εκδοχές διατυπωμένες με παρρησία και στόμφο, όχι κουλτουριάρικα «δεν ξέρω, μπορεί να είναι αυτό, δεν είμαστε βέβαιοι». Κι έτσι, οι νατσουλισμοί έχουν μεγάλη απήχηση -κυριαρχούν, πιο σωστά.

Σε μια γλωσσική ομάδα, τα Υπογλώσσια, συζητήθηκε πρόσφατα ένα άρθρο για την προέλευση διάφορων φρασεων, που είναι ένα μπουκέτο από νατσουλικές εκδοχές. Σκέφτηκα να το παραθέσω ολόκληρο και ύστερα από κάθε έκφραση να προσθέτω επιγραμματικά την άποψή μου για το αν στέκει ή όχι η προτεινόμενη εκδοχή, αλλά είναι πάρα πολύ μεγάλο, αφού εξετάζει πάνω από 20 φράσεις. Οπότε διαλέγω σήμερα τις 11 πρώτες και ίσως άλλη φορά βάλω τις υπόλοιπες. Το αρθρο το αναδημοσιεύω από εδώ, αλλά κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο απαράλλαχτο εδώ και πολλά χρόνια.

ΑΛΛΑΞΕ Ο ΜΑΝΩΛΙΟΣ ΚΑΙ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΛΛΙΩΣ

Στους χρόνους του Όθωνα, υπήρχε ένας γνωστός κουρελιάρης τύπος: Ο Μανώλης Μπατίνος. Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνωρίζει, μα και να μην τον συμπαθεί. Οι κάτοικοι του έδιναν συχνά κανένα παντελόνι ή κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδέχονταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος. Ήταν.ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος (έτσι πίστευε).

Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ότι του κατέβαινε. Κάποτε λοιπόν έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο Μανώλης Μπατίνος τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν έχει το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη Βουλή. Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια αν πέτουσε απο πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα. Την άλλη μέρα ο Μανώλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά τα είχε γυρίσει ανάποδα και φορούσε τα μέσα έξω.

Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος. Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους απο το στόμα του Μανώλη Μπατίνου: «Άλλαξε η Αθήνα όψη, σαν μαχαίρι δίχως κόψη, πήρε κάτι απ’ την Ευρώπη και ξεφούσκωσε σαν τόπι. Άλλαξαν χαζοί και κούφοι και μας κάναν κλωτσοσκούφι. Άλλαξε κι ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς».

Όπως και οι περισσότερες του άρθρου, η εξήγηση αυτή είναι παρμένη κοπυπαστηδόν από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη. Ο Νατσούλης δεν τεκμηριώνει πού παραδίδεται η ιστορία περί Μανώλη Μπατίνου και το στιχούργημά του. Δεν αποκλείω να συνέβη αυτό το επεισόδιο αλλά τούτο δεν σημαίνει πως η φράση γεννήθηκε απ’ αυτό. Πιθανότερο θεωρώ ο Μανώλης Μπατίνος, αν δεχτούμε ότι υπήρξε, να ήξερε τη φράση και να την χρησιμοποίησε θυμόσοφα στην περίπτωσή του.

Η φράση κατ’ εμέ είναι μία από τις πολλές παροιμιώδεις φράσεις που χρησιμοποιεί ένα όνομα για να κάνει ομοιοκαταληξία, όπως π.χ. Ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή, Με λένε Ρίζο κι όπως θέλω τα γυρίζω, Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δεν γίναμε ευζώνοι, Είπα τον Δεσπότη Παναγιώτη κτλ. Εδώ το όνομα το διαλέγουμε έτσι που να κάνει ρίμα για να αυξηθεί το αισθητικό αποτέλεσμα, το ξάφνιασμα του ακροατή. Δεν υπήρχε κάποιος ονόματι Ρίζος που τα έλεγε πότε έτσι και πότε αλλιώς, το όνομα μπήκε για τη ρίμα.

Τη δυσπιστία μου την ενισχύει το γεγονός ότι η φράση «Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς» υπάρχει στον Α’ τόμο των Παροιμιών του Πολίτη και καταγράφεται σε διάφορες συλλογές λαογραφικού υλικού από τις τέσσερις γωνιές της Ελλάδας -κομμάτι δύσκολο να διαδόθηκε παντού από το επεισόδιο με τον Μανώλη Μπατίνο. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν και παραλλαγές με άλλα ονόματα όπως

* Άλλαξεν ο Καπαλιός κι έβαλε την κάπα αλλιώς
* Άλλαξε ο Μιχαλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς
* Άλλαξε ο Μαρουλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς
ακόμα και Άλλαξε η χήνα κι έβαλε πάλι κείνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 214 Σχόλια »

Το Παρίσι και ο ανεκπλήρωτος πόθος

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2017

Τούτο το σαββατοκύριακο είπα να πεταχτώ μέχρι το Παρίσι -με τα καινούργια τρένα, η μετάβαση απ’ το Δουκάτο διαρκεί μόλις δύο ώρες, λίγο λιγότερο απ’ όσο κάνει το αεροπλάνο από την Ελλάδα.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Τον μεσοπόλεμο, ας πούμε, που το Παρίσι μεσουρανούσε, το ταξίδι από την Ελλάδα βαστούσε μέρες, το συνηθέστερο με πλοίο ως τη Μασσαλία κι από εκεί με τρένο. Αλλά το βασικό εμπόδιο δεν ήταν ο χρόνος μα το κόστος του ταξιδιού.

Τότε, ένα ταξίδι στο Παρίσι ήταν όνειρο ζωής. Πολλοί είχαν καταφέρει να το εκπληρώσουν, αλλά ο Ορέστης Λάσκος έγραψε ένα ποίημα, που έγινε άλλωστε διάσημο, για κάποιον που δεν θέλησε να εκπληρώσει τον πόθο του ενώ μπορούσε:

Το Παρίσι

Ξέρω έναν κύριο παράξενο πολύ
που λόγια πάντ’ αλλόκοτα μιλεί
για το Παρίσι
στην συντροφιά μας όταν έρθει να καθίσει.

Λένε γι’ αυτόν
πως από τα μαθητικά του χρόνια είχεν ορίσει,
μοναδικό
μες στη ζωή του ιδανικό
να πάει στο Παρίσι.

Χρόνια και χρόνια τον μεθούσε
τ’ ονειρεμένο αυτό ταξίδι
που ποθούσε.

Παντού για κείνο συζητούσε·
μες στα όνειρά του αυτό θωρούσε·
τόσο, που ο πόθος του με τον καιρό
του ’γινε μες στην ύπαρξή του ένα στολίδι
λαμπρό.

Να πάει στο Παρίσι…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ποίηση, Τραγούδια, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 88 Σχόλια »

Το σύνεργο που δεν μου αρέσει να κουβαλάω

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2016

umbrella_rainΕτοιμάζομαι για ένα μικρό διήμερο ταξίδι και φτιάχνω το σακ βουαγιάζ μου και μοιραία θα πάρω μαζί μου και ομπρέλα -στην Εσπερία το σύνεργο αυτό είναι απαραίτητο, βλέπετε. Δεν μου αρέσει να κουβαλάω ομπρέλα και ακόμα λιγότερο να τη χρησιμοποιώ -την έχω μαζί μου πιο πολύ αποτροπαϊκά, για ξόρκι. «Γιατί δεν ανοίγεις την ομπρέλα; Βρέχει» μου λέει η γυναίκα μου συχνά. «Μα τι λες; Αν την ανοίξω θα βραχεί», της απαντάω. Προτιμώ να ανεβάσω κουκούλα, ας πούμε -άλλωστε, όταν φυσάει δεν έχει νόημα η ομπρέλα.

Δεν μου αρέσει να τη χρησιμοποιώ, αλλά θα της αφιερώσω το σημερινό άρθρο.

Τη χαρακτήρισα «σύνεργο» που είναι μάλλον λάθος, μια και με τα σύνεργα (ή τα εργαλεία) φτιάχνουμε κάτι, αλλά πώς θα τη λέγατε εσείς; Κατά το λεξικό, η ομπρέλα είναι «φορητό αντικείμενο που αποτελείται από αδιάβροχο ύφασμα στερεωμένο επάνω σε ένα σκελετό με λαβή και χρησιμεύει για ατομική προστασία από τη βροχή ή τον ήλιο». Κυρίως από τη βροχή, βέβαια, διότι στην Ελλάδα, κι ας καίγεται από τον ήλιο, κυρίως απωανατολίτες τουρίστες βλέπουμε να χρησιμοποιούν ομπρέλες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πορτοκαλισμοί, Σατιρικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 183 Σχόλια »

Πάγκοι και παγκάκια

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2015

Σε ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του, ο Ζορζ Μπρασένς τραγουδάει για τα ζευγαράκια που φιλιούνται στα παγκάκια των πάρκων.

Τον ακούμε εδώ σε ζωντανή εκτέλεση από τη γαλλική τηλεόραση:

Τα λόγια μπορείτε να τα βρείτε στο Διαδίκτυο, π.χ. εδώ, αλλά θα εστιαστώ στο ρεφρέν του τραγουδιού:

Les amoureux qui se bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En se foutant pas mal du regard oblique
Des passants honnêtes
Les amoureux qui se bécotent sur les bancs publics
Bancs publics, bancs publics
En se disant des «Je t’aime» pathétiques
Ont des petites gueules bien sympathiques

Πρόχειρα έκανα μια μετάφραση με ρίμα, αλλά όχι πάνω στο ρυθμό:

Τα ερωτευμένα ζευγαράκια που φιλιούνται στα παγκάκια
αδιαφορώντας για τα λοξά βλέμματα που τους ρίχνουν οι κυράτσες
Τα ερωτευμένα ζευγαράκια που φιλιούνται στα παγκάκια
Λέγοντας παθιασμένα «σ’ αγαπώ», έχουνε συμπαθέστατες φάτσες

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Γενικά γλωσσικά, Γιουτουμπάκια, Λογοτεχνία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 98 Σχόλια »

Ο Μπρασένς και το πλήθος

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2015

Ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του Ζορζ Μπρασένς (1921-1981), του αγαπημένου Γάλλου τραγουδοποιού, είναι το La mauvaise reputation, Η κακή φήμη δηλαδή. Ήταν το πρώτο τραγούδι του πρώτου του μεγάλου δίσκου (1952), που είχε τον ίδιο τίτλο.

Το ακούμε εδώ από μεταγενέστερη τηλεοπτική ζωντανή εκτέλεση:

Στο τραγούδι μιλάει ένας ειρηνικός αντικονφορμιστής, που μένει σ’ ένα μικρό χωριό αλλά αρνείται να βαδίσει την πεπατημένη όπως όλοι οι άλλοι. Αποτέλεσμα είναι να έχει αποκτήσει κακή φήμη και να τον κατηγορούν όλοι οι συγχωριανοί του. Η μεγαλοφυία του Μπρασένς εκδηλώνεται στο τελευταίο δίστιχο της καθεμιάς από τις τέσσερις στροφές, όπου ο παιχνιδιάρικος δεύτερος στίχος αναιρεί τη ζοφερή απειλή του πρώτου.

Tout le monde médit de moi,
Sauf les muets, ça va de soi.
(μεταφράζω κατά λέξη: Όλος ο κόσμος με κακολογεί, εκτός από τους μουγγούς, εννοείται).

Tout le monde me montre du doigt
Sauf les manchots, ça va de soi.
(Όλος ο κόσμος με δείχνει με το δάχτυλο, εκτός από τους κουλούς, εννοείται)

Tout le monde se rue sur moi,
Sauf les culs-de-jatte, ça va de soi.
(Όλος ο κόσμος χιμάει καταπάνω μου, εκτός από τους κουτσούς, εννοείται)

και τέλος,
Tout l’mond’ viendra me voir pendu,
Sauf les aveugles, bien entendu.
(Όλοι θάρθουν να με δουν κρεμασμένον, εκτός απ’ τους τυφλούς, φυσικά).

Να δούμε κι όλο το ποίημα στα ελληνικά, στη μετάφραση του ποιητή Γιαννη Βαρβέρη (Υπάρχει κι άλλη μετάφραση, του φίλου Δημήτρη Μπόγδη, που το έχει τραγουδήσει κιόλας. Άλλη φορά). Το πρωτότυπο εδώ.

Στο χωριουδάκι μου θα σας το πω
Έχω ένα όνομα πολύ κακό:
είτε φωνάζω είτε λουφάζω
Πάντα σε σκέψεις τους άλλους βάζω.
Μα εγώ δεν κάνω κακό σε κανένα
Κάνοντας εκείνο που αρέσει σε μένα.
Στους άλλους όμως ποτέ δεν αρέσεις
Αν το καπέλο σου στραβά φορέσεις
Κι όλοι γι΄ αυτό με κακολογούνε,
Πλην των μουγκών γιατί δεν το μπορούνε.

Της εθνικής μας γιορτής τη μέρα
Στο κρεβάτι μου μένω όλη μέρα,
Στη μουσική και στις τόσες παράτες
Εγώ γυρίζω πάντα τις πλάτες.
Όμως δεν κάνω κακό σε κανένα,
Όταν τα αυτιά μου έχω βουλωμένα.
Στους άλλους όμως ποτέ δεν αρέσεις
Αν το καπέλο σου στραβά φορέσεις.
Κι εμένα όλοι δαχτυλοδειχτούνε,
Πλην των κουλών γιατί δεν μπορούνε.

Αν συναντήσω έναν άτυχο κλέφτη,
που ένας χωριάτης τον κυνηγάει,
Το πόδι βάζω κι αμέσως πέφτει
Κάτω ο Χωριάτης κι ο κλέφτης το σκάει.
Μα εγώ δεν κάνω κακό σε κανένα
Βοηθώντας κλέφτες να φεύγουν ολοένα.
Στους άλλους όμως ποτέ δεν αρέσεις
Αν το καπέλο σου στραβά φορέσεις.
Κι εμένα  όλοι τρέχουν να βρούνε
Πλην των κουτσών γιατί δεν μπορούνε.

Τι με προσμένει για να μαντέψεις
Του Ιερεμία την τέχνη μην κλέψεις.
Μόλις θα βρούνε σκοινί χοντρό
Μου το περάσαν ευθύς στο λαιμό.
Μα εγώ δεν κάνω κακό σε κανένα
Κάνοντας κείνο που αρέσει σε μένα.
Στους άλλους όμως ποτέ δεν αρέσεις
Αν το καπέλο σου στραβά φορέσεις.
Και στην κρεμάλα όλοι θα με δούνε
Πλην των τυφλών γιατί δεν το μπορούνε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Καβαφικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 82 Σχόλια »

Μια επέτειος και οι «ασχημίες στις παρελάσεις»

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2011

Το σημερινό μας άρθρο έχει θέμα διπλό ή μάλλον φιλοξενεί δυο διαφορετικά θέματα. Αυτό έχει και τα καλά του, αλλά διπλό δεν θα πει αυτομάτως καλό: διπλός είναι κι ο τραγέλαφος, αλλά τον κοιτάνε και γελάνε. Αναγκάστηκα όμως να προχωρήσω σ’ αυτήν τη συγκατοίκηση, επειδή είχα έτοιμο ένα άρθρο για τη σημερινή επέτειο, αλλά ύστερα προστέθηκαν τα χτεσινά γεγονότα στις παρελάσεις σε όλη σχεδόν τη χώρα. Τη σημερινή επέτειο; Ναι -ο τίτλος είναι ελαφρώς παραπλανητικός: η επέτειος δεν είναι η 28 Οκτωβρίου, στην οποία έχουμε αφιερώσει ήδη άρθρο. Σήμερα, 29 Οκτωβρίου, λοιπόν, κλείνουν τριάντα χρόνια από τον θάνατο ενός πολύ αγαπημένου καλλιτέχνη, του Γάλλου τραγουδοποιού Ζορζ Μπρασένς (Georges Brassens). Ο Μπρασένς γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1921 στην όμορφη μικρή πόλη Sète της Νότιας Γαλλίας και πεθανε εξήντα χρόνια και εφτά μέρες αργότερα, στις 29 Οκτωβρίου 1981 στο Παρίσι. Και επειδή τα γενέθλια και η ημερομηνία του θανάτου του πέφτουν κοντά, στη Γαλλία αυτές τις μέρες γίνεται μια γιορτή στη μνήμη του, που κρατάει μια βδομάδα, ξεκινώντας από τα 90χρονα της γέννησής του.

Πρωτοστάτης στο ξεκίνημα αυτής της γιορτής, που γίνεται ήδη εδώ και κάμποσα χρόνια, ήταν ο φίλος Δημήτρης Μπόγδης, Έλληνας που ζει στη Γαλλία και που έχει μεταφράσει στα ελληνικά πολλά τραγούδια του Μπρασένς, μερικά από τα οποία έχουμε παρουσιάσει εδώ.

Για παράδειγμα, έχουμε αναφερθεί σε εφτά εκτελέσεις/μεταφράσεις του πασίγνωστου Γορίλα του Μπρασένς, ενώ ένα άλλο τραγούδι σε μετάφραση Μπόγδη, την περίφημη Φερνάντ (ή Νόνω όπως τη μετέφρασε ο Μπόγδης για τις ανάγκες της ρίμας) μπορείτε να ακούσετε σε ένα άλλο άρθρο, με τίτλο Μπρασένς για δέσιμο, που το είχα γράψει για να κριτικάρω μια άλλη μετάφραση του έργου του Μπρασένς, γεμάτη διασκεδαστικότατα μαργαριτάρια.

Μια και σήμερα είναι η επέτειος του Μπρασένς, σκέφτομαι ότι δεν έχουμε παρουσιάσει εδώ το εμβληματικό του τραγούδι, την Κακή φήμη (La mauvaise réputation). Μιλάει για έναν κάτοικο μικρού χωριού που έχει αποκτήσει τόσο κακή φήμη, επειδή δεν φέρεται όπως όλος ο κόσμος, που όλοι τον κακολογούν, εκτός από τους μουγκούς’ ολοι τον δακτυλοδεικτούν, εκτός από τους κουλούς’ όλοι τον κυνηγάνε, εκτός από τους κουτσούς’ και όλοι θα έρθουν να τον δουν κρεμασμένο, εκτός από τους τυφλούς βεβαίως! Ελάχιστα σύμφωνο με τις αρχές της πολιτικής ευπρέπειας, αλλά αυτός ήταν ο Μπρασένς, που τον βλέπουμε εδώ να τραγουδάει την Κακή φήμη: Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επετειακά, Επικαιρότητα, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 191 Σχόλια »

Μπρασένς για δέσιμο

Posted by sarant στο 5 Απρίλιος, 2011

Όπως έχω ξαναγράψει, δεν ενστερνίζομαι το παλιό ευφυολόγημα που λέει ότι οι μεταφράσεις είναι σαν τις γυναίκες, δηλαδή όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές κι όταν είναι πιστές δεν είναι ωραίες. Τόσο σαν μεταφραστής όσο και σαν σύζυγος, έχω στοιχεία ότι ο κανόνας αυτός δεν ισχύει. Αναγνωρίζω όμως ότι στις μεταφράσεις στίχων και ποίησης, όταν θέλεις (ή πρέπει) να διατηρήσεις τους περιορισμούς του πρωτοτύπου (δηλαδή ας πούμε τη ρίμα και τη μετρική του), συχνά είναι όνειρο άπιαστο η απολύτως πιστή μετάφραση: είναι πολύ δύσκολο και να μεταφράσεις πιστά στίχο προς στίχο και να διατηρήσεις μέτρο και ρίμα.

Το θέμα αυτό το είχαμε συζητήσει πριν από κάμποσο καιρό, τότε που παρουσίασα διάφορες μεταφράσεις του Γορίλα του Ζορζ Μπρασένς. Κατά σύμπτωση και το σημερινό θέμα είναι αφιερωμένο στον Μπρασένς και στις μεταφράσεις του –αλλά τώρα όλα ξεκίνησαν από ένα μαργαριτάρι, ένα μαργαριτάρι γιγαντιαίων διαστάσεων, που μου το έστειλε ένας φίλος με ηλεμήνυμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κριτική μεταφράσεων, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Παράλληλα κείμενα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 238 Σχόλια »