Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ηλίας Γκρης’

Ο τοίχος με τα κάγκελα (Γ. Ιωάννου)

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2014

Καθώς έχουμε αύριο την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ανεβάζω σήμερα ένα απόσπασμα από το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο τοίχος με τα κάγκελα», γραμμένο το 1976. Το πήρα από την ανθολογία του Ηλία Γκρη «Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία». Απ’ όσο έψαξα, δεν υπάρχει στο Διαδίκτυο. Ο πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), από τους αγαπημένους μου, ήταν φιλόλογος.

Να θυμίσω ότι ποιήματα και πεζά για το Πολυτεχνείο έχω στον παλιό μου ιστότοπο, πολλά απ’ αυτά παρμένα επίσης από την ανθολογία του Γκρη. Ένα από αυτά, το δικό μου διήγημα «Το Νοέμβρη, λοιπόν«, το παρουσίασα στο ιστολόγιο πέρυσι. Συζήτηση για το Πολυτεχνείο τότε και τώρα είχαμε κάνει στο ιστολόγιο πρόπερσι. Παλιότερα είχα παρουσιάσει τη συλλογή ποιημάτων του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή Ρεπορτάζ για ένα ζεστό Νοέβρη.

Μεταφέρω διατηρώντας την ορθογραφία.

Ο τοίχος με τα κάγκελα

Κι ο κόσμος να σου φέρνει να φας το μεσημέρι —κοφίνια ολόκληρα— πράγμα που εσύ το είχες ξεχάσει, γιατί είσαι παιδί και βράζει το αίμα σου, να σου φέρνει να πιεις, να φορέσεις, κι οι μεγάλοι που εσύ τους θεωρούσες αυστηρούς κριτές —και ήταν, βέβαια— για κείνα τα μαλλιά, τα γένια, τα ρούχα και τους εκνευριστικούς ίσως τρόπους σου, να στήνονται βουρκω­μένοι στα απέναντι πεζοδρόμια, και να μην εννοούν να το κουνήσουν, μολονότι αυτοί σαν ξεσκολισμένοι διακρίνουνε καθαρότερα από σένα την έρπουσα απειλή, τις φυσιογνωμίες που έχουν συρρεύσει, τις μυστικές κινήσεις και τα βλέμματα. Όπως στη Νομική όπου είχαν ξαγρυπνήσει οι γονείς όλη τη νύχτα, ζαρωμένοι μες στην ψύχρα στις γωνιές των δρόμων, κι άλλοι γύρω απ’ το εκκλησάκι του παλιού νοσοκομείου, που έχει στεγάσει πολλή δυστυχία κατά καιρούς, κρατώντας αναμμένα κεριά, για να τους βλέπουν αποπάνω τα παιδιά και να παίρνουν κουράγιο, και τα κεριά να τα σβήνει πότε ο αέρας και πότε «οι αντιφρονούντες» —τι όρος κι αυτός, Θεέ μου!— αλλά κι οι ταξιτζήδες να ’χουν αφήσει τα αγώγια και να ’χουν κάνει μια αλυσίδα αδιάσπαστη με τις πλαφονιέρες και τα μεγάλα φώτα αναμμένα και να γυρίζουν γύρω γύρω, Ακαδημίας – Σίνα – Σόλωνος – Ιπποκράτους και πάλι απ’ την αρχή, ώσπου να φέξει. Δεν είναι εύκολο να παίζεις το ψωμί σου σε τόσο ευνόητα δρομολόγια.

Και να ’ναι πάλι απόγευμα, και μάλιστα κατάλληλο για βολτίτσα, μα εσύ να φωνάζεις πάντα πάνω στα κάγκελα, υψώνοντας τολμηρά πανώ και σημαίες σ’ όλες τις επάλξεις, της Πατησίων, αλλά και της Στουρνάρα, της Μπουμπουλίνας και της Τοσίτσα. Και μέσα στα πολύπλοκα κτίρια, τα νεοκλασικά και τ’ άλλα, που τώρα κρύβονται απ’ το κορμί σου, και αύριο, τον άλλο Νοέμβρη, δεν θα φαίνονται απ’ τα λουλούδια, εσύ να μοιράζεις σοφά τις δουλειές, να ετοιμάζεις συσσίτιο, να τακτοποιείς τον ύπνο, τις βάρδιες, τις συνελεύσεις, τη μουσική, μα και το νοσοκομείο για τους πληγωμένους, που με μαθηματική ακρίβεια προβλέπεις. Και να ετοιμάζεις ραδιοφωνικό σταθμό, το μέγα αναπάντεχο όπλο σου και δίδαγμά σου,τυλίγοντας μας ξαφνικά μέσα στους χίλιους κύκλους σου, εσύ που σε είχανε για ανέμελο, για παιδί ακόμα, που δεν πιάνουν τα χέρια του ή και για χίππυ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 89 Σχόλια »