Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ηλίας Πετρόπουλος’

Λεγεωνάρικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2016

Αν σας παραξένεψε ο τίτλος του σημερινού μας σημειώματος, θα πρέπει να κάνετε υπομονή γιατί η απορία σας θα λυθεί στο τέλος του άρθρου, στο τελευταίο μεζεδάκι της πιατέλας -στο επιδόρπιο, ας πούμε. Μπορείτε βέβαια να πεταχτείτε από τώρα στο τέλος, αλλά δεν σας το συνιστώ, άλλωστε το μεζεδάκι εκείνο δεν είναι διασκεδαστικό, μια επισήμανση πολιτικού, ας πούμε, χαρακτήρα είναι.

* Τα σημερινά μεζεδάκια θα μπορούσα επίσης να τα ονομάσω «υποτροπικά», για λόγους που θα εξηγηθούν αμέσως.

Διάβασα τα σχέδια της Περιφέρειας Αττικής για την ανάπλαση του Φαληρικού Όρμου, ένα θέμα που με ενδιαφέρει και πιο προσωπικά, αφού κάπου εκεί μένω, και είδα ότι: «Πρόκειται για ένα υποτροπικής σημασίας έργο, το οποίο δίνει νέο προσανατολισμό σε όλη την Αττική, αφού ουσιαστικά στρέφει την περιοχή με «πρόσωπο» προς το παράκτιο μέτωπο και η θάλασσα πλέον αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και συνέχεια του αστικού ιστού της».

Την είδηση τη διάβασα στην Αυγή, βλέπω όμως ότι η αρχική πηγή είναι το ΑΠΕ, απ’ όπου η περίεργη διατύπωση «υποτροπικής σημασίας έργο» έχει αναπαραχθεί σε αρκετούς ακόμα ιστοτόπους.

Τι θα πει, κατά τη γνώμη σας, «έργο υποτροπικής σημασίας»; Η φρικτή μου υποψία, που κατά 99% είναι σωστή, είναι πως ο συντάκτης άκουσε λάθος το «υπερτοπικής», διότι μόνο με αυτή τη λέξη βγαίνει νόημα. Το θεωρώ πιθανότερο, παρά να προέρχεται το λάθος από τον αντιπεριφερειάρχη, που πάνω στις δικές του ανακοινώσεις στηρίζεται το άρθρο.

Μια ακόμα πιο φριχτή υποψία: μήπως για το λάθος φταίει ο κορέκτορας ή ο Σπελ Τσέκερ του συντάκτη. Και πράγματι, στο δικό μου Word ο έλεγχος ορθογραφίας κοκκινίζει το «υπερτοπικής», ενώ δέχεται το «υποτροπικής». Ωστόσο, για την αντικατάσταση του «υπερτοπικής» προτείνει το πιο κοντινό «υπεροπτικής».

Οπότε, αν δείτε κάπου ότι ένα έργο είναι «υπεροπτικής σημασίας», θα ξέρετε πού οφείλεται η διατύπωση!

* Συνεχίζουμε με την απορία ενός φίλου, που δεν μπορώ να τη λύσω και την υποβάλλω στη συλλογική σας σοφία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Απορίες, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 301 Σχόλια »

Λιτέρα, μια λέξη

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2015

Τρεις και σήμερα μας μένουν ίσαμε την Κυριακή, όλος ο κόσμος συζητάει τις εκλογές (έχουμε και στοίχημα για την πρόβλεψη των αποτελεσμάτων, δείτε δεξιά), αλλά το ιστολόγιο έρχεται να αποδείξει, με τον πιο παραστατικό τρόπο θα έλεγα, ότι «εμείς εδώ λεξιλογούμε». Θέλω να πω, αντί να δημοσιεύσουμε ένα ακόμα άρθρο για τις εκλογές που έρχονται, ας πούμε για το προβάδισμα και την πιθανή αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ ή για το ντέρμπι της τρίτης θέσης, ή έστω ένα άρθρο για τα λεξιλογικά της προεκλογικής περιόδου (όπως προχτές για την ψαλίδα, που όχι μόνο δεν λέει να κλείσει αλλά όλα δείχνουν πως ανοίγει), το σημερινό άρθρο θα είναι αφιερωμένο σε μια σπάνια λέξη, που ίσως δεν την ξέρετε, τη λέξη λιτέρα.

Βλέπετε, ήθελα μέσα στην εβδομάδα να βάλω ένα «ανεπίκαιρο» άρθρο, κι όταν προχτές πήρα ένα μήνυμα μιας φίλης που με (ξανα)ρωτούσε γι’ αυτή τη λέξη, άδραξα την ευκαιρία -αλλά μην ανησυχείτε, από αύριο η επικαιρότητα θα ξαναπάρει το πάνω χέρι, τουλάχιστον ως την Τρίτη. Θέλω να πω, η επιλογή του άρθρου (και της συγκεκριμένης λέξης) είναι εντελώς τυχαία και, επειδή η λέξη έχει σημασία κάπως μακάβρια, μην σκεφτείτε ότι επίτηδες τη διάλεξα, σαν υπαινιγμό ας πούμε για την επικαιρότητα.

Αλλά, πριν προχωρήσουμε, ένα μικρό κουίζ: τι να σημαίνει τάχα η λέξη «λιτέρα»; (Το κακό είναι ότι γκουγκλίζεται, οπότε προσπαθήστε να τη μαντέψετε).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Λαογραφία, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: , , , | 78 Σχόλια »

Από το φύλλο συκής στο μπικίνι

Posted by sarant στο 8 Αύγουστος, 2013

BathingSuit1920sΜια και η εποχή το θέλει, ένα ακόμα καλοκαιρινό σημείωμα, που μένει κι αυτό στην παραλία, όπως το προηγούμενο που είχα ανεβάσει πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, αλλά εστιάζεται στα ρούχα που φοράμε όταν κάνουμε μπάνιο, στο μπανιερό δηλαδή, στο μαγιό. Μην περιμένετε εξαντλητική εξέταση, ολόκλήρο βιβλίο μπορεί να γραφτεί για το θέμα, εδώ απλώς θα λεξιλογήσουμε λίγο και μάλιστα χωρίς συνοδευτικό οπτικό υλικό, διότι ο προηγούμενος που ειδικευόταν σε παρόμοια τηλεοπτικά ρεπορτάζ παραλίας (τα λεγόμενα και ρεπορτάζ του Κολ…, ίσως προς τιμήν του ηγέτη που επανένωσε τη Γερμανία) πήρε προαγωγή κι έγινε διευθυντής της ΕΡΤ κι εγώ δεν αδειάζω να αναλάβω θέση στη Νέριτ. Οπότε, αρκεί μια σεμνή φωτογραφία όπως αυτή αριστερά (παρμένη από τη Βικιπαίδεια) με ένα μαγιό της δεκαετίας του 1920. Λίγο να σερφάρετε στο Διαδίκτυο, είναι εύκολο να βρείτε κι άλλες φωτογραφίες από μαγιό της εποχής –εδώ έχει κάμποσες.

Λέμε μαγιό, δάνειο από τα γαλλικά, όπου είναι maillot, ή μάλλον maillot de bain, διότι η γαλλική λέξη για κάμποσους αιώνες σήμαινε το ύφασμα με το οποίο τύλιγαν το νεογέννητο, τα σπάργανα σα να λέμε, κι ύστερα διάφορους τύπους εφαρμοστών ρούχων, π.χ. σαν αυτά που φορούσαν οι χορευτές στη σκηνή, ώσπου το 1908 καταγράφεται ο όρος maillot de bain και πολύ γρήγορα περνάει και στα ελληνικά -πότε ακριβώς δεν ξέρω, αναζήτηση σε σώματα δεν έχω κάνει, τη λέξη την έχω βρει σε ένα ταξιδιωτικό χρονογράφημα του Βάρναλη το 1926 από τη Γαλλία αλλά σίγουρα θα έχει έρθει αρκετά νωρίτερα. Καθαρευουσιάνικη λέξη για το μαγιό (που το έγραφαν μαγιώ παλιότερα) είναι η «λουτρίς», αλλά ελάχιστοι (και δίκαια) την ξέρουν. Υπάρχει και η λέξη «μπανιερό», που είναι λαϊκή μάλλον παρά λόγια.

Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι το πρώτο μαγιό της ιστορίας ήταν το φύλλο συκής που φόρεσαν οι πρωτόπλαστοι, ο Αδάμ και η Εύα. Και παρόλο που το φύλλο συκής το βλέπουμε σε διάφορες γελοιογραφίες όπου το φίδι προσφέρει το μήλο στην Εύα, στην πραγματικότητα ή τέλος πάντων σύμφωνα με τον μύθο οι πρωτόπλαστοι μέχρι να φάνε τον απαγορευμένο καρπό δεν ενοχλούνταν που ήταν γυμνοί, μόνο όταν τον έφαγαν (η Γένεσις δεν λέει τι καρπός ήταν, αργότερα επικράτησε η άποψη για το μήλο) και «έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα» (Γένεσις 3.7).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 109 Σχόλια »

Η μεγάλη απόδραση από τα Βούρλα – 58 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2013

Συμπληρώνονται σήμερα 58 χρόνια από τη μεγαλύτερη απόδραση στη νεοελληνική ιστορία, τη μεγαλύτερη και ταυτόχρονα την πιο μυθιστορηματική ή κινηματογραφική -και την πιο ηρωική. Εννοώ την απόδραση 27 κομμουνιστών από τις φυλακές των Βούρλων, στον Πειραιά, στις 17 Ιουλίου 1955, αφού άνοιξαν υπόγεια σήραγγα μήκους 30 μέτρων, ένα εγχείρημα που διάρκεσε πολλούς μήνες και που είναι περίεργο που δεν έχει γίνει κινηματογραφική ταινία. Κάθε χρόνο γράφονται αξιόλογα κείμενα για τη συναρπαστική αυτή ιστορία, για την οποία έχουν επίσης γραφτεί τουλάχιστον δύο βιβλία, που δυστυχώς δεν τα έχω πρόχειρα. Σας συστήνω να διαβάσετε ένα περσινό άρθρο από το ιστολόγιο «Βαθύ κόκκινο«, που συνοδεύεται και από βιντεάκι.

Φέτος, έγινε λόγος για τη μεγάλη απόδραση πριν από μερικές μέρες, επειδή ο Βαρδής Β. Βαρδινογιάννης, ένας από τους 27 δραπέτες των Βούρλων και ένας από τους πέντε που βρίσκονται ακόμα στη ζωή, συμμετείχε στο τιμητικό προεδρείο του πρώτου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Βαρδής ήταν και φίλος του μακαρίτη του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου -συνεργάζονταν μαζί στην ΕΔΙΑ, την Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων. Με την ευκαιρία, η Αυγή της Κυριακής δημοσίεψε προχτές ένα άρθρο, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πρώτα προσθέσω και μερικά δικά μου σχόλια.

Καταρχάς τα Βούρλα, για τους μη Πειραιώτες, είναι μια περιοχή της Δραπετσώνας -κάποτε θα ήταν βαλτώδης, και από εκεί θα βγήκε και το τοπωνύμιο. Τα Βούρλα δεν έγιναν διάσημα για τις φυλακές τους, ήταν ήδη πολύ διασημότερα πριν από τον πόλεμο -ούτε έχουν σχέση με τα Βουρλά, την ελληνική πόλη έξω από τη Σμύρνη, που ήταν γενέτειρα του Σεφέρη. Τα Βούρλα έγιναν διάσημα επειδή σε ένα οικοδομικό τους τετράγωνο φτιάχτηκε, το 1873 σύμφωνα με μια πηγή, «συνοικισμός κοινών γυναικών», με το σκοπό να συγκεντρωθούν εκεί οι πόρνες του Πειραιά. Τα Βούρλα είχαν εξωτερικό περιτείχισμα, όχι πολύ διαφορετικό από της φυλακής, πορτιέρηδες που έλεγχαν την είσοδο και έξοδο, οι γυναίκες που δούλευαν εκεί δεν μπορούσαν εύκολα να ξεφύγουν.

Δεν έχω διαβάσει κάποια μελέτη για τα Βούρλα, αλλά από τα λογοτεχνικά μου διαβάσματα έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι για την πόρνη τα Βούρλα ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι. Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο Μπουρδέλο χαρακτηρίζει τα Βούρλα «μπορντέλ0-στρατώνα». Τη μεταπολεμική Τρούμπα τη χαρακτηρίζει «μπουρδελογειτονιά», ενώ τη θεσσαλονικιά Μπάρα την εκθειάζει ως «μπουρδελοπολιτεία» και με τον χαρακτηριστικό του τοπικισμό δεν λέει σχεδόν τίποτα για τα Βούρλα ενώ αφιερώνει πολλές σελίδες στη Μπάρα. Ο Καραγάτσης έχει γράψει για τα Βούρλα, αλλά το γνωστότερο λογοτεχνικό κείμενο που τα αναφέρει είναι το συγκλονιστικό «Αμαρτωλό» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, που αρχίζει:

Στη Σμύρνη Λέλα,
Ηρώ στη Σαλονίκη,
στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό…
Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Νίκη… (το υπόλοιπο εδώ).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 63 Σχόλια »

Πράσο το πράσινο

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Αν ρωτήσουμε ποιο λαχανικό είναι το «πιο πράσινο» απ’ όλα, μάλλον θα πάρουμε διάφορες απαντήσεις, διότι υπάρχουν πολλά λαχανικά που είναι κατεξοχήν πράσινα και άλλωστε τα λέμε «πρασινάδες»· υποψιάζομαι πως το πράσο δεν θα πάρει πολλές προτιμήσεις κι όμως το πράσο είναι το εξορισμού πράσινο φυτό, αφού η λέξη «πράσινος» από το πράσο προέρχεται.

Περιφρονημένο ή παραγνωρισμένο μπορεί να είναι, αλλά το πράσο έχει σημαντική παρουσία στη γλώσσα και στη φρασεολογία μας, όπως ξέρετε κι όπως θα δούμε παρακάτω.

Το πράσο είναι συγγενικό φυτό με το κρεμμύδι και το σκόρδο και υπάρχει στην ανατολική Μεσόγειο από τα πανάρχαια χρόνια. Η ίδια η λέξη «πράσον» εμφανίζεται πρώτη φορά στον Ιπποκράτη, αλλά ασφαλώς υπήρχε από πολύ παλιότερα αν σκεφτούμε ότι ένα παράγωγό της, η λέξη «πρασιά», υπάρχει στον Όμηρο, δυο φορές στην Οδύσσεια. Και επειδή στις πρασιές δεν θα φύτευαν μόνο πράσα αλλά κάθε λογής λαχανικά, υποψιαζόμαστε ότι η λέξη πράσον μπορεί να ήταν γενικό όνομα για όλα τα λαχανικά. Ο Dalby γράφει ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε και στα αρχαία αιγυπτιακά, δηλ. ότι η λέξη για το πράσο ήταν και εκεί γενικός όρος για όλα τα λαχανικά (στο Food in the Ancient World).

Στο πράσο χρωστάει η γλώσσα μας όχι μόνο τη λέξη «πρασιά» αλλά και τη λέξη «πράσινος» για το χρώμα, που αρχικά σήμαινε το ανοιχτό πράσινο μόνο, το πράσινο του πράσου δηλαδή, αλλά μετά επικράτησε για όλες τις αποχρώσεις. Η λέξη περνάει και στα λατινικά, prasinus, αλλά εκεί χρησιμοποιείται για να δηλώσει μόνο τη συγκεκριμένη απόχρωση· πάντως, οι prasini ήταν μία από τις τέσσερις φατρίες του ρωμαϊκού ιπποδρόμου, όπως αργότερα οι Πράσινοι στον βυζαντινό ιππόδρομο.

Να πούμε επίσης ότι η έκφραση «πράσινα άλογα» δεν προέρχεται από κάποια δήθεν αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», διότι τέτοια αρχαία φράση πουθενά δεν μαρτυρείται· αλλά το αντικείμενό μου δεν είναι η ιστορία των χρωμάτων, οπότε σταματάω εδώ και σας παραπέμπω, για τα πράσινα άλογα, σε ένα παλιότερο άρθρο μου όπου εκθέτω αναλυτικά την άποψή μου για το θέμα.

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πολύ το πράσο· πίστευαν μάλιστα ότι κάνει καλό στη φωνή (τα πράσα συμφέρει προς ευφωνίαν, γράφει ο Αριστοτέλης) και γι’ αυτό ο Νέρωνας μερικές μέρες είχε καθιερώσει να τρώει μόνο πράσα. Το πράσο συνεχίζει να έχει έντονη παρουσία στα βυζαντινά συγγράμματα· ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, στη δηλητηριώδη αναφορά του από την αποστολή του στην Κωνσταντινούπολη, τονίζει ότι ο αυτοκράτορας των Γραικών (ο Νικηφόρος Φωκάς) από την τσιγγουνιά του τρέφεται με σκόρδα, κρεμμύδια και πράσα και πίνει το νερό του λουτρού.

Στη φρασεολογία μας, υπάρχει η πασίγνωστη έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα», που λέγεται όταν κάποιος κλέφτης ή απατεώνας συλληφθεί επ’ αυτοφώρω. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται η έκφραση για παράνομα ζευγάρια που πιάνονται επ’ αυτοφώρω. Από την ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών γκουγκλίζοντας βλέπω να χρησιμοποιείται η έκφραση «πιάστηκε στα πράσα» για γιατρό που τον έπιασαν ενώ έπαιρνε φακελάκι, για παράνομο ζευγάρι, για διαρρήκτες σε εργοτάξιο, για ευυπόληπτους πολίτες που έπαιζαν ζάρια. Είναι έκφραση απόλυτα ζωντανή, παραχρησιμοποιημένη ίσως.

Σε διάφορους ιστότοπους μπορείτε να διαβάσετε την άποψη του μακαρίτη του Τάκη Νατσούλη, ότι η έκφραση τάχα γεννήθηκε όταν κάποιος παπα-Μελέτης έπιασε στο περβόλι του, το φυτεμένο με πράσα, έναν διαβόητο ληστή, αλλά πρόκειται για ατεκμηρίωτη εξήγηση που προσωπικά δεν την πιστεύω. Αντί να αναζητούμε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, προτείνω να σκεφτούμε ότι όποιος κλέβει λαχανικά στο περιβόλι δεν έχει μέρος να κρυφτεί όταν καταφθάσει ο δραγάτης ή ο ιδιοκτήτης, επομένως είναι σίγουρο ότι θα τον πιάσουν επ’ αυτοφώρω όπως είναι εκτεθειμένος. Πάντως, δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν έχει δίκιο ο Νατσούλης, γιατί (ακόμα) δεν έχω βρει την έκφραση σε κείμενο παλιότερο του 1835 -που δεν είναι και εύκολο έργο. Την έχω πάντως βρει σε συλλογές παροιμιών που τυπώθηκαν γύρω στο 1860.

Κι άλλες εκφράσεις υπάρχουν με τα πράσα, αλλά σπανιότερες και μισοξεχασμένες. Για παράδειγμα, σε περιγραφές παλιότερων μαχών μπορεί να βρείτε ότι «τους έκοβαν σαν τα πράσα», δηλαδή σκότωναν τους αντιπάλους εύκολα και άκοπα, ενώ ο Μακρυγιάννης γράφει κάπου ότι αν φύγει από τη μέση ο Δυσσέας (ο Ανδρούτσος) τους υπόλοιπους θα τους σκοτώσουν οι εχθροί όχι με ντουφέκια αλλά με πράσα. Κι επειδή το πράσο, όπως και όλα τα λαχανικά, είχε την τιμητική του την σαρακοστή, υπήρχε και το παροιμιακό δίστιχο: Εβγήκε η πράσα στο βουνό κι εκούνα την ουρά της, καλώς την τη Σαρακοστή με τα λαχανικά της.

Από την άλλη, όπως καταγράφει το slang.gr, πράσο λέγεται το πολύ ίσιο μαλλί, ενώ στην αργκό των πορτοφολάδων το πορτοφόλι λέγεται λάχανο, πράσο ή παντόφλα (με αυτή τη σειρά τα δίνει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη) και ο πορτοφολάς λέγεται λαχανάς ή πρασάς. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα» προήλθε ακριβώς από κάποιον πορτοφολά που τον έπιασαν με το χέρι χωμένο στο σακάκι του θύματος. Παρόλο που παρόμοια έκφραση υπάρχει στα γαλλικά, όπου λένε ότι κάποιος πιάστηκε με το χέρι μέσα στην τσάντα (la main dans le sac), δεν μου φαίνεται πιθανή εκδοχή γιατί η αργκοτική σημασία πράσο = πορτοφόλι δεν είναι τόσο γνωστή και επειδή η έκφραση βγήκε σε μια εποχή που δεν ήταν ακόμα διαδεδομένα τα πορτοφόλια.

Κι εδώ θα κλείσω το κομμάτι, απότομα, χωρίς επίλογο -σαν κάποιον που τον πιάνουν στα πράσα και τα παρατάει όλα σύξυλα και το βάζει στα πόδια!

 

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »

Μουσαντένιο μούσι

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2012

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός άρθρου που είχαμε δημοσιέψει πέρσι τέτοιον καιρό, και που είχε ανεβεί το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο, αλλά με καναδυό ουσιαστικές διορθώσεις σε βασικά σημεία.

Η λέξη «μουσαντένιος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα των τηλεπαραθύρων πριν από 3-4 χρόνια, με τον δικηγόρο… Πεντακαθαρίδη εκ Θεσσαλονίκης που βιντεοσκοπήθηκε (παράνομα, αλλά ποιος τα εξετάζει αυτά) να κομπάζει για τη «μουσαντένια» αγωγή που είχε κάνει, παναπεί ψεύτικη, ή πιο σωστά γεμάτη εσκεμμένα λάθη ώστε να καταρρεύσει στο δικαστήριο. Μουσαντένια λοιπόν, μια λέξη που δεν υπάρχει στα γενικά λεξικά, όπως παρατήρησε τότε σε άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας. Το slang.gr που κάνει καλή δουλειά στη συγκέντρωση όρων από διάφορες ιδιολέκτους, έχει καταγραμμένο τον όρο «μουσαντέ», και για να πω την αμαρτία μου, εγώ πίστευα ότι πρόκειται για σχετικά νέο σχηματισμό. Πάντως, δεν περίμενα τις κομπίνες του Βαλτοπεδίου για να μάθω τη λέξη, την είχα ήδη συναντήσει, κυρίως σε ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα, όπου το τάδε πέναλτι θεωρήθηκε μουσαντένιο, δηλαδή ανύπαρκτο, ψεύτικο. Λίγο παλιότερα, θαρρώ, αυτό το λέγαμε «πέτσινο».

Ωστόσο, το μουσαντένιος και το μουσαντέ δεν είναι και τόσο καινούργιοι όροι. Τους βρίσκω στο λεξικό της πιάτσας του Ζάχου (1981). Ακόμα παλιότερα, στο λεξικό της πιάτσας του Βρασίδα Καπετανάκη (πρώτη έκδοση 1950, δεύτερη 1962) βρίσκω τον τύπο μουσαντά, ως επίρρημα, με σημασία «ψέματα, δήθεν» και με παραδειγματική φράση: Αυτά που είπα χτες, τα είπα μουσαντά, για να τ’ ακούει η γυναίκα μου. Όμως, εκεί που το λήμμα έχει την τιμητική του, είναι στα Καλιαρντά του Ηλία Πετρόπουλου (1971), ο οποίος καταγράφει όχι μόνο τα λήμματα «μουσαντό» ( = ψέμα) και «μουσαντένιος» (πλαστός, ψεύτικος ), αλλά και δεκάδες άλλα λήμματα με πρώτο συνθετικό το «μουσαντο-», το οποίο προσδίδει στις λέξεις τη σημασία του ψεύτικου, του πλαστού. Για παράδειγμα, μουσαντόμαγκας είναι στα καλιαρντά ο μπαμπέσης. Εκτός λεξικών, τη λέξη την ακούμε στην ταινία Διπλοπεννιές (1965) του Σκαλενάκη, όπου ο Αυλωνίτης λέει στον Παπαμιχαήλ (που δεν ξέρει να παίζει μπουζούκι): «Θα βαστάς μπουζούκι, στα μουσαντά, μουσαντένιο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 66 Σχόλια »

Το πόθεν έσχες και η παξιμάδα

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2011

Διαβάζω στις εφημερίδες ότι αποφασίστηκε να μην ισχύσει έως το τέλος του 2013 το «πόθεν έσχες» για την αγορά και την ανέγερση κατοικίας. Δεν ξέρω αν όντως εφαρμοζόταν αυτή η διάταξη ούτε ποια είναι τα προσδοκώμενα οφέλη από την κατάργησή της, αλλά μου φαίνεται αντιφατικό να αναγγέλλεται τώρα, τη στιγμή που έχει εξαπολυθεί πρωτοφανής (και επανειλημμένη) φοροεπιδρομή που θερίζει όσους δεν μπορούν να την αποφύγουν. Τέλος πάντων, εδώ δεν αναλύουμε την οικονομική πολιτική, μολονότι δεν θα έχω αντίρρηση αν θελήσετε να σχολιάσετε την απόφαση αυτή. Όμως, η αναφορά στο πόθεν έσχες μού θύμισε ένα παμπάλαιο άρθρο εφημερίδας, που το είχα φυλάξει στο (ηλε)συρτάρι μου -αν ήταν σε χαρτί θα είχε κιτρινίσει, μια και είναι του 1924, αλλά το έχω σκαναρισμένο. Πρόκειται για απόσπασμα από χρονογράφημα στην εφημερίδα Έθνος, γραμμένο από τον Άγγελο Τανάγρα, γνωστό λόγιο της εποχής που είχε ασχοληθεί και με τον πνευματισμό, χρονογράφημα ακριβώς με τίτλο «Πόθεν έσχες». Ο Τανάγρας φαντάζεται έναν ελεγκτή του πόθεν έσχες να λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 89 Σχόλια »

Από τη μουσαντένια ιστορία στο μούσι του αυτοκράτορα

Posted by sarant στο 18 Αύγουστος, 2011

Το σημερινό άρθρο είχε πρωτοδημοσιευτεί στον παλιό μου ιστότοπο και στην Αυγή το 2008, πριν ανοίξει το εδώ ιστολόγιο. Το ξαναδημοσιεύω τώρα με ελάχιστες αλλαγές και με μια προσθήκη στο «μπαμ τρελελέ».

Οι εστεμμένες τρίχες του Ναπολέοντα του μικρού

Η λέξη «μουσαντένιος» μπήκε ορμητικά στην επικαιρότητα των τηλεπαραθύρων με τον δικηγόρο Πεντακαθαρίδη που βιντεοσκοπήθηκε (παράνομα, αλλά ποιος τα εξετάζει αυτά) να κομπάζει για τη «μουσαντένια» αγωγή που είχε κάνει, παναπεί ψεύτικη, ή πιο σωστά γεμάτη εσκεμμένα λάθη ώστε να καταρρεύσει στο δικαστήριο. Μουσαντένια λοιπόν, μια λέξη που δεν υπάρχει στα γενικά λεξικά. Προσωπικά, την είχα ήδη συναντήσει σε ποδοσφαιρικά συμφραζόμενα, όπου το τάδε πέναλτι θεωρήθηκε μουσαντένιο, δηλαδή ανύπαρκτο, ψεύτικο. Λίγο παλιότερα, θαρρώ, αυτό το λέγαμε «πέτσινο».

Ωστόσο, το μουσαντένιος δεν είναι και τόσο καινούργιος όρος. Τον βρίσκω στα Καλιαρντά του Ηλία Πετρόπουλου (1971), ο οποίος δίνει σαν αρχικό λήμμα το «μουσαντό», αλλά και ακόμα παλιότερα, στο λεξικό της πιάτσας του Βρασίδα Καπετανάκη (πρώτη έκδοση 1950, δεύτερη 1962). Όπως φαίνεται, το μουσαντό προέρχεται από το μούσι, δηλ. ψέμα, με ψευτογαλλική κατάληξη, όπως σημειώνει σωστά ο Πετρόπουλος.

Ας πάμε λοιπόν στο μούσι, που σημαίνει μεταφορικά «ψέμα», μια σημασία που τη θυμάμαι από παιδί· πολλές φορές μάλιστα πιάναμε απλώς το πηγούνι με τα δάχτυλα για να δηλώσουμε σιωπηρά ότι αυτό που ακούμε είναι μούσι. Πώς άραγε έφτασε το μούσι να σημαίνει «ψέμα»; Μην ξεχνάμε πως στην καθομιλουμένη τα παχιά ή τα ανόητα λόγια λέγονται τρίχες –και τι άλλο είναι το μούσι παρά πολλές μακριές τρίχες (ενίοτε και κατσαρές); Θαρρώ λοιπόν πως από τις τρίχες περάσαμε στο μούσι. Ασφαλώς όμως θα έπαιξαν ρόλο και οι ψεύτικες γενειάδες, οι αποκριάτικες, που είναι το πιο εύκολο μασκάρεμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 27 Σχόλια »

Ο βασιλιάς των φρούτων

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2011

Στον Πωρικολόγο, το βυζαντινό σατιρικό στιχούργημα που προσωποποιεί τα φρούτα (οπωρικά) και τα βάζει να συνεδριάζουν, βασιλιάς των οπωρικών είναι ο πανενδοξότατος Κυδώνιος. Δεν θα συμφωνούσαν πολλοί σήμερα με την ιεράρχηση αυτή. Για τον καθένα από μας, βασιλιάς των φρούτων είναι το φρούτο που τους αρέσει, για άλλους πάλι το σταφύλι αφού δίνει το κρασί. Γλωσσικά πάντως, αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των φρούτων, ή φρούτο καθαυτό, θα τολμούσα να πω, είναι το μήλο.

Τουλάχιστον αυτό ίσχυε στα αρχαία ελληνικά, αφού οι αρχαίοι έδιναν σε πολλά άλλα φρούτα ονόματα που ήταν παραλλαγές του μήλου: τα ροδάκινα τα ονόμαζαν περσικά μήλα, τα βερίκοκα αρμενιακά μήλα, τα κυδώνια τα έλεγαν κυδώνια μήλα, τα κίτρα μηδικά μήλα, κάτι που συνεχίστηκε και στις ευρωπαϊκές γλώσσες, αν σκεφτούμε πως τη ντομάτα οι μεν Γάλλοι την είπαν ερωτόμηλο (pomme d’amour), οι δε Ιταλοί χρυσόμηλο (pomo d’oro), και την πατάτα, βέβαια, οι Γάλλοι την είπαν pomme de terre, τέχνασμα που το δανειστήκαμε κι εμείς ως γεώμηλο. Ας μην ξεχάσουμε επίσης τα κυπαρισσόμηλα και τα κορόμηλα. Και για να γυρίσουμε στον Πωρικολόγο, κι εκεί το μήλο έχει σχετικά υψηλή θέση, αφού είναι λογοθέτης, δηλαδή υπουργός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 87 Σχόλια »

Πάει να φέρει κούμαρα…

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2009

 

Στη σειρά των βιβλίων για την ιστορία του 20ού αιώνα που επανεκδίδει το Βήμα, αγόρασα το βιβλίο «Οι πόλεμοι 1912-1913» του Σπύρου Μελά. Ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, πάλι από τον Μελά, για το κίνημα στο Γουδί, είχα παρουσιάσει σε προηγούμενο άρθρο. Ο Μελάς ήταν ήδη γνωστός δημοσιογράφος όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, επιστρατεύτηκε με το βαθμό του λοχία του ιππικού, πολέμησε και στον πρώτο και στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο και έχει άφθονες εμπειρίες από πρώτο χέρι. Το βιβλίο διαβάζεται εξίσου ευχάριστα με το προηγούμενο για το κίνημα του 1909 αν και είναι ακόμα μεγαλύτερο, 498 σελίδες.

Ευχάριστος πόλεμος δεν υπάρχει· ακόμα και σε έναν σύντομο και νικηφόρο πόλεμο, όπως ο πρώτος βαλκανικός, όπου ο ελληνικός στρατός (με εξαίρεση την Ήπειρο) προέλασε σαν να κόβει βούτυρο (5 Οκτωβρίου άρχισε ο πόλεμος, 26 του μηνός μπήκαν στη Θεσσαλονίκη· ο πόλεμος του 1897 είχε διαρκέσει περισσότερο!) ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών ξεθύμανε γρήγορα, κι ο Μελάς το μεταδίδει αυτό, όσο κι αν στρογγυλεύει (πολλές) γωνιές και ωραιοποιεί (πολλές) καταστάσεις.

Η φράση που διάλεξα να βάλω για τίτλο του άρθρου μού ήταν άγνωστη· δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται ακόμα, ούτε αν είχε χρησιμοποιηθεί εκτός στρατού. Στα προσκλητήρια, λέει, οι λοχίες διάβαζαν από τις καταστάσεις τα ονόματα των ανδρών, και παρόλο που πλάι στα ονόματα των πεσόντων ήταν σημειωμένος ένας μικρός σταυρός, τα διάβαζαν κι αυτά. Οπότε, λέει ο Μελάς, πάντα βρισκόταν κάποιος «θλιβερός αστείος» να φωνάξει στερεότυπα: «Πάει να φέρει κούμαρα, κύριε λοχαγέ» ή «Εκτελεί χρέη πεθαμένου», προκαλώντας νευρικά γέλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 31 Σχόλια »