Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Posts Tagged ‘Ησύχιος’

Από τον μαέστρο στον μάστορα

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2022

Εδώ και καιρό γράφουμε λεξιλογικά άρθρα που έχουν αφορμή από την επικαιρότητα, όπως το χτεσινό για το εμπάργκο. Αλλά δεν είναι ευχάριστη η επικαιρότητα. Ούτε τώρα με τον πόλεμο, ούτε παλιότερα με την πανδημία. Καλό είναι να τη συζητάμε, καλό είναι πού και πού να ξεφεύγουμε· κι επειδή εδώ λεξιλογούμε, λεξιλογώντας θα ξεφύγουμε.

Πριν από λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Pedis, αν θυμάμαι καλά, είχε ζητήσει ένα άρθρο για τον μάστορα και τον μαέστρο. Ομολογώ πως είχα κάποιον ενδοιασμό, επειδή οι δυο αυτές λέξεις ανήκουν σε μια εξαιρετικά πολυμελή οικογένεια, με πολλά παρακλάδια σε διάφορες γλώσσες, τόσο μεγάλη που είναι δύσκολο να καλυφθεί σε ένα άρθρο. Αλλά τελικά αποφάσισα να πω εγώ μερικά βασικά και να συμπληρώσετε κι εσείς. Σε μεγάλο βαθμό το άρθρο θα στηριχτεί σε ένα καλό σημείωμα που υπάρχει στο ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη.

Οι μεγάλες οικογένειες έχουν κάποιον ιστορικό ή μυθικό γενάρχη. Για την οικογένεια που μας ενδιαφέρει, του μάστορα και του μαέστρου, ο γενάρχης αυτός είναι η λατινική λέξη magister, που σήμαινε «επιστάτης, διοικητής» αλλά και «διδάσκαλος, καθοδηγητής, σύμβουλος». Το λατινικό magister ήταν αντίστοιχο του ελλην. άρχων, και συνήθως συνοδευόταν από μια άλλη λέξη που προσδιόριζε τον τομέα αρμοδιότητας του αξιωματούχου: Magister equitum ονομαζόταν ο ίππαρχος, magister sacrorum ο αρχιερέας, magister populi ο άρχων του λαού, ο δικτάτωρ (κάποτε θα γράψουμε άρθρο και γι’ αυτή τη λέξη με το λαμπρό ξεκίνημα και τα κακά στερνά).

H λατινική λέξη magister κατά λέξη σημαίνει «μεγαλύτερος από» και προέρχεται από το επίρρ. magis («περισσότερο») και το επίθετο magnus που σημαίνει «μέγας» και που είναι συγγενικό με το ελληνικό «μέγας» αφού ανάγονται στην ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα.

H λατινική λέξη, λοιπόν, έδωσε πολλούς απογόνους. Ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ. συναντάμε στην ελληνιστική κοινή εξελληνισμένους τύπους: μαγίστωρ και μάγιστρος (και το θηλυκό, μαγίστρισσα), λέξεις που αποτέλεσαν τίτλους αξιωματούχων στη βυζαντινή αυτοκρατορία και είναι πολύ συχνές από τον 4ο αιώνα, κάποιες φορές σε πολυλεκτικούς όρους κατά το λατινικό πρότυπο π.χ. μάγιστρος των (θείων) οφφικίων. Σε επόμενους αιώνες, βρίσκουμε και τον τίτλο «μέγας μάγιστρος» για δυτικά μοναχικά τάγματα, ιδίως τους Ιωαννίτες ιππότες.

Η λέξη μαγίστωρ πήρε και τη σημασία του δάσκαλου και στο λεξικό του Ησυχίου, τον 6ο αιώνα, βρίσκουμε το λήμμα: μαγίστωρ: επιστάτης, διδάσκαλος.

Στη συνέχεια, εμφανίζονται οι τύποι μαΐστωρ και μαΐστορας, μαΐστορος, τόσο με τη σημασία «δάσκαλος» όσο και με τη σημασία «έμπειρος τεχνίτης, αρχιτεχνίτης». Ας πούμε, στη Διήγησιν περί της Αγίας Σοφίας διαβάζουμε: «Ὑπῆρχον δὲ τεχνῖται μαΐστορες ἑκατόν, ἔχοντες ἕκαστος αὐτῶν ἀνὰ ἑκατὸν ἀνδρῶν…». Εδώ είναι αρχιτεχνίτης, επικεφαλής συνεργείου. Στην Παιδιόφραστο διήγησι, πάλι: «οι μαΐστορες, τσαγκράδες, δοξαράδες…», εδώ είναι απλώς οι τεχνίτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 206 Σχόλια »

Μια πάστα, μα ποια πάστα;

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2021

Ποια πάστα, αλήθεια;

Σοκολατίνα; Μήπως πάστα αμυγδάλου; Σεράνο; Ποντικάκι ίσως, όπως στη φωτογραφία;

Τρώτε πάστες; Ή μήπως τρώτε πάστα;

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε. Ούτε συνταγές ζαχαροπλαστικής θα αναφέρω, ούτε θα συζητήσω τις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα, αν και στα σχόλιά σας, όπως πάντα, είστε ελεύθεροι να στρέψετε τη συζήτηση όπου βαστάει η καρδιά σας.

Κι έτσι, ενώ θα ήταν καλό να ξεκινήσουμε τη βδομάδα με ένα γλυκάκι, το άρθρο δεν θα εστιαστεί στα είδη πάστας που υπάρχουν αλλά στη λέξη πάστα, με τις τουλάχιστον τρεις σημασίες που έχει -ή μάλλον τέσσερις.

Γιατί βεβαίως, όταν λέμε «έφαγα μια πάστα» το μυαλό μας πάει στο ζαχαροπλαστείο, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, φαγώσιμες αλλά όχι γλυκές, ή και όχι φαγώσιμες ή και μεταφορικές.

Έχουμε καταρχάς την πάστα του ζαχαροπλαστείου, με την οποία ξεκινήσαμε, το ατομικό γλύκισμα μικρού σχετικά μεγέθους (αν και τώρα έχουν βγει και… υποατομικά, τα παστάκια). Αυτή είναι μάλλον η πρώτη σημασία που μάθαμε οι περισσότεροι.

Όμως πάστα είναι επίσης γενική ονομασία για τα ζυμαρικά -και με τη διάδοση που έχουν πάρει τις τελευταίες δεκαετίες οι έθνικ κουζίνες αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για διαφοροποίηση, πλάι στις πιτσαρίες έχουν εμφανιστεί και παστερίες, που η ραχοκοκαλιά του μενού τους είναι τα μακαρόνια (κάποια μαγαζιά, αλλά πολύ λιγότερα, αποκαλούνται «μακαρονάδικα»). Έτσι, όλο και περισσότερο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «πάστα» και με τη σημασία των ζυμαρικών, πολύ περισσότερο που έτσι τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται και στα παγκοσμίως κυρίαρχα αγγλικά (τα οποία εν προκειμένω δεν έχουν κόμπλεξ να δανειστούν λέξεις από άλλες γλώσσες, και μάλιστα ασυμμόρφωτες όπως εδώ).

Δεύτερη πάστα λοιπόν, αν και, υποθέτω ότι σύγχυση δεν υπάρχει, διότι όταν αναφερόμαστε στο γλύκισμα θα πούμε «έφαγα μια πάστα», «πήγαμε να αγοράσουμε πάστες«, ενώ για τα ζυμαρικά θα πούμε «μου αρέσει η πάστα» μάλλον και όχι «οι πάστες», αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τη λέξη -σε μένα δεν έχει τύχει, λέω «μακαρόνια» ή «ζυμαρικά», αλλά εγώ είμαι πια γέρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Πώς (δεν) έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το χόκεϊ επί χόρτου;

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2018

Ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα φρέσκο άρθρο, οπότε καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου, κάτι που σκοπεύω να κάνω και μέσα στη Μεγαλοβδομάδα.

Το άρθρο που θα (ξανα)δούμε σήμερα το διάλεξα επειδή το είχα δημοσιεύσει αρχικά στο ιστολόγιο ακριβώς πριν από 8 χρόνια. Οι παλιότεροι θα το θυμούνται, πιθανώς -αλλά έχουμε στο μεταξύ αποκτήσει αρκετούς νέους φίλους. Αυτό ειδικά το άρθρο, μάλιστα, ουσιαστικά το οφείλουμε στον φίλο μας τον π2 και σε άλλους φίλους του ιστολογίου, που εκαναν την περισσότερη έρευνα για το θέμα.

Πριν ξεκινήσω, μια δήλωση αποποίησης: τα όσα θα διαβάσετε πιο κάτω δεν θα μπορούσα ποτέ να τα γράψω χωρίς την καθοριστική βοήθεια του φίλου π2, που βρήκε όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν έρευνα σε βιβλιοθήκη, αλλά και χωρίς το έναυσμα που μου δόθηκε από την ερώτηση ηλεπιστολογράφου που έκανε με την παρέα του εντυπωσιακή δουλειά (έδωσε, που θα λέγαμε στο ποδόσφαιρο ή στο μπάσκετ, την ασίστ, ή επί το ελληνικότερο «πάρε βάλε»).

Όλα ξεκίνησαν από ένα επιτραπέζιο παιχνίδι τρίβιαλ, στο οποίο έπαιζε μια παρέα «άθεων μαλλιαρών» (οι ίδιοι το λένε). Τους έβαλαν την ερώτηση «Πώς λέγεται στα αρχαία ελληνικά το χόκει επι χόρτου;» Παρ’ ό,τι είχαν και γλωσσολόγο στην παρέα, δεν το βρήκαν. Η «σωστή» απάντηση ήταν: «κερητίζειν» το άθλημα, «κερητίζοντες» οι παίχτες. Επειδή οι ηλεπιστολογράφοι μου είναι δύσπιστοι τύποι, και καλά κάνουν άλλωστε, έψαξαν στο Λίντελ Σκοτ και δεν βρήκαν αυτή τη λέξη, οπότε τούς μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Ωστόσο, και στη Βικιπαίδεια υπάρχει αναφορά στο «κερητίζειν», αλλά και στον ιστότοπο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Χόκεϊ υπάρχει το ανάγλυφο που βλέπετε στην εικόνα, ενώ δίνονται αρκετές πληροφορίες για τον πρόγονο του χόκεϊ στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ άλλων και η αρχαία φράση «Το κερητίζειν εστί μετά τέρψεως αθλεύειν», από το οποίο συνάγεται ότι:

Η παραπάνω περιγραφή του αθλήματος φανερώνει ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητό και διασκέδαζε πολύ κόσμο. Μάλιστα, στον Πλούταρχο αναφέρεται ότι σε ένα σφαιριστήριο στην Αθήνα υπήρχε ένα άγαλμα του ρήτορα Ισοκράτη στο οποίο εμφανιζόταν να παίζει μπάλα με κυρτωμένο ξύλο.

Οι επιστολογράφοι μου βρήκαν και δημοσίευμα της… έγκυρης Απογευματινής [το λινκ δεν λειτουργεί πλέον αφού η εφημερίδα έκλεισε] στο οποίο, με την ευκαιρία των τελικών του πρωταθλήματος χόκεϊ, διαβάζουμε ότι: Η είσοδος για τους θεατές είναι δωρεάν και στους δύο αγώνες και αποτελεί μοναδική ευκαιρία, για όσους το επιθυμούν, να ανακαλύψουν ένα άθλημα που παραμένει σχετικά άγνωστο στη χώρα μας, παρότι ο πρόγονός του (το κερητίζειν) παιζόταν στην αρχαία Αθήνα ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ.! Όσοι προσέλθουν θα μπορέσουν να διαπιστώσουν ιδιοίς όμμασιν ότι (όπως έλεγαν οι αρχαίοι) το «κερητίζειν εστί μετά τέρψεως αθλεύειν».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Αθλήματα, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , , | 119 Σχόλια »

Πώς λέγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το χόκεϊ;

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2010

Πριν ξεκινήσω, μια δήλωση αποποίησης: τα όσα θα διαβάσετε πιο κάτω δεν θα μπορούσα ποτέ να τα γράψω χωρίς την καθοριστική βοήθεια του φίλου π2, που βρήκε όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν έρευνα σε βιβλιοθήκη, αλλά και χωρίς το έναυσμα που μου δόθηκε από την ερώτηση ηλεπιστολογράφου που έκανε με την παρέα του εντυπωσιακή δουλειά (έδωσε, που θα λέγαμε στο ποδόσφαιρο ή στο μπάσκετ, την ασίστ, ή επί το ελληνικότερο «πάρε βάλε»). Προεισαγωγικά, να πω ότι όταν λέω «χόκεϊ» στο άρθρο αυτό, εννοώ το «χόκεϊ επί χόρτου».

Όλα ξεκίνησαν από ένα παιχνίδι τρίβιαλ, στο οποίο έπαιζε μια παρέα «άθεων μαλλιαρών» (οι ίδιοι το λένε). Τους έβαλαν την ερώτηση «Πώς λέγεται στα αρχαία ελληνικά το χόκει επι χόρτου;» Παρ’ ό,τι είχαν και γλωσσολόγο στην παρέα, δεν το βρήκαν. Η «σωστή» απάντηση ήταν: «κερητίζειν» το άθλημα, «κερητίζοντες» οι παίχτες. Επειδή οι ηλεπιστολογράφοι μου είναι δύσπιστοι τύποι, και καλά κάνουν άλλωστε, έψαξαν στο Λίντελ Σκοτ και δεν βρήκαν αυτή τη λέξη, οπότε τούς μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Ωστόσο, και στη Βικιπαίδεια υπάρχει αναφορά στο «κερητίζειν», αλλά και στον ιστότοπο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Χόκεϊ υπάρχει το ανάγλυφο που βλέπετε στην εικόνα, ενώ δίνονται αρκετές πληροφορίες για τον πρόγονο του χόκεϊ στην αρχαία Ελλάδα, μεταξύ άλλων και η αρχαία φράση «Το κερητίζειν εστί μετά τέρψεως αθλεύειν», από το οποίο συνάγεται ότι:

Η παραπάνω περιγραφή του αθλήματος φανερώνει ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητό και διασκέδαζε πολύ κόσμο. Μάλιστα, στον Πλούταρχο αναφέρεται ότι σε ένα σφαιριστήριο στην Αθήνα υπήρχε ένα άγαλμα του ρήτορα Ισοκράτη στο οποίο εμφανιζόταν να παίζει μπάλα με κυρτωμένο ξύλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολογία, Αθλήματα, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , , | 98 Σχόλια »